ΛΟΪΖΟΥ ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 1012/2020, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1012/2020 XXXX ΛΟΪΖΟΥ Ενάγων v. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 15.10.2021 Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Αλ. Καρσλιάδου για Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: Χ. Ανδρέου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων καταχώρισε αγωγή, βάσει της οποίας εξέδωσε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, και αξιώνει αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που ισχυρίζεται πως υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα την 13.08.2019 στη Λεωφόρο Μακεδονίας, στη Λεμεσό, ενώ ο ίδιος οδηγούσε το όχημα XXXX, με το όχημα XXXX που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ασφαλισμένο στην Εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, και το οποίο κατά τη θέση του προκλήθηκε λόγω οδικής αμέλειας ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων του ασφαλισμένου οδηγού. Στη συνέχεια, ο Ενάγων καταχώρισε την Έκθεση Απαίτησής του, στην οποία αναφέρει τα γεγονότα στα οποία εδράζει την απαίτησή του και τις λεπτομέρειες αμέλειας ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων, σωματικών βλαβών και ζημιών. Στις ειδικές ζημιές που αξιώνει περιέλαβε και τη ζημιά στο όχημα XXXX, ενώ στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησής του ανέφερε πως ιδιοκτήτρια του οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τρίτο πρόσωπο, η εταιρεία A & L Loizou Trading Ltd. Η Εναγόμενη, την 22.12.2020, καταχώρισε την υπεράσπισή της, στην οποία πρόβαλε και ως προδικαστική ένσταση αλλά και ως υπεράσπιση, μεταξύ άλλων, ότι το όχημα XXXX δεν είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του Ενάγοντος, για να μπορεί να αξιώνει αποζημιώσεις για τις υλικές ζημιές που υπέστη, και δεν νομιμοποιείται ο Ενάγων σε σχέση με αυτή την αξίωση. Η Εναγόμενη προβάλλει και ισχυρισμούς υπεράσπισης δια των οποίων αμφισβητεί την απαίτηση του Ενάγοντος, που θα απασχολήσουν σε κατάλληλο στάδιο. Την 31.05.2021, ο Ενάγων αιτήθηκε την επέκταση του χρόνου καταχώρισης απαντητικού δικογράφου, και το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με την μη λήψη γνώσης του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης, λόγος για τον οποίον ο Ενάγων την 19.03.2021 είχε καταχωρίσει και αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης που απέσυρε την 12.05.2021, και λαμβάνοντας υπόψη και τη μη ύπαρξη ένστασης από πλευράς Εναγόμενης, επέτρεψε στον Ενάγοντα να καταχωρίσει την Απάντηση στην Υπεράσπιση εντός περαιτέρω 30 ημερών από την 28.06.2021, και παρατάθηκε ανάλογα η προθεσμία για έκδοση κλήσης για οδηγίες σύμφωνα με τη Δ.30 ΚΠΔ. Ο Ενάγων δεν καταχώρισε οποιοδήποτε απαντητικό δικόγραφο εντός της δοθείσας προθεσμίας, αλλά ούτε και αίτηση για έκδοση κλήσης για οδηγίες είχε καταχωρίσει. Η προδικαστική ένσταση, φαίνεται να οδήγησε τον Ενάγοντα να καταχωρίσει την υπό εξέταση αίτηση, αρκετούς μήνες μετά, την 15.10.2021, με επίκληση, μεταξύ άλλων, διευρυμένα, των Δ.9,κκ.1,2,4,5,6,7,9,10,11, Δ.12,κ.4, Δ.19,κ.2, Δ.21,κ.14, Δ.25,κκ.1-6, Δ.48,κκ.1,2
(1)
(3),3,4-7,8
(1)(qq),9, Δ.57,κκ.1-4, και Δ.64,κκ.1,2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), του άρθρου 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, της νομολογίας και των αρχών του κοινοδικαίου και της επιείκειας και των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου, με την οποία ζητά την τροποποίηση του τίτλου ώστε στη θέση Ενάγουσας 2 να προστεθεί η εταιρεία A & L Loizou Trading Ltd και άδεια για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ και αυτού του προσώπου, και την ανάλογη διαμόρφωση του δικογράφου της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε σε αυτό να περιληφθεί απαίτηση της εταιρείας A & L Loizou Trading Ltd εναντίον της Εναγόμενης για τις ζημιές στο όχημα. Ζητά εκ νέου και επέκταση του χρόνου καταχώρισης απαντητικού δικογράφου. Σε ένορκη δήλωση του Ενάγοντος, που συνοδεύει αυτή την αίτηση, ο Ενάγων αναφέρεται πως εξ αβλεψίας δεν προστέθηκε από την αρχή η απαίτηση της εταιρείας, που είναι εκείνη η ιδιοκτήτρια του οχήματος, για τις ζημιές στο όχημα, και πρόκειται για καλόπιστο λάθος που διαπιστώθηκε κατά τη σύνταξη του απαντητικού δικογράφου, εκφράζει δε τη θέση πως δεν θα πρέπει να στερηθεί η εταιρεία του δικαιώματός της να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Πρόκειται για οικογενειακή εταιρεία και υπάρχει η συγκατάθεσή της να προστεθεί ως διάδικος, που προσκομίζει, γιατί, κατά τη θέση του Ενάγοντος, έτσι θα εξεταστούν όλα τα επίδικα θέματα και θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Η ίδια αίτηση συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση δικηγόρου, εκ των δικηγόρων του Ενάγοντος, δια της οποίας ο δικηγόρος μαρτυρεί καλόπιστο λάθος, θεωρεί τυπικής φύσης την τροποποίηση ή διόρθωσή του και παράλληλα ζητά περαιτέρω χρόνο για απάντηση στην υπεράσπιση. Προσκομίζει και διοριστήριο από την εταιρεία αυτή. Η Εναγόμενη δεν ενίσταται μόνο στην αίτηση αυτή, αλλά θεωρεί και πως η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο λόγω παράλειψης προώθησής της, εφόσον δεν εκδόθηκε κλήση για οδηγίες μέσα στην προβλεπόμενη, από τη Δ.30 ΚΠΔ, προθεσμία, που είχε ήδη παραταθεί από το Δικαστήριο δια της επέκτασης του χρόνου καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση. Σε περίπτωση που η αγωγή θεωρηθεί από το Δικαστήριο μη εγκαταλειφθείσα, η αίτηση, όπως υποστηρίζει η Εναγόμενη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι η εταιρεία A & L Loizou Trading Ltd δεν είναι αναγκαίος διάδικος, το όλο διάβημα έγινε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση που δεικνύει και καταχρηστική και πλημμελή συμπεριφορά από τον Ενάγοντα, που θα' ναι σαν να επιβραβεύεται, ενώ δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ τέτοιου αιτήματος. Σε ένορκη δήλωση δικηγόρου, εκ των δικηγόρων της Εναγόμενης, που υποστηρίζει την ένσταση, αναφέρεται το ιστορικό της υπόθεσης και επιχειρηματολογία. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, οι συνήγοροι του Ενάγοντος και της Εναγόμενης κατέθεσαν εκτενείς αγορεύσεις, αμφότερες οι πλευρές με εκτεταμένη ανάλυση νομολογίας. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει λεχθεί. Προέχει η διαπίστωση εάν η αγωγή του Ενάγοντος θα πρέπει να θεωρηθεί πως έχει εγκαταλειφθεί ή όχι, με δεδομένο ότι μέχρι σήμερα δεν καταχωρίστηκε αίτηση για έκδοση κλήσης για οδηγίες. Η Δ.30,κ.1 ΚΠΔ προβλέπει πως ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός 90 ημερών από τον χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες και σε περίπτωση που αμελήσει ή παραλείψει να το πράξει και ο εναγόμενος δεν αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής εντός περαιτέρω 15 ημερών, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει τον φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντος. Η απόρριψη της αγωγής με αυτό τον τρόπο δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής με την ίδια αιτία, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιονδήποτε νόμο. Με βάση τη Δ.30,κ.2 ΚΠΔ, οι προθεσμίες αυτές μπορούν να παραταθούν, εάν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους. Η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης καταχωρίστηκε την 22.12.
- Την 16.11.2020, είχε τεθεί σε ισχύ ο περί της Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.6) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2020, που ανέστειλε τις διαδικαστικές προθεσμίες, μέχρι την 08.03.2021, που είχε καταργηθεί με τον περί της Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του
- Στο χρονικό διάστημα μέχρι και την 19.01.2022 που τέθηκε σε ουσιαστική ισχύ ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.1) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022, που ανέστειλε εκ νέου τις διαδικαστικές προθεσμίες, δεν υπήρξε κάποια άλλη αναστολή, οφειλόμενη στην πανδημία. Την 28.06.2021, δόθηκε από το Δικαστήριο, με διάταγμα που εξασφαλίστηκε δια κλήσεως, χρόνος 30 ημερών για να καταχωριστεί Απάντηση στην Υπεράσπιση. Έτσι, επεκτάθηκε ανάλογα η σχετική προθεσμία συμπλήρωσης των δικογράφων, κατ' επέκταση και ο χρόνος για έκδοση κλήσης για οδηγίες. Σύμφωνα με τη Δ.57,κ.3 ΚΠΔ, μπορεί να γίνει καταχώριση δικογράφων εντός των τελευταίων 7 ημερών της περιόδου που προβλέπεται στη Δ.61,κ.1(α), αλλά σε κανένα άλλο μέρος της περιόδου αυτής, εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εξασφαλίζεται δια κλήσεως. Σύμφωνα με τη Δ.61,κ.1(α), οι θερινές διακοπές ήταν από την 10.07.2021 μέχρι την 09.09.2021 περιλαμβανομένων των δύο ημερομηνιών. Εάν θεωρήσουμε ότι η προβλεπόμενη αναστολή λόγω θερινής περιόδου (πλην των 7 τελευταίων ημερών της) κατέλαβε και την χρονική προθεσμία εντός της οποίας ο Ενάγων θα έπρεπε να καταχωρίσει την Απάντηση στην Υπεράσπιση (εφόσον το διάταγμα που εξασφαλίστηκε δεν ήταν για καταχώριση του δικογράφου του εντός της θερινής περιόδου και βάσει της Δ.57,κ.3 ΚΠΔ), τότε θα έπρεπε να την καταχωρίσει μέχρι την 21.09.
- Όταν το Δικαστήριο καθορίζει με διάταγμά του συγκεκριμένο χρόνο για την καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση, η καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση μπορεί να γίνει μέσα σε αυτόν τον καθορισμένο χρόνο, ο οποίος ισχύει αντί οποιασδήποτε άλλης διαδικαστικής διάταξης, και μόνον εάν παρέλθει ο χρόνος αυτός και δεν έχει καταχωριστεί το δικόγραφο, μόνον τότε επέρχεται το κλείσιμο των δικογράφων. Δηλαδή, σε περίπτωση παράλειψης καταχώρισης του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα χρόνο, δεν ερμηνεύουμε τη Δ.26,κ.11 ΚΠΔ ώστε να θεωρήσουμε ότι επήλθε αναδρομικά η συμπλήρωση των δικογράφων εντός 7 ημερών από την παράδοση της Έκθεσης Υπεράσπισης, για να προσμετρήσουμε από μια προγενέστερη ημερομηνία την προθεσμία για έκδοση κλήσης για οδηγίες. Η αίτηση για έκδοση κλήσης για οδηγίες δεν συνιστά δικόγραφο και μπορεί να καταχωρίζεται ανεξαρτήτως της αναστολής της Δ.57,κ.3 ΚΠΔ. Από την 21.09.2021 μέχρι και την 19.01.2022 που αναστάλθηκαν εκ νέου οι προθεσμίες, δεν καταχωρίστηκε αίτηση για έκδοση κλήσης για οδηγίες και έχει συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα των συνολικά 45 ημερών. Ο Ενάγων, όμως, ενώ έτρεχε η προθεσμία του για καταχώριση αίτησης για έκδοση κλήσης για οδηγίες, την 15.10.2021, καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζήτησε το επανάνοιγμα της δικογραφίας και την προσθήκη διαδίκου. Η καταχώριση της αίτησης αυτής του Ενάγοντος δεν δείχνει πάντως πρόθεση για εγκατάλειψη της αγωγής του, και αναγκαστικά διέκοψε τη ροή της προθεσμίας για έκδοση κλήσης για οδηγίες. Συναφώς, εάν ένας διάδικος, όπως εδώ ο Ενάγων, ενώ θα πρέπει με βάση τη Δ.30,κ.1 ΚΠΔ να αιτηθεί οδηγίες προδικασίας, γιατί τα δικόγραφα - τεχνικά - θεωρούνται συμπληρωμένα, διαπιστώνει πως χρειάζεται όμως θεραπεία αναφορικά με κάποιο προγενέστερο στάδιο, περιλαμβανομένης της δικογράφησης ή του καθορισμού των διαδίκων, κατ' επέκταση που θεωρεί πως η αγωγή δεν είναι έτοιμη για προδικασία, δεν θα πρέπει η ερμηνεία των διαδικαστικών κανονισμών να είναι τέτοια που αφενός να τον αποτρέπει από το να αιτηθεί χωρίς παράλληλα (και αντιφατικά) να ζητήσει και οδηγίες προδικασίας, αφετέρου που να εναντιώνεται στον ίδιο τον σκοπό της Δ.30,κ.1 ΚΠΔ αλλά και ευρύτερα των διαδικαστικών κανονισμών. Ο τελευταίος είναι η ταχεία προώθηση και αντίστοιχα η απόρριψη αγωγών που δεν προωθούνται εντός συγκεκριμένης προθεσμίας· θεωρούνται πως έχουν εγκαταλειφθεί εάν δεν προωθηθούν· με αυτή τη ρύθμιση, όπως και με όλες τις διαδικαστικές ρυθμίσεις, επιδιώκεται η διατήρηση ενός επιπέδου δίκαιης διαδικασίας. Η Δ.30,κ.1 ΚΠΔ, όπως και οποιαδήποτε ρύθμιση θεσπίζεται για να διέπει διαδικασία, ερμηνεύεται πάντοτε σε συνάρτηση με το υπέρτερο δίκαιο του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, υπό το φως των οποίων, έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να θεωρήσει την αγωγή του Ενάγοντος εγκαταλειφθείσα και να την απορρίψει, επειδή, αντί ο Ενάγων να υποβάλει αίτηση για προδικαστικές οδηγίες (που δεν χρειάζονται σε αυτό το στάδιο και χωρίς πρώτα να επιλυθεί το ζήτημα που εγείρει), υπέβαλε αίτηση για θεραπεία σε σχέση με τους διαδίκους και τη δικογραφία. Το αντίθετο θα έδινε μια κάπως τυπολατρική προσέγγιση, που θα οδηγούσε τελικά σε άδικη διαδικαστική μεταχείριση, πόσω μάλλον εάν το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του άλλα εργαλεία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας επιδίκασης εξόδων εκεί όπου προκύπτουν και χρειάζεται, για να ρυθμίσει την ενώπιον του (ζωντανή πάντως) διαδικασία, ταυτόχρονα φροντίζοντας να μην υπάρξει δυσανάλογη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της συγκεκριμένης διαφοράς. Οι τροποποιήσεις που ζητά ο Ενάγων είναι συνακόλουθες του αιτήματός του να προστεθεί η εταιρεία A & L Loizou Trading Ltd ως Ενάγουσα· σημασία έχει το αίτημά του για τροποποίηση βάσει της Δ.25 ΚΠΔ μόνον εάν επιτραπεί η προσθήκη αυτή. Η Δ.9,κ.10 ΚΠΔ επιτρέπει τη συνένωση προσώπου ως διαδίκου, εάν η παρουσία του είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου αναμεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων. Η Εναγόμενη αμφισβήτησε τη νομιμοποίηση του Ενάγοντος να διεκδικεί τις υλικές ζημιές. Στην αγόρευσή τους οι συνήγοροι της Εναγόμενης, προκειμένου να υποστηρίξουν πως δεν είναι απαραίτητη η συνένωση της A & L Loizou Trading Ltd στην προκειμένη περίπτωση, εκθέτουν και τη θέση που υποστηρίζει πως ο εξουσιοδοτημένος κάτοχος κάποιου οχήματος δυνάμει παρακαταθήκης έχει τη δυνατότητα να αξιώνει αποζημιώσεις για τις ζημιές του οχήματος ως να ήταν ο ιδιοκτήτης του, χωρίς να χρειάζεται να προστεθεί στην αγωγή και ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Αυτή είναι μια θέση που αναπτύχθηκε μεταξύ άλλων και στην Patsalides v. Yiapani
(1969)1 CLR 84, υπό προϋποθέσεις βεβαίως ως προς τη δικογράφηση και την απόδειξη της σύμβασης παρακαταθήκης· ειδάλλως, δεν αποκλίνει ούτε η Patsalides (ανωτέρω) από τη βασική αρχή ότι ο ιδιοκτήτης της ζημιωθείσας περιουσίας είναι αυτός που ενάγει για τις σχετικές αποζημιώσεις. Ο Ενάγων δεν διεκδίκησε αποζημιώσεις για τις ζημιές του οχήματος βασιζόμενος σε τέτοια παρακαταθήκη, και δεν επιζητά τη συνένωση του ιδιοκτήτη τυπικά, ως αναγκαίου διαδίκου σε αυτή του την αξίωση. Όπως και ο ίδιος αναφέρει, εκ λάθους την αξίωση αυτή δεν ήγειρε εξ αρχής η A & L Loizou Trading Ltd. Το Δικαστήριο, αποφασίζοντας εάν πρέπει να επιτρέψει στην εταιρεία A & L Loizou Trading Ltd να περιληφθεί ως Ενάγουσα στην αγωγή, για την προώθηση της σχετικής αξίωσης, δεν θα επιλύσει κατ' ουσία το ζήτημα της εξουσιοδότησης του Ενάγοντος να οδηγεί το όχημα. Η προφανής προσπάθεια του Ενάγοντος δεν είναι να προστεθεί η εταιρεία A & L Loizou Trading Ltd ως αναγκαία διάδικος, εκ της ιδιότητάς της ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος που ενεπλάκη στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, για την επίλυση της διαφοράς αναμεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων, γιατί υπάρχει λόγου χάριν κάποιο από κοινού δικαίωμα (they are jointly entitled), που την καθιστά αναγκαία συνενάγουσα, ή γιατί υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το ποιος από τους δύο δικαιούται να ενάγει, οπότε θα πρέπει να συνενάγουν διαζευκτικά (in the alternative), ή γιατί μετατέθηκε το συμφέρον του αρχικώς ενάγοντος σε νέο πρόσωπο που μπορεί και θα πρέπει να υποκαταστήσει τον ενάγοντα σε αυτή την αξίωση για τον λόγο αυτό (Δ.12,κ.4 ΚΠΔ). Η προσπάθεια του Ενάγοντος είναι να μην καταχωριστεί μια δεύτερη αγωγή από την εταιρεία A & L Loizou Trading Ltd για τις ζημιές του οχήματος συνεπεία του ίδιου τροχαίου ατυχήματος και η οποία στην πορεία να χρειάζεται να συνενωθεί με την παρούσα αγωγή, γιατί σε κάθε περίπτωση επίδικη θα είναι η ευθύνη για το ίδιο τροχαίο ατύχημα. Η αιτούμενη προσθήκη της φερόμενης ως ιδιοκτήτριας του οχήματος στην αγωγή αυτή είναι βασικά για να διασωθεί μια αξίωση που ήγειρε ήδη ο Ενάγων λανθασμένα στο δικό του όνομα, μετατιθέμενη σε νέο πρόσωπο, στην δικαιούχο. Δεν φαίνεται στο Δικαστήριο η έγερση της αξίωσης για τις ζημιές του οχήματος από τον εξουσιοδοτημένο οδηγό του οχήματος να ήταν αβλεψία. Ήταν ένας συνειδητός, πιθανόν νομικά λανθασμένος χειρισμός, που μπορεί να συμβεί σε κάθε περίπτωση. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν φαίνεται να υπήρχε εξ αρχής η πρόθεση να ενάγει η εταιρεία A & L Loizou Trading Ltd για τη συγκεκριμένη ζημιά, και αντ' αυτής να κατονομάστηκε λανθασμένα ο Ενάγων. Ήταν γνωστό ότι η ιδιοκτήτρια του οχήματος ήταν η εταιρεία A & L Loizou Trading Ltd και αυτό αναφέρθηκε. Απλώς ο Ενάγων θεώρησε ότι μπορεί να ενάγει και για τις ζημιές στο όχημα που οδηγούσε, ότι έχει δικαίωμα, και εκεί έγκειται πιθανόν το λάθος (mistake), το οποίο δεν φαίνεται να έγινε σκόπιμα ή με αδιαφάνεια, για να εξυπηρετήσει κάποιον άλλο σκοπό, και είναι της φύσης που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο ως προς το να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να επιτρέψει την υποκατάσταση (substitution), προς διόρθωσή του, εφόσον εντοπίστηκε σχετικά έγκαιρα, πριν από την προδικασία, και η διόρθωσή του δεν προκαλεί κάποιο ουσιαστικό πρόβλημα στη διαδικασία αυτή. Με την προσέγγιση αυτή, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί πως, γενικευμένα, όταν κάποιος ενάγει για κάτι που δεν δικαιούται ή στην πορεία διαπιστώνει πως δεν δικαιούται, μπορεί να διασώζει πάντοτε την απαίτησή του, προσθέτοντας στην αγωγή του ως ενάγοντα αυτόν που δικαιούται να αξιώνει, ένα πρόσωπο με διαφορετική ταυτότητα, μέσω της διαχείρισης της διαδικασίας (case management), ιδίως όταν η αγωγή είναι και για αστικό αδίκημα, που η απαίτηση κάθε προσώπου για αποζημιώσεις συνιστά νέα ξεχωριστή αιτία αγωγής. Ότι ο Ενάγων έχει συνενώσει στο δικόγραφό του δικές του αξιώσεις που σχετίζονται με το ίδιο τροχαίο ατύχημα, δεν είναι αυτό που σημαίνει αποκλειστικά τη διαφορά. Δεν είναι άγνωστη νομικά η προσπάθεια διάσωσης αξιώσεων που εγέρθηκαν από λάθος πρόσωπο ή εναντίον λάθος προσώπου, που συνήθως συσχετίζεται με τον κατονομαζόμενο διάδικο, με την συναινετική υποκατάστασή του (substitution) στην υφιστάμενη αξίωση, ιδίως εάν δεν τίθεται θέμα παραγραφής ή παραπλάνησης ή αδικίας, η αίτηση για υποκατάσταση γίνεται έγκαιρα και προσκομίζεται επαρκής μαρτυρία για το λάθος[1]. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, το λάθος εξηγήθηκε επαρκώς και η προσπάθεια για τη διόρθωσή του έγινε σε κατάλληλο στάδιο, και σε συνάρτηση με τη φύση της διαφοράς, η διόρθωσή του δεν εκφεύγει από το διαδικαστικό πλαίσιο που διατίθεται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαχείρισης της ενώπιον του διαδικασίας. Όσον αφορά το αίτημα του Ενάγοντος για επέκταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης στην Υπεράσπιση, δόθηκε ήδη επαρκής χρόνος, εάν ο χρόνος ιδωθεί μόνον σε σχέση με τον χρόνο που είναι αναγκαίος για να συνταχθεί και να καταχωριστεί ένα απαντητικό δικόγραφο σε τέτοιας φύσης υπόθεση. Η εξήγηση, όμως, που έδωσε ο Ενάγων για τη μη καταχώριση του απαντητικού δικογράφου στον χρόνο που δόθηκε είναι η ίδια η αίτησή του για καθορισμό των ενώπιον του Δικαστηρίου διαδίκων και κατ' επέκταση για επανάνοιγμα της δικογραφίας και επιστροφή σε ένα προγενέστερο στάδιο. Λαμβάνεται υπόψη και η αναγκαιότητα του απαντητικού δικογράφου στην προκειμένη περίπτωση, για να απαντηθούν συγκεκριμένοι θετικοί ισχυρισμοί της Εναγόμενης και να προσδιοριστεί ακριβέστερα η διαφορά, σε συνάρτηση με το ότι, το να επιτρέψει το Δικαστήριο και την καταχώριση απαντητικού δικογράφου, δεν δημιουργεί δυσανάλογη καθυστέρηση στην ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ, της αίτησης. Τροποποιημένα Κλητήριο Ένταλμα/Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστούν εντός 14 ημερών από σήμερα και να επιδοθούν στην Εναγόμενη, στη διεύθυνση επίδοσής της. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 14 ημερών από τη λήψη του τροποποιημένου δικογράφου της Έκθεσης Απαίτησης. Τυχόν Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 7 ημερών. Για τις προθεσμίες αυτές δεν ισχύει κάποια αναστολή. Στη συνέχεια, να ακολουθηθούν οι διαδικαστικοί κανονισμοί. Τα έξοδα της αίτησης, όπως και οποιαδήποτε έξοδα προκύψουν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος/Αιτητή, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και Adelson v. Associated Newspapers Ltd [2007] EWCA Civ 701, Various Claimants v. G4S [2021] EWHC 524 (Ch), Addlesee v. Dentons Europe LLP [2021] EWHC 3248 (Ch). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο