← Κύπρος

ΣΙΑΗΛΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 2411/20, 25/1/2022

ΣΙΑΗΛΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 2411/20, 25/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A27 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2411/20 Μεταξύ: ΧΧΧ ΣΙΑΗΛΗ (Α.Δ.Τ. XXXXX06), από τη Λεμεσό Ενάγοντα/Αιτητή -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση ------------------- Aίτηση ημερ. 23.10.20 Ημερομηνία: 25.1.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κος Ν. Καλλής Για Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Χ. Θεοδούλου για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας/Αιτητής με την υπό εξέταση Αίτηση του αξιώνει την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη να πωλήσει, ενοικιάσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει και με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής xxx, Φ/Σχ. xxx, τεμάχιο xxx, στην ενορία Αγίας Παρασκευής Δήμος Γερμασόγειας (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως το επίδικο ακίνητο). Αξιώνει επίσης διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με το επίδικο ακίνητο καθώς και διάταγμα το οποίο να της απαγορεύει να εισέλθει, μέσω των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της, εντός αυτού. Ο Αιτητής καταχώρησε την Αίτηση ως μονομερή. Με οδηγίες όμως του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην Εναγόμενη, με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε δια κλήσεως Aίτηση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης των εταιρειών Yiannoplast Ltd και Yiannoplast Trading Ltd. Κατά διαφόρους ημερομηνίες η Εναγόμενη παραχώρησε στον ίδιο καθώς και στις ανωτέρω εταιρείες του τραπεζικές διευκολύνσεις, προς εξασφάλιση των οποίων υποθήκευσε προς όφελος της Εναγόμενης το επίδικο ακίνητο του, το οποίο αποτελεί την πρώτη αλλά και μοναδική του κατοικία. Περί το έτος 2010 ξέσπασε πυρκαγιά στο εργοστάσιο της εταιρείας Yiannoplast Ltd και η Εναγόμενη εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το εργοστάσιο, ποσό €2.600.

  1. Επιπρόσθετα η Εναγόμενη εισέπραξε από πώληση ακινήτων ποσό €1.600.000, συνολικά δηλαδή €4.200.
  2. Κατά τη θέση του το συνολικά οφειλόμενο ποσό προς την Εναγόμενη δεν ξεπερνούσε το ποσό των €3.400.
  3. Ωστόσο η Εναγόμενη καταχώρησε εναντίον τους τις αγωγές υπ' αρ. 5414/2013, 5415/2013 και 5416/2013, με το οποίες αξίωσε παράλογα ποσά. Στο πλαίσιο των ανωτέρω αγωγών ζήτησε επανειλημμένα όπως του παραδοθούν καταστάσεις λογαριασμών ώστε να εξεταστούν δεόντως από το λογιστή του και να ξεκαθαρίσει εάν και ποιο ποσό οφείλετο. Κατά την 31.10.2019 συναντήθηκε με τους υπαλλήλους της Εναγόμενης xxx Ανδρέου και xxx Σπηλιωτόπουλο και συμφώνησε μαζί τους προφορικά όπως εξευρεθεί εξώδικη διευθέτηση, εφόσον πάρει από την Εναγόμενη τις καταστάσεις λογαριασμών όλων των δανείων, τρεχούμενων λογαριασμών και factory. Οι ως άνω υπάλληλοι υποσχέθηκαν ότι θα ανέβαλλαν τον προγραμματισμένο για τις 26.2.2020 πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου μέχρι και το τέλος του έτους 2020, καθότι επρόκειτο να εξευρεθεί εξώδικη διευθέτηση. Παρόλα αυτά η Εναγόμενη αδικαιολόγητα, αυθαίρετα και καταχρηστικά προχώρησε στον πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου, χωρίς να ειδοποιηθεί ότι θα διεξαγόταν τελικά, παρά τις περί του αντιθέτου προηγούμενες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις που του δόθηκαν, στη βάση των οποίων δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα και στη λήψη μέτρων για την ακύρωση του. Κατά τον πλειστηριασμό της 26.2.20 δεν υπήρχε ενδιαφερόμενος αγοραστής και έξι μήνες μετά τη διεξαγωγή του, συγκεκριμένα κατά την 26.8.2020, το επίδικο ακίνητο πέρασε στην ιδιοκτησία της Εναγόμενης. Με επιστολές του δικηγόρου του ημερομηνίας 26.9.19, 13.12.19 και 10.1.2020 ζήτησε από τους δικηγόρους της Εναγόμενης καθώς και από την ίδια την Εναγόμενη όπως τον εφοδιάσουν άμεσα με τις καταστάσεις λογαριασμών ώστε να μπορέσει να επισπεύσει τις διαδικασίες προς ολοκλήρωση των στόχων που είχαν θέσει, ενόψει της νέας τους συνάντησης ημερομηνίας 7.11.
