ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) LIMITED) ν. A. GEORGIOU RESTAURANTS LIMITED κ.α., Αριθμός αγωγής: 1498/2013, 14/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1498/2013 Μεταξύ: ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) LIMITED) Ενάγοντες και 1. A. GEORGIOU RESTAURANTS LIMITED 2. ΧΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενοι 14 Ιανουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Κουρουπίδης δια Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 & 2: κα Γιατρού δια Νικόλας Θρασυβούλου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων 1 & 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ποσό €36.595,42 πλέον τόκους που ισχυρίζονται ότι τους οφείλονται ως το χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος που είχαν παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 εταιρεία. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία ενάγεται ως πρωτοφειλέτιδα και ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής. Οι Εναγόμενοι 1 & 2, στην Υπεράσπιση τους, μεταξύ άλλων, αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες που είχαν υπογράψει με τους Ενάγοντες ήταν άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Ισχυρίζονται ότι δεν είχαν ενημερωθεί για το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων και δεν τους είχε δοθεί η ευκαιρία να συμβουλευθούν δικηγόρο πριν την υπογραφή τους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι συμφωνίες ήταν ετεροβαρείς και δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με αποτέλεσμα να ήταν καταχρηστικές. Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Κεμιτζής, λειτουργός της Astrobank Public Company Limited (ΜΕ1) και στα καθήκοντα του περιλαμβάνεται η παρακολούθηση και έλεγχος προβληματικών και μη εξυπηρετούμενων δανείων που βρίσκονται στο χαρτοφυλάκιο των Εναγόντων, περιλαμβανομένης και της παρούσας υπόθεσης. Το σύνολο της μαρτυρίας του είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου παραθέτω μια σύνοψη των όσων κατέθεσε. Επικεντρώνομαι στα σημεία που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς της απόφασης μου επί των επίδικων θεμάτων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΕ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε (Έγγραφο Α) και παρουσίασε αριθμό εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Συνοπτικά, σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε υπογράψει τις 26.5.2008 συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων με τη μορφή παρατραβήγματος ύψους €34.000 σε τρεχούμενο λογαριασμό μαζί με τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 2) (στο εξής η «Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων»). Η Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων υπογράφεται στο τέλος αυτής εκ μέρους των Εναγόντων και από τον Εναγόμενο 2 εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Είχε προηγηθεί η παράδοση στον Εναγόμενο 2 ως διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας, επιστολής προσφοράς ημερομηνίας 26.5.2008 (Τεκμήριο 1). Να σημειώσω ότι η επιστολή Τεκμήριο 1 απευθύνεται προς «The Directors, A. Georgiou Restaurants Ltd». Σε αυτή υπάρχει αναφορά σε παροχή overdraft facility προς την εταιρεία, ύψους €34.000, υπό την προϋπόθεση παροχής «(
- a)personal continuing guarantee for €34.000,00 plus interest by the Director of the company Mr XXXXX Georgiou (I.C. XXXXX17); (
- b)a second floating charge of EUR 30.000 plus interest over company's present and future assets». Στο τέλος της επιστολής, αναγράφεται η φράση «We agree with the above and hereby acknowledge receipt. For A. Georgiou Restaurants Ltd (Reg. Co. C161519).» Υπογράφεται από «ΧΧΧΧΧ Georgiou, ICXXXXX17, Director». Ο ΜΕ παρουσίασε επίσης πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 εταιρείας ημερομηνίας 26.5.2008 (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με το περιεχόμενο των πρακτικών ο μοναδικός διευθυντής της εταιρείας, ΧΧΧΧΧ Γεωργίου εγκρίνει την υπογραφή της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων, Τεκμήριο 2. Επισημαίνεται στα πρακτικά ότι συνιστά προϋπόθεση της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων η παροχή «personal continuing guarantee for EUR34.000 plus interest by the director of the company Mr ΧΧΧΧΧ Georgiou». Περαιτέρω, εξουσιοδοτείται ο διευθυντής ΧΧΧΧΧ Γεωργίου να υπογράψει τη συμφωνία και άλλα συναφή έγγραφα εκ μέρους της εταιρείας. Ο ΜΕ1 παρουσίασε εκτυπωμένα στοιχεία από το ηλεκτρονικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών για την Εναγόμενη 1 εταιρεία (Τεκμήριο 4). Παρενθετικά σημειώνω ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, από την εγγραφή της εταιρείας στις 2.6.2005, ο μοναδικός διευθυντής ήταν ο ΧΧΧΧΧ Γεωργίου, Εναγόμενος 2. Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας οι Ενάγοντες χορήγησαν στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 με αριθμό 0000073061, όριο παρατραβήγματος ύψους €34.000 (στο εξής ο «Επίδικος Λογαριασμός») και η Εναγόμενη 1 εταιρεία άρχισε να χρησιμοποιεί τον λογαριασμό και το όριο παρατραβήγματος στις διάφορες συναλλαγές της. Αναφορικά με έκαστη συναλλαγή γίνονταν αντίστοιχες χρεωπιστώσεις στον λογαριασμό. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι την ίδια μέρα που υπογράφηκε η Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων, δηλαδή στις 26.5.2008, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε και συμφωνία εγγύησης (στο εξής η «Συμφωνία Εγγύησης»), την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 5). Παράλληλα η Εναγόμενη 1 εταιρεία, μέσω του Εναγόμενου 2, υπέγραψε και συμφωνία κυμαινόμενης επιβάρυνσης (Τεκμήριο 6). Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι είχαν αποταθεί στους Ενάγοντες και αιτήθηκαν την παροχή των διευκολύνσεων και είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν τα διάφορα έγγραφα και συμφωνίες πριν την υπογραφή τους, τις οποίες υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση. Ανέφερε επίσης ότι οι συμφωνίες και λοιπά έγγραφα είναι διατυπωμένα με σαφή τρόπο και οι Ενάγοντες δεν εμπόδισαν τους Εναγόμενους να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή τους εάν το επιθυμούσαν. Συνεχίζοντας, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι περί το 2012 η Εναγόμενη 1 υπερέβηκε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού της με αποτέλεσμα στις 4.10.2012 ο λογαριασμός να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €35.684,51. Ακολούθως, οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολές ημερομηνίας 4.10.2012 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 (δέσμη, Τεκμήριο 8). Η επιστολή προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία την καλούσε όπως πληρώσει το ποσό της υπέρβασης εντός 60 ημερών. Η επιστολή προς τον Εναγόμενο 2, τον ενημέρωνε για την παράβαση και τον καλούσε να μεριμνήσει για συμμόρφωση εντός 60 ημερών. Οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις παραινέσεις των επιστολών, Τεκμήριο 8, και, ένεκα αυτού, αποφασίστηκε ο τερματισμός της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και της λειτουργίας του Επίδικου Λογαριασμού. Εσωτερικά, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών Επιχειρήσεων των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες, με επιστολή ημερομηνίας 25.1.2013 προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία τερμάτισαν τη λειτουργία του Επίδικου Λογαριασμού και τη Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων. Με επιστολή ημερομηνίας 24.1.2013 προς τον Εναγόμενο 2 τον ενημέρωσαν για τον τερματισμό της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και της λειτουργίας του Λογαριασμού και τον κάλεσαν να πληρώσει το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους εντός 7 ημερών, στη βάση της εγγύησης που παρείχε. Οι δύο επιστολές κατατέθηκαν ως δέσμη, Τεκμήριο 9. O ME1 πρόσθεσε ότι οι δύο επιστολές απεστάλησαν με συστημένο και απλό