← Κύπρος

CYPRINTERS LTD ν. Phelena Rent A CAR LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2230 /2020, 31/1/2022

CYPRINTERS LTD ν. Phelena Rent A CAR LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2230 /2020, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2230 /2020 Μεταξύ: CYPRINTERS LTD, εκ Λεμεσού Ενάγοντες και

  1. Phelena Rent A CAR LTD, εκ Παραλιμνίου
  2. ΧΧΧΧ Τσιγκη, εκ Παραλιμνίου Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες- Αιτητές: κα Βερεσιέ για κ.κ. Georgios E. Konnaris & Co LLC Για Εναγόμενους 1 και 2-Καθ' ών η Αίτηση 1 και 2 : κα Μικαέλλα Κωνσταντίνου για κ.κ. Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, αλλά και με βάση τον Κανονισμό 6(β) του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021,η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα.) Εισαγωγή Με την υπό εξεταση Αίτηση ημερομηνίας 17/12/2020 η Ενάγουσα-Αιτήτρια (στο εξής «ως η Αιτήτρια») αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ως η αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής ως «η Αίτηση»). Μέσω της παρούσης αγωγής η Αιτήτρια αξιώνει από τους Καθ'ών η Αίτηση 1 και 2 €4.200,00 ποσό οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ημερ. 06.04.2016 πλέον τόκο προς 3% ετησίως απο 01/10/2018 (στο εξής "το γραμματιο"). Συνοπτικά η δικογραφημένη θέση της Αιτήτριας είναι ότι δάνεισε στην Εναγόμενη 1 το ποσό των € 22.500,00 και υπογράφηκε μεταξύ των μερών γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε γραπτώς την εξόφληση του ποσού του δανείου. Δυνάμει των συμφωνηθεισών προνοιών του γραμματίου η Εναγόμενη 1 ανάλαβε να εξοφλήσει το ποσό δια μηνιαίων δόσεων εξ € 625,00 από 01/05/2016 και κάθε πρώτη ημέρα επομένου μηνός με 5 μέρες χάρη. Το ποσό του δανείου θα έφερε τόκο 3% ετησίως. Το γραμμάτιο επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κου Χριστοδούλου που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Μέχρι την 01/09/2018 καταβλήθηκαν οι δόσεις και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €4.200,
  3. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να εξοφλήσουν μέχρι σήμερα το οφειλόμενο ποσό. Επίσης μετά από επιστολή που έλαβαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 από τους δικηγόρους της Ενάγουσας όταν τους κάλεσαν να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό ισχυρίστηκαν περί την 07/09/2020 ότι το ποσό εξοφλήθηκε με υπηρεσίες που παρείχε η Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα το Καλοκαίρι του
  4. Η Ενάγουσα αρνείται ότι της παρασχέθηκε οποιαδήποτε υπηρεσία και ισχυρίζεται ότι αυτό δεν αποτελεί υπεράσπιση καθότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν αναγνωρίσει την οφειλή τους. Επίσης να σημειωθεί ότι η Αίτηση υποστηρίζεται πέραν της ένορκης δήλωσης του κου XXXXX Χριστοδούλου διευθυντή της Ενάγουσας και ένορκη δήλωση από τον κο Δημήτρη Κωνσταντίνου εσωτερικό λογιστή της Αιτήτριας. Στην ουσία αναφέρει ο κος Κωνσταντίνου ότι το γραμμάτιο του το παρέδωσε ο κος Ανδρέας Κωνσταντινίδης ο οποίος το παρέδωσε στον κο Χριστοδούλου. Ως προς τα λοιπά επαναλαμβάνει μέσω της ενόρκου δηλώσεως του όσα ανάφερε και ο κος Χριστοδούλου. Ειδοποίηση περί προθέσεως ένσταση καταχώρησαν οι Εναγόμενοι-Καθ'ών η Αίτηση 1 και 2 περί την 12.05.2021 (στο εξής «ως η Ένσταση»). Με την ένσταση των Καθ'ών η Αίτηση 1 και 2 εγείρονται 13 λόγοι ένστασης ο οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: α) Δεν τηρούνται οι προυποθέσεις της Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η ένορκη δήλωση του κ. Χριστοδούλου γίνεται από άτομο που δεν μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή ούτε μπορεί να ορκιστεί θετικά προς αυτά αφού κατά τον επίδικο χρόνο δεν διατηρούσε καμία σχέση με την Ενάγουσα. β) Εγείρεται καλή και εύλογη υπεράσπιση. Εγείρονται δε πολλά εγειρόμενα ζητήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία. γ) Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης ως η Αίτηση θα παραβιαστούν τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ως το άρθρο 30 του Συντάγματος και άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής ως "η ΕΣΔΑ"). δ) Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση περιέχουν ψεύδη, ανακρίβειες και αστήρικτους ισχυρισμούς και/ή έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα. Η Ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις, από την ένορκη δήλωση του κ. Τσίγκη διευθυντή και ιδιοκτήτη της Εναγόμενης 1 και του κ. Κωνσταντινίδη πρώην ιδιοκτήτη και διευθυντή της Ενάγουσας. Μέσω της ένορκης δήλωσης του ο κος Τσίγκης Εναγόμενος 2, αναφέρει ότι είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1 και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Συνοπτικά αναφέρει ότι ο κος Χριστοδούλου δεν μπορεί να γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή, ούτε και μπορεί να ορκιστεί θετικά προς αυτά αφού κατά τον επίδικο χρόνο δε διατηρούσε καμία σχέση με την Ενάγουσα ούτε και γνώριζε για την υπογραφή του γραμματίου. Τον επίδικο χρόνο διευθυντής και ιδιοκτήτης της Ενάγουσας ήταν ο κος Ανδρέας Κωνσταντινίδης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται την υπογραφή του γραμμάτιου συνήθους τύπου καθώς και το γεγονός ότι η Ενάγουσα δάνεισε στην Εναγόμενη 1 το ποσό των € 22.500,00 καθώς και τους όρους που συμφωνήθηκαν. Είναι η θέση του ότι σήμερα δεν οφείλεται κάποιο ποσό αφού το συνολικό ποσό των € 22.500,00 έχει πλήρως εξοφληθεί με σειρά δόσεων και υπηρεσιών από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα οι οποίες έλαβαν χώρα περί τον Αύγουστο 2018. Η Εναγόμενη 1 σύμφωνα με τον κο Τσίγκη στη βάση συμφωνίας που είχε με την Ενάγουσα, της παρείχε υπηρεσίες ενοικίασης αυτοκινήτου. Με ηλεκτρονικό τους μήνυμα οι Εναγόμενοι 1 και 2 ημερ. 07/09/2020 ενημέρωσαν την Ενάγουσα ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν αφού αυτό είχε εξοφληθεί με την παροχή των συμφωνηθέντων υπηρεσιών προς την Ενάγουσα. Η συμφωνία που είχαν τα μέρη ήταν να εκδοθεί τιμολόγιο μέχρι το τέλος του 2018 για τις υπηρεσίες που παρείχε η Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα αλλά ως ισχυρίζονται υπήρξε παράνομη μεταβίβαση των μετοχών της Ενάγουσας και το γεγονός αυτό προκάλεσε σύγχυση με αποτέλεσμα το θέμα του τιμολογίου να μείνει εν αναμονή μέχρις ότου να επιλυόταν το θέμα της παράνομης μεταβίβασης των μετοχών. Μέσω της ένορκης δήλωσης του ο κος Κωνσταντινίδης ο γενικός διευθυντής και ιδιοκτήτης της Ενάγουσας κατά τον επίδικο χρόνο στην ουσία επιβεβαιώνει τη θέση του κ. Τσίγκη και αναφέρει ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες να μην εκδοθεί τιμολόγιο έως ότου ξεκαθαρίσει το ζήτημα με τις μετοχές που κατά τη θέση του μεταβιβάστηκαν παράνομα. Ανάφερε επίσης ότι δεν οφείλεται κάποιο ποσό στην Ενάγουσα. Η ακρόαση της επίμαχης Αίτησης έγινε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την Αίτηση και Ένσταση. Να σημειωθεί επίσης ότι πέραν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς υποστήριξαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις. Η γραπτή αγόρευση εκ μέρους των Εναγόντων-Αιτητών σημειώθηκε ως Έγγραφο Α ενώ η Γραπτή Αγόρευση εκ μέρους των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση1 και 2 σημειώθηκε ως Έγγραφο. Να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων αντεξετάστηκε ούτε καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νουν ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Νομικές Αρχές Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στην Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην απόφαση Νεάρχου και Άλλου ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, 824-826, καθορίστηκαν οι πιο κάτω αρχές σε σχέση με την έκδοση συνοπτικής απόφασης με το ακόλουθο σκεπτικό: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment &Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: « H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279)». « Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322) »». Επίσης έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, και στην απόφαση ημερ. 14.11.2011 στην Πολιτική Έφεση 322 / 2008, J& M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Το τί αναμένεται από έναν εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω προχωρώ πρώτα να εξετάσω εάν πληρούνται τα κριτήρια που καθορίστηκαν από τη Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών αλλά και μέσω της νομολογίας. Καταρχάς να αναφέρω ότι από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης που είναι ενώπιον μου διαπιστώνω ότι το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον πληρούται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α), ήτοι κατά πόσον οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση γίνονται από πρόσωπα που έχουν θετική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης. Να σημειώσω ότι μέσω της Ένστασης έχει τεθεί ότι ο κος Χριστοδούλου ενόρκως δηλών δεν είναι άτομο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αφού δεν μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα αγωγή αφού δε διατηρούσε καμία σχέση με την Ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ενόρκως δηλούντα, να ορκιστεί τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση της Ενάγουσας είναι ζήτημα που αποφασίζεται με γνώμονα τη Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Στην Αθηνούλας Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, 790, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι: «[...] το ζήτημα κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά με τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Η φύση της αξίωσης διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο». Εκείνο που απαιτείται να αποδειχθεί στο πλαίσιο της Δ.18, θ.1 είναι ότι ο ενόρκως δηλών έχει «θετική» γνώση των γεγονότων. Για το τί η νομολογία αναγνωρίζει ως «θετική γνώση» σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση στην Αθηνούλας Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου ανωτέρω. Στην περίπτωση νομικών προσώπων, ο όρος «θετική γνώση» τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ.223). Στην προκείμενη περίπτωση ο ενόρκως δηλών είναι παραδεκτό ότι δεν ήταν διευθυντής στην Ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο υπογραφής του γραμματίου το οποίο εν πάση περίπτωση δεν αμφισβητείται. Δεν είναι όμως τυχαίος υπάλληλος της Ενάγουσας αλλά ο διευθυντής αυτής ο οποίος λόγω της θέσης του μπορεί να έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που τηρούνται στην εταιρεία και να καθοδηγεί και να δίνει οδηγίες για το χειρισμό υποθέσεων της εταιρείας λόγω της θέσης του. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του την πηγή των πληροφοριών του ξεκάθαρα αλλά θεωρώ ότι αυτό συνάγεται μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αλλά προκύπτει και από τη θέση του ως διευθυντής της Ενάγουσας. Έχει παραθέσει μέσω της ενόρκου δηλώσεως του λεπτομέρειες για το γραμμάτιο, τους όρους αυτού, τις πληρωμές που έγιναν και τις επιστολές που αποστάλθηκαν. Με βάση τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος. Επίσης η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται και από την ένορκη δήλωση του εσωτερικού λογιστή της Ενάγουσας ο οποίος παραθέτει μαρτυρία και επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής. Με αναφορά στην απόφαση Αθηνούλας Δημητρίου ανωτέρω θεωρώ ότι ο εσωτερικός λογιστής της Ενάγουσας με βάση τα όσα παραθέτει στην ένορκη δήλωση μπορεί εν πάση περίπτωση να ορκιστεί θετικά. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί πλήρως και με τις τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται στη Δ.18, θ.1, με αποτέλεσμα το βάρος της απόδειξης να μετατίθεται στους ώμους των Εναγόμενων - Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, σύμφωνα και με τη νομολογία για να πείσουν αυτοί το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (good defence on the merits) ή για να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Είναι εκ του Νόμου περιορισμένες οι υπερασπίσεις που δύναται να επικαλεστεί ένας Εναγόμενος, όταν η απαίτηση του Ενάγοντα απορρέει από γραμμάτιο συνήθους τύπου. Σε αυτήν την περίπτωση ισχύουν μόνο οι υπερασπίσεις που προβλέπονται από την επιφύλαξη του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (βλ. Raif v Dervish
(1971)1 CLR 158, Χριστοφόρου κ.α. ν Paneuropean Insurance Co. Ltd
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1644) που έχει ως ακολούθωςː «
  1. Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» Επομένως οι μόνες υπερασπίσεις που μπορούν να εγερθούν είναι: Α) Η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι Β) Η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη Στην προκείμενη περίπτωση δεν αμφισβητείται η υπογραφή του γραμματίου ή ότι αυτό είναι άκυρο για οποιοδήποτε λόγο. Το γραμμάτιο είναι αποδεκτό απλώς υπάρχει ισχυρισμός για εξόφληση του ποσού. Συγκεκριμένα μέσω της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τσίγκη αναφέρεται ότι το συνολικό ποσό των €22.500,00 που οφειλόταν προς την Ενάγουσα δυνάμει του γραμμάτιου έχει εξοφληθεί πλήρως με σειρά δόσεων και υπηρεσιών από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα οι οποίες έλαβαν χώρα περί τον Αύγουστο
  2. Τη θέση αυτή υποστηρίζει και ο κος Κωνσταντινίδης μέσω της δικής του ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση. Μέσω η-μηνύματος ο Εναγόμενος 1 ημερ. 07/09/2020 ενημέρωσε τους δικηγόρους της Ενάγουσας ότι δεν όφειλε κάποιο ποσό. Παρατηρώ επίσης ότι ενώ ήταν ρητός όρος του γραμμάτιου να καταβαλλόταν από την Εναγόμενη 1 κάθε μήνα από την 06/04/2016 το ποσό των € 625,00 κάθε πρώτη εκάστου μηνός μέχρι εξόφλησης, οι πληρωμές που παραθέτουν τόσο ο κος Χριστοδούλου, όσο και ο κος Κωνσταντίνου ότι έγιναν δείχνουν ότι δεν ακολουθήθηκε ο τρόπος πληρωμής που συμφωνήθηκε στο γραμμάτιο. Ο Εναγόμενος 1 επίσης μέσω της ένορκης δήλωσης του παραδέχεται ότι έγιναν οι πληρωμές με τον τρόπο που παράθεσαν ο κος Χριστοδούλου και ο κος Κωνσταντίνου. Συνεπώς η θέση των Εναγόμενων 1 και 2 ότι συμφωνήθηκε μεταξύ της χρονικής περιόδου 12/09/2017-11/07/2019 κάτι άλλο ως προς τον τρόπο πληρωμής δημιουργεί θέμα προς συζήτηση ειδικότερα τη στιγμή που ως φαίνεται ότι παρόλο που είχε συμφωνηθεί ο τρόπος πληρωμής στο γραμμάτιο στην πορεία η πληρωμή δεν έγινε ως είχε συμφωνηθεί αρχικά στο γραμμάτιο. Επίσης κρίνω ότι η υπεράσπιση που έχει εγερθεί αυτή δηλαδή της εξόφλησης μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση. Η νομολογία έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα να εγερθεί ως υπεράσπιση η εξόφληση του χρέους (Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου «Η Μέριμνα» Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1390), εφόσον η εξόφληση αποσβένει την οφειλή. Τούτο επιβεβαιώθηκε και στην απόφαση Κώστας Κυριάκου ν Θεράποντα Αναστασίου
(2013)Ι ΑΑΔ 148. Με βάση τα πιο κρίνω ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και η Υπεράσπιση της εξόφλησης είναι λογικοφανής, βασισμένη σε κάποια γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Το εάν θα επιτύχει η Υπεράσπιση ή εάν λεν αλήθεια οι ενόρκως δηλούντες είναι θέμα που δεν μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο από το Δικαστήριο παρά μόνο ότι η υπόθεση δεν είναι τόσο ξεκάθαρη ώστε να εκδοθεί απόφαση συνοπτικώς. Επίσης σύμφωνα με το Annual Practice
(1958)όταν μεταξύ άλλων υπάρχει διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό πρέπει να δίδεται άδεια στον Εναγόμενο για Υπεράσπιση. Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων/ καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .......... Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.