← Κύπρος

ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ ν. COSTAS POTAMITIS DEVELOPMENTS LTD, Έφεση αρ. 767/2014, 28/3/2022

ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ ν. COSTAS POTAMITIS DEVELOPMENTS LTD, Έφεση αρ. 767/2014, 28/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Έφεση αρ. 767/2014 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμο Κεφ.224 ως τροποποιήθηκε, άρθρα 50, 58, 80 και 85 XXXX ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ Εφεσείουσα και COSTAS POTAMITIS DEVELOPMENTS LTD Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για Εφεσείουσα: Σ. Σταυρινίδης για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εφεσίβλητη: Σ. Κ. Χαραλάμπους για Karapatakis Pavlides LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Έφεση Η Εφεσείουσα, την 11.12.2014, άσκησε το ένδικο μέσο του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224 («Κεφ.224»). Ζητά διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ή να τροποποιείται η απόφαση που έλαβε ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού («ο Διευθυντής») την 11.11.2014 δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ.

  1. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Διευθυντής είχε αποφασίσει επί της αίτησης με αριθμό φακέλου ΑΧXXXX/2003 για την επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του τεμαχίου ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας με αριθμό 800 του Φ./Σχ.XXXX, αρ. εγγραφής XXXX στο Πισσούρι («τεμάχιο 800») και του τεμαχίου ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης με αριθμό 235 του Φ./Σχ.XXXX, αρ. εγγραφής XXXX στο Πισσούρι («τεμάχιο 235»), ότι η διαφιλονικούμενη έκταση αποτελεί μέρος του ακινήτου της Εφεσίβλητης και συνιστά μέρος της εγγραφής της. Οι λόγοι Έφεσης, είκοσι στο σύνολό τους, συνοψίζονται στο ότι ο Διευθυντής, κατά τη θέση της Εφεσείουσας, έλαβε την απόφαση αυτή καθ' υπέρβαση εξουσιών και παράνομα και υπεισερχόμενος σε θέματα χωρίς δικαιοδοσία· ότι την έλαβε λανθασμένα, χωρίς να έχει βασιστεί επί της πραγματικής κατάστασης ή να λάβει υπόψη όλα τα διαθέσιμα δεδομένα, περιλαμβανομένων προηγούμενων επιτόπιων ερευνών και χωρομετρικών εργασιών που είχαν γίνει για την αφαίρεση της ρυμοτομίας και του χώρου πρασίνου και την έκδοση του τίτλου στο τεμάχιο 800, της υφιστάμενης οριοθετημένης περίφραξης του κτήματος με σιδερένιους πασσάλους που προϋπήρχαν της απόκτησης του κτήματος, τα τοπογραφικά στοιχεία της περιοχής και το ιστορικό του κτήματος, αλλά βασίστηκε σε προηγούμενη εργασία που έγινε με λανθασμένο χωρομετρικό σχέδιο και ενώ υφίσταντο διαφορές μεταξύ των σχεδίων και της επιτόπου κατάστασης· έγινε χρήση λανθασμένων μετρήσεων, μεθόδων και διαδικασιών, οργάνων και μέσων κατά την επιτόπια εξέταση της 21.10.2013, και δεν ακολουθήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης· πέραν από τη νομική πλάνη και πλάνη περί τα πράγματα, κατά την Εφεσείουσα, η απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε και χωρίς επαρκή αιτιολογία. Η Εφεσείουσα, για την απόδειξη της υπόθεσής της, προσκόμισε σε μορφή ενόρκων δηλώσεων, συνημμένων στην Έφεσή της, μαρτυρία από την Εφεσείουσα (ΜΕ1), τον σύζυγο της Εφεσείουσας κύριο XXXX (ΜΕ2), και τον πολιτικό μηχανικό κύριο XXXX (ΜΕ3). Η ΜΕ1 είναι η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 800, αλλά την περιουσία της διαχειρίζεται ο ΜΕ2, από τον οποίο λαμβάνει και τη σχετική πληροφόρηση. Όπως αναφέρει, έλαβε ταχυδρομικώς επιστολή, περί τα μέσα Νοεμβρίου 2014, με την οποία της γνωστοποιήθηκε η απόφαση που εκδόθηκε την 11.11.
  2. Διόρισαν τον ΜΕ3 για να ερευνήσει την υπόθεση. Όπως γνωρίζει και έχει πληροφορηθεί από τον ΜΕ2, κατά την επιτόπια εξέταση που έγινε την 21.10.2013, ήταν παρόντες οι ΜΕ2 και ΜΕ3, αλλά ο αρμόδιος λειτουργός του Κτηματολογίου δεν είχε κάνει κάποια έρευνα και καταμέτρηση για να εξετάσει την ύπαρξη σταθερών σημείων, παρά στηρίχθηκε στις συντεταγμένες που του είχαν δώσει από το Κτηματολόγιο· αυτό ανέφερε στους παρευρισκόμενους όταν διαμαρτυρήθηκαν ότι δεν γίνονταν ορθά η διαδικασία. Ο ΜΕ2 δηλώνει επίσης γνώστης των γεγονότων. Εξηγεί πως η προσβαλλόμενη απόφαση είχε εκδοθεί κατόπιν απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας XXXXX.2013 στην Έφεση XXXXX/2005, που είχε διατάξει την επανεξέταση. Προσκομίζει τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 31.01.2013, που σημειώνεται ως Τεκμήριο 1 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Ο ΜΕ2 αναφέρεται σε περιεχόμενο του φακέλου της Έφεσης XXXXX/2005, που όμως δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση του ΜΕ2 είναι πως, ενώ το Δικαστήριο είχε διατάξει επανεξέταση από άλλο υπάλληλο, στη νέα επιτόπια εξέταση που έγινε στην παρουσία του ιδίου και του ΜΕ3, δεν έγινε έρευνα για να διαπιστωθούν τα σταθερά σημεία της επιτόπου κατάστασης και ο υπάλληλος του Κτηματολογίου, όπως τους είχε αναφέρει, βασίστηκε στις συντεταγμένες που του έδωσαν από το Κτηματολόγιο, γι' αυτό θεωρεί την έρευνά του ελλιπή και λανθασμένη, που οδήγησε σε μια νέα λανθασμένη απόφαση. Ως προς τις τεχνικές λεπτομέρειες, βασίζεται και ο ίδιος στον λόγο του ΜΕ
  3. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, το Δικαστήριο, εξετάζοντας το περιεχόμενο της προηγούμενης απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 22.02.2005, έκρινε ότι η αιτιολογία που εκτέθηκε στην απόφαση ήταν ελλιπής, και αυτός ήταν ο λόγος που την ακύρωσε, διατάσσοντας επανεξέταση από άλλο λειτουργό. Ο ΜΕ3, πτυχιούχος και επαγγελματίας πολιτικός μηχανικός, μέλος του ΕΤΕΚ στον κλάδο της πολιτικής μηχανικής και στον ειδικό κατάλογο τοπογράφων και αναγνωρισμένος από το Κτηματολόγιο ως αρμόδιος τοπογράφος, αναφέρει πως, τις αρχές του 2009, ανέλαβε από τον ΜΕ2 να ερευνήσει και να ετοιμάσει έκθεση για την υπόθεσή τους, με αναφορά στην απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 22.02.
  4. Είχε δυσκολίες και εμπόδια ως προς την πρόσβασή του στα έγγραφα του Κτηματολογίου και είχε εκδοθεί διάταγμα του Δικαστηρίου για να του επιτραπεί. Είχε εφοδιαστεί τότε με τις ένορκες δηλώσεις στις οποίες είχαν προβεί οι λειτουργοί του Κτηματολογίου που είχαν κάνει τις επιτόπιες έρευνες βάσει των οποίων είχε εκδοθεί η προηγούμενη απόφαση του Διευθυντή. Βάσει των στοιχείων που έλαβε, έκανε χωρομετρική, τοπογραφική εργασία, μετρήσεις και αποτυπώσεις και ετοίμασε έκθεση, που προσκομίζει και σημειώνεται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Πληροφορήθηκε για την ακύρωση της προηγούμενης απόφασης του Διευθυντή και για την ανάγκη επανεξέτασης από άλλο λειτουργό. Κατά τη θέση του, την 21.10.2013, η νέα επιτόπια εξέταση που έγινε στην παρουσία του ιδίου και του ΜΕ2 ήταν ελλειμματική, δεν ερευνήθηκε για να εξακριβωθεί η επιτόπου κατάσταση και η ύπαρξη σταθερών σημείων για να μπορέσουν να καθοριστούν ορθά τα σύνορα, παρά μόνον τοποθετήθηκαν συντεταγμένες στη μνήμη του δορυφορικού δέκτη, που κατά τη θέση του ΜΕ3 ήταν αυθαίρετες. Όταν διαμαρτυρήθηκαν, ο λειτουργός του Κτηματολογίου τους ανέφερε πως ήταν καθ' υπόδειξη και ότι είχαν οριστεί εκ των προτέρων. Ο ΜΕ3 έχει τη γνώμη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι λανθασμένη γιατί στηρίχθηκε σε προηγούμενα λανθασμένα δεδομένα, εφόσον την 21.10.2013, στη νέα επιτόπια έρευνα, δεν έγιναν εξ αρχής μετρήσεις για να βρεθούν τα πραγματικά σταθερά σημεία και να καταγραφεί η επιτόπου πραγματική κατάσταση. Στο Τεκμήριο 2, ο ΜΕ3 αναφέρει πως το κτήμα της Εφεσείουσας είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της κατόπιν δωρεάς από τον πατέρα της την 24.08.1946 ως το 1/3 μερίδιο του όλου τεμαχίου με αριθμούς 235, 236 και 237, με αριθμό εγγραφής XXXX. Την 21.07.1995, καταχωρίστηκε στο Κτηματολόγιο συμφωνία διανομής, στο πλαίσιο της προσπάθειας της Εφεσείουσας να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, και προέκυψε ο τίτλος με αριθμό εγγραφής XXXX, τεμάχιο
  5. Κατά την εγγραφή, το τεμάχιο ήταν περιφραγμένο και περιβάλλονταν από όχθους και τέλι που είχε τοποθετηθεί από τους συνιδιοκτήτες το 1940, που υφίσταται μέχρι σήμερα. Ο τίτλος ιδιοκτησίας είχε μετατραπεί από το Κτηματολόγιο σε "based" και σε κλίμακα 1:5000, οπότε κανονικά δόθηκαν στο κτήμα διαστάσεις. Στη συνέχεια, έγιναν ενέργειες για την εγγραφή των δικαιωμάτων προσπέλασης προς το κτήμα, ώστε να μπορεί να εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής, διαδικασία που συμπληρώθηκε το 1996, οπότε και εγγράφθηκαν τα δικαιώματα προσπέλασης. Περί το 1998, η οικοδομή είχε ολοκληρωθεί και είχε κατασκευαστεί τοίχος περίφραξης της πρόσοψης και τα πεζοδρόμια στην ανατολική πλευρά του τεμαχίου. Με εντολή του Έπαρχου, το Κτηματολόγιο προχώρησε, μετά από χωρομετρική εργασία, στην αφαίρεση της ρυμοτομίας και του χώρου πρασίνου και την εγγραφή νέου τίτλου που είναι το τεμάχιο 800, με αριθμό XXXX. Κατά τη χωρομετρική εργασία που έγινε για την αφαίρεση της ρυμοτομίας με τον φάκελο ΑXXXX/98 (σε συνδυασμό με τον ΑXXXX/98) την 14.05.1999, ορίστηκε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των τεμαχίων 236 και 235 κατά 2,1 νοτιότερα από τη γραμμή διανομής των τεμαχίων που υπήρχε από πολλά χρόνια οριοθετημένη με περίφραξη και σιδερένιους πασσάλους, κατά τη θέση του ΜΕ3, αγνοώντας τον συμφωνημένο διαχωρισμό σε τρεις νέους τίτλους με βάση το κατεχόμενο τμήμα από τον κάθε συνιδιοκτήτη. Το Κτηματολόγιο, με επιστολή, ενημέρωσε το γραφείο του Έπαρχου πως είχαν παρατηρηθεί μικρές διαφορές των κατασκευών σε σχέση με το σχέδιο της άδειας, τις οποίες παρουσίασε σε σχέδιο/σχεδιάγραμμα που είχε χρησιμοποιηθεί για σκοπούς υπολογισμού του εμβαδού του νέου τεμαχίου της Εφεσείουσας μετά την αφαίρεση της ρυμοτομίας και είναι ικανοποιητικής ακρίβειας και σε κλίμακα. Επίσης, ετοίμασε και συνοδευτικό σχέδιο για επικόλληση στον τίτλο ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας, στο οποίο φαίνεται με έντονη μαύρη γραμμή η θέση της κατασκευής και με αμυδρή γραμμή η θέση της ρυμοτομίας που θεωρεί το Κτηματολόγιο ότι είχε τεθεί ως όρος στην άδεια οικοδομής. Σε απάντησή του, το Κτηματολόγιο, είχε ζητήσει τη διόρθωση των σχεδίων και τη θέση της ρυμοτομίας, συνοδεύοντας την επιστολή του με διαφορετικό σχέδιο ρυμοτομίας, το σχέδιο της ρυμοτομίας που επιβλήθηκε με την άδεια της Εφεσείουσας. Μετά από τη δαπίστωση των διαφορών αυτών και πιθανόν τις πιέσεις να βρεθεί λύση που θα διασφάλιζε το οδικό δίκτυο και θα εξυπηρετούσε και τις ανάγκες αξιοποίησης των παρακείμενων τεμαχίων, έγιναν πολλές επισκέψεις του Κτηματολογίου και ταυτόχρονα προσπαθώντας να υλοποιήσει ρυμοτομίες για τον ίδιο δρόμο σε διάφορους φακέλους που δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους, λόγω σχεδιασμού τους σε κλίμακα 1:
  6. Ως αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας, η αμυδρή γραμμή που αντιπροσωπεύει την επιβληθείσα ρυμοτομία για τη χάραξη του μελλοντικού δρόμου έχει οφιοειδές σχήμα και ποικίλλον πλάτος. Ως επιστέγασμα των προσπαθειών αυτών ξεκίνησε το θέμα της συνοριακής διαφοράς για το βόρειο σύνορο, που για πρώτη φορά υποδείχθηκε στην Εφεσείουσα η θέση του βόρειου συνόρου, μετακινημένο προς τον Νότο περίπου 2,10 μέτρα. Όταν η συνοριακή διαφορά στάλθηκε στον Διευθυντή για επίλυση, δεν είχε εξεταστεί σοβαρά, κατόπιν μελέτης του ιστορικού και αξιολόγησης των φυσικών και άλλων τοπογραφικών λεπτομερειών της περιοχής, αλλά ο υπάλληλος του Κτηματολογίου απλώς υπέδειξε το καταγεγραμμένο σημείο της προηγούμενης τοπογραφικής εργασίας ως να ήταν αλάθητο και ορθό σύνορο χωρίς άλλη έρευνα και με το στοιχείο αυτό αποφάσισε το σύνορο. Ο ΜΕ3, τότε, ψάχνοντας τους φακέλους του Κτηματολογίου, δεν μπόρεσε να βρει κάτι άλλο. Από τη συνομιλία του με τον υπάλληλο, του είχε αναφέρει πως η εργασία που έκανε ήταν να επανατοποθετήσει τα σημεία που κατέγραψε ο προηγούμενος χωρομέτρης και τα οποία θεώρησε ως δεδομένα για να διεκπεραιώσει την εργασία. Όπως αναφέρει ο ΜΕ3, πέραν της έρευνας του ιστορικού, προχώρησε σε επιτόπιες μετρήσεις, με βάση όλα τα στοιχεία που πήρε από το Κτηματολόγιο, τους χάρτες της περιοχής, τον αρχικό που είχε ετοιμαστεί το 1912 και τον σημερινό εν χρήσει επίσημο κτηματικό χάρτη κλίμακας 1:
  7. Προχώρησε σε αποτύπωση της περιοχής του κτήματος με τοπογραφικά όργανα τελευταίας τεχνολογίας, όλων των τοπογραφικών χαρακτηριστικών σημείων και τοπογραφικών λεπτομερειών και ετοίμασε σχέδιο που αντιπαρέβαλε με τα σχέδια του Κτηματολογίου. Από την αντιπαραβολή των σχεδίων του Κτηματολογίου και του σχεδίου που ετοίμασε ο ΜΕ3 με βάση την επιτόπου κατάσταση, διαπίστωσε πως τα σχέδια του Κτηματολογίου παρουσιάζουν διαφορές από την επιτόπου κατάσταση και δεν είναι δυνατόν να ταυτιστούν με μεγάλη ακρίβεια με την τοπογραφική λεπτομέρεια. Το μέσο όριο σφάλματος για την περιοχή είναι της τάξης των 3 μέτρων με διαφορές που σε ορισμένες περιπτώσεις πλησιάζουν τα 6 μέτρα, σε γκρεμούς ή άλλα περιτοιχίσματα αναπτύξεων που το Κτηματολόγιο καταχώρισε ως ορθά σύνορα. Αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια, διαπίστωσε, όπως εξηγεί, περπατώντας τα, υπολείμματα της περίφραξης που υπήρχε και στα δύο τεμάχια, που ήταν οι σιδερένιοι πάσσαλοι ηλικίας πέραν των 50 ετών και τέλι και σε ορισμένα σημεία υπήρχαν ακόμα παλαιότεροι ξύλινοι πάσσαλοι, παλαιότερης περίφραξης στην ίδια γραμμή. Επίσης, μεταξύ των τεμαχίων υπάρχει όχθος με μικρή υψομετρική διαφορά που ξεχώριζε τα επίπεδα των καλλιεργούμενων κτημάτων. Διαφορά παρουσιάζεται και στο περιτοίχισμα του νεκροταφείου που αποδεδειγμένα προϋπήρχε της ημερομηνίας της αρχικής χωρομετρίας, πράγμα που θα πρέπει να ερμηνεύεται, έχοντας υπόψη την ανακρίβεια των κτηματικών σχεδίων της περιοχής. Όπως αναφέρει ο ΜΕ3, παρόλο που πιστεύει πως ο ορισμός του συγκεκριμένου επίδικου συνόρου όπου η διαφορά από την υφιστάμενη περίφραξη και το υποδειχθέν σύνορο είναι από 2,00 μέτρα έως 2,50 μέτρα πολύ πιο κάτω από την ακρίβεια της κλίμακας του χωρομετρικού σχεδίου και θα έπρεπε να διευθετηθεί από την τοπογραφική λεπτομέρεια, ετοίμασε μεγέθυνση του αρχικού σχεδίου κατά 10 φορές και σχεδίασε σε αυτό την αποτυπωθείσα θέση των τεμαχίων και με κρόκινη γραμμή παρουσιάζει την υποδειχθείσα θέση του συνόρου από το Κτηματολόγιο, ενώ με μπλε γραμμή σχεδίασε τη διεκδικούμενη θέση όπως ήταν η περίφραξη των δύο κτημάτων. Είναι η θέση του ΜΕ3 πως η κλίμακα του αρχικού σχεδίου 1:5000 δεν μπορεί να αποδώσει με ακρίβεια μεγαλύτερη των 3 μέτρων και σε συνδυασμό με τη γνώση ότι ολόκληρο το κτηματικό σχέδιο για το Πισσούρι ετοιμάστηκε την 02.08.1921 μέχρι την 27.08.1921 με τα μέσα της εποχής, θα πρέπει οι αποφάσεις για τον ορισμό των συνόρων να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους την τοπογραφική λεπτομέρεια, όταν αυτή διαφέρει στο ελάχιστο και κάτω από το περιθώριο ακρίβειας του σχεδίου από την απεικόνισή τους στο σχέδιο, διότι οι γραμμές σχεδιάστηκαν στον χάρτη για να απεικονίσουν τοπογραφικές γραμμές και σύνορα ενώ σε καμία περίπτωση οι γραμμές στον χάρτη δημιουργούν τοπογραφική λεπτομέρεια. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η θέση του ΜΕ3, η απόφαση για την ορθή θέση του πραγματικού συνόρου θα έπρεπε να βασιστεί στον υφιστάμενο επιτόπου όχθο και περίφραξη και η έρευνα που θα έπρεπε να γίνει από τον Διευθυντή ή τον υπάλληλο του Κτηματολογίου που διεξήγαγε την εξέταση της διαφοράς θα ήταν στο κατά πόσον υπήρχαν στοιχεία που να πείθουν ότι υπήρχε μετακίνηση της θέσης του συνόρου/όχθου/παλιάς περίφραξης από την ημερομηνία του διαχωρισμού των τεμαχίων από μερίδια σε ξεχωριστούς τίτλους. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του τεμαχίου 235 και 236 (νέο 800) αποτελούσε το εσωτερικό σύνορο και ορίστηκε ως το εξωτερικό σύνορο των τεμαχίων αυτών κατά τον διαχωρισμό του τίτλου την 21.07.1995 και ήταν το σύνορο που αδιαμφισβήτητα αναγνωρίστηκε από τους συνιδιοκτήτες μέχρι την ημερομηνία του διαχωρισμού. Αλλά ακόμα κι αν δεν ληφθεί υπόψη αυτό και γίνει προσπάθεια ερμηνείας του διαφιλονικούμενου συνόρου ως αρχικό σύνορο, με βάση την εργασία που έγινε στην περιοχή από τον ίδιο τον ΜΕ3, το σχέδιο που ετοίμασε με τη βοήθεια της τεχνολογίας, τις μεγεθύνσεις, και κατανέμοντας στα δύο τεμάχια όλο τον διαθέσιμο χώρο που το Κτηματολόγιο έχει αναλογίσει στα τεμάχια, φαίνεται ότι η πραγματική διαφορά είναι της τάξης του 1 μέτρου και πολύ πιο μικρή από την ακρίβεια της κλίμακας 1:5000 ή την ακρίβεια του χωρομετρικού της περιοχής ή την ακρίβεια που μπορεί ένας καλός σχεδιαστής να απεικονίσει σε κλίμακα 1:5000 ένα αντικείμενο. Χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι το συγκεκριμένο σχέδιο αναφοράς ετοιμάστηκε μέσα σε 25 ημέρες και στο ύπαιθρο, μετακινώντας την μετροτράπεζα από σημείο σε σημείο μέσα στον Αύγουστο, το
  8. Ο ΜΕ3 καταλήγει πως η απόφαση του Διευθυντή να αγνοήσει υφιστάμενο φυσικό σύνορο και να ορίσει νέο σύνορο μεταξύ των επίδικων τεμαχίων ήταν λανθασμένη και βασίζεται σε λανθασμένη πληροφόρηση που βασίστηκε με τη σειρά της σε τοπογραφία που είχε προηγηθεί της 14.05.1999 και ως να ήταν αλάθητη υποδείχθηκε και αποφεύχθηκε η νέα πραγματική μελέτη. Ο ΜΕ3 προσκομίζει συνημμένα στην Έκθεσή του (Τεκμήριο 2) το Πιστοποιητικό Εγγραφής επί της Εφεσείουσας του αρχικού 1/3 μεριδίου του τεμαχίου 235, 236, 237, αρ. εγγραφής XXXX, το ξεχωριστό Πιστοποιητικό Εγγραφής επί της Εφεσείουσας του όλου τεμαχίου 236, αρ. εγγραφής XXXX και το ίδιο με την προσθήκη των δικαιωμάτων διάβασης, το Πιστοποιητικό Εγγραφής επί της Εφεσείουσας του όλου τεμαχίου με νέο αριθμό 800, αρ. εγγραφής XXXX, δέσμη σχεδίων του τεμαχίου 236 και της περιοχής σε κλίμακα 1:5000 με παραπομπές αναφοράς σε άλλους φακέλους για επιμέρους σημάνσεις, σχεδιάγραμμα και υπολογισμό εμβαδού του τεμαχίου 800 και επίσημο κτηματικό σχέδιο με παραπομπή αναφοράς τον ΑXXXX/00, σχέδιο που περιλήφθηκε στον τίτλο του τεμαχίου 800, επιστολή ημερομηνίας 15.05.2001 από το Υπουργείο Εσωτερικών, Επαρχιακή Διοίκηση, προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού με την οποία αναφέρεται στο σημείωμα 8 του φακέλου ΑXXXX/00 που αφορά τη διόρθωση χωρομετρικής εργασίας με τον φάκελο ΑXXXX/98 και δια της οποίας πληροφορεί ότι η άποψη του Γραφείου του Έπαρχου είναι όπως υιοθετηθεί το εγκεκριμένο σχέδιο και όχι η επιτόπου κατάσταση, και άλλα κτηματικά σχέδια σε κλίμακα 1:
  9. Η Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή Στην Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή, που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και σημειώνεται ως Τεκμήριο 3, γίνεται αναφορά πως, αφού στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο την 17.09.2013 οι σχετικές ειδοποιήσεις που προνοούνται στο άρθρο 58 § 1 του Κεφ.224, σε όλα τα μέρη, δηλαδή στην Εφεσείουσα και στην Εφεσίβλητη, έγινε επιτόπια εξέταση την 21.10.2013 για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Η επιτόπια εξέταση έγινε από τον κτηματολόγο επιτόπιων ερευνών κύριο XXXX και τον χωρομέτρη κύριο XXXX στην παρουσία της ΜΕ1, του ΜΕ2, του αντιπρόσωπου της Εφεσίβλητης, και του ΜΕ
  10. Είχε εξακριβωθεί από τις παρουσίες ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι είχαν ειδοποιηθεί νομότυπα. Η Εφεσείουσα δήλωσε ότι έχει συνοριακή διαφορά με την Εφεσίβλητη και προσδιόρισε επιτόπου το διαφιλονικούμενο τμήμα, το οποίο η Εφεσίβλητη υποστήριξε πως αποτελεί μέρος του τεμαχίου της. Αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη συνοριακής διαφοράς, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε με τη διαδικασία επίλυσής της. Έλαβε υπόψη του προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες και άλλους σχετικούς φακέλους, ως εξής: (α) Νότια του τεμαχίου 800 υπάρχουν δεσμεύσεις από προηγούμενη χωρομετρική εργασία για τα τεμάχια 643, 644, 645, 640, 845 και ανατολικά του τεμαχίου 800 έχει γίνει χωρομετρική εργασία για τα τεμάχια 212 και 216 που έχει ελεγχθεί και είναι ορθή. (β) Δυτικά του τεμαχίου 1222 υπάρχει επιτόπου φυσική λεπτομέρεια, γκρεμνός, ο οποίος αποτυπώθηκε και υφίσταται αναλλοίωτος από την αρχική χωρομετρία, τόσο στο εν χρήσει σχέδιο όσο και στο αρχικό σχέδιο, (γ) Η θέση του εγγεγραμμένου συνόρου του κοιμητηρίου που περιβάλλεται από περιτοίχισμα και υφίσταται από την αρχική χωρομετρία είναι αναλλοίωτη, (δ) το τριγωνομετρικό σημείο 657/4 το οποίο φαίνεται στο εν χρήσει σχέδιο όσο και στο αρχικό σχέδιο υπάρχει και στην αρχική χωρομετρία, το σημείο καταστράφηκε, όμως έχει αποτυπωθεί πριν από την καταστροφή του. Με βάση αυτά, όπως αναφέρεται, έγινε η καλύτερη δυνατή ταύτιση με το εν χρήσει σχέδιο, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απόλυτη ταύτιση με την χωρομετρική εργασία των χωρομετρικών βιβλίων ΜXXXX σελ.30-31 και ΜXXXX σελ.16-
  11. Το εγγεγραμμένο σύνορο, όπως έχει αποδοθεί, ταυτίζεται με το εν χρήσει σχέδιο όσον αφορά τη θέση, το σχήμα και το μέγεθος των εμπλεκόμενων τεμαχίων. Η χωρομετρική εργασία έγινε με συσκευή GPS Topcon GR3 με σημείο αναφοράς το CYPOS και η επεξεργασία των δεδομένων έγινε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή με το λογισμικό Liscard
  12. Ως αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας, τοποθετήθηκαν τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των ακινήτων με αριθμούς τεμαχίων 235 και 800 και ετοιμάστηκε σχέδιο/σχεδιάγραμμα που δείχνει τόσο τη διαφιλονικούμενη λωρίδα όσο και τα ακίνητα των διαδίκων με τις απαραίτητες καταμετρήσεις. Η χωρομετρική εργασία ελέγχθηκε από τον σχεδιαστή και ετοιμάστηκε σχέδιο στην κλίμακα του εν χρήσει κτηματικού σχεδίου σε χαρτί και πλαστικό στα οποία φαίνονται τα σύνορα των τεμαχίων, το διαφιλονικούμενο μέρος και οι επιτόπου καταστάσεις. Ετοιμάστηκε επίσης σχέδιο/σχεδιάγραμμα στο οποίο φαίνονται με ψηφία Α και Β τα προσωρινά ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί επιτόπου για το κοινό σύνορο μεταξύ των ακινήτων. Στη συνέχεια, και αφού επιβεβαιώθηκε ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 58 του Κεφ.224, εκδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 11.11.2014 η οποία κοινοποιήθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη με συστημένο ταχυδρομείο την 12.11.2014, στην οποία επισυνάφθηκε σχέδιο/σχεδιάγραμμα όπου σημειώνονταν με κόκκινο χρώμα η διαφιλονικούμενη έκταση, η οποία αποτελεί μέρος του τεμαχίου 235 και της εγγραφής του. Η ένσταση Με ένσταση που καταχώρισε η Εφεσίβλητη, υποστηρίζει ότι ο Διευθυντής ενήργησε σύμφωνα με τον νόμο και τους κανονισμούς και η απόφασή του ημερομηνίας 11.11.2014 είναι δεόντως αιτιολογημένη ενώ τηρήθηκαν και οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης· πριν από την έκδοση της απόφασης, έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση και τα οποία μπορούσε ή έπρεπε να λάβει υπόψη για τους σκοπούς τέτοιας διαδικασίας, βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο σύμφωνα με το οποίο εκδόθηκαν οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας των επίδικων ακινήτων ως επίσης και στους σχετικούς φακέλους, τις χωρομετρικές εργασίες που υπάρχουν στην περιοχή και σε σταθερά χωρομετρικά σημεία, ενώ έγινε χρήση σύγχρονων χωρομετρικών οργάνων μέτρησης, βασίστηκε σε ορθές μετρήσεις και ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία και πρακτική. Η Εφεσίβλητη προσκόμισε, με τη μορφή ένορκων δηλώσεων συνημμένων στην ένστασή της και μεταγενέστερα, μαρτυρία των κύριων XXXX, κτηματολογικού λειτουργού (ΜΥ1), και XXXX, τοπογράφου κτηματολογικού λειτουργού (ΜΥ2). Ο ΜΥ1 εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, στο Τμήμα Επιτόπιων Ερευνών, και είναι Κτηματολογικός Γραφέας. Μέρος των καθηκόντων του είναι η εξέταση αιτήσεων που αφορούν συνοριακές διαφορές σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κεφ.