ταχυδρομείο. Ο ΜΕ1 παρουσίασε αντίγραφα των μηνιαίων καταστάσεων του Επίδικου Λογαριασμού από το άνοιγμα του στις 11.6.2008 μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της λειτουργίας του στις 25.1.2013 (Τεκμήριο 10). Πρόσθεσε ότι ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1, όπως και όλων των πελατών των Εναγόντων, τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και συνιστούν τραπεζικό βιβλίο. Οι καταχωρήσεις στον λογαριασμό γίνονται από τους λειτουργούς των Εναγόντων καθημερινά, κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών και ελέγχονται καθημερινά. Οι μηνιαίες καταστάσεις Τεκμήριο 10, αποστέλλονταν ανελλιπώς ταχυδρομικώς στην Εναγόμενη 1 εταιρεία. Ανέφερε επίσης ότι έχει ελέγξει προσωπικά όλες τις καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμηρίου 10 και έχει διαπιστώσει ότι είναι ορθές και σύμφωνες με την εικόνα του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 όπως παρουσιάζεται στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων. Αναφέρει περαιτέρω ότι η Εναγόμενη 1 ουδέποτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση σχετικά με το λογαριασμό της ή με οποιαδήποτε χρέωση παρουσιάζεται σε αυτόν. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι κατά την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και λειτουργίας του Επίδικου Λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 15%. Αυτό αποτελείτο από το εκάστοτε Βασικό Επιτόκιο των Εναγόντων που τότε ήταν 5,75% πλέον περιθώριο 3,5% πλέον τόκο υπερημερίας προς 5,75%. Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι «παρά το ότι η Ενάγουσα θεωρεί ότι όλες οι πιο πάνω χρεώσεις έγιναν στη βάση της συμφωνίας των μερών και εντός των επιτρπτών ορίων της ισχύουσας για την παρούσα υπόθεση νομοθεσίας ήτοι του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο εντούτοις για σκοπούς καθαρά ίσης μεταχείρισης των πελατών της έχει αποφασίσει όπως αναπροσαρμόσει την όλη απαίτηση της με βάση τα ανώτατα περιθώρια τόκου που η σημερινή νομοθεσία επιτρέπει.» Στη βάση της απόφασης αυτής ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση του Επίδικου Λογαριασμού από την ημερομηνία παραχώρησης του μέχρι τις 31.12.2012, την οποία παρουσίασε (Τεκμήριο 11). Στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού καταγράφονται όλες οι χρεοπιστώσεις και το εκάστοτε υπόλοιπο του Λογαριασμού. Μέχρι τις 31.12.2012 το υπόλοιπο χρεωνόταν με το συμβατικό επιτόκιο, ως αυτό μεταβλήθηκε στην πορεία. Στις 24.1.2013 το χρεωστικό υπόλοιπο του Επίδικου Λογαριασμού ανερχόταν σε €35.551,50 πλέον τόκο προς 9,25% ετησίως (Βασικό Επιτόκιο 5,75% πλέον περιθώριο 3,5%) από 1.1.2013 μέχρι 24.1.2013. Επί του επιτοκίου αυτού, οι Ενάγοντες περιορίζουν την αξίωση σε τόκο υπερημερίας στο 2% από 25.1.2013, ήτοι συνολικό επιτόκιο 11,25%, με κεφαλαιοποίηση 2 φορές κατ' έτος την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Αυτή ήταν, συνοπτικά, η κυρίως εξέταση του ΜΕ1. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, αμφισβητήθηκε ότι οι Ενάγοντες κατέχουν τις προβλεπόμενες άδειες για να ασκούν τραπεζικές εργασίες. Ο ΜΕ1 διαφώνησε. Να προσθέσω ότι, σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, κατατέθηκε από κοινού και για την αλήθεια του περιεχομένου της επιστολή από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ημερομηνίας 6.2.2019 (Τεκμήριο 12) σύμφωνα με την οποία «it is hereby certified that Astrobank Limited (previously 'Piraeus Bank (Cyprus) Limited') is a company incorporated and duly authorised to carry on the business of a credit institution on the basis of a credit institution's licence granted on 29 November 2007, by the Central bank of Cyprus, acting within its powers emanating from The Business of Credit Institutions Law of 1997 to No. 3 of 2018. The aforementioned credit institution is supervised by the Central Bank of Cyprus and its credit institution's licence remains valid». Κατά την αντεξέταση του, επισημάνθηκε ότι τόσο η επιστολή προσφοράς Τεκμήριο 1, όσο και η Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων και η Συμφωνία Εγγύησης έχουν την ίδια ημερομηνία . Τέθηκε ότι αυτό δεν συνάδει με τη θέση του ότι οι Εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν τις συμφωνίες πριν την υπογραφή τους. Ο ΜΕ1 διαφώνησε και ανέφερε ότι η πρακτική ήταν ο πελάτης να απευθύνεται στην τράπεζα με το αίτημα του, αυτό να μελετάται, να συζητείτε με την τράπεζα και αφού καταλήξουν για τους όρους που είναι αποδεκτοί, να ετοιμάζονται τα έγγραφα τα οποία δίνονταν στον πελάτη να τα μελετήσει ή να συμβουλευτεί δικηγόρο. Συνέχισε λέγοντας ότι όλα τα έγγραφα φέρουν ίδια ημερομηνία δεν το αναιρεί αυτό γιατί πρακτική της τράπεζας ήταν εφόσον ο πελάτης τα μελετήσει και δηλώσει έτοιμος να προχωρήσει, τότε να τυπώνονταν ξανά με την ημερομηνία υπογραφής και να υπογράφονταν από τα μέρη. Διαφώνησε ότι οι όροι των Συμφωνιών δεν είχαν επεξηγηθεί στους Εναγόμενους και πρόσθεσε ότι οι Εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν τον Επίδικο Λογαριασμό και το πιστωτικό όριο για χρόνια χωρίς κανένα πρόβλημα ή παράπονο. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε σε σχέση με τις διευθύνσεις στις οποίες είχαν αποσταλεί οι επιστολές στους Εναγόμενους. Ανέφερε ότι για έκαστο Εναγόμενο, οι επιστολές που τον αφορούσαν είχαν σταλεί στην τελευταία διεύθυνση που είχε δηλώσει. Τέθηκε στον ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος 2 είχε ειδοποιήσει με επιστολή του προς την τράπεζα αλλαγή στη διεύθυνση του, όμως ο ΜΕ1 διαφώνησε λέγοντας ότι δεν υπάρχει τέτοια επιστολή στο φάκελο. Επανέλαβε ότι η τράπεζα έστειλε τις επιστολές στην τελευταία δηλωμένη διεύθυνση. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο υπάρχει κάποιο αποδεικτικό ότι οι επιστολές, Τεκμήρια 8 και 9, παραλήφθηκαν, ο ΜΕ1 απάντησε ότι από έρευνα στον φάκελο διαπίστωσε ότι δεν είχε επιστραφεί κάποια επιστολή. Τέθηκε στον ΜΕ1 ότι η επιστολή τερματισμού που στάλθηκε στον Εναγόμενο 2 έχει προγενέστερη ημερομηνία της επιστολής τερματισμού που στάλθηκε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία (Τεκμήριο 9). Απάντησε ότι δεν γνωρίζει γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά στις ημερομηνίες και ότι ίσως οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος. Τέθηκε επίσης στον ΜΕ1 ότι η τράπεζα δεν απέστελλε τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 10 προς την Εναγόμενη 1, κάτι που αυτός αρνήθηκε. Σημείωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού περιλάμβαναν και χρεώσεις για τα έξοδα αποστολής τους. Αυτή ήταν, συνοπτικά, και η αντεξέταση του ΜΕ1. Η πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2 δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα στο Δικαστήριο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε γραπτές τελικές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Θέση του συνηγόρου των Εναγόντων είναι ότι η μαρτυρία στοιχειοθετεί και αποδεικνύει τις αξιώσεις, όπως τις περιόρισε ο ΜΕ1 στην κατάθεση του στο Δικαστήριο. Υποστηρίζει επίσης ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 δεν μπορούν να ανατρέψουν το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Καταλήγει και εισηγείται ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Η συνήγορος των Εναγόμενων 1 και 2, με τη σειρά της, εισηγήθηκε ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Υποστήριξε στην αγόρευση της ότι ο ΜΕ1 δεν διέθετε προσωπική γνώση των γεγονότων και επομένως η μαρτυρία του δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για να καταλήξει στο Δικαστήριο σε ευρήματα. Υποστήριξε επίσης ότι οι διευθύνσεις στις οποίες στάλθηκαν οι επιστολές τερματισμού δεν ήταν οι ορθές, ότι δεν υπάρχει απόδειξη παραλαβής τους ενώ το γεγονός ότι η επιστολή τερματισμού προς τον Εναγόμενο 2 προηγείται χρονικά της επιστολής τερματισμού προς την Εναγόμενη 1, πρωτοφειλέτιδα, καθιστούν παράνομο τον τερματισμό της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων. Καταλήγει ότι, τα προαναφερόμενα πρέπει να οδηγήσουν σε απόρριψη της αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Έχω ήδη σημειώσει ότι η πλευρά των Εναγόμενων δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες σε σχέση με τη μαρτυρία και την αξιοπιστία της, αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο τα γεγονότα για τα οποία υπάρχει μαρτυρία είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση του ενάγοντα στον απαιτούμενο βαθμό. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ1 με γνώμονα τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία και σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε. Η γενική εικόνα του μάρτυρα ήταν θετική. Η μαρτυρία του είχε εσωτερική συνοχή, λογική και οι αναφορές του στα γεγονότα συνάδουν με το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα και ήταν σταθερός στις θέσεις του. Δεν διέκρινα να περιέπεσε σε αντιφάσεις ή υπερβολές στη μαρτυρία του. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος. Η πλευρά των Εναγόμενων, εισηγείται ότι δεν είχε άμεση σχέση ή εμπλοκή με τα γεγονότα και, επομένως, η μαρτυρία του δεν ήταν βοηθητική. Διαφωνώ όμως με αυτή τη θέση. Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια τον ρόλο και καθήκοντα του στην υπηρεσία των Εναγόντων. Εξήγησε πως έχει στην κατοχή του τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης και τα έγγραφα που παρουσίασε και από ποιο χρονικό σημείο ξεκινά η άμεση εμπλοκή του. Αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε για τον έλεγχο των καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήριο 10, που παρουσίασε και πως ενήργησε σε σχέση με την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 11. Για τα γεγονότα που προηγούνταν της εμπλοκής του με την υπόθεση, απάντησε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν στον βαθμό που γνώριζε. Αφορούσαν, κατά κύριο λόγο, την υπογραφή των διαφόρων εγγράφων και συμφωνιών που παρουσίασε και, επί αυτού, σημειώνω ότι η υπογραφή τους από τον Εναγόμενο 2, είτε προσωπικά είτε εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση ούτε στην τελική αγόρευση των Εναγόμενων. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, διαφωνώ ότι η έλλειψη άμεσης εμπλοκής του ΜΕ1 με τα γεγονότα της υπόθεσης από το άνοιγμα του Επίδικου Λογαριασμού καθιστά τη μαρτυρία του μη βοηθητική. Θεωρώ ότι τα έγγραφα που παρουσίασε και οι επεξηγήσεις που έδινε ως προς αυτά και ως προς το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης επαρκούν για να καταστεί η μαρτυρία του αποδεκτή και την αποδέχομαι. Στη βάση αυτή, συνιστά μέρος των ευρημάτων που ότι οι εμπλεκόμενοι υπέγραψαν τα έγγραφα και συμφωνίες, Τεκμήρια 1, 2, 3 και 5. Συνιστά επίσης εύρημα ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές Τεκμήρια 8 και 9 στις διευθύνσεις και κατά τις ημερομηνίες που καταγράφονται σε αυτές. Ορθές θεωρώ και τις πληροφορίες από το μητρώο του Εφόυρ Εταιρειών ως αναγράφονται στο Τεκμήριο 4. Δέχομαι επίσης τις ενέργειες στις οποίες προσωπικά προέβη ο ΜΕ1, που περιγράφω πιο πάνω στη σύνοψη της μαρτυρίας του, ως μέρος των ευρημάτων μου. Είναι επίσης παραδεκτό (Τεκμήριο 12) ότι οι Ενάγοντες ήταν και είναι τραπεζικό ίδρυμα δεόντως αδειοδοτημένο να ασκεί τραπεζικές εργασίες. Προχωρώ, επομένως, να εξετάσω εάν τα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στοιχειοθετούν επαρκώς τις αξιώσεις των Εναγόντων. Ξεκινώ με τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 10. Κρίνω ότι συνιστούν αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου των Εναγόντων[1]. Σύμφωνα με την, αναντίλεκτη, μαρτυρία του ΜΕ1 η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη, (α) οι καταχωρήσεις και χρεοπιστώσεις που εκεί παρουσιάζονται γίνονταν στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, και (β) κατά τον χρόνο έκαστης καταχώρησης το ηλεκτρονικό σύστημα ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας, και (γ) το ηλεκτρονικό αυτό σύστημα βρισκόταν και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της τράπεζας, και (δ) ο ΜΕ1 έχει συγκρίνει τα αντίγραφα που παρουσίασε με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπίστωσε ότι είναι ορθά. Συνεπώς, το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήριο 10, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας των καταχωρήσεων που παρουσιάζουν. Μαρτυρία που να αμφισβητεί την ορθότητα των καταχωρήσεων ώστε να ανατρέπει αυτό το μαχητό τεκμήριο δεν έχει παρουσιαστεί[2]. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήριο 10, αποτυπώνει τις διάφορες χρεωπιστώσεις που γίνονταν στον Επίδικο Λογαριασμό κατά τις ημερομηνίες και ως εκεί αναγράφονται. Η υπογραφή της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και της Συμφωνίας Εγγύησης από τους Εναγόμενου 1 και 2, αντίστοιχα, είναι δεδομένη και δεν αμφισβητήθηκε. Μια από τις θέσεις που προώθησαν κατά την ακρόαση οι Εναγόμενοι είναι ότι δεν υπήρξε νομότυπος τερματισμός της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων (Τεκμήριο 2), η τράπεζα έχει το δικαίωμα «at any time and without prior notice to the customer stop the operation on any account and/or terminate any advance and/or credit and/or other banking facilities and/or accommodation made or to be made available to the customer and demand from him immediate repayment in full of the amount which he owes to the Bank including principal, interest, commission, fee and/or any amount due in respect of any other costs, charges and expenses». Συνεπώς, οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν τη λειτουργία του Επίδικου Λογαριασμού και της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων. Εξάσκησαν αυτό το δικαίωμα με την επιστολή τους Τεκμήριο 9. Είχε προηγηθεί η αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 8 με την οποία οι Ενάγοντες ενημέρωναν την Εναγόμενη 1 εταιρεία ότι υπήρχε υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος και την καλούσαν να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις εντός προθεσμίας 60 ημερών. Η προθεσμία αυτή παρήλθε χωρίς να συμμορφωθεί η Εναγόμενη 1, αφού όπως φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 10 δεν έγινε οποιαδήποτε πίστωση στον Επίδικο Λογαριασμό. Επανέρχομαι στη Συμφωνία, η οποία προβλέπει στην παράγραφο 15 ότι «any notice under this Agreement may be given in writing to the customer by ordinary letter post or by delivery by hand at the address stated hereunder or any new address notified by the Customer to the Bank or to his last known address». Επανέρχομαι στις δύο επιστολές που στάλθηκαν προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία, Τεκμήρια 8 και 9. Όπως αναγράφεται σε αυτές είχαν αποσταλεί «συστημένες και με απλό ταχυδρομείο», δηλαδή με ένα από τους τρόπους που καθόριζε η συμφωνία. Φαίνεται επίσης ότι στάλθηκαν στη διεύθυνση «John Kennedy, Iris House, 3rd floor, 3106 Limassol, Cyprus». Αυτή είναι η διεύθυνση που αναγράφεται «hereunder» στη Συμφωνία αλλά και η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας, κατά τον επίδικο χρόνο, σύμφωνα με το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 4). Συνεπώς, οι ειδοποιήσεις στάλθηκαν στη διεύθυνση που προέβλεπε η Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων. Με τον τερματισμό της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και της λειτουργίας του Επίδικου Λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού κατέστη απαιτητό και πληρωτέο. Στρέφομαι στον Εναγόμενο 2, τον οποίο οι Ενάγοντες ενάγουν στη βάση της Συμφωνίας Εγγύησης που υπέγραψε. Σύμφωνα με τη παράγραφο 3.2 της Συμφωνίας Εγγύησης, Τεκμήριο 5, ο Εναγόμενος 2, μεταξύ άλλων, «irrevocably and unconditionally guarantees (
- a)to pay to the Bank on demand, and in the currency in which the same falls due for payment, all moneys and liabilities which are now or at any time hereafter shall have been advanced to, become due, owing or incurred by [A. Georgiou Restaurants Ltd] to or in favour of the Bank under or in connection with any of the Facility Documents [ως ορίζονται στη Συμφωνία Εγγύησης]; and (
- b)the due and punctual performance and discharge by [A. Georgiou Restaurants Ltd] of all its obligations and liabilities under each of the Finance Documents.» Περαιτέρω, στην παράγραφο 4.1 της Συμφωνίας Εγγύησης, ο Εναγόμενος 2 «acknowledges and agrees that [.] this Guarantee is and at all times shall be a continuing security and shall extend to cover the due balance at any time from [A. Georgiou Restaurants Ltd].» Σύμφωνα με την παράγραφο 4.2 της Συμφωνίας Εγγύησης, ο Εναγόμενος 2, μεταξύ άλλων, «acknowledges and agrees that none of its liabilities under this Guarantee shall be reduced, discharged or otherwise adversely affected by: [.] (
- c)any termination, amendment, variation, novation or supplement of or to any of the Facility Documents.» Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4.3 της Συμφωνίας Εγγύησης, «(
- a)The obligations and liabilities expressed to be undertaken by the Guarantor under this Guarantee are those of primary obligor and not merely as a surety. (
- b)The Bank shall not be obliged before taking steps to enforce any of its rights and remedies under this Guarantee: [.] (iii) to make demand, enforce or seek to enforce any claim, right or remedy against [A. Georgiou Restaurants Ltd] and any other person.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 2 είχε συμφωνήσει να εγγυηθεί τις εκάστοτε υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας και η υποχρέωση που ανέλαβε ήταν ανεξάρτητη από το κατά πόσο η τράπεζα θα επέλεγε να τερματίσει τη Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων ή τη λειτουργία του Επίδικου Λογαριασμού ή εάν θα λάμβανε οποιαδήποτε άλλα μέτρα εναντίον της Εναγόμενης 1. Τα επιχειρήματα επομένως των Εναγόμενων σε σχέση με τις ημερομηνίες στις επιστολές τερματισμού, Τεκμήριο 9, δεν είναι ικανά να ανατρέψουν την υποχρέωση που ο Εναγόμενος 2 είχε αναλάβει έναντι της τράπεζας για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού ήταν εκάστοτε οφειλόμενο προς την τράπεζα εφόσον η τράπεζα το απαιτούσε («on demand»). Αναφορικά με τα επιχειρήματα σε σχέση με τον τρόπο αποστολής των επιστολών Τεκμήρια 8 και 9, προς τον Εναγόμενο 2 και τις διευθύνσεις στις οποίες αυτές στάλθηκαν σημειώνω τα εξής. Η παράγραφος 14.1 της Συμφωνίας Εγγύησης προβλέπει ότι «Any demand or notice under this Guarantee shall be in writing (including an unsigned computer printout) and, without prejudice to any other effective means of serving it, may be served on the Guarantor personally or by post and either by delivering it to the address specified above or by dispatching it addressed to the Guarantor at the address specified above or otherwise to the last known address of the Guarantor.» Η Συμφωνία Εγγύησης δεν περιλαμβάνει διεύθυνση για τον Εναγόμενο 2. Όπως, η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι ότι οι επιστολές Τεκμήρια 8 και 9 είχαν σταλεί στην τελευταία γνωστή διεύθυνση. Από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών φαίνεται ότι η δηλωμένη διεύθυνση του Εναγόμενου 2, ως διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας, είναι η Κολοκοτρώνη 16, Διαμ/5μ Λεμεσός, που είναι η ίδια διεύθυνση στην οποία στάλθηκαν οι επιστολές. Σημειώνω επίσης τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι από έλεγχο του φακέλου της υπόθεσης διαπίστωσε ότι δεν είχαν επιστραφεί οι επιστολές από το ταχυδρομείο. Τα πιο πάνω ικανοποιούν το γενικό βάρος απόδειξης που είχαν οι Ενάγοντες να δείξουν ότι είχαν αποστείλει τις επιστολές, με τον τρόπο και στις διευθύνσεις που προβλέπονταν από τις συμφωνίες και ότι αυτές παραλήφθηκαν. Υπήρξε κατά την αντεξέταση και στην τελική αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης αμφισβήτηση ότι η πιο πάνω ήταν η ορθή διεύθυνση του Εναγόμενου 2. Όμως μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό αυτό δεν έχει παρουσιαστεί, πχ στοιχεία ότι η διεύθυνση διαμονής ήταν διαφορετική, ότι δόθηκε στην τράπεζα επιστολή από τον Εναγόμενο 2 για αλλαγή της διεύθυνσης αλληλογραφίας του (όπως είχε τεθεί στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του), ή μαρτυρία ότι δεν παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους οι επιστολές Τεκμήρια 8 και 9. Συνεπώς, οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης παραμένουν μετέωροι. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στοιχειοθετείται η βάση αγωγής που οι Ενάγοντες επικαλούνται τόσο εναντίον της Εναγόμενης 1 εταιρείας όσο και εναντίον του Εναγόμενου 2 και ότι υπήρχε οφειλή η οποία κατέστη απαιτητή και πληρωτέα από έκαστο εξ αυτών. Παραμένει ο καθορισμός του ύψους της οφειλής αυτής. Όπως έχω σημειώσει πιο πάνω, το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμήριο 10 είναι κατά τεκμήριο (που δεν έχει ανατραπεί) ορθό. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι οι Ενάγοντες αποφάσισαν να περιορίσουν την αξίωσης τους, διεκδικώντας μειωμένο επιτόκιο υπερημερίας αντί αυτού που καταγράφεται στη Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων αλλά και εγκαταλείποντας διάφορες χρεώσεις που περιλαμβάνονταν στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 10. Προς υλοποίηση της απόφασης αυτής των Εναγόντων για περιορισμό των αξιώσεων τους, ο ΜΕ1 ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 11 με τον τρόπο που εξήγησε στη μαρτυρία του και αναφέρω πιο πάνω. Συνιστά δικαίωμα ενός ενάγοντα να εγκαταλείψει, για οποιοδήποτε λόγο, μέρος των αξιώσεων που εγείρει με την αγωγή του. Η ορθότητα της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 11, και των χρεώσεων που παρουσιάζονται σε αυτήν δεν αμφισβητήθηκε, όπως δεν είχε αμφισβητηθεί το περιεχόμενο των αρχικών καταστάσεων λογαριασμού. Έλλειψη αμφισβήτησης, αποδέχομαι και εγώ την αναδομημένη κατάσταση Τεκμήριο 11 ως ορθή. Το ποσό που προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 11, όπως το εξήγησε ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του, ανέρχεται σε €35.551,50 πλέον τόκο προς 9.25% ετησίως από 1.1.2013 μέχρι 24.1.2013 και τόκο προς 11,25% ετησίως από 25.1.2013 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές κατ' έτος την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Αναφορικά με την Εναγόμενη 1 εταιρεία, οι Ενάγοντες δικαιούνται το ποσό αυτό εναντίον της. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, εφαρμόζοντας απλά μαθηματικά, διαφαίνεται ότι το εν λόγω ποσό εμπίπτει στις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 που συμφώνησε να εγγυηθεί δυνάμει της παραγράφου 3.2 της Συμφωνίας Εγγύησης που προνοεί ότι «the total amount recoverable by the Bank form the Guarantor under Clause 3.2 shall not exceed €34.000 (SAY: EURO Thirty Four Thousand only), plus the accrued interest rate and all costs, expenses, interest and other amounts payable under this Guarantee.» Συνεπώς οι Ενάγοντες δικαιούνται να αξιώνουν το εν λόγω ποσό και εναντίον του Εναγόμενου 2,. Ως τελευταίο σχόλιο, να σημειώσω ότι ισχυρισμοί στην Υπεράσπισης οι οποίοι δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, δεν υποστηρίχθηκαν από μαρτυρία και δεν προωθήθηκαν στην τελική αγόρευση των Εναγόμενων θεωρώ ότι έχουν εγκαταλειφθεί και δεν θα απασχολήσουν. Τα πιο πάνω καθορίζουν και το αποτέλεσμα της αγωγής. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για ποσό €35.551,50 πλέον τόκο προς 9.25% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.1.2013 μέχρι 24.1.2013 και τόκο προς 11,25% ετησίως από 25.1.2013 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές κατ' έτος την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 22, περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. [2] Ιωαννίδης ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 ΑΑΔ 1491, Vourna Limited κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ, Πολιτική έφερη 295/2013, ημερομηνίας 1.6.2020. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο