← Κύπρος

ESOMTAX INVEST LIMITED ν. PENVI INVESTMENT LTD, Αγωγή αρ. 619/20, 28/1/2022

ESOMTAX INVEST LIMITED ν. PENVI INVESTMENT LTD, Αγωγή αρ. 619/20, 28/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 619/20 Μεταξύ: ESOMTAX INVEST LIMITED HE 300142 Ενάγουσας -και- PENVI INVESTMENT LTD HE 336105 Εναγόμενης ------------------ Αίτηση ημερ. 2.7.2020 Ημερομηνία: 28.1.2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Κ. Πόλεος Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Μ. Λαμάρη για G. Zambartas LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα, στη βάση μονομερούς Αίτησης της, εξασφάλισε διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη να αποξενώσει, διαθέσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει ή άλλως πως θέσει εκτός του ελέγχου της 3.139,500 μετοχές της εταιρείας ECO Baltia JSC. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του xxx Tamuzs από τη Λετονία στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Είναι ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και ο τελικός δικαιούχος της εταιρείας Dumbledore Investments Ltd, η οποία είναι η μια εκ των τριών μετόχων της Ενάγουσας. Οι άλλοι μέτοχοι της είναι η εταιρεία More Investment Ltd η οποία έχει ως τελικό δικαιούχο την xxx Bude και η εταιρεία Enrial Capital Inc. η οποία έχει ως τελικό δικαιούχο τον xxx Simanovics. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα ήταν η μία εκ των μετόχων της εταιρείας ECO Baltia JSC (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η ECO Baltia), η οποία είναι νόμιμα εγγεγραμμένη στη Λετονία. Οι άλλοι μέτοχοι της ECO Baltia ήταν ο ίδιος, η xxx Bude, ο xxx Simanovics και η Komanditsabiedriba Otrais Eko ponds. Κατά την 10.2.2015 ο ίδιος, η xxx Bude και ο xxx Simanovics συμφώνησαν όπως μεταβιβάσουν τις μετοχές τους στις εταιρείες Beckinsale Ltd, Floraco Investments Ltd και Penvi Investments Ltd (Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή), των οποίων ήταν αντίστοιχα οι τελικοί τους δικαιούχοι. Κατά την 10.4.2015 η Ενάγουσα συμφώνησε με τις εταιρείες Beckinsale Ltd και Floraco Investments Ltd για την εξαγορά από αυτές των μετοχών της που κατείχε στην ECO Baltia, η αξία των οποίων είχε καθοριστεί σε ποσό €5.000.000 για έκαστο συνέταιρο, το οποίο ήταν πληρωτέο την 31.12.2019 ή ενωρίτερα εφόσον οι μετοχές αποξενώνονταν σε τρίτο πρόσωπο. Οι εταιρείες Beckinsale Ltd και Floraco Investments Ltd υπέγραψαν σχετικό έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών, το οποίο όμως δεν υπέγραψε η εναγόμενη. Κατά την 13.4.2015 η Ενάγουσα μεταβίβασε όλες τις ως άνω μετοχές της στις εταιρείες Beckinsale Ltd, Floraco Investments Ltd και εναγόμενη, ανά 1/3 μερίδιο στην κάθε μια από αυτές, το οποίο αντιστοιχεί σε 3.139.50 μετοχές. Περί την 2.12.2019 ζητήθηκε από τους τελικούς δικαιούχους των εταιρειών Beckinsale Ltd και Floraco Investments Ltd όπως τροποποιηθούν οι όροι πληρωμής των ανωτέρω μετοχών, κατά τρόπο ώστε το συμφωνηθέν ποσό των €5.000.000 πληρωθεί μόνο σε περίπτωση αποξένωσης των μετοχών. Τόσο ο ίδιος, όσο και η U. Bude υπέγραψαν σχετική τροποποιητική συμφωνία, ενώ ο xxx Simanovics αρνηθηκε να την υπογράψει εκ μέρους της εναγόμενης, αναφέροντας ότι δεν θα πληρώσει την αξία των μετοχών που έλαβε από την Ενάγουσα. Οι μετοχές που κατέχουν σήμερα οι ως άνω τελικοί δικαιούχοι είναι συνδεδεμένοι με τραπεζικούς λογαριασμούς της Σουηδικής Τράπεζας AS SEB BANKA, η οποία διατηρεί καταστήματα στη Λετονία και η οποία ενημέρωσε τους ανωτέρω τελικούς δικαιούχους ότι έχει «παγώσει» τους τραπεζικούς λογαριασμούς ενός εκάστου λόγω του ότι, κατά την κρίση της, οι εταιρείες Beckinsale Ltd, Floraco Investments Ltd και Εναγόμενη αποτελούν εταιρίες «κέλυφος» (shell companies) και δεν δύναται να εκτελεί τραπεζικές εργασίες γι' αυτές τις εταιρείες. Αυτή η οδηγία «υποχρεώνει» τους ως άνω τελικούς δικαιούχους να αποξενώσουν τις μετοχές που κατέχουν στην ECO Baltia, ενόψει του ότι επηρεάζει τα δικαιώματα τους. Μέχρι σήμερα η ως άνω τράπεζα δεν έχει ακόμα κλείσει τους λογαριασμούς τους, αλλά τους έχει «παγώσει» εν αναμονή της αποξένωσης των μετοχών. Μέχρι και την 29.6.2020 όλες οι μετοχές τους στην ECO Baltia δεν μπορούσαν να αποξενωθούν καθότι υπόκειντο σε ενέχυρο που παραχωρήθηκε προς όφελος της European Bank for Reconstruction and Development. Κατά την 29.6.2020 η ανωτέρω συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών ακυρώθηκε με αποτέλεσμα να ελευθερωθούν όλες οι μετοχές που κατέχουν στην εταιρεία ECO Baltia, περιλαμβανομένων και των μετοχών που κατέχει ο τελικός δικαιούχος xxx Simanovics, μέρος των οποίων αποτελούν και οι μετοχές τις οποίες έλαβε από την Ενάγουσα, τις οποίες δεν έχει πληρώσει και αρνήθηκε να δεσμευτεί να πληρώσει σε περίπτωση αποξένωσης τους. Ο xxx Simanovics έχει πλέον τη δυνατότητα να αποξενώσει τις ανωτέρω μετοχές. Η ονομαστική αξία των 3.139.500 μετοχών που έλαβε ο xxx Simanovics ως ο τελικός δικαιούχος της Εναγομένης, ανερχόταν σε €4.167.106,05 κατά το χρόνο της μεταβίβασης τους. Η Εναγόμενη είναι εταιρεία «κέλυφος», δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία εκτός από τις μετοχές της στην ECO Baltia και δεν εκτελεί άλλη εμπορική δραστηριότητα εκτός από τα δικαιώματα που κατέχει στην ως άνω εταιρεία. Ο μόνος δε τρόπος για να αποφευχθεί ο κίνδυνος είναι να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ/ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Η Εναγόμενη με την Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησε, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

  1. Η Αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη.
  2. Η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής και ως εκ τούτου είναι καταδικασμένη σε απόρριψη.
  3. Δεν πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος, ώστε να δικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος μονομερώς.
  4. Η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων.
  5. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), ώστε να δικαιολογείται η οριστικοποίηση του διατάγματος.
  6. Η Αιτήτρια δεν έχει καλή υπόθεση ώστε να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση.
  7. Δεν υπάρχουν πιθανότητες η Αιτήτρια να πετύχει στις αξιώσεις εναντίον της.
  8. Δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι οποιαδήποτε ζημιά ενδέχεται να υποστεί η Αιτήτρια αποτιμάται σε χρήμα και σε κάθε περίπτωση θα μπορεί να αποζημιώσει την Αιτήτρια σε τέτοιο ενδεχόμενο.
  9. Η Αιτήτρια δεν θα υποστεί ανυπολόγιστη ζημιά από την ακύρωση του διατάγματος, ενώ η ίδια θα εμποδιστεί στη συνήθη εκτέλεση των εμπορικών της δραστηριοτήτων.
  10. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν περιέχει το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που θα δικαιολογούσε την έκδοση του διατάγματος και δη μονομερώς.
  11. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, καθώς διαστρέβλωσε τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και τις προθέσεις των μερών και παρουσίασε μια παραποιημένη και/ή διαστρεβλωμένη εικόνα προς το Δικαστήριο, με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων και την παραπλάνηση του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  12. Το διάταγμα στερείται σαφήνειας, καθότι δεν καθορίζονται ποιες μετοχές θα πρέπει να παγοποιηθούν μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής.
  13. Η καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά.
  14. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της και εναντίον της Αιτήτριας.
  15. Είναι δίκαιο και εύλογο όπως το διάταγμα ακυρωθεί.
  16. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της Αιτήτριας. Η Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χρ. Λαζάρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Κατά το χρόνο μεταβίβασης των επίδικων μετοχών από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, δεν υπεγράφη οποιαδήποτε συμφωνία πώλησης μετοχών ή έγγραφο μεταβίβασης τους μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης. Το μόνο διάβημα που έγινε ήταν η ενημέρωση του Κεντρικού Αποθετηρίου της Λετονίας για τη μεταβίβαση των επίδικων μετοχών. Εξ' όσων συμβουλεύεται από τους αξιωματούχους της Εναγόμενης, καθώς και τους δικηγόρους της στη Λετονία, είναι επιτρεπτή η μεταβίβαση μετοχών εταιρείας εγγεγραμμένης στη Λετονία, χωρίς να απαιτείται η υπογραφή συμφωνίας πώλησης μετοχών ή εγγράφου μεταβίβασης και χωρίς να απαιτείται καταβολή οποιουδήποτε ανταλλάγματος. Οι μέτοχοι της Ενάγουσας συμφώνησαν μόνο τη μεταβίβαση των μετοχών κατά τον επίδικο χρόνο. Οι εταιρείες Beckinsale Ltd και Floraco Investments Ltd υπέγραψαν τη συμφωνία πώλησης μετοχών 4 ½ χρόνια μετά τη μεταβίβαση των μετοχών από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη. Οποιαδήποτε συμφωνία ή έγγραφο υπεγράφη μεταξύ Ενάγουσας και των ως άνω εταιρειών δεν μπορεί να δεσμεύσει την Εναγόμενη ή να την υποχρεώσει να συμμορφωθεί με όρους που ουδέποτε η ίδια συμφώνησε και αποδέχτηκε. Κατά το χρόνο μεταβίβασης των μετοχών δεν ετοιμάστηκε έρευνα από πιστοποιημένο λογιστή ή οικονομικό αναλυτή, στη βάση της οποίας να υπολογιστεί η αξία των μετοχών της Ενάγουσας που μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη. Ο λόγος που δεν ετοιμάστηκε τέτοια έκθεση ήταν το ότι ουδέποτε η πρόθεση των μερών ήταν να καταβάλει η Εναγόμενη προς την Ενάγουσα οποιονδήποτε ποσό για τη μεταβίβαση των επίδικων μετοχών. Εν πάση περιπτώσει η αξία των επίδικων μετοχών κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ανέρχετο σε €5.000.000, ως ισχυρίζεται ο κ. Tamuzs στην ένορκη δήλωση του. Λόγω του ότι ο τελικός δικαιούχος της Εναγόμενης είναι και ο τελικός δικαιούχος της εταιρείας Enrial Capital Inc που είναι η μία εκ των μετόχων της Ενάγουσας, δεν υπήρχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη μεταβίβαση των επίδικων μετοχών στην Εναγόμενη. Κατ' ουσία έγινε μεταβίβαση μετοχών από τη μια εταιρεία σε άλλη εταιρεία του ιδίου ομίλου, γι' αυτό και δεν συμφωνήθηκε η καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος πώλησης. Οι εταιρείες Beckinsale Ltd και Floraco Investments Ltd συνωμότησαν με σκοπό την απόσπαση χρημάτων από την Εναγόμενη και τον τελικό της δικαιούχο. Υπέγραψαν τη συμφωνία πώλησης μετοχών η οποία παρουσιάζεται με την ένορκη δήλωση του κ. Tamuzs μετά την 2.12.2019 και προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο σχετικά με τη νομιμότητα της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θθ.1 και 2 και Δ.
  17. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, έχοντας ιδιαίτερα κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στην μη ικανοποίηση τους. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 162). Όπως διαφαίνεται από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή για παράνομη ιδιοποίηση (conversion) των 3.139,500 μετοχών της ECO Baltia, διαζευκτικά δε διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η επιστροφή σ' αυτήν των ανωτέρω περιγραφόμενων μετοχών. To αδίκημα της ιδιοποίησης (conversion) περιγράφεται ως ακολούθως στο Άρθρο 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Ιδιοποίηση συνίσταται σε παράνομη φυσική πράξη η οποία επηρεάζει κινητή ιδιοκτησία και εδραιώνει αξίωση να χειρίζεται αυτή με τρόπο ασυμβίβαστο με τα δικαιώματα οποιουδήποτε προσώπου που δικαιούται στην άμεση κατοχή της.» Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός επεξηγείται ως ακολούθως στην υπόθεση Αρχιιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά v. Κάκαβου
(2015)1 Α.Α.Δ. 2195: «Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιά στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Orakpo v. Manson Investments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-1330.» Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εμπεριέχει αναγνωρισμένη αιτία αγωγής η οποία συνίσταται στο αδίκημα της ιδιοποίησης (conversion). Αντίθετα, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν μπορεί να αποτελέσει αιτια αγωγής. Κατά συνέπεια η Ενάγουσα πέτυχε να αποκαλύψει μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα, Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017). Προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου
  1. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών των διαδίκων διαφαίνεται ως κοινός τόπος το ότι η Ενάγουσα κατά τον Απρίλιο του 2015 μεταβίβασε στην εναγόμενη 3.139.500 μετοχές της τις οποίες κατείχε στην ECO Baltia. Τον ίδιο αριθμό μετοχών της μεταβίβασε αντίστοιχα στις εταιρείες Beckinsale Ltd και Floraco Investments Ltd, οι οποίες, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να υπέγραψαν με την Ενάγουσα συμφωνία ημερομηνίας 10.4.2015, η οποία περιγράφεται ως "share purchase agreement" και παρουσιάζεται με την ένορκη δήλωση του κ. Tamuzs (Tεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης του). Στην ένορκη δήλωση του κου Tamuzs δεν προβάλλεται ισχυρισμός για συνομολόγηση έστω προφορικής συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης για πώληση ή μεταβίβαση των μετοχών. Αυτό το οποίο συγκεκριμένα αναφέρεται στην παρ. 16 της ένορκης δήλωσης του είναι ότι κατά την 10.4.2015 η Ενάγουσα συμφώνησε με τις εταιρείες Beckinsale Ltd και Floraco Investments Ltd για την εξαγορά (στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο της ένορκης δήλωσης αναφέρεται η λέξη "acquire") των μετοχών που κατείχε στην ECO Baltia, όπου είχε καθοριστεί ότι η αξία των μετοχών της Ενάγουσας ήταν €15.000.000, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε €5.000.000 για κάθε συνέταιρο. Καμιά αναφορά γίνεται σε εμπλοκή της Εναγόμενης στη συνομολόγηση της συμφωνίας. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι η Εναγόμενη δεν υπέγραψε τη συμφωνία. Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου της Ενάγουσας υποστηρίζεται, ορθά κατά την άποψη μου, ότι οι συμφωνίες που υπέγραψαν οι εταιρείες Beckinsale Ltd και Floraco Investments Ltd με την Ενάγουσα δεν μπορούν να δεσμεύουν και την Εναγόμενη. Αναφέρεται επίσης στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι η αξία των μεταβιβασθεισών στην Εναγόμενη μετοχών δεν είναι €5.000.000 που καθόρισαν οι άλλοι συνέταιροι με τις συμφωνίες τους, αλλά €4.467.106,05 το οποίο αντιστοιχεί στην ονομαστική τους αξία κατά το χρόνο της μεταβίβασης τους στην Εναγόμενη. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Tamuzs δεν προβάλλονται ισχυρισμοί περί ιδιοποίησης (conversion) από την Εναγόμενη των επίδικων μετοχών. Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η εναγόμενη τις κατέχει παράνομα. Ούτε και αμφισβητείται η νομιμότητα του τρόπου απόκτησης τους από την Εναγόμενη. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs PRECEDENTS OF PLEADINGS 13η έκδοση σελ. 952, επεξηγείται ότι πρόσωπο είναι ένοχο ιδιοποίησης εάν μεταχειρίζεται περιουσία κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τα δικαιώματα του πραγματικού της ιδιοκτήτη και με πρόθεση να εδραιώσει δικαίωμα ασυμβίβαστο με το δικαίωμα του πραγματικού ιδιοκτήτη. Η συγκεκριμένη βάση αγωγής της Ενάγουσας δεν θεμελιώνεται στην παρουσιασθείσα μαρτυρία. Φαίνεται δε να έχει εγκαταλειφθεί, κατ' ουσίαν. Από τη στιγμή δε που οι μετοχές κατέχονται νόμιμα από την Εναγόμενη δεν τίθεται ζήτημα απόδοσης θεραπείας για επιστροφή τους στην ενάγουσα. Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας υποστηρίζεται ότι η Εναγόμενη θα πρέπει να αποδώσει στην Ενάγουσα το όφελος που έλαβε εις βάρος της από τη μεταβίβαση των μετοχών. Είναι φανερό ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας περιορίζεται σε αποκατάσταση της (restitution) στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όπως όμως έχει ήδη αναφερθεί, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αναγνωρίζεται ως αυτόνομη αιτία αγωγής. Πέραν των πιο πάνω, όπως έχει ήδη αναφερθεί, υποστηρίζεται από πλευράς Ενάγουσας ότι το ποσό που θα πρέπει να της αποδοθεί από την Εναγόμενη, είναι η ονομαστική αξία των μετοχών κατά το χρόνο μεταβίβασης τους, η οποία σε νόμισμα ευρώ αντιστοιχεί σε €4.467.106,
  2. Δεν παρουσιάστηκε όμως κάποια έκθεση ειδικού εμπειρογνώμονα, ούτε και επεξηγήθηκε ο τρόπος με τον οποίο υπολογίστηκε το ανωτέρω ποσό. Η γενική και αόριστη αναφορά του κ. Tamuzs στην παρ. 22 της ενόρκου δηλώσεως του ότι η ονομαστική τους αξία αντιστοιχούσε σε €4.467.106,05 κάθε άλλο παρά επαρκής ήταν για να καταδείξει, έστω και εκ πρώτης όψεως, την ονομαστική αξία των μετοχών. Είναι κατάλληλο το στάδιο αυτό για να σχολιαστεί ο λόγος ένστασης της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, περαιτέρω δε ότι παρουσίασε μια παραποιημένη και/ή διαστρεβλωμένη εικόνα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Είμαι της άποψης ότι τα όσα ισχυρίζεται η εναγόμενη ως μη αποκαλυφθέντα δεν αποτελούν κοινώς αποδεκτά και από τις δύο πλευρές ή με αντικειμενικό έρεισμα ουσιώδη γεγονότα, αλλά πρόκειται για τη δική της διαφορετική εκδοχή, η οποία προβάλλεται μέσω της ένορκης δήλωσης του κου Λαζάρου (Ζοndrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.ά. Πολ. Έφεση Ε64/2015, ημερ. 20.7.2021). Θα πρέπει δε να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση και/ή εις βάθος ανάλυση της εκατέρωθεν μαρτυρίας καθώς και σε διατύπωση ευρημάτων επί των γεγονότων (Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ.1665). Με βάση τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής της. Παρά τη μη ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης, εντούτοις θεωρώ ορθό όπως εξεταστεί και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Στην ένορκη δήλωση του κ. Tamuzs προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη είναι εταιρεία «κέλυφος» (shell company), δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία εκτός από τις μετοχές στην ECO Baltia και δεν εκτελεί άλλη εμπορική δραστηριότητα εκτός από τα δικαιώματα που κατέχει στην εν λόγω εταιρεία. Ο μόνος δε τρόπος για να αποφευχθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος είναι να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Από πλευράς της η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί, κατ' ουσία, τους ανωτέρω ισχυρισμούς του κ. Tamuzs, ειδικά δε το ότι δεν έχει άλλη περιουσία ή ότι δεν εκτελεί άλλη εμπορική δραστηριότητα. Αυτό το οποίο προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του κ. Λαζάρου είναι ότι δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία από την Ενάγουσα ως προς την ύπαρξη ορατού κινδύνου αποξένωσης των συγκεκριμένων μετοχών της Εναγομένης. Εν κατακλείδι, υποστηρίζεται ότι δεν θα είναι δύσκολο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι οποιαδήποτε ζημιά ενδέχεται να υποστεί η Ενάγουσα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Είμαι της άποψης ότι δεν απαιτείτο η παρουσίαση μαρτυρίας από την Ενάγουσα προς απόδειξη του κινδύνου αποξένωσης των μετοχών της Εναγομένης. Όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί. (Rapp v. Sinden κ.ά. Πολ. Έφεση αρ. Ε191/2014 ημερ. 20.3.2020). Στην πρόσφατη υπόθεση Ηeinrich v. Banc De Binary Limited ECLI:CY:AD:2021:A556, Πολ. Έφεση αρ. 148/2016, ημερ. 26.11.2021, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένων χρημάτων κατατεθειμένων σε τράπεζα, δεν αποτελεί, χωρίς άλλο, ικανοποιητική εξασφάλιση ότι δικαστική απόφαση που τυχόν να εκδοθεί σε αγωγή θα τύχει, οπωσδήποτε, ικανοποίησης. Εάν ο ίδιος ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δε δεσμευτεί επαρκώς, ως προς τούτο, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα, όπως το υπό συζήτηση, για παγοποίηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, ώστε αυτά να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον πιο πάνω σκοπό. Εν ολίγοις, η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων και μόνο δεν είναι αρκετή. ΄Οπως ετέθη στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd. v. Σκυρ. "Λεωνίκ" Λτδ.
(2001)1 Α.Δ.Δ. 785, σελίδες 789 έως 790: «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί.»» Στην προκείμενη περίπτωση με δεδομένο το ότι η Εναγόμενη δεν έχει άλλη περιουσία εκτός από τις μετοχές της στην ECO Baltia οι οποίες εύκολα, κατά την άποψη μου, μπορούν να μεταβιβαστούν σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας είναι πλέον ορατός σε περίπτωση αποξένωσης των μετοχών. Συνεπώς θα δικαιολογείτο απόλυτα η δέσμευση των μετοχών στην περίπτωση που η ενάγουσα πετύχαινε να ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Η αποτυχία της Ενάγουσας να ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 καθιστά περιττή την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας και ειδικότερα του κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980, Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. Ε176/2019 ημερ. 10/12/2019. Η Εναγόμενη στους λόγους ένστασης της εγείρει ζήτημα μη ικανοποίησης του στοιχείου του κατ' επείγοντος. Στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/2/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα αυτό: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Στην προκείμενη περίπτωση, το στοιχείο το οποίο κατέστησε επείγουσα την καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης, ήταν, με βάση τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης του κ. Tamuzs, η απελευθέρωση των μετοχών από το ενέχυρο με το οποίο βαρύνονταν προς όφελος της Τράπεζας AS SEB BANKA. Σύμφωνα δε με τον κ. Tamuzs η συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών ακυρώθηκε κατά την 29.6.
  1. Αξίζει να επισημανθεί ότι η υπό εξέταση Αίτηση καταχωρίστηκε τρεις μέρες αργότερα, συγκεκριμένα την 2.7.
  2. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω θεωρώ ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης, με αποτέλεσμα να ικανοποιείται το στοιχείο του κατ' επείγοντος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν υπέρ της Εναγόμενης. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Το προσωρινό διάταγμα ημερ. 6.7.2020 ακυρώνεται. Η κλήση για οδηγίες παραμένει για οδηγίες την 1.3.22 ώρα 9.00 π.μ. Την ίδια ημερομηνία και ώρα παραμένει για επίδοση και η Αίτηση ημερ. 14.10.
  3. (Υπ). ......... Θ.. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.