← Κύπρος

Χαράκη κ.α. ν. Λουκά κ.α., Αγωγή Αρ. 2314/2012, 11/1/2022

Χαράκη κ.α. ν. Λουκά κ.α., Αγωγή Αρ. 2314/2012, 11/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαίδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2314/2012 Μεταξύ:

  1. XXXX Χαράκη
  2. XXXX Καλότυχου
  3. XXXX Yendluri
  4. XXXX Θεοδώρου
  5. XXXX El Fakir
  6. XXXX Al-Fakir
  7. XXXX Ballard
  8. XXXX Ballard
  9. XXXX X' Σωτηρίου
  10. XXXX Λάμπρου
  11. XXXX Σοφοκλέους
  12. XXXX Σοφοκλέους
  13. XXXX Κράσου
  14. XXXX Γαλωνίτη
  15. Chris Walker
  16. XXXX Κουτρουκίδη Εναγόντων -και-
  17. XXXX Λουκά
  18. XXXX Ιωάννου (αλλιώς XXXX Ράστας)
  19. Δημάρχου Λεμεσού
  20. Δήμου Λεμεσού
  21. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  22. Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού
  23. Αρχηγού Αστυνομίας
  24. ΑΕΛ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΛΤΔ
  25. ΣΥΦΑΕΛ (Σύνδεσμος Φιλάθλων Αθλητικής Ένωσης Λεμεσού) Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερ. 14.6.2019 για παραμερισμό και ή ακύρωση απόφασης Ημερ.: 11 Ιανουαρίου 2022 Για την Ενάγουσα 2 - Αιτήτρια: κ. Λ. Λουκαίδης για Λουκής Γ. Λουκαίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 9 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Β. Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τον Εναγόμενο 4 - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Σπ. Βασιλείου για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 5, 6 και 7 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Δ. Νικολάτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια, XXXX Καλότυχου, Ενάγουσα 2 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή αιτείται την πιο κάτω θεραπεία: «Τον παραμερισμό ή/και την ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας XXXXX/2017, του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού κ. Μαλαχτού, να απορρίψει την ως άνω Αγωγή η οποία ήταν ορισμένη ενώπιον του για Ακρόαση την ίδια ημέρα και ώρα 9:00, κατόπιν Αιτήσεως των Εναγομένων, για το λόγο ότι οι Ενάγοντες εμφανίστηκαν ενώπιον του με μια μικρή καθυστέρηση. Στους δικηγόρους που εκπροσωπούσαν τους Εναγόμενους περιλαμβανόταν και δικηγόρος, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου του κ. Χρύση Δημητριάδη, στο οποίο γραφείο συνέταιρος(Α35θοί3ΐθ) ήταν και η θυγατέρα του εν λόγω δικαστού από το 2014, γεγονός το οποίο δεν αποκάλυψε ο δικαστής στους διαδίκους και το οποίο τον κατέστησε ακατάλληλο (disqualified) να εκδικάσει την υπόθεση. Οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά το γεγονός αυτό περίπου στις 05/06/
  26. Οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν προηγουμένως, ούτε ήταν εις θέση να γνωρίζουν το εν λόγω γεγονός, που έπληττε την αμεροληψία του δικαστού με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η εγκυρότητα των αποφάσεων που πήρε προς όφελος των Εναγομένων. Η ακυρότητα της εν λόγω απόφασης παρασύρει σε ακυρότητα και τις δυνάμει αυτής αποφάσεις του ιδίου δικαστού προς όφελος των Εναγομένων.» Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 30

(2)και 35 του Συντάγματος, στα Άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της ιδίας της Αιτήτριας. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Την 21.5.2017 ο τότε Πρόεδρος του Δικαστηρίου απόρριψε την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή λόγω καθυστέρησης του δικηγόρου των Εναγόντων να εμφανιστεί ενώπιον του. Το λάθος οφειλόταν στο γεγονός ότι ο δικηγόρος πήγε σε λάθος αίθουσα. Καταχωρήθηκε αίτηση παραμερισμού της Απόφασης η οποία εκδικάστηκε την XXXXXX.
  1. Το Δικαστήριο παραμέρισε την Απόφαση, έθεσε όμως ως όρο «όπως τα έξοδα των Εναγομένων καταβληθούν εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση τους στο δικηγόρο τους». Η ομνύουσα στην Ένορκη Δήλωση της περιγράφει την εν λόγω προϋπόθεση ως «σκληρή» και «άδικη». Ισχυρίζεται δε ότι η συμπερίληψη της πιο πάνω προϋπόθεσης οφείλεται στο γεγονός ότι η θυγατέρα του Δικαστή ήταν από το 2014 συνέταιρος στο γραφείο Χρύση Δημητριάδη το οποίο αντιπροσώπευε τους Εναγόμενους 1, 2 και
  2. Το γεγονός αυτό ο Δικαστής το απέκρυψε από τους διαδίκους. Στις παραγράφους 6 και 7 της Ένορκης Δήλωσης της αναφέρει τα πιο κάτω τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «
  3. Το αποτέλεσμα της σκληρής αυτής προϋπόθεσης, που ωφελούσε και το γραφείο στο οποίο ήταν και είναι associate και η θυγατέρα του Προέδρου, ήταν εμείς, ως Ενάγοντες, απλώς διότι καθυστερήσαμε στο δικαστήριο, να αντιμετωπίσουμε ένα ποσό €12.500 για έξοδα των Εναγομένων και να το πληρώσουμε εντός δύο μηνών, αλλιώς ο παραμερισμός της απόρριψης της αγωγής μας θα ακυρωνόταν. Συνεπώς η διαδικασία που υιοθέτησε ο δικαστής κατέληξε να είναι ποινή €12.500 τα οποία θα έπρεπε να πληρωθούν σε δυο μήνες. Δεν έχω υπόψη μου παρόμοιο προηγούμενο.
  4. Στη συνέχεια εμείς, ως Ενάγοντες, αδυνατούσαμε να πληρώσουμε το ποσό αυτό μέσα στην προθεσμία που μας δόθηκε και προθυμοποιήθηκε ο δικηγόρος μας να πληρώσει μέσω της επαγγελματικής του ασφάλειας και κατ' επέκταση της Ασφαλιστικής του Εταιρείας, η οποία όμως καθυστέρησε πέραν των δυο μηνών, αλλά προσέφερε το ποσό αυτό στους Εναγόμενους, οι οποίοι πλην ενός του κ. Τσιρίδη, το απέρριψαν για να οικοδομήσουν υπόθεση απόρριψης της αγωγής. Έπειτα επιδιώξαμε να ανανεωθεί η προθεσμία πληρωμής του εν λόγω ποσού, η οποία απορρίφθηκε και εκκρεμεί τώρα Έφεση.» Οι Εναγόμενοι 1, 2, 4, 5, 6, 7 και 9 καταχώρισαν Eνστάσεις στην υπό κρίση Αίτηση. Συγκεκριμένα καταχωρήθηκαν τρεις ξεχωριστές Ενστάσεις, μια εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 και 9, μια εκ μέρους του Εναγόμενου 4 και μια εκ μέρους των Εναγομένων 5, 6 και
  5. Όλοι οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει και να αποφασίσει επί του περιεχομένου της υπό κρίση Αίτησης καθότι δεν δύναται να επιτελεί ρόλο Εφετείου. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι τόσο στο αιτητικό της Αίτησης, όσο και στην Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζει, γίνεται αναφορά σε απόφαση, ημερομηνίας XXXXX.2017, με βάση όμως το Τεκμ.1 στην ένσταση των Εναγομένων 1, 2 και 9, που είναι η απόφαση που εκδόθηκε με την οποία απορρίφθηκε η Αγωγή, η απόφαση φέρει ημερομηνία XXXXX.2017 και όχι XXXXX.
  6. Πρόκειται προφανώς για τυπογραφικό λάθος. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας μας ότι Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου. Τούτο, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση Ματθαίου και Σολωμόντος
(2010)1 Α.Α.Δ 1201, « . ένας δικαστής δεν μπορεί να ενεργεί ως εφέτης του εαυτού του ή ομόβαθμου Δικαστηρίου». Ο πρωτόδικος δικαστής δεν μπορεί να ενδυθεί με δευτεροβάθμια δικαιοδοσία και να έχει τον ρόλο του Εφετείου. Το θέμα εξετάσθηκε πρόσφατα, σε βάθος, στην Αίτηση 32/2019, Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή ν. Περατικού, ημερομηνίας 17.04.2019, από το Σ. Ναθαναήλ Δ. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά σε σχετική νομολογία. «... Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v. 1. Χρίστου Τριανταφυλλίδη, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή σε διαδικασία που αφορούσε την ορθότητα της χρήσης της εναρκτήριας κλήσης ως δικονομικό μέτρο προς επίλυση ορισμένων θεμάτων εντός της διαχείρισης. Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία προνομιακών ενταλμάτων, έκρινε ότι εφόσον η ορθότητα της επιλογής του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης είχε ήδη αποφασιστεί με σχετική ενδιάμεση απόφαση ενός Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, δεν μπορούσε στη συνέχεια άλλος ομόβαθμος Δικαστής να έκρινε διαφορετικά διότι η πρώτη απόφαση εφόσον δεν είχε αμφισβητηθεί με τη διαδικασία της έφεσης, παρέμενε αλώβητη στο νομικό στερέωμα και δεν ήταν δυνατό το θέμα της δικαιοδοσίας να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό διάβημα. Όπως λέχθηκε επί λέξει: 'Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.' ........................................................................................... Παρόμοιες εφετειακές επισημάνσεις έγιναν στις Ματθαίου ν. Σολομώντος
(2010)1 Α.Α.Δ. 1201, Κυριάκου ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, κ.ά. Οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν εμφανή υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά παρόμοιο τρόπο όπως και η έκδοση αντιφατικών ή συγκρουόμενων διαταγμάτων από το ίδιο Δικαστήριο. .. Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση. Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο». Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης παρατηρώ ότι η Αιτήτρια καλεί το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει ότι η απόφαση που εκδόθηκε από τον τότε πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού είναι παράνομη καθότι αυτός ήταν «ακατάλληλος» να τη δικάσει και ως τέτοια θα πρέπει να παραμερισθεί και ή να ακυρωθεί. Υπενθυμίζω ότι η εν λόγω απόφαση είχε ήδη παραμερισθεί από το δικαστή που την εξέδωσε, ο οποίος έκρινε ορθό όπως θέσει ως προϋπόθεση την καταβολή των εξόδων. Στην ουσία το παράπονο της Αιτήτριας δεν εστιάζεται πλέον, με βάση τα όσα η ίδια αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση της, στην απόφαση ημερομηνίας XXXXX.2017 αλλά στην απόφαση του δικαστηρίου, να παραμερίσει την εν λόγω απόφαση θέτοντας όμως παράλληλα ως προϋπόθεση την καταβολή των εξόδων. Οποιοδήποτε όμως και να είναι το παράπονο της Αιτήτριας κρίνω, καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές, ότι δεν έχω δικαιοδοσία να εξετάσω οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά το κύρος απόφασης άλλου ομόβαθμου Δικαστηρίου. Καταλήγω, έχοντας υπόψη τις αρχές που παρέθεσα πιο πάνω, ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει και να αποφασίσει κατά πόσο η επίδικη απόφαση εκδόθηκε ορθά ή λανθασμένα και στην συνέχεια να την παραμερίσω και ή να την ακυρώσω. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 4, 5, 6, 7 και 9 και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Τ. Παρασκευαίδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.