  4. Τελικά οι ως άνω καταστάσεις του παραδόθηκαν στις 27.7.2020, δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερη του πλειστηριασμού. Στις 10.7.2020 ο δικηγόρος του είχε αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα στην Εναγόμενη με το οποίο της κοινοποιήθηκε πρόταση για άμεση πληρωμή του ποσού των €1.125.000, όσο η τιμή ανάκτησης από την Εναγόμενη για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Η Εναγόμενη, μέσω των υπαλλήλων της, ψευδώς και με σκοπό να τον παραπλανήσει και να τον εξαπατήσει, του υποσχέθηκε και τον διαβεβαίωσε κατά τη συνάντηση της 31.10.2019 ότι θα αναστέλλετο ο προγραμματισμένος για τις 26.2.2020 πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου, ενώ δεν είχε τέτοια πρόθεση, αποτρέποντας τον από του να προβεί σε οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα για ακύρωση του πλειστηριασμού. Γενικά η Εναγόμενη ενήργησε δολίως και με απάτη με σκοπό να του αποσπάσει το επίδικο ακίνητο. Το γεγονός της διεξαγωγής του πλειστηριασμού και της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης του κοινοποιήθηκε στις 22.10.2020 με επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης. Με την ανωτέρω επιστολή ενημερωνόταν ότι στις 30.10.2020 θα έπρεπε να εγκαταλείψει το επίδικο ακίνητο. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα αποκατασταθεί η τάξη και το δίκαιο αφού στο επίδικο ακίνητο είναι η πατρική του κατοικία και έχει μεγάλη συναισθηματική αξία για τον ίδιο και την υπερήλικη μητέρα του. Είναι δε επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να μη βρεθεί στο δρόμο, αφού αδυνατεί στη σημερινή του κατάσταση να εξασφαλίσει άλλη στέγη. Επιπλέον είναι προφανές ότι η Εναγόμενη θα πωλήσει το επίδικο ακίνητο σε πολύ χαμηλότερη τιμή της αξίας του, η οποία υπερβαίνει το €1.000.000, ως συνήθως συμβαίνει, ενώ ο ίδιος θα εξακολουθεί να οφείλει, κατά την Εναγόμενη, τεράστια ποσά. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ/ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Η Εναγόμενη με την Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησε, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  5. Η Αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη ή/και η νομική της βάση είναι ανεπαρκής για να αιτιολογήσει την αιτούμενη θεραπεία ή/και ελλείπει το δικαιοδοτικό βάθρο της.
  6. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι αόριστα ή/και ασαφή.
  7. Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή/και ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Κλητηρίου Εντάλματος (2.1) καθώς και της Έκθεσης Απαίτησης ή/και τα εξαιτούμενα διατάγματα είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμα ή/και δεν έχουν οποιαδήποτε λογική πιθανότητα επιτυχίας (reasonable prospect of success).
  8. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι εξαιρετικά δραστικά, έχουν καταλυτικές επιπτώσεις και ενδέχεται να της προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή απώλεια και/ή το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.
  9. Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει ή/και δεν πιθανολογεί βασίμως οποιαδήποτε πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς ή/και δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, ούτε αποκαλύπτεται ή/και πιθανολογείται βασίμως οποιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας ή/και αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και ζημιάς που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα.
  10. Ο Αιτητής κακόπιστα ή/και καταχρηστικά επιδιώκει την παραπλάνηση ή/και σύγχυση του Σεβαστού Δικαστηρίου ή/και παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς την αληθινή διάσταση των γεγονότων ή/και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και επίσης παρέλειψε να αποκαλύψει γεγονότα που όφειλε ή/και μπορούσε να γνωρίζει τα οποία είχε υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και εν πάση περιπτώσει δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  11. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται ή/και κωλύεται ή/και εμποδίζεται (estopped) στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης αλλά και της Αγωγής καθώς ο ίδιος δεν προχώρησε στις προβλεπόμενες εκ του νόμου διαδικασίες αναφορικά με την διαδικασία εκποίησης του ακινήτου ή/και δεν αμφισβήτησε τις διαδικασίες αυτές ως προβλέπει η σχετική νομοθεσία ή/και εντός των σχετικών προθεσμιών.
  12. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται ή/και κωλύεται ή/και εμποδίζεται (estopped) στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης αλλά και της αγωγής καθώς προχώρησε στην καταχώρηση τους αφού έλαβε επιστολή για παράδοση της κατοχής με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση της παράδοσης του επίδικου ακινήτου.
  13. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δύναται να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή/και περιέχει αβάσιμους ή/και ανυπόστατους ισχυρισμούς. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει γεγονός ή/και υπόβαθρο γεγονότων ή/και ουσιαστικός λόγος που στηρίζει ή/και θα μπορούσε να στηρίξει την Αίτηση.
  14. Μεταξύ των διαδίκων εκκρεμεί η εκδίκαση των αγωγών XXXXX/13, XXXXX/13 και XXXXX/13 και ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας διαδικασίας ή/και η καταχώριση της αποτελεί πολλαπλότητα διαδικασιών και/ή κατάχρηση διαδικασιών ή/και προσπάθεια αποκόμισης διπλής θεραπείας.
  15. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι τυχόν επιτυχής της έκβαση θα της αποστερήσει την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της, καταστρατηγώντας το σκοπό του τροποποιηθέντος νομοθετικού πλαισίου Ν. 9/
  16. Η διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου είναι εύλογη και/ή η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα δικαιώματα της.
  17. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει ούτε και εξειδικεύει τα ερείσματα στα οποία εντοπίζεται η καλή βάση και/ή οι πιθανότητες επιτυχίας της Αγωγής.
  18. Υπάρχει ταυτοσημία μεταξύ αιτούμενων με την Αίτηση διαταγμάτων και αιτούμενων θεραπειών στην Αγωγή, με αποτέλεσμα η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων να αποδίδει στην ουσία την θεραπεία που επιδιώκεται με την Αγωγή.
  19. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  20. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.
  21. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, ως αυτές αναφέρονται στο Άρθρο 32 του Ν. 14/
  22. Η Αίτηση προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων της και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) ή/και καταχωρίστηκε σε μια προσπάθεια του Αιτητή να αποφύγει τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της Εναγόμενης Ε. Βασιλείου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη είχε παραχωρήσει σειρά πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον Αιτητή, καθώς και προς τρίτα νομικά και φυσικά πρόσωπα τα οποία σχετίζονταν ή ήταν συγγενικά του, προς εξασφάλιση των οποίων ο Αιτητής ενέγραψε προς όφελος της Εναγόμενης τις υποθήκες Υxxx/07, Υxxx/07, Υxxx/07 και Υxxx/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, επί του επίδικου ακινήτου. Λόγω της μη αποπληρωμής των ανωτέρω παραχωρηθεισών διευκολύνσεων, η Εναγόμενη, αφού τις τερμάτισε νόμιμα, προχώρησε στην καταχώρηση των αγωγών υπ' αριθμό XXXXX/13 και XXXXX/13 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον του Αιτητή και τρίτων φυσικών και νομικών προσώπων, αξιώνοντας απόφαση για το οφειλόμενο ποσό, καθώς και διάταγμα για εκποίηση των υποθηκών. Ο Αιτητής καταχώρησε Υπεράσπιση στις προαναφερόμενες αγωγές. Στη συνέχεια η Εναγόμενη προώθησε όλες τις νόμιμες διαδικασίες για την εκποίηση των ανωτέρω περιγραφόμενων υποθηκών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
  23. Λόγω του ότι το επίδικο ακίνητο δεν πωλήθηκε κατά τον καθορισθέντα στις 26.2.2020 πλειστηριασμό, η Εναγόμενη άσκησε το δικαίωμα της για την αγορά του, στη βάση της κείμενης νομοθεσίας, με αποτέλεσμα περί τον Σεπτέμβριο του 2020 να καταστεί η απόλυτη ιδιοκτήτρια και δικαιούμενη σε εγγραφή του. Η Εναγόμενη ενημέρωσε τον Αιτητή και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου με επιστολές της ημερομηνίας 25.9.2020 και 26.10.
  24. Περί τις 7.10.2020 επισκέφθηκε το επίδικο ακίνητο και διαπίστωσε ότι χρησιμοποιείτο από τον Αιτητή. Επειδή η Εναγόμενη δεν ήθελε να προχωρήσει να λάβει κατοχή του με βίαιο τρόπο, ανέθεσε το ζήτημα στους δικηγόρους της, ώστε να προβούν στη λήψη όλων των νόμιμων ενεργειών για ανάκτηση της κατοχής του επίδικου ακινήτου. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 20.10.20202, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή στις 22.10.2020, με την οποία πληροφορείτο εκ νέου ότι το επίδικο ακίνητο ενεγράφη επ' ονόματι της Εναγόμενης και καλείτο όπως παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του στις 30.10.
  25. Στις 23.10.2020 οι δικηγόροι της Εναγόμενης έλαβαν την επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή στην οποία, μεταξύ άλλων, καταγράφετο η άρνηση του Αιτητή να παραδώσει την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Ουδέποτε η Εναγόμενη και οι εκπρόσωποι της ανέφεραν στον Αιτητή ότι επρόκειτο να ανασταλεί με οποιοδήποτε τρόπο η διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου. Αντίθετα τον ενημέρωναν τόσο προφορικά όσο και γραπτώς για όλες τις διαδικασίες που ακολουθούσαν για την εκποίηση του. Είχε πλήρη γνώση της διαδικασίας και έλαβε όλες τις επιστολές που προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία, το δε προϊόν που εισέπραξε η Εναγόμενη από την εκποίηση του επίδικου ακινήτου έχει ήδη καταγραφεί σε επιστολή προτεινόμενης διάθεσης του προϊόντος πώλησης, διαδικασίες που ο Αιτητής είχε το δικαίωμα να προσβάλει, χωρίς όμως να το πράξει. Για όσο καιρό ο Αιτητής χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται παράνομα το επίδικο ακίνητο, η αξία αυτού μειώνεται και η εναγόμενη δεν μπορεί να γνωρίζει σε τι κατάσταση θα το παραλάβει εάν δεν της επιτραπεί να προχωρήσει στην ανάκτηση της κατοχής του. Η Εναγόμενη είναι πλήρως φερέγγυο πρόσωπο και είναι σε θέση να αποζημιώσει τον Αιτητή σε περίπτωση που η αγωγή του επιτύχει κατά το στάδιο της εκδίκασης της. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. xxx Βασιλείου, η οποία καταχωρίστηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, παρουσιάζεται ο τίτλος ακίνητης ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, ο οποίος εξεδόθη επ' ονόματι της Εναγομένης την 12.1.2021 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9, επί του Περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, Άρθρα 2, 3 και 8, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 Άρθρο 32, επί των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Θεσμών του 1956, επί του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ.224 άρθρα 80 και 81 ως τροποποιήθηκε επί του Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμου 9/1965 Άρθρα 27, 37, 40, 44, 44Α - 44ΙΑΑ, 44Β, 44Γ1-3, 44(Δ) και 51, επί των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμών 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015 και επί του Περί Οφειλετών (Αναβολή Πωλήσεων Ακινήτου Ιδιοκτησίας) Νόμου 107/
  26. Όπως είναι νομολογημένο, το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου

(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, έχοντας ιδιαίτερα κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στην μη ικανοποίηση τους. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 162). Από μια απλή ανάγνωση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος παρατηρώ ότι ο Αιτητής αξιώνει, ως βασική θεραπεία, την ακύρωση της μεταβίβασης και εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης συνεπεία δόλου, απάτης ή/ και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης ή/ και των υπαλλήλων ή/και αντιπροσώπων της. Ο δόλος, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ.992, είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο, ειδικά σε απόκτηση χρηματικού ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Η απάτη επεξηγείται στο άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά.» Με βάση τα όσα έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω είμαι ικανοποιημένος ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του Ενάγοντα εμπεριέχει αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και, κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα, Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015 ημερ. 23/3/2017). Προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του επιρρίπτει στην Εναγόμενη ότι με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις των υπαλλήλων της ότι θα αναστέλλετο ο καθορισθείς στις 26.2.20 πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου, τον απέτρεψε από του να προβεί στη λήψη δικαστικών μέτρων προς ακύρωση του, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού και το επίδικο ακίνητο του να περάσει τελικά στην ιδιοκτησία της Εναγόμενης. Αυτή είναι ουσιαστικά η, κατά τον Αιτητή, επιλήψιμη συμπεριφορά της Εναγόμενης. Όμως πέραν της γενικής αναφοράς του σε λήψη δικαστικών μέτρων, δεν αποκαλύπτει ούτε τα συγκεκριμένα μέτρα τα οποία θα λάμβανε, ούτε και τους λόγους τους οποίους θα προέτασσε για την ακύρωση του πλειστηριασμού. Όπως είναι νομολογημένο, το ένδικο μέτρο το οποίο προνοείται νομοθετικά για ακύρωση πλειστηριασμού, ο οποίος διενεργείται με βάση την περιγραφόμενη στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 διαδικασία, είναι η προνοούμενη στο άρθρο 44Γ
(3)του υπό αναφορά νόμου έφεση η οποία όμως ασκείται για τους λόγους οι οποίοι καθορίζονται αποκλειστικά και εξαντλητικά στο άρθρο αυτό (Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. Ε176/2019, ημερ. 10.12.2019). Όπως όμως έχει αναφερθεί αμέσως πιο πάνω, δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία του λόγου ο οποίος θα στήριζε μια ενδεχόμενη έφεση του Αιτητή, για τον οποίο θα μπορούσε να ακυρωθεί ο προγραμματισθείς στις 26.2.20 πλειστηριασμός. Τουναντίον ο Αιτητής δεν φαίνεται να αμφισβητεί στην ένορκη δήλωση του ούτε τη νομιμότητα της διαδικασίας του διεξαχθέντος πλειστηριασμού, αλλά ούτε και τη νομιμότητα της μετέπειτα μεταβίβασης και εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης. Ούτε καν αμφισβητεί ότι εξακολουθούσε να υπάρχει οφειλόμενο προς την Εναγόμενη ποσό, προς είσπραξη του οποίου κινήθηκε η προβλεπόμενη στο Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 διαδικασία του πλειστηριασμού. Παρά το ότι οι καταστάσεις λογαριασμών τις οποίες ζητούσε από την εναγόμενη, του είχαν παραδοθεί τελικά στις 27.7.2020, όπως ο ίδιος παραδέχεται στην ένορκη δήλωση του, δηλαδή 3 περίπου μήνες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση Αιτητής, εντούτοις καμιά αναφορά γίνεται από αυτόν στο περιεχόμενο τους. Στο σημείο αυτό θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι η μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έγινε στη βάση του άρθρου 44ΙΑ του Νόμου 9/1965, το οποίο προνοεί ότι σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός περιόδου έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, έχει επιλογή να το αγοράσει στην αγοραία του αξία βάση της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου ή με εξ' υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησης. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η αόριστη και γενικόλογη αναφορά του Αιτητή σε δικαστικά μέτρα, τη λήψη των οποίων αποστερήθηκε συνεπεία της συμπεριφοράς των υπαλλήλων της Εναγόμενης, κάθε άλλο παρά καταδεικνύει την ύπαρξη κάποιας προοπτικής ότι αυτά θα μπορούσαν να έχουν επιτυχή κατάληξη και ενδέχετο να οδηγήσουν στην ακύρωση του πλειστηριασμού. Κατ' επέκταση δεν έχει καταδειχθεί ούτε το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της παρούσας υπόθεσης του Αιτητή. Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή υποστηρίζεται ότι στη συμφωνία δανείου που υπέγραψε ο Αιτητής με την Εναγόμενη δεν προβλέπετο ότι η τελευταία είχε δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση της περιουσίας του, παρά μόνο μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον του. Κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, ο Νόμος 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί με την εισαγωγή του Μέρους VIA, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής για το λόγο ότι η ρηθείσα συμφωνία δανείου υπεγράφη πολύ πριν την ανωτέρω τροποποίηση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Αιτητής σε κανένα σημείο της ενόρκου δηλώσεως του αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαδικασίας του διεξαχθέντος κατά την 26.2.2020 πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου. Κατά συνέπεια δεν μπορεί, εκ των υστέρων, να θέτει ζήτημα μη εφαρμογής του Μέρους VIA του Νόμου 9/
  1. Θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να είχε τεθεί στην ένορκη δήλωση του, ως αποτελούντα ένα εκ των λόγων που θα στήριζαν το δικαστικό μέτρο το οποίο θα λάμβανε για ακύρωση του πλειστηριασμού. Παρά την αποτυχία του Αιτητή να ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση, εντούτοις θεωρώ ορθό να προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής και της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
  2. Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα αποκατασταθεί η τάξη και το δίκαιο, καθότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί την πατρική του κατοικία και έχει μεγάλη συναισθηματική αξία για τον ίδιο και την υπερήλικη μητέρα του. Αδυνατεί στη σημερινή κατάσταση που βρίσκεται να διασφαλίσει άλλη στέγη και, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα βρεθεί στο δρόμο. Πρωτίστως, αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι ο Αιτητής δεν εισηγείται κάποιο εναλλακτικό τρόπο για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, την ύπαρξη του οποίου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν αμφισβητεί με την ένορκη δήλωση του. Τουναντίον με τον ισχυρισμό του ότι στη σημερινή του κατάσταση αδυνατεί να διασφαλίσει άλλη στέγη, παραδέχεται εμμέσως, ότι η οικονομική του κατάσταση δεν του επιτρέπει ούτε να αποπληρώσει το ενυπόθηκο χρέος του προς την Εναγόμενη. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο, ως η πρώτη και μοναδική του κατοικία, όπως ισχυρίζεται, είναι προστατευόμενη, με βάση νομοθετική διάταξη, η οποία απαγορεύει την εκποίηση της. Ειδικά δε θα ήθελα να αναφέρω ότι ο περί Οφειλετών (Αναβολή Πωλήσεων Ακινήτου Ιδιοκτησίας) Νόμος 107/1973, ο οποίος περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι ως η πατρική του κατοικία έχει συναισθηματική αξία για τον ίδιο και τη μητέρα του, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Θα αρκεστώ να παραπέμψω στα όσα νομολογήθηκαν στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερ. 17.9.2019, από την οποία παραθέτω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα. «Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ισχυρίζεται ακόμα ο Αιτητής ότι η Εναγόμενη θα προχωρήσει στην πώληση του επίδικου ακινήτου σε πολύ χαμηλότερη τιμή από την πραγματική του αξία, ως συνήθως συμβαίνει, ενώ ο ίδιος θα εξακολουθεί να οφείλει τεράστια ποσά. Ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι πρόθεση της Εναγόμενης είναι να προβεί στην πώληση του επίδικου ακινήτου, εντούτοις δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει τον Αιτητή σε τελικό στάδιο, για τη ζημιά που ενδεχομένως να υποστεί από τη διάθεση του επίδικου ακινήτου, ακόμα και σε τιμή τυχόν χαμηλότερη από την πραγματική του αξία. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή ότι σε περίπτωση που πωληθεί το επίδικο ακίνητο, η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου, κάτι το οποίο θα ισοδυναμούσε με άρνηση δικαιοσύνης. Θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι ο Ενάγοντας τόσο με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του, όσο και με την Έκθεση Απαίτησης του, αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης και αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες του προκάλεσε δια της χρήσεως δόλου, απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι η νομική βάση της υπό εξέταση Αίτησης δεν περιλαμβάνει το άρθρο 4
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 το οποίο διέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διάταγμα για διατήρηση ή φύλαξη περιουσίας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Φυσικά, θα πρέπει να υποδείξει ότι, όπως είναι ευρέως νομολογημένο, το άρθρο 4
(1)του Κεφ. 6 δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (ABP Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1964)1 Α.Α.Δ. 694 και Αναφορικά με την Αίτηση των Pafico Ltd κ.ά. Πολ. Έφεση Αρ. 1/2021, ημερ. 21.9.2021). Έχοντας κατά νου τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει ικανοποιηθεί από τον Αιτητή. Η αποτυχία του Ενάγοντα να ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 καθιστά περιττή την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας και ειδικότερα του κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ανωτέρω)). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν υπέρ της Εναγόμενης. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η αγωγή επαναορίζεται για οδηγίες την 28.2.2022 ώρα 09.00. (Υπ). ........... Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.