← Κύπρος

INFINITUM VENTURES LIMITED ν. ΑΝΤΡΕΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 3127/17, 21/1/2022

INFINITUM VENTURES LIMITED ν. ΑΝΤΡΕΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 3127/17, 21/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3127/17 Μεταξύ: INFINITUM VENTURES LIMITED (υπό την ιδιότητα της ως μετόχου της Εναγόμενης 3 ως παραγωγή και/ή αντιπροσωπευτική αγωγή) Ενάγουσα και

  1. ΧΧΧ ΑΝΤΡΕΟΥ
  2. AWENDALE RESOURCES INC
  3. PYXIS CAPITAL MANAGEMENT LIMITED Εναγομένων ---------------------- Aίτηση ημερ. 15.10.2020 Ημερομηνία: 21.1.2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Τσιρίδης για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2/Αιτήτρια: κ. Σ. Κώστα με κα Χρ. Επιφανίου για Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη 2 (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Αιτήτρια) με την υπό εξέταση Αίτηση της επιδιώκει την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει την αναστολή και/ή τον παραμερισμό και/ή τη διαγραφή και/ή την απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον της για τον λόγο ότι δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και/ή δικαίωμα δικονομικής παράστασης (locus standi) της Ενάγουσας και/ή λόγω του ότι είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου ΧΧΧ Αντωνίου στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα την 7.11.2017 καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και την 15.9.2020 καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησης της. Με κάποιες διαφοροποιήσεις στο αιτητικό σε σχέση με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την Έκθεση Απαίτησης αξιώνονται, αποκλειστικά, αναγνωριστικές αποφάσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, με τις οποίες να αναγνωρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι περιγραφόμενες στην παράγραφο 25 της Έκθεσης Απαίτησης συμφωνίες δανείου είναι άκυρες καθότι υπεγράφησαν από τον Εναγόμενο 1 κατά παράβαση των καθηκόντων πίστεως/εμπιστοσύνης, δόλια και/ή με απάτη και/ή στα πλαίσια συνομωσίας για καταδολίευση και/ή χωρίς εξουσιοδότηση και/ή έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης
  4. Περαιτέρω η Ενάγουσα με την Έκθεση Απαίτησης της υποστηρίζει ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί παράγωγη αγωγή προς όφελος της Εναγόμενης 3 και ότι την καταχωρεί υπό την ιδιότητα της ως δικαιούχος της Εναγόμενης 3 προς προστασία των συμφερόντων της. Η Ενάγουσα είναι μέτοχος 750 μετοχών οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3, τις οποίες κατέχει η ΧΧΧ Παπαιωακείμ ως ονομαστικός σύμβουλος και/ή ως εμπιστευματοδόχος της Ενάγουσας, μέτοχος της οποίας είναι ο κ. ΧΧΧ Agafonov. Περαιτέρω, 709 μετοχές της Εναγόμενης 3 κατέχει η Κυπριακή εταιρεία Melward Investments Ltd, που αντιπροσωπεύουν το 47,5% του μετοχικού της κεφαλαίου και το υπόλοιπο 2,5% κατέχεται από τον ΧΧΧ Χριστοδούλου ως εμπιστευματοδόχος της εταιρείας Hatley Investments Ltd η οποία ανήκει στον ΧΧΧ Belay. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε ως ονομαστικός σύμβουλος (nominee) της Εναγόμενης 3 από 23.5.2007 - 15.11.2017 και ότι μετά από έντονες προσπάθειες τις οποίες κατέβαλε για διορισμό επιπλέον διευθυντή, μόλις στις 11.1.2016 κατάφερε να διοριστεί ως διευθύντρια η ΧΧΧ Ευσταθίου, την οποία αντικατέστησε η ΧΧΧ Νούσκα στις 14.10.2016 και στις 26.5.2017 η ΧΧΧ Παπαιωακείμ. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω προκύπτει ότι στις 7.11.2017, ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, η ΧΧΧ Παπαιωακείμ ήταν όχι μόνο η εγγεγραμμένη μέτοχος του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3 και, εκ των πραγμάτων, μέτοχος πλειοψηφίας, αλλά επίσης και διευθύντρια της Εναγόμενης
  5. Ενόψει του ότι η Ενάγουσα δεν ήταν και δεν είναι εγγεγραμμένη και/ή η κατά νόμο μέτοχος στην Εναγόμενη 3, δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή προς όφελος και για προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης
  6. Περαιτέρω η Ενάγουσα σε κανένα σημείο της Έκθεσης Απαίτησης της επεξηγεί τον λόγο για τον οποίο η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε και διατηρείται στο όνομα της αντί στο όνομα του εγγεγραμμένου μετόχου. Επιπρόσθετα δεν εγείρεται ισχυρισμός ότι ο εγγεγραμμένος μέτοχος εμποδιζόταν ή εμποδίζεται από τους Εναγόμενους ή από οιονδήποτε εξ' αυτών να εγείρει την αγωγή εκ μέρους της Εναγόμενης 3 ή ότι οι κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντες είχαν τον έλεγχο της. Όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αγγλία, η αγωγή υπ' αριθμό BL-2019-001195 η οποία καταχωρίστηκε από την Αιτήτρια εναντίον της Εναγόμενης 3 σε σχέση με τις συμφωνίες δανείου που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Στα πλαίσια της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, μετά από αίτηση της Εναγόμενης 3, απόφαση ημερομηνίας 22.5.2020 με την οποία αναστάληκε η αγωγή δυνάμει του άρθρου 29 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού R1215/2012, στη βάση του ότι η ανωτέρω αγγλική υπόθεση και η παρούσα αγωγή αφορούν την ίδια αιτία αγωγής, μεταξύ των ιδίων διαδίκων και το Κυπριακό Δικαστήριο επιλήφθηκε πρώτο της υπόθεσης. Το αγγλικό Δικαστήριο στις 22.7.2020 διέταξε περαιτέρω ότι η Αιτήτρια είναι ελεύθερη να αιτηθεί την άρση της αναστολής για το λόγο ότι η παρούσα αγωγή έχει απορριφθεί ή η Ενάγουσα παρέλειψε ή απέτυχε να λάβει εύλογα μέτρα για να προωθήσει την υπόθεση της. Περαιτέρω ο άγγλος δικαστής αποφάσισε ότι το ζήτημα του locus standi αφορά το Κυπριακό Δικαστήριο. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ/ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Η Ενάγουσα με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρησε προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

(1)Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη.
(2)Το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο και/ή η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει αιτία αγωγής κατάλληλη για εκδίκαση από το Δικαστήριο και/ή έχει δικαίωμα δικονομικής παράστασης («locus standi») εναντίον της Αιτήτριας και/ή η αγωγή εναντίον της Αιτήτριας δεν είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή επιβάλλεται η διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή εφόσον δεν μπορεί να κριθεί σε οιανδήποτε περίπτωση ως καταχρηστική ώστε να εφαρμοστεί το εξαιρετικό μέτρο της διαγραφής και/ή απόρριψης και/ή αναστολής της.
(3)Η Αγωγή αποτελεί νόμιμο διάβημα που λήφθηκε για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων.
(4)Η Αίτηση καλεί το δικαστήριο να αποφασίσει ζητήματα τα οποία δεν δύναται να κριθούν σε αυτό το στάδιο και/ή προϋποθέτουν ότι θα γίνουν ευρήματα γεγονότων και/ή τα οποία είναι καταλληλότερα για επίλυση στο στάδιο της ακρόασης.
(5)Η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή η Αιτητρια δε νομιμοποιείται και/ή δε δικαιούται στο αιτούμενο διάταγμα και/ή καταχωρείται με αλλότρια κίνητρα για την αποφυγή και/ή εξουδετέρωση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου στην αγωγή με αρ. BL-2019- 001195, ημερ. 22/5/20.
(6)Η Αίτηση είναι καταχρηστική διότι, μεταξύ άλλων, αντίκειται και/ή αποτελεί παράπλευρη επίθεση (collateral attack) στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 26/10/2018 στην εταιρική αίτηση XXXXX/2017.
(7)Το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η Αίτηση είναι καθυστερημένο και/ή η Αιτήτρια έχασε το δικαίωμα της να προβάλει τους ισχυρισμούς που προβάλλει σε αυτό το στάδιο αφού δεν πρόσβαλε προηγουμένως την εγκυρότητα της Αγωγής και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή η Αιτήτρια κωλύεται να προβάλει τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην Αίτηση.
(8)Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχωρίστηκε κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
(9)Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις οι οποίες εφαρμόζονται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(10)Η καταχώριση της Αίτησης στο παρόν στάδιο προσλαμβάνει τη μορφή κατάχρησης της διαδικασίας και/ή ουδένα ουσιαστικό σκοπό εξυπηρετεί.
(11)Η Αίτηση προσκρούει και/ή έρχεται σε αντίθεση με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και/ή τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και/ή με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αγγλία, στα Δικαστήρια Εμπορικού και Εμπράγματου Δικαίου της Αγγλίας και της Ουαλίας, στο Τμήμα Επιχειρήσεων στην αγωγή με αρ. BL-2019-001195, ημερ. 22/5/20, και/ή με το Διάταγμα του ίδιου Δικαστηρίου, ημερ. 22/7/20.
(12)Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, πρέπει να ασκείται με φειδώ και εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις οι οποίες δεν αποδείχθηκαν εν προκειμένω.
(13)Το αιτούμενο διάταγμα δε δικαιολογείται και δεν θα ήταν εύλογο και/ή δίκαιο και/ή ορθό να εκδοθεί υπό τις παρούσες περιστάσεις.
(14)Η Αιτήτρια εμποδίζονται στην καταχώριση της Αίτησης λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct).
(15)Τυχόν έγκριση της Αίτησης παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της Κα να τύχει δίκαιης δίκης και/ή να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ΧΧΧ Όξινου, διευθύντριας της Ενάγουσας, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Ο Εναγόμενος 1, ο οποίος κατείχε τη θέση του διευθυντή της Εναγόμενης 3 μέχρι την 15.11.2017, ενεργούσε καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ως ονομαστικός σύμβουλος (nominee) της Εναγόμενης 3, κάτω από τις εντολές και οδηγίες της εταιρείας Melward Investments Ltd και του τελικού της δικαιούχου ΧΧΧ Nikolaev. Όπως είναι φανερό από την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, η παρούσα αγωγή αφορά ενέργειες που έγιναν εις βάρος της Εναγόμενης 3 από τους Εναγόμενους 1 και 2 σε συνεργασία με τον κ. ΧΧΧ Nikolaev. Κατά την περίοδο που ο Εναγόμενος 1 ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 3, πάροχος διοικητικών υπηρεσιών της Εναγόμενης 3 ήταν κάποιος όμιλος εταιρειών με την ονομασία KPM Group. Η επιλογή του ως άνω ομίλου ήταν απόφαση του ΧΧΧ Nikolaev, ο οποίος και του έδιδε οδηγίες σε σχέση με την διοίκηση της Εναγόμενης 3, η οποία ελεγχόταν από τους αδικοπραγήσαντες και για τον λόγο αυτό, η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε ως παράγωγη. Η κα Παπαιωακείμ, κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής, δεν πλειοψηφούσε στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 3,ουτε ήταν μέτοχος πλειοψηφίας, ώστε να ενεργεί κατά το δοκούν. Ο έτερος διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης 3 ήταν ο εναγόμενος
  1. Συνεπώς, δεν μπορούσε από μόνη της να λάβει απόφαση για να προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, η κα ΧΧΧ Παπαιωακείμ, η οποία κατέχει το 50% των μετοχών της Εναγόμενης 3 ως εμπιστευματοδόχος και προς όφελος της Ενάγουσας, κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής έπαυσε να εργάζεται στην εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών που εξυπηρετούσε την Ενάγουσα και τον τελικό της δικαιούχο κ. Agafonov. Η κα Παπαιωακείμ ενημέρωσε τόσο την Ενάγουσα όσο και τον κ. Agafonov καθώς και τους δικηγόρους του ότι δεν ήταν διατεθειμένη να υπογράψει έντυπο διορισμού δικηγόρου ούτε και να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Λόγω δικαιωμάτων προτίμησης που υπάρχουν στο καταστατικό της Εναγόμενης 3, δεν ήταν εφικτό να γίνει μεταβίβαση του νομικού τίτλου των μετοχών στην Ενάγουσα. Η Αιτήτρια όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αλλά τουναντίον αποδέχτηκε, άνευ όρων, την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της εγκυρότητας των επίδικων συμβάσεων δανείου και, κατ' επέκταση, των τυχόν αξιώσεων της εναντίον της Εναγόμενης
  2. Περαιτέρω αποδέχτηκε την εγκυρότητα του κλητηρίου εντάλματος για τον λόγο ότι καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης ανεπιφύλακτα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, αρθρα 2, 21, 29 και 31, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2, Θ.1-3,27, Θ.Θ.1,2,3, Δ.39, Θ.Θ.1-4 και 18, Δ.48, ΘΘ 1-9 και Θ.9(ο), Δ.57, Δ.64, στις αρχές της επιείκειας, στη σχετική νομολογία και γενικές αρχές του Νόμου, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Δ.27 θ.3, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Στην υπόθεση XXX v. AEΛ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΛΤΔ, Πολ. Έφεση αρ. Ε200/2013 ημερ. 20/3/2019 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την ανωτέρω διαταγή: «Η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί μια συνοπτική διαδικασία, η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή της δίκης, να απορρίψει οποιονδήποτε δικόγραφο. Η απόρριψη της αγωγής χωρίς εκδίκαση συντελείται όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία ή είναι επιπόλαια ή ενοχλητική. Η εξουσία αυτή ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338) και Δημητρίου v. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(2014)1 ΑΑΔ 1125). Η διαταγή αυτή αντιστοιχεί με το αγγλικό 0.25 r.4 των παλαιών αγγλικών θεσμών, όπως συναντάται στο Annual Practice του 1955 σελ. 422. Χρήσιμο είναι να παρατεθεί μέρος της ανάλυσης που γίνεται ειδικά ως προς τη φράση "No reasonable cause of action» εφόσον στην κρινόμενη περίπτωση, αυτό είναι που ενδιαφέρει. "There is some difficulty in affixing a precise meaning to "this term". "In point of law, ... every cause of action is a reasonable one (per Chitty, J., Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co., 35 Ch.D.p.495). But the practice is clear. So long as the Statement of Claim or the particulars (Davey v. Bentinck, {1893} 1 Q.B. 185) disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge or a jury, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out (Moore v. Lawson, 31 T.L.R.418, C.A.); nor is the fact that the Statute of Frauds (which is merely a provision as to evidence) might be a bar to the claim (Fraser v. Pape
(1904), 91 L.T.340, C.A.); or the Statute of Limitations (Murray v. Secretary for India, {1931} W.N.91). In such a case application may be made under r. 2. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action but give the plaintiff leave to amend (see (n.)» Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενοχλητικό (embarrassing), αναφέρεται στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, στην οποία παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings", 12^ έκδοση, σελ. 147: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matterand so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations. " Στην ίδια υπόθεση παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την British Airways Pension Trustees Ltd n. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. " Επίσης στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.ά.
(2013)1(B) Α.Α.Δ. 1520 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα δε με το Annual Practice,
  1. σελ. 477-479, η φράση: "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής») - έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι, από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις» Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν προβαλλόμενων θέσεων διαφαίνεται, ως κοινός τόπος, το ότι η Ενάγουσα δεν είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο της Εναγόμενης 3 ως μέτοχος των 750 μετοχών. Αυτές κατέχονται από την κα Παπαιωακείμ ως εμπιστευματοδόχος, προς όφελος της Ενάγουσας. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι η κα Παπαιωακείμ κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής, ήταν η μια εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της Εναγόμενης
  2. Ο έτερος διοικητικός σύμβουλος ήταν ο Εναγόμενος
  3. Στην ένορκη δήλωση της κας Αντωνίου προβάλλεται η θέση ότι από τη στιγμή που η κα Παπαιωακείμ ήταν η εγγεγραμμένη μέτοχος του 50% του μετοχικού κεφαλαίου και, εκ των πραγμάτων, μέτοχος πλειοψηφίας καθώς επίσης και διοικητική σύμβουλος της Εναγόμενης 3, θα μπορούσε είτε να προβεί στο διορισμό δικηγόρου εκ μέρους της Εναγόμενης 3 και η αγωγή να μην είχε τη μορφή παράγωγης αγωγής, είτε να καταχωρήσει η ίδια παράγωγη αγωγή για λογαριασμό της Εναγόμενης
  4. Παρά το ότι οι 750 μετοχές που κατέχει η κα Παπαιωακείμ αντιπροσωπεύουν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3 και ήταν η μια εκ των δύο διοικητικών συμβούλων, εντούτοις δεν θα μπορούσα να συμμεριστώ τη θέση της κας Αντωνίου ότι η κα Παπαιωακείμ ήταν μέτοχος πλειοψηφίας. Στην υπόθεση Πυριλλής κ.ά ν. Κουής
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 147, εξετάστηκε παρόμοιο θέμα με το υπό συζήτηση. Πιο συγκεκριμένα, ένας εκ των λόγων έφεσης ήταν ότι εφόσον οι διευθυντές και μέτοχοι της εταιρείας με ποσοστό 50% ο καθένας στο μετοχικό της κεφάλαιο ήταν ο εφεσείον 1 και ο εφεσίβλητος μόνο, η αγωγή θα έπρεπε να εγερθεί από την εταιρεία, κατ' εφαρμογή του κανόνα στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)2 Hare 461 σύμφωνα με τον οποίο ο ορθός ενάγων σε υπόθεση η οποία αφορά αδίκημα το οποίο κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε εναντίον της εταιρείας είναι, κατά κύριο λόγο, η εταιρεία και όχι οποιοσδήποτε μέτοχος ή μέτοχοι της εταιρείας. Το Δικαστήριο απέρριψε την ως άνω εισήγηση με το ακόλουθο σκεπτικό, το οποίο παραθέτω αυτούσιο αμέσως πιο κάτω: «Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Εφόσον, στην προκείμενη περίπτωση, οι μόνοι διευθυντές και μόνοι μέτοχοι της εταιρείας ήσαν μόνο δύο, ο εφεσείων 1 και ο εφεσίβλητος, με μετοχικό συμφέρον 50% ο καθένας, και, επομένως, ο εφεσείων 1 ως, κατά τον εφεσίβλητο, ο αδικοπραγήσας κατά της εταιρείας, μπορούσε να ματαιώσει οποιαδήποτε απόφαση προς έγερση αγωγής εναντίον του, από την εταιρεία, ορθά ηγέρθη παράγωγη αγωγή από τον εφεσίβλητο. Το κριτήριο είναι κατά πόσο, ως είχαν τα πράγματα, η εταιρεία μπορούσε η ίδια να ενεργήσει ή όχι προς προστασία των συμφερόντων της.» Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, ο Εναγόμενος 1 διορίστηκε στη θέση του διευθυντή της Εναγόμενης 3 από την πάροχο διοικητικών υπηρεσιών ΚPM Consunlting, την οποία προσέλαβε ο ΧΧΧ belay, ο οποίος είναι ο τελικός δικαιούχος των 41 μετοχών, ήτοι του 2,5% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3, στον οποίο ανήκει η εταιρεία Hatley Investments Ltd. Ο Εναγόμενος 1 φέρεται να δρούσε υπό τις άμεσες ή έμμεσες οδηγίες του ΧΧΧ belay, ο οποίος πριν δώσει οδηγίες στον Εναγόμενο 1 συμβουλευόταν τον ΧΧΧ Nikolaev, ο οποίος είχε τον έλεγχο της εταιρείας Melward Investments Ltd, η οποία κατείχε το 47.5% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης
  1. Ο ΧΧΧ Nikolaev ήταν επίσης ο τελικός δικαιούχος της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας. Στην πραγματικότητα, οι οδηγίες του O. belay προς τον Εναγόμενο 1 ήταν οδηγίες του ΧΧΧ Nikolaev ο οποίος, εκ των πραγμάτων, ήταν ο σκιώδης διευθυντής της Εναγόμενης
  2. Περαιτέρω στην Έκθεση Απαίτησης περιγράφονται λεπτομερώς οι συνωμοτικές καταδολιευτικές ενέργειες που έγιναν από τους Εναγόμενους 1 και 2 σε συνεργασία με τον ΧΧΧ Nikolaev, εις βάρος της Εναγόμενης
  3. Οι ισχυρισμοί τους οποίους έχω παραθέσει αμέσως πιο πάνω, χωρίς φυσικά να αποφαίνομαι στο στάδιο αυτό επί της αξιοπιστίας τους και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα, καθιστούν εκ πρώτης όψεως εμφανές ότι ο Εναγόμενος 1 είχε τη δυνατότητα να ματαιώσει οποιαδήποτε απόφαση για την έγερση αγωγής από την Εναγόμενη 3 εναντίον του ιδίου καθώς και της Εναγόμενης
  4. Συνεπώς, δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τη θέση της ενόρκου δηλώσεως της κας Αντωνίου ότι η κα Παπαιωακείμ θα μπορούσε να προβεί στο διορισμό δικηγόρου εκ μέρους της Εναγόμενης 3, κατά τρόπο ώστε η παρούσα αγωγή να μη λάβει τη μορφή της παράγωγης αγωγής. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας προβάλλεται η θέση ότι η Ενάγουσα δεν επεξηγεί στο δικόγραφο της τον τρόπο με τον οποίο ο Εναγόμενος 1 εμπόδιζε την Εναγόμενη 3 από του να καταχωρίσει η ίδια αγωγή στο όνομα της. Είμαι της άποψης ότι αυτό είναι ζήτημα μαρτυρίας και δεν απαιτείτο να δικογραφείτο ειδικά ο τρόπος με τον οποίο εμποδίζετο η Εναγόμενη
  5. Προβάλλεται ακόμα στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων η θέση ότι λίγες μόνο μέρες μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής, ο Εναγόμενος 1 αποχώρησε από τη θέση του διευθυντή της Εναγόμενης 3, αφήνοντας τον πλήρη έλεγχο της στην κα Παπαιωακείμ. Θα ήθελα όμως να επισημάνω ότι τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως περιέχεται στην ένορκη δήλωση της κας Αντωνίου, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, τα δεδομένα τα οποία λαμβάνονται υπόψη είναι αυτά που ίσχυαν κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής και όχι οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταβολή τους. Πέραν των πιο πάνω, στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας υποστηρίζεται ότι το καταστατικό της Εναγόμενης 3 υιοθετεί το Μέρος II του Πρώτου Παραρτήματος του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 το οποίο αφορά ιδιωτικές εταιρείες και το οποίο ρητά υιοθετεί τους Κανονισμούς του Μέρους Ι του Κεφ.113 και άρα τον Κανονισμό 7, σύμφωνα με τον οποίο κανένα πρόσωπο αναγνωρίζεται από την εταιρεία ότι κατέχει οποιαδήποτε μετοχή δυνάμει εμπιστεύματος. Αυτό το οποίο παρατηρώ όμως είναι ότι δεν έχει παρουσιαστεί με την ένορκη δήλωση της κας Αντωνίου το Καταστατικό της Εναγόμενης 3, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μη μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο υιοθετείται πράγματι ο Κανονισμός
  6. Ούτε στην ίδια την ένορκη δήλωση της κας Αντωνίου γίνεται οποιαδήποτε αναφορά είτε στο Καταστατικό της Εναγόμενης 3, είτε στον ανωτέρω Κανονισμό. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάμει αποδεχτή την ως άνω θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων. Όσον αφορά τη θέση της ενόρκου δηλώσεως της κας Αντωνίου ότι θα μπορούσε η ίδια η κα Παπαιωακείμ να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή για λογαριασμό της Εναγόμενης 3, αυτή θα εξεταστεί πιο κάτω. Ο δεύτερος άξονας επί του οποίου βασίζεται η αξίωση της Αιτήτριας για διαγραφή της παρούσας αγωγής είναι η, κατά τη θέση της, μη νομιμοποίηση της Ενάγουσας να εγείρει την παρούσα αγωγή για το λόγο ότι δεν είναι εγγεγραμμένη μέτοχος στο μητρώο μετόχων της Εναγόμενης
  7. Όπως ειδικότερα τίθεται από την Αιτήτρια, δεν αποκαλύπτεται δικαίωμα δικονομικής παράστασης (locus standi) της Ενάγουσας εναντίον της. Η Ενάγουσα από πλευράς της απορρίπτει, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Όξινου, την ανωτέρω θέση της Αιτήτριας και διατείνεται ότι, ως η τελική δικαιούχος των 750 μετοχών της Εναγόμενης 3, τις οποίες κατέχει για λογαριασμό της η κα Παπαιωακείμ, νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα η κα Όξινου προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο λόγος για τον οποίο η παρούσα αγωγή δεν καταχωρίστηκε από την κα Παπαιωακείμ, ήταν το ότι αυτή αρνείτο και δεν επιθυμούσε να καταχωρίσει παράγωγη αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και
  8. Προβάλλεται ακόμα από την κα Όξινου η θέση ότι στο βαθμό που το Δικαστήριο ενδέχεται να κρίνει ότι η κα Παπαιωακείμ πρέπει να προστεθεί ως αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Mammous κ.ά. v. Willstrrop κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 90 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της παράγωγης αγωγής: «Η παρούσα αγωγή, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, έχει εγερθεί ως παράγωγη αγωγή (derivative action). Παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle [1843] 67 Ε.R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις, η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία.» Η Κυπριακή Νομολογία φαίνεται να έχει ακολουθήσει την αρχή της υπόθεσης Foss v. Harbottle (ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία μόνο εγγεγραμμένος μέτοχος επιτρέπεται να εγείρει παράγωγη αγωγή εκ μέρους της Εταιρείας. Το δικαίωμα αυτό δεν φαίνεται να αναγνωρίζεται στον δικαιούχο (beneficial owner) των μετοχών. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας παρατίθεται σειρά πρωτόδικων αποφάσεων (GRS Professional Recruitment Services Limited v. Red Harbour Ltd, E.Δ. Λεμεσού ημερ. 2.8.2017, Iskhakov κ.α. ν. Lexbrook κ.ά., Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 22.6.2018, Rowland Investments Ltd v. Siberian Drilling Services Ltd κ.α. Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 18.10.2008) οι οποίες υιοθέτησαν την ανωτέρω αρχή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας από πλευράς του, στη γραπτή του αγόρευση δεν αμφισβητεί την ανωτέρω νομολογιακή αρχή. Υποστηρίζει ωστόσο ότι η αρχή αυτή δεν είναι άκαμπτη και παραθέτει πρόσφατη αγγλική νομολογία, όπως η Mohamed Jafari - Fini v. Skillglass Limited
(2004)EWHC 3353 (Ch) και Boston Trust Company Limited v. Szerelmey Limited
(2020)EWHC 1136 (Ch), στις οποίες εξετάστηκε το κατά πόσο ο επ' οφελεία δικαιούχος νομιμοποιείται να καταχωρίσει παράγωγη αγωγή. Στις καταληκτικές παραγράφους 41, 42 και 43 της υπόθεσης Jafari - Fini (ανωτέρω) αναφέρονται επί λέξη τα ακόλουθα: "
  1. This ties the exception to the rule in Foss v Harbottle to the descriptive title of minority shareholder's action. But an action is permitted for a purpose. That purpose should not in my judgment be frustrated by its description. To that extent I think the Court of Appeal in the Cayman Islands was wrong to base its conclusion upon a rigid rule rather than upon the particular circumstances of the claimant in the case which it had to consider.
  2. The purpose of the exception to the rule in Foss v Harbottle is to allow the grievance, (at least certainly one affecting a person with an interest in the company) to reach the court which would not otherwise reach it because, and this is the essential element, of the wrongdoers' control. In exceptional circumstances, where the alleged wrongdoer exercising control is also allegedly wrongly conducting himself against the beneficial owner of the shares, to deny the beneficial owner the standing to bring a derivative action, may frustrate at least the efficient and expeditious bringing of the company's grievance to court.
  3. Without prejudice therefore to the question whether in this particular case the claimant should be permitted to bring such action, I hold that he should not be excluded from doing so solely because his interest is beneficial only, and he is not a registered owner." Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας γίνεται ακόμα αναφορά σε νομολογία (Universal Project Management v. Fort Gilkicker
(2013)EWHC 348, Abouraya v. Signnud
(2014)EWHC 277 (Ch.)) στην οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα καταχώρισης παράγωγης αγωγής και στον μέτοχο του μετόχου, το λεγόμενο «double derivate action». Δηλαδή αν ο Α κατέχει μετοχές στην εταιρεία Β, η οποία κατέχει μετοχές στην εταιρεία Γ, ο Α μπορεί να καταχωρίσει παράγωγη αγωγή εκ μέρους της Γ. Ως κατακλείδα υποστηρίζεται από τον κ. Τσιρίδη ότι δεν είναι δυνατό να αναγνωρίζεται στον Α, ο οποίος μόνο έμμεσο συμφέρον έχει στις μετοχές της εταιρείας Γ, το δικαίωμα να καταχωρίσει παράγωγη αγωγή και να μην αναγνωρίζεται το δικαίωμα αυτό σε κάποιον ο οποίος έχει άμεσο συμφέρον (beneficial owner) σε μετοχές της εταιρείας Γ. Η ανωτέρω παρατεθείσα νομολογία, ειδικά δε η υπόθεση Jafari - Fini φαίνεται να έχει επεκτείνει το δικαίωμα καταχώρησης παράγωγης αγωγής, αναγνωρίζοντας ως νομιμοποιούμενο στην καταχώρηση της και τον Beneficial Owner. Είμαι δε της άποψης ότι η παράγωγη αγωγή ως δημιούργημα του κοινοδικαίου (common law), δεν θα μπορούσε να παραμείνει ανεπηρέαστη από την εξελισσόμενη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων και γενικά των Δικαστηρίων της Κοινοπολιτείας. Φυσικά το ποια τελικά νομολογιακή αρχή θα υιοθετηθεί από το Δικαστήριο, είναι ζήτημα το οποίο δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να αποφασιστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, αλλά θα πρέπει να αφαιθεί ώστε να αποφασιστεί σε τελικό στάδιο. Ό,τι είναι αρκετό για τους σκοπούς της υπό εξέταση Aίτησης είναι το ότι η σύγχρονη νομολογιακή τάση φαίνεται να αναγνωρίζει το δικαίωμα καταχώρησης παράγωγης αγωγής και στον δικαιούχο των μετοχών (Beneficial Owner). Κατά συνέπεια, η θέση της Αιτητριας ότι η Ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα δικονομικής παράστασης (Locus Standi) δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, ούτε και η θέση της ότι η παρούσα αγωγή είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική (frivolous and vexatious), όπως οι όροι αυτοί ερμηνεύτηκαν από τη νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω, μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας υποστηρίζεται περαιτέρω ότι η παρούσα αγωγή συνιστά επίσης «trust derivative action», που αφορά την περίπτωση όπου ο επίτροπος εμπιστεύματος (trustee) αρνείται να καταχωρήσει αγωγή προς όφελος των εμπιστευματοδόχων (beneficiaries). Σ' αυτή την περίπτωση, ο εμπιστευματοδόχος μπορεί να καταχωρήσει την αγωγή, προσθέτοντας ως συνεναγόμενο τον trustee. Κατά τον κ. Τσιρίδη, παρά το ότι ο κανόνας αυτός είναι γενικής ισχύος, εντούτοις μπορεί να συνδυαστεί με το derivative claim, δηλαδή εκεί που αρνείται ο trustee να καταχωρήσει derivative action, ο εμπιστευματοδόχος, χρησιμοποιώντας τον πιο πάνω κανόνα δικαίου της επιείκειας, να καταχωρήσει ο ίδιος το derivative claim. Γίνεται δε αναφορά στο σύγγραμμα Lewin on Trust 20η Έκδοση, από το οποίο παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: "47-003 If the legal estate in the hands of a bare trustee is disturbed by a stranger, the beneficiary may not institute legal proceedings in the name of a trustee without his authority but may, on giving him a proper indemnity, oblige the trustee to lend his name to assert his legal right. Similar considerations apply where the benefit of a covenant is held on a bare trust for a beneficiary. There is nothing wrong in the trustee lending his name for use in an action by the beneficiary under a bare trust. But where there are several beneficiaries, the trustee cannot properly allow his name to be used at the instance of one beneficiary only, particularly where the action is detrimental to the other beneficiaries. 47-004 As an alternative to suing in the name of the trustee, the beneficiary under a bare trust may, if the trustee refuses to sue, sue in his own name, joining the trustee as defendant." Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, ακόμα και εάν ήμουν έτοιμος να αποδεχθώ τη θέση του ότι η προσθήκη της κας Παπαιωακείμ ως Εναγομένης θα μπορούσε να γίνει και σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμα και με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου στη βάση της Δ.9 θ.10, για να θεωρείτο η παρούσα αγωγή ως ««trust derivative action» θα έπρεπε στην Έκθεση Απαίτησης να δικογραφείτο και ο λόγος για τον οποίο η αγωγή ηγέρθει από την Ενάγουσα ως Beneficial Owner αντί της κας Παπαιωακείμ. Τέτοιος λόγος όμως ουδόλως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Η αναφορά της κας Όξινου στην ένορκη δήλωση της ότι η κα Παπαιωακείμ αρνείτο και δεν επιθυμούσε να καταχωρήσει παράγωγη αγωγή, δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να συμπληρώσει το ως άνω κενό στην Έκθεση Απαίτησης. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι στην προκείμενη περίπτωση μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή «trust derivative action». Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο επιζητείται η απόρριψη της παρούσας αγωγής είναι το ότι αυτή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (Abuse of the process of the court). Σύμφωνα με όσα παρατείθενται στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας προς υποστήριξη του λόγου αυτού, ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο καταχωρήστηκε η παρούσα αγωγή είναι για να επηρεάσει το αποτέλεσμα της αίτησης εκκαθάρισης υπ' αριθμό XXXXX/2017 του Ε.Δ.Λεμεσού, η οποία καταχωρήστηκε από την Αιτήτρια εναντίον της Εναγόμενης 3. Η ανωτέρω αίτηση απορρίφθηκε λόγω του ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι το χρέος της Εναγόμενης 3 προς την Αιτήτρια δεν ήταν εκκαθαρισμένο και λήφθηκε υπόψιν, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή, με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα και εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών δανείου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ.217, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να ελέγχει τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της Δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές. Ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Αναφέρθηκε ακόμα ότι η έγερση ή η προώθηση περισσότερο της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί ή έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η θέση της Αιτήτρια για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας κάθε άλλο παρά βάσιμη θα μπορούσε να κριθεί. Δεν διαφάνηκε οποιαδήποτε σχέση της παρούσας αγωγής με την ανωτέρω αίτηση εκκαθάρισης. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην απόρριψη της αίτησης εκκαθάρισης βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, στην εκκρεμοδικία της παρούσας αγωγής, με την οποία αμφισβητείται η εγκυρότητα και νομιμότητα των επίδικων συμφωνιών δανείου, επί των οποίων, ως έχω αντιληφθεί, βασιζόταν η αίτηση εκκαθάρισης, σε καμιά περίπτωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής έγινε καταχρηστικά. Η Ενάγουσα στους λόγους ένστασης της διατείνεται ότι η Αιτήτρια έχασε το δικαίωμα της να αξιώσει την αιτούμενη με την υπό εξέταση αίτηση θεραπεία για τον λόγο ότι δεν πρόσβαλε προηγουμένως την εγκυρότητα της παρούσας αγωγής. Συναφής είναι και ο λόγος ένστασης ότι η Αιτήτρια εμποδίζεται στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by Conduct). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Όξινου, η Αιτήτρια ουδέποτε προηγουμένως αμφισβήτησε το δικαίωμα δικονομικής παράστασης της Ενάγουσας. Αντίθετα, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Οι ανωτέρω λόγοι ένστασης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Δεν απαιτείτο, κατά την άποψη μου, η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία για να δικαιούτο η Αιτήτρια να προβεί στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε νομολογία η οποία να καθιστά επιτακτική την καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία πριν την καταχώρηση αίτησης για διαγραφή της αγωγής με βάση την Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αβάσιμος κρίνεται επίσης και ο λόγος ένστασης ότι το στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η υπό εξέταση αίτηση είναι καθυστερημένο. Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο δε συμμερίζεται τον λόγο ένστασης ότι η υπό εξέταση Αίτηση είναι καταχρηστική ως καταχωρηθείσα προς εξουδετέρωση της απόφασης του αγγλικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.5.2020, η οποία εξεδόθει στο πλαίσιο της αγωγής που καταχώρησε η Αιτήτρια εναντίον της Εναγόμενης 3. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιονδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήτριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /..ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.