  13. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να παράσχει τη μαρτυρία αυτή. Αναφέρει πως την αίτηση ΑΧXXXX/03 για επίλυση συνοριακής διαφοράς την υπέβαλε η Εφεσίβλητη, ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 235, και σχετικά με το σύνορο του τεμαχίου της με το τεμάχιο 800, της Εφεσείουσας. Ο Διευθυντής, μετά την εξέταση της αίτησης ΑΧXXXX/03, με την απόφασή του ημερομηνίας 22.02.2005, καθόρισε τη θέση του επίδικου εγγεγραμμένου συνόρου, και η απόφασή του εφεσιβλήθηκε με την Έφεση 194/05, όπου το Δικαστήριο, με απόφασή του ημερομηνίας 31.01.2013, ακύρωσε την απόφαση του Διευθυντή ως αναιτιολόγητη και διέταξε την επανεξέταση της υπόθεσης από άλλο υπάλληλο. Την 17.09.2013, στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο οι σχετικές ειδοποιήσεις στους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 58 § 1 του Κεφ.224, με τις οποίες πληροφορούνταν ότι η νέα επιτόπια έρευνα θα διεξάγονταν την 21.10.
  14. Στην επιτόπια έρευνα που έλαβε χώρα την 21.10.2013, παρευρέθηκαν, εκτός από τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι ΜΕ2 και ΜΕ
  15. Πριν από την υπόδειξη της θέσης του εγγεγραμμένου συνόρου, εξήγησε στους διαδίκους τον λόγο της επιτόπιας έρευνας και τους ζήτησε να του προσδιορίσουν επιτόπου τη συνοριακή διαφορά και το διαφιλονικούμενο μέρος. Η Εφεσείουσα υπέδειξε την έκταση του διαφιλονικούμενου μέρους, όπως αυτή φαίνεται με κόκκινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 11.11.
  16. Η Εφεσίβλητη διαφώνησε, υποστηρίζοντας ότι η έκταση που υποδείχθηκε καλύπτεται από τον υφιστάμενο τίτλο της. Μετά την υπόδειξη του διαφιλονικούμενου μέρους από τους διαδίκους, ο ΜΥ2 προχώρησε στην υπόδειξη της θέσης του εγγεγραμμένου συνόρου στην παρουσία των διαδίκων, η οποία έγινε αποδεκτή από την Εφεσίβλητη, ενώ η Εφεσείουσα δεν αποδέχθηκε τη θέση του εγγεγραμμένου συνόρου όπως της υποδείχθηκε από τον χωρομέτρη. Η χωρομετρική εργασία πάνω στην οποία βασίστηκε η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 22.02.2005 είχε γίνει από άλλο χωρομέτρη. Η νέα χωρομετρική εργασία την 21.10.2013 έγινε από άλλο χωρομέτρη. Ο ΜΥ2, για να υποδείξει το εγγεγραμμένο σύνορο, βασίστηκε σε επιτόπια έρευνα και χωρομετρική εργασία. Η τοποθέτηση του επίδικου συνόρου βασίστηκε στο εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των επίδικων ακινήτων. Ο ΜΥ1 διαφωνεί με τις θέσεις των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 και θεωρεί ότι η απόφαση είναι νόμιμη, αιτιολογημένη και ακολουθήθηκε ορθή διαδικασία και πρακτική, και ο καθορισμός της θέσης του εγγεγραμμένου συνόρου μεταξύ των επίδικων ακινήτων βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο. Είχαν ληφθεί υπόψη επίσης προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες που αφορούν κτήματα στην περιοχή και που έχουν ελεγχθεί από το σχεδιαστήριο και εξακριβωθεί ως ορθά. Λήφθηκαν υπόψη τα πραγματικά δεδομένα που έπρεπε να ληφθούν και η απόφαση είναι το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και μελέτης. Ο ΜΥ2, τοπογράφος απόφοιτος των ΤΕΙ Αθηνών, εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, στον κλάδο Χωρομετρίας, από το 2009, και έχει τύχει και σχετικής ενδοτμηματικής εκπαίδευσης στον κλάδο Χωρομετρίας και κατέχει τη θέση του τεχνικού μηχανικού. Του είχαν δοθεί οδηγίες να προχωρήσει στην επανεξέταση της υπόθεσης με δική του ανεξάρτητη χωρομετρική εργασία, ενόψει της ακύρωσης της προηγούμενης απόφασης του Διευθυντή και της διαταγής για επανεξέταση. Προχώρησε στην ανάλογη ετοιμασία της υπόθεσης, για την εξακρίβωση και ανεύρεση όλων των στοιχείων που αφορούν και σχετίζονται με την υπόθεση, όπως το εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο, που προσκομίζει και σημειώνεται ως Τεκμήριο 4, το αρχικό χωρομετρικό σχέδιο, που σημειώνεται ως Τεκμήριο 5, τη χωρομετρική εργασία που σχετίζεται με τα τεμάχια 640, 643, 644, 645, 845 και 545, που έγινε στον φάκελο ΑΧXXXX/03 που αφορούσε τη διευθέτηση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των τεμαχίων 545 και 845 για την οποία είχε εκδοθεί απόφαση του Διευθυντή, που προσκομίζει μαζί με το σχέδιο και σημειώνονται μαζί από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6, τις χωρομετρικές σελίδες 16-17 του χωρομετρικού βιβλίου ΜXXXX που σχετίζονται με τη χωρομετρική εργασία των τεμαχίων 215, 217 και 625 που προσκομίζει και σημειώνονται ως Τεκμήριο 7, στις σελίδες 32-33 του χωρομετρικού βιβλίου ΜXXXX του Φ./Σχ.XXXX που προσκομίζει και σημειώνονται ως Τεκμήριο 8, και τις χωρομετρικές σελίδες 30-31 του χωρομετρικού βιβλίου ΜXXXX που αφορούν στη χωρομετρική εργασία που σχετίζεται με την αφαίρεση της ρυμοτομίας του τεμαχίου 236 του Φ./Σχ.XXXX σύμφωνα με τον φάκελο ΑXXXX, που προσκομίζει και σημειώνονται ως Τεκμήριο
  17. Όπως εξηγεί ο ΜΥ2, η χωρομετρική εργασία των τεμαχίων που αναφέρει είχε ελεγχθεί από το σχεδιαστήριο και είναι ορθή και δεσμευτική, οπότε υποχρεωτικά υιοθετήθηκε μετά και από τον δικό του έλεγχο, στο πλαίσιο της δικής του έρευνας. Την 10.10.2013, επισκέφθηκε την περιοχή που βρίσκονται τα επίδικα κτήματα και διενήργησε δική του ανεξάρτητη επιτόπια έρευνα, όπου αποτύπωσε σταθερά σημεία και φυσικές καταστάσεις, όπως όχθους, περιφράξεις, κρημνούς, το κοιμητήριο, το τριγωνομετρικό σημείο 657/4 και άλλα τοπογραφικά χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες. Οι εν λόγω αποτυπώσεις έγιναν με τη χρήση σύγχρονων τοπογραφικών οργάνων, ήτοι το GPS Topcon GR3 με σημείο αναφοράς το CYPOS. Τα διάφορα χωρομετρικά δεδομένα έτυχαν επεξεργασίας από τον ίδιο με λογισμικό Liscart 10 και εξακριβώθηκε η απόλυτη ταύτισή τους με τη χωρομετρική εργασία που διεξήγαγε ο συνάδελφός του για τον καθορισμό του κοινού εγγεγραμμένου συνόρου των επίδικων τεμαχίων. Στη συνέχεια, προχώρησε στην αποτύπωση του επίδικου ακινήτου βασιζόμενος στα χωρομετρικά χαρακτηριστικά της περιοχής, όπως περιφράξεις, κρημνούς, το κοιμητήριο, προηγούμενες χωρομετρίες και η σχετική αποτύπωση φαίνεται σε διαφάνεια που προσκομίζει και σημειώνεται ως Τεκμήριο 10, την οποία σύγκρινε με το εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 4) και διαπίστωσε ότι ταυτίζεται απόλυτα. Στη συνέχεια, προχώρησε και στην απόδοση και τον καθορισμό του επίδικου συνόρου που ταυτίζεται με το εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο, όσον αφορά τη θέση, τις διαστάσεις και το σχήμα των επίδικων ακινήτων. Η δική του ανεξάρτητη εργασία, όπως αναφέρει, ελέγχθηκε από το σχεδιαστήριο και βρέθηκε ότι είναι ορθή. Ο συνάδελφός του, ΜΥ1, με ασφαλισμένη επιστολή ημερομηνίας 17.09.2013 προς τους διαδίκους, όρισε την υπόθεση για επανεξέταση την 21.10.
  18. Την 21.10.2013, στην παρουσία του, ο ΜΥ1 ζήτησε από τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποδείξουν τη συνοριακή διαφορά που είχαν. Η Εφεσείουσα υπέδειξε την έκταση του διαφιλονικούμενου μέρους όπως φαίνεται με κόκκινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που προσκομίζει και ο ίδιος και σημειώνεται ως Τεκμήριο
  19. Η Εφεσίβλητη υποστήριξε ότι η έκταση περιλαμβάνεται στον τίτλο της. Μετά την υπόδειξη του διαφιλονικούμενου μέρους, προχώρησε στην υπόδειξη της θέσης του εγγεγραμμένου συνόρου στην παρουσία των διαδίκων, που έγινε αποδεκτή από την Εφεσίβλητη, αλλά όχι από την Εφεσείουσα. Ο ΜΥ2 εκφράζει τη διαφωνία του με τις θέσεις των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ
  20. Ειδικότερα, ως προς τις θέσεις του ΜΕ3, ο ΜΥ2 αναφέρει πως δεν χρησιμοποίησε συντεταγμένες που του υποδείχθηκαν αλλά προέβη στη δική του ανεξάρτητη έρευνα και χωρομετρική εργασία, με τον τρόπο που εξήγησε, και οι συντεταγμένες που χρησιμοποίησε ήταν αποτέλεσμα της δικής του αποτύπωσης και δεν ορίστηκαν εκ των προτέρων. Ο ισχυρισμός του ΜΕ3 για συμφωνημένο διαχωρισμό που έγινε δήθεν το 1995 είναι λανθασμένος και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του εγγεγραμμένου συνόρου, που γίνεται με βάση το εν χρήσει σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές. Η αφαίρεση της ρυμοτομίας έγινε σύμφωνα με τον φάκελο ΑXXXX/98 και η χωρομετρική εργασία στη βάση της οποίας αφαιρέθηκε η ρυμοτομία είναι ορθή, ως είχε διαπιστωθεί από το σχεδιαστήριο, και λήφθηκε υπόψη. Δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ΜΕ3 ότι οι οδηγίες που είχε ο ΜΥ2 ήταν απλώς να επανατοποθετήσει και να υιοθετήσει τα σημεία που κατέγραψε ο προηγούμενος χωρομέτρης και να τα θεωρήσει ως δεδομένα. Οι οδηγίες που είχε ήταν να προχωρήσει σε ένα έρευνα, όπως έπραξε, και κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, κάτι που όμως δεν σημαίνει ότι υιοθέτησε άλλη εργασία. Σύμφωνα με τον ΜΥ2, δεν παρουσιάζεται διαφορά στο περιτοίχισμα του κοιμητηρίου σε σύγκριση με το εν χρήσει σχέδιο, αλλά το περιτοίχισμα του κοιμητηρίου είναι ένα από τα σταθερά σημεία και φυσικές καταστάσεις, αντιπροσωπεύει και τη θέση του εγγεγραμμένου συνόρου του, υφίσταται από την αρχική χωρομετρία αναλλοίωτο, και έπρεπε να ληφθεί υπόψη, όπως και λήφθηκε. Η επιτόπου θέση του όχθου παρουσιάζει μια πολύ μικρή υψομετρική διαφορά μεταξύ των επίδικων ακινήτων, στην πλευρά που είναι το επίδικο σύνορο, η οποία αγνοήθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη, για τον λόγο ότι ο όχθος δεν είναι φυσικός και δεν αποτελεί το φυσικό σύνορο μεταξύ των δύο τεμαχίων. Εξηγεί, ο ΜΥ2, πως πάντοτε λαμβάνεται υπόψη από τους χωρομέτρες η υψομετρική διαφορά και παλιοί όχθοι και δόμες ή αργάκια στις περιπτώσεις που αφορούν τα αρχικά σύνορα και όπου αποδεδειγμένα ήταν τα ίδια και δεν έχουν αλλοιωθεί ή μετακινηθεί από τον καιρό της γενικής χωρομετρίας και επανεκτίμησης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως είναι η θέση του μάρτυρα, δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ο ΜΥ2 διαφωνεί και με τη θέση του ΜΕ3 ότι η θέση του επίδικου συνόρου έπρεπε να βασιστεί στον επιτόπου όχθο και περίφραξη· δεν υπάρχουν επιτόπου αυτά τα χαρακτηριστικά, αλλά ακόμα κι αν κάποιος θεωρήσει ότι υπάρχουν, δεν ταυτίζονται με τα υπόλοιπα σταθερά σημεία, τις προηγούμενες χωρομετρίες, αλλά και με τα υπόλοιπα χωρομετρικά χαρακτηριστικά. Εάν ληφθούν υπόψη, και αποδοθεί το σύνορο, θα διαφοροποιηθεί το σχήμα και οι αποστάσεις ή και οι διαστάσεις και το εμβαδόν του επίδικου ακινήτου και δεν θα ταυτίζεται με το εν χρήσει σχέδιο. Ο ΜΕ3, όπως είναι η θέση του ΜΥ2, δεν έλαβε υπόψη του προηγούμενες χωρομετρίες που υπάρχουν στην περιοχή αναφορικά με τα τεμάχια 643, 644 και 645, 640, 845, 212 και 216, παρόλο που γνωρίζει ότι ένας αρμόδιος χωρομέτρης δεν μπορεί να τις αγνοήσει, είναι δεσμευτικές και αφορούν τεμάχια που συνορεύουν με τα επίδικα, αλλά και γιατί υιοθετήθηκαν με την έκδοση των τίτλων τους. Δεν έδωσε κάποια δικαιολογία γιατί τις αγνόησε. Θεωρεί ότι προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και ότι η θέση του εγγεγραμμένου συνόρου αποδόθηκε με βάση το χωρομετρικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές. Διαδικασία Η ακρόαση της Έφεσης έγινε με τη διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός 10 § 3 του περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του 1956, με την εισαγωγή και προφορικής μαρτυρίας δια αντεξέτασης. Η τελευταία φαίνεται πως προκάλεσε καθυστέρηση, που αποτυπώνεται στα πρακτικά που βρίσκονται στον φάκελο της διαδικασίας. Αντεξετάστηκαν οι ΜΕ3, ΜΥ1 και ΜΥ2, την 28.09.2021, την 18.10.2021 και την 19.10.2021, σε διαδικασία που διήρκησε συνολικά περίπου 3 ώρες και 52 λεπτά. Ενόψει της αντεξέτασης, δόθηκε δυνατότητα επανεξέτασης, για τυχόν διευκρινίσεις. Η προφορική μαρτυρία των ΜΕ3, ΜΥ1 και ΜΥ2 αποτυπώθηκε στα πρακτικά της διαδικασίας που τηρήθηκαν με στενογράφηση (28.09.2021, 18.10.2021) και στενοτύπηση (19.10.2021). Το Δικαστήριο τηρούσε ηλεκτρονικά σημειώσεις, που στο τέλος της διαδικασίας τοποθετήθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, δόθηκε χρόνος στους συνήγορους των δύο πλευρών να αγορεύσουν, με χρήση γραπτών αγορεύσεων, μέχρι την 17.12.2021, ωστόσο την 17.12.2021 ζήτησαν περαιτέρω χρόνο, μέχρι την 17.01.2022, ημερομηνία κατά την οποία αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν, δια γραπτών αγορεύσεων, δεν χρειάστηκαν οποιεσδήποτε διευκρινίσεις. Το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του την 17.01.
  21. Προφορική μαρτυρία ΜΕ3 Ο ΜΕ3, κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο της Εφεσίβλητης, μεταξύ άλλων, ανέφερε πως δεν ασχολήθηκε με το εμβαδόν που αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας, που κατά τη θέση του, και το ίδιο Κτηματολόγιο δεν θεωρεί ορθά, ούτε ο ίδιος μπορεί να ξέρει αν είναι ορθό το νούμερο που το Κτηματολόγιο έθεσε ως εμβαδόν. Δεν ήταν μέσα στο πλαίσιο της έρευνας που του ανατέθηκε εάν η Εφεσείουσα εξασφάλισε τίτλο κατόπιν αίτησή της και ο τίτλος της βασίστηκε επί σχεδίου και δεν προσβλήθηκε, ούτε δέχθηκε τη θέση που με επιμονή υπέβαλε ο συνήγορος της Εφεσίβλητης ότι κατά τη χωρομετρική εργασία που έγινε για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς έπρεπε να υιοθετηθεί η χωρομετρική εργασία που υιοθετήθηκε και περιλήφθηκε στον τίτλο ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας. Ο ίδιος θεώρησε πως από τη στιγμή που αμφισβητούνται τα σύνορα και το Δικαστήριο διέταξε επανεξέταση, θα πρέπει να μην λάβει υπόψη του τον τίτλο ιδιοκτησίας και την χωρομετρική εργασία που έγινε για τους σκοπούς έκδοσής του, θεωρώντας πως ο ίδιος είχε τα αναγκαία και ουσιώδη για τη διενέργεια της εργασίας που εκτέλεσε. Ο έλεγχος, όπως ανέφερε, ξεκίνησε από τις πρωτογενείς πηγές, προσπάθησε να βρει την καλύτερη εφαρμογή με τις μαρτυρίες που υπήρχαν από το 1922 και έχει διασταυρώσει τις διάφορες χωρομετρίες που παρουσιάζονταν στα βιβλία του Κτηματολογίου και είχε καταρχήν διαπιστώσει κάποιες ασάφειες ή διασταυρούμενες διαφωνίες, που ενώ στα βιβλία φαίνονταν ένας αριθμός στο άλλο δεύτερος, υπέθεσε ότι ήταν λάθη των χωρομετρών και προσπαθούσε να κάνει αναπροσαρμογή των διαστάσεων και να ανακατανέμει τις διαστάσεις που αναγράφονταν σε αυτά σύμφωνα με τα ευρήματα που αναφέρονται επιτόπου. Ανέφερε, πρόσθετα, πως το 2018, όταν με μία επιτροπή είχε μεταβεί στην περιοχή αυτή, όταν υπήρχαν καταγγελίες και ενδείξεις ότι ολόκληρη η περιοχή ήταν ασταθής και μετακινείτο, νόμιζαν ότι οι μετακινήσεις ήταν μικρές και δεν θα επηρέαζαν τη χωρομετρική εργασία, τοποθέτησε επιτόπου σημεία επί της γης και έχει κάνει γενική πλήρη αποτύπωση της περιοχής που έλεγξε πριν 15 μέρες και τα ευρήματά του ήταν τρομακτικά, ολόκληρη περιοχή κινείται με τεράστια ταχύτητα. Αυτό δείχνει ότι ολόκληρη η περιοχή βρισκόταν σε συνεχή μετακίνηση εδώ και χρόνια, που το Κτηματολόγιο και όσοι ασχολήθηκαν, ενώ τα έβλεπαν στους αριθμούς, τα αγνοούσαν, γιατί ήταν με την πεποίθηση ότι η γη ήταν κάτι σταθερό, το κοιμητήριο μετατέθηκε κατά 5 μέτρα. Όταν του υποβλήθηκε ότι αυτά δεν έχουν σχέση με την υπόθεση και ότι δεν έπρεπε να κάνει τίποτε άλλο εκτός από το να υιοθετήσει τη χωρομετρική εργασία που υπήρχε, προσπάθησε να εξηγήσει ότι δεν μπορούσε να αγνοήσει τη διαφωνία των μερών και την ανάγκη επανεξέτασης σε συνάρτηση με τις διαστάσεις που έβλεπε ότι δεν συνάδουν με την επιτόπου κατάσταση. Η εφαρμογή του εν χρήσει σχεδίου, όπως είπε, για αποστάσεις κάτω των 3 μέτρων, είναι σχετικά υποκειμενική, η ακρίβεια που εμπεριέχουν, ακόμα και σε σταθερές περιοχές, τα χωρομετρικά σχέδια, δεν είναι πάντα ορθή και η προσπάθεια για την εφαρμογή της είναι μια προσπάθεια «best match». Από κει και πέρα, διέφεραν τα ταιριάσματα που έκανε ο ίδιος και ο υπάλληλος του Κτηματολογίου. Δεν υπήρχε συμφωνία της επιτόπου κατάστασης, και, όπως ανέφερε, όταν υπάρχουν διαφορές, ο χωρομέτρης οφείλει να μελετήσει και να τις βρει. Η αναφορά του, όπως ανέφερε, βασίστηκε σε σημεία που του έδειξαν οι ιδιοκτήτες, όπως τα τέλια που υπήρχαν επιτόπου και ήταν το κοινό αναγνωρισμένο τους σύνορο εδώ και χρόνια. Όταν του υπέδειξε ο συνήγορος της Εφεσίβλητης πως όποιος τοποθετεί «στύλους» δεν καθίστανται και το σύνορο του κτήματός του, ο μάρτυρας απάντησε προφανώς όχι, αλλά εάν υπήρχαν στον χώρο 50 χρόνια και πλέον χωρίς να αμφισβητούνται και είναι κοντά στην ημερομηνία των πρώτων εγγραφών, δίδεται μια πιο ουσιαστική σημασία, λέγοντας, μεταξύ άλλων, χαρακτηριστικά «αν πάω σε ένα σημείο που βρίσκω ποταμό που έχει βάθος 20 και πλέον μέτρα και πάνω στο σχέδιο μου παρουσιάζεται ότι είναι έξω στα γειτονικά χωράφια, οπωσδήποτε δεν πάω να υιοθετήσω τη θέση στο σχέδιο». Όταν, προς απάντηση, του υποδείχθηκε από τον συνήγορο της Εφεσίβλητης ότι αυτό ισχύει όταν δεν υπάρχει προηγηθείσα χωρομετρική εργασία στη βάση της οποίας ετοιμάστηκε ένα field book (χωρομετρικό βιβλίο), ο μάρτυρας επανέλαβε πως επειδή ήταν στον χρόνο αμφισβήτησης και υπήρχε διαταγή για επανεξέταση, μπορούσε να λάβει υπόψη του την επιτόπου κατάσταση. Ερωτήθηκε εάν βασίστηκε πάνω στις χωρομετρικές εργασίες που του δόθηκαν από το Κτηματολόγιο, και ανάφερε πως έχει κάνει ανάλυσή τους και την εποχή που έκανε τη μελέτη, όπου έβρισκε διαφορές με την επιτόπου κατάσταση, προσπαθούσε να κάνει μετατροπή, δεν είχε αντιληφθεί τότε το πρόβλημα των συνεχών μετακινήσεων. Ωστόσο, δεν θυμόταν ποια τεμάχια αφορούσαν οι χωρομετρικές εργασίες που είδε. Του υποβλήθηκε ότι υπήρχαν στην περιοχή χωρομετρικές εργασίες που αφορούσαν γειτονικά τεμάχια στη βάση των οποίων εκδόθηκαν αποφάσεις του Κτηματολογίου, έγιναν τελεσίδικες, εκδόθηκαν τίτλοι και αυτές δεν τις έλαβε υπόψη καθόλου, και απάντησε πως έχει μελετήσει όλες τις χωρομετρικές εργασίες, τις έχει αναπτύξει, τις έχει ζυγίσει και έχει βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ο ΜΕ3 δεν είχε μαζί του το σχέδιο που ανέφερε ότι ετοίμασε. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Εφεσείουσας. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασής του εστίασε στον τρόπο ετοιμασίας της ένορκης του δήλωσης και στον βαθμό τυποποίησής της. Ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι συνήθως, γράφουν αυτά που θέλουν να πουν σε ένα χαρτί, τα δίνουν στη δακτυλογράφο και τα δακτυλογραφεί, το πρόχειρο χαρτί δεν το κρατούν, είναι δική του η ένορκη δήλωση, ως προς την οποία ο δικηγόρος μπορεί να υπέδειξε λάθη, όπως ορθογραφικά, χωρίς να θυμάται τη διαδικασία που ακριβώς ακολουθήθηκε. Δεν αρνήθηκε ότι μερικές παράγραφοι είναι τυποποιημένες και χρησιμοποιούνται σε όλες τις ένορκες δηλώσεις. Συνήθως, όπως ανέφερε, υπάρχει μια διαδικασία που ακολουθούν στις ένορκες δηλώσεις. Ερωτώμενος ακόμα και τι τον ενδιαφέρουν τα έξοδα της διαδικασίας, ανέφερε πως πολλές φορές έρχεται ο εφεσείων και διεκδικεί έξοδα, αλλά είναι μια δικαστική διαδικασία για την οποία δεν θα πρέπει να επιβαρύνεται το Κτηματολόγιο με έξοδα. Ο ΜΥ1 ανέφερε πως ήταν παρών όταν ο ΜΥ2 έκανε την επιτόπια έρευνα, αλλά όχι την 10.10.
  22. Υπάρχει περίπτωση, όπως ανέφερε, ένας χωρομέτρης ή ο οποιοσδήποτε τοπογράφος να πάει επιτόπου να πάρει δεδομένα ή μετρήσεις, για να ετοιμάσει την υπόθεσή του, σε εκείνη την περίπτωση δεν είναι ανάγκη να είναι και ο ίδιος παρών, όταν όμως ειδοποιηθούν τα μέρη να παρευρίσκονται, τότε είναι παρών. Ο ίδιος, ως κτηματολόγος, ασχολείται με το νομικό/τεχνικό μέρος, δεν χρειάζεται να είναι παρών για τις μετρήσεις για τον ορισμό του συνόρου ή για σταθερά σημεία, ο χωρομέτρης μπορεί να πάει και δέκα φορές, έχει την κατάρτιση. Ο ίδιος, όταν πάει σε μια επιτόπια έρευνα, ρωτά τον χωρομέτρη αν είναι έτοιμος να υποδείξει το σύνορο. Δεν θυμάται και δεν τον ενδιαφέρει πόσες φόρες πήγε ή τι έκανε ο χωρομέτρης. Πάντοτε βασίζεται στη δουλειά του χωρομέτρη. Κατά την επιτόπια έρευνα, τα σύνορα που τοποθετούνται είναι προσωρινά, μέχρι να ελεγχθεί η δουλειά από το χωρομετρικό τμήμα, οπότε μπορεί να διαφανεί τυχόν λάθος. Κατά την επιτόπια έρευνα που έγινε την 21.10.2013, ήταν παρούσα και η Εφεσείουσα. Κατά τη λήψη των παρουσιών την 21.10.2013, ο ίδιος είχε υποχρέωση να ενημερώσει τους παρόντες για τον σκοπό της επίσκεψης και της νέας έρευνας, που ήταν η απόφαση του Δικαστηρίου. Εφόσον έδωσε να καταλάβουν τα ενδιαφερόμενα μέρη τον σκοπό της παρουσίας τους, τους ενημέρωσε για το διαφιλονικούμενο μέρος, που γνώριζε ήδη, και άκουσε τις απόψεις των μερών. Η Εφεσείουσα είπε ότι το μέρος αυτό της ανήκε ανέκαθεν, πάντα ήταν δικό της, και γιατί αυτοί έρχονται τώρα να θεωρήσουν ότι δεν της ανήκει, εξέφρασε έντονες ανησυχίες πριν καν υποδείξουν το σύνορο, της είπε τα δικαιώματα που έχει, βάσει του άρθρου 58 του Κεφ.224, και ότι εκείνοι έχουν υποχρέωση να υποδείξουν το σύνορο μετά τη νέα χωρομετρική εργασία που έκανε ο χωρομέτρης. Αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου της Εφεσείουσας ότι ψεύδεται. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 αντεξετάστηκε επίσης από τον συνήγορο της Εφεσείουσας. Μεταξύ άλλων, ανέφερε, απαντώντας σε υποβολή του συνηγόρου της Εφεσείουσας ότι είχε αναλάβει να προβεί σε νέα έρευνα μετά από τη δικαστική απόφαση εναντίον της προηγούμενης επιτόπιας έρευνας και την ακύρωση, μαζί με την απόφαση του Διευθυντή, και της προηγούμενης έρευνας, ότι δεν ήταν άκυρη η έρευνα, απλά δεν ήταν αιτιολογημένη η απόφαση του Διευθυντή· η ακύρωση δεν ήταν χωρομετρική. Το Κτηματολόγιο του ανέθεσε να κάνει νέα χωρομετρική εργασία, αλλά η χωρομετρική εργασία βάσει της οποίας ενήργησε δεν είχε ακυρωθεί, έκανε τη νέα χωρομετρική εργασία πρόσθετα με τις μη ακυρωμένες προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες, τις οποίες έλεγξε προσωπικά. Όταν επισκέφθηκε τον χώρο την 10.10.2013, δεν χρειάζονταν να είναι παρόντες άλλα άτομα, έκανε μια δική του προεργασία, την οποία έπρεπε να κάνει για να κάνει τη χωρομετρική εργασία. Πήγε και στις 09.10.2013, για αναγνώριση του πεδίου (να βρει σταθερά σημεία, τους γκρεμούς που πρέπει να αποτυπώσει), και την 10.10.2013, για αποτύπωση. Υπέδειξε το τριγωνομετρικό σημείο και αρχικά απάντησε «ναι» σε ερώτηση εάν υπάρχει σήμερα, με αποτέλεσμα ο συνήγορος της Εφεσείουσας να του υποβάλει ότι δεν λέει την αλήθεια. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι πήγε, το βρήκε και το αποτύπωσε το 2013, χωρίς να γνωρίζει εάν σήμερα έχει αλλάξει οτιδήποτε. Όταν ερωτήθηκε εάν το είδε επιτόπου, απάντησε ότι το όρισε και μετέπειτα πως, όταν δεν υπάρχει, το ορίζει. Ο συνήγορος της Εφεσείουσας του υπέβαλε πως αυτό είναι κατεστραμμένο από το 2003, γιατί εκεί κτίστηκε το θέατρο του Πισσουρίου, αλλά ο μάρτυρας απάντησε πως μπορεί να καταστράφηκε πριν από καιρό, αλλά μπορεί να οριστεί το σημείο, η δουλειά του χωρομέτρη αυτή είναι, και ανύπαρκτο να είναι, υπάρχουν σημεία με κάρτες, που μπορούν να βασιστούν. Στην υποβολή ότι αν δεν υπάρχει ένα σταθερό σημείο, δεν είναι αξιόπιστη η έρευνα, απάντησε πως, με βάση τις καταστάσεις γύρω, μπορεί και πάλι να οριστεί, αν είναι στη θέση του. Τα τριγωνομετρικά σημεία δεν μπορεί να τα δει κάποιος με το γυμνό μάτι πάντοτε, ονομάζονται έτσι, αλλά δεν είναι σε σχήμα τριγωνομετρικό/τριγωνικό, με την εμπειρία του γνωρίζει, μέσα και από άλλες χωρομετρικές εργασίες, ότι πολλά τριγωνομετρικά σημεία δεν είναι σε σχήμα τριγωνικό. Ο ΜΥ2 ερωτήθηκε εάν τα διάφορα στοιχεία που πήρε είναι όλα σταθερά, εάν για παράδειγμα δεν άλλαξε το νεκροταφείο, από το 1923, και απάντησε πως δεν άλλαξε. Του υποβλήθηκε πως το νεκροταφείο είχε μετακινηθεί γύρω στο ενάμισι μέτρο, απαντώντας πως, τον καιρό που πήγε ο ίδιος, δεν βρήκε κάποια μετακίνηση. Είναι χωρομέτρης για 12 χρόνια, συμφώνησε πως μια παλιά δόμη, ένας γκρεμός, ένας όχθος είναι σταθερά σημεία αναλλοίωτα, αλλά διευκρίνισε πως εξαρτάται εάν θα θεωρηθεί ή όχι ως σταθερό σημείο ένας όχθος που δεν είναι φυσικός αλλά τεχνητός, ακόμα κι αν έγινε πριν από τη χωρομετρία. Όταν ο ίδιος πήγε, είδε ένα όχθο περίπου 40 πόντους, που ενδεχομένως να ήταν τεχνητός, αλλά δεν ήταν φυσικό σύνορο για να τον λάβει υπόψη, και εάν δεν ταιριάζει με τη χωρομετρία που έκανε, δεν μπορεί να τον εφαρμόσει. Δεν γνωρίζει εάν είναι ασταθής η περιοχή. Όταν του υποδείχθηκε πως είναι γνωστό ότι στο Πισσούρι υπάρχουν κατολισθήσεις, ανέφερε πως είδε στην τηλεόραση κάτι σχετικό, αλλά δεν γνωρίζει σε ποια περιοχή είναι ούτε γνωρίζει εάν αφορά στην περιοχή της Εφεσείουσας. Αρνήθηκε την υποβολή πως από την πρώτη χωρομετρική εργασία μέχρι την δική του, είχε γίνει μετακίνηση, επομένως δεν μπορούν να ταυτίζονται οι δύο χωρομετρίες, αναφέροντας πως εφόσον την ήλεγξε και την εφάρμοσε και ήταν τα ίδια σημεία, ταυτίζονται. Ως προς τις ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου της Εφεσείουσας για τον υποτιθέμενο συμφωνημένο διαχωρισμό, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν υπάρχει τέτοιος φάκελος, δεν εντόπισε τέτοιο φάκελο, υπήρχε μόνο η αφαίρεση της ρυμοτομίας, που λήφθηκε υπόψη. Ο ίδιος εξήγησε πως βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο, γι' αυτό θεωρεί πως είναι ορθή η εργασία του. Υποβλήθηκε ακόμα στον μάρτυρα πως καλύτερος τρόπος καταμέτρησης από το GPS, είναι η κορδέλα ή αλυσίδα, και ο μάρτυρας εξήγησε πώς λειτουργεί το GPS και πως είναι μεγάλης ακρίβειας. Όταν πήγε, είδε τους πασσάλους, αλλά όχι σύρματα, τους έλαβε υπόψη· είχε επισκεφθεί την περιοχή και στο πλαίσιο μιας δεύτερης υπόθεσης. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή ότι ανέφερε οποτεδήποτε πως θα εφαρμόσει την προηγούμενη απόφαση χωρίς αλλαγές και ότι παίρνει ως δεδομένο ότι οποιεσδήποτε έρευνες έγιναν σε όλη την περιοχή είναι σωστές, εξηγώντας πως τις έχει αποτυπώσει ξανά και τις έλεγξε επιτόπου. Και τα τεμάχια που βρίσκονται πιο πάνω ελέγχθηκαν από τον ίδιο και το συνεργείο του, παρόλο που δεν θυμάται με ποια άτομα συνεργάστηκε στην προκειμένη περίπτωση. Όπως γνωρίζει, η εργασία στην οποία προέβη ελέγχθηκε και ήταν ορθή, εφόσον δεν είχαν προταθεί διορθώσεις. Ακόμα και κατολισθήσεις να γίνονται, ο ίδιος τα ίδια σημεία θα είχε, χωρομετρικά. Δεν γνωρίζει εάν υπήρχαν μετακινήσεις και εάν αυτές επηρεάζουν την ορθότητα των ευρημάτων του. Επέμεινε στην απάντησή του ότι, από τη στιγμή που υπάρχουν χωρομετρικά βιβλία και τα εφάρμοσε, είναι ορθός. Νομικές πτυχές Το άρθρο 50 του Κεφ. 224 ορίζει, σε σχέση με τον τρόπο καθορισμού της έκτασης της εγγεγραμμένης γης, ότι η έκταση της γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η έκταση του τεμαχίου με το οποίο δύναται να συσχετιστεί η εγγραφή πάνω σε οποιοδήποτε κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο ή πάνω σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο που καταρτίστηκε πάνω σε κλίμακα από τον Διευθυντή. Νοείται ότι, όταν η εγγραφή δεν δύναται να συσχετιστεί με οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο, η έκταση αυτή είναι η έκταση της γης στην οποίαν δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομιάς. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κεφ. 224, όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει την διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπιν ειδοποίησης που δίνεται στα μέρη τουλάχιστον δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για τον χρόνο κατά τον οποίον θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα. Ο Διευθυντής δύναται να αποφασίσει επί της διαφοράς στην περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε μέρους που ειδοποιήθηκε όπως προνοείται. Μόλις ο Διευθυντής αποφασίσει επί διαφοράς συνόρων, δίνει ειδοποίηση στα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη για την απόφασή του και τοποθετεί τέτοια ορόσημα ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο για κατάδειξη της γραμμής των συνόρων όπως αυτή αποφασίστηκε από αυτόν και προβαίνει σε τέτοιες καταμετρήσεις και σημειώσεις όπως δυνατόν να απαιτούνται προς διακρίβωση της θέσης των οροσήμων. Σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 224 δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο. Η δικαιοδοσία που ασκεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο μιας Έφεσης είναι αναθεωρητική. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η ίδια που ακολουθείται στην αναθεωρητική δικαιοδοσία επί διοικητικών πράξεων στον τομέα του διοικητικού δικαίου, ωστόσο, στην Έφεση υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επέκταση και της τροποποίησής της[1]. Βεβαίως, το Δικαστήριο, δεν θα υποκαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του, παρά σε περιπτώσεις που τα ενώπιον του δεδομένα συνηγορούν προς μια τέτοια κατεύθυνση, έχοντας υπόψη ότι, λόγω της τεχνικότητας των θεμάτων που εγείρονται, είναι προτιμότερο να αφήνεται ο Διευθυντής να ενεργεί βάσει των κτηματολογικών δεδομένων[2]. Όταν το αντικείμενο της Έφεσης είναι απόφαση του Διευθυντή επί συνοριακής διαφοράς, ό,τι βοηθά το Δικαστήριο να αναψηλαφήσει την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι τα σχετικά κτηματολογικά και τεχνικά δεδομένα που είχε ή θα μπορούσε να έχει υπόψη του ο Διευθυντής, για να καταλήξει στην επίλυση της συγκεκριμένης συνοριακής διαφοράς. Το βάρος απόδειξης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νομικά ή πραγματικά λανθασμένη είναι στην Εφεσείουσα[3]. Επειδή ακριβώς η φύση της διαδικασίας αυτής είναι αναθεωρητική, το Δικαστήριο μπορεί να ακούσει μεν μαρτυρία, και την αξιολογεί στον βαθμό που υπάρχουν αντικρουόμενες πραγματικές εκδοχές, ωστόσο δεν διεξάγει αντιπαραθετική δίκη μεταξύ εμπειρογνωμόνων, για να διαπιστώσει την επιστημονική αλήθεια. Το βάρος απόδειξης που έχει η Εφεσείουσα σε τέτοιου είδους υποθέσεις, με αναφορά στην κατ' ισχυρισμό πραγματική πλάνη του Διευθυντή, δεν το ικανοποιεί επιχειρώντας να πλήξει την αξιοπιστία των λειτουργών του Κτηματολογίου εκ της συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρα, ως να υπάρχει αντιδικία, αλλά με επαρκή θετική μαρτυρία ως προς τα κτηματολογικά ή τεχνικά ή άλλα πραγματικά δεδομένα, που είναι ικανή να θέσει εν αμφιβόλω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Όπως προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 58 § 1 του Κεφ. 224, με την αναφορά σε «σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης» και όπως έχει περαιτέρω επεξηγηθεί και από νομολογία[4], συνοριακή διαφορά με έννοια και για τους σκοπούς του άρθρου 58 έχουμε στην περίπτωση που το σύνορο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ή απεικονίζεται σε σχέδιο και η φιλονικία είναι ως προς το πού το φυσικό σύνορο πράγματι ευρίσκεται επί της γης, έτσι ώστε να συμμορφώνεται με τον τίτλο ή το σχέδιο. Δεν αποτελεί συνοριακή διαφορά η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος. Η συνοριακή διαφορά επιλύεται ορθά με την ορθή μεταφορά της γραμμής που το σύνορο έχει επί του σχεδίου στο έδαφος. Επομένως, ως συνοριακή διαφορά με την έννοια του άρθρου 58 θεωρείται η αμφισβήτηση ως προς την τοποθέτηση των συνόρων ακινήτου επί του εδάφους με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο[5]. Εάν υπάρχουν σχέδια που χρήζουν διόρθωσης, όπως προκύπτει και από την Χατζησωφρονίου ν. Βασιλείου

(2012)1 ΑΑΔ 1534, η ορθότητά τους, για τους σκοπούς του άρθρου 58, εκλαμβάνεται ως δεδομένη. Ο Διευθυντής δεν έχει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο των εξουσιών που ασκεί υπό το άρθρο 58, να λαμβάνει υπόψη του υφιστάμενους όχθους ή δόμες, εάν χρησιμοποιούνται ή όχι ως σύνορο, και να θέτει σύνορο με βάση αυτή την επιτόπου κατάσταση, αγνοώντας την υφιστάμενη εγγεγραμμένη έκταση γης επί των εν χρήσει σχεδίων[6]. Παρόλο που η επιτόπου κατάσταση χρησιμοποιείται κατά τον αρχικό καθορισμό του συνόρου, στην αρχική χωρομετρία, η αναδιαμόρφωση των πραγμάτων σε οποιοδήποτε χρόνο δεν υπερισχύει του εν χρήσει σχεδίου, είτε συμβαίνει λόγω φυσικών φαινομένων είτε κατόπιν ανθρώπινης παρέμβασης ή και συμφωνίας αναμεταξύ των μερών. Είναι δυνατόν τα σχέδια σε κλίμακα 1:5000 να μην είναι απόλυτα ακριβή σε συνάρτηση με την τοπική λεπτομέρεια, ωστόσο, ανεξάρτητα από τον βαθμό ακρίβειάς τους, εφαρμόζονται, χωρίς η εφαρμογή τους να σημαίνει πως δεν υφίσταται η δυνατότητα, με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, συγκριτικά με αυτά του περασμένου αιώνα, να γίνει μια ακριβέστερη αποτύπωση της τοπικής λεπτομέρειας. Η μόνη περίπτωση να αρχίσει να έχει κάποια σημασία η επιτόπου κατάσταση, έναντι των εν χρήσει σχεδίων, είναι να προκύπτει αβίαστα, από αξιόπιστη μαρτυρία, ότι τα σχέδια είναι λανθασμένα σε τέτοιο βαθμό, όπως καλύπτει ο λόγος της Χαραλάμπους ν. Κωνσταντίνου
(2010)1 ΑΑΔ 1972, κατά τρόπο που η υποχρέωση μη εφαρμογής τους από τον Διευθυντή να αναδύεται έκδηλα από τα πράγματα. Όπως επαναλήφθηκε προσφάτως και στην Χατζημιχαήλ ν. Φιλίππου, ECLI:CY:AD:2021:A214, Πολ. Έφ. 160/2012, ημερ. 02.06.2021, όταν το επίδικο τεμάχιο είναι εγγεγραμμένο και συσχετισμένο με το εν ισχύει κτηματολογικό σχέδιο, είναι καθήκον του Κτηματολογίου να μεταφέρει μέσω των μετρήσεων του το σχέδιο επιτόπου και να καθορίσει τα προκύπτοντα σύνορα που καθορίζουν και την έκβαση της συνοριακής διαφοράς. Δεν είναι επιτρεπτό για τον Διευθυντή να διορθώνει το σχέδιο ως εσφαλμένο ή να μην το εφαρμόζει ως τέτοιο, στη βάση της επιτόπου κατάστασης ως προς τα φυσικά στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να αντιστρατεύοντο την ορθότητα του ή ακόμη να δημιουργούσαν και αμφιβολίες γι' αυτό. Εάν τίθεται τέτοιο θέμα, θα πρέπει να ακολουθείται άλλη νομική οδός, εκείνη του άρθρου 61 προς διόρθωση λάθους στο σχέδιο και εγγραφής που σχετίζεται προς αυτό. Η διαφορά μεταξύ των άρθρων 58 και 61 είναι κρίσιμη καθότι στην πρώτη περίπτωση η διαφωνία ως προς τα σύνορα επιλύεται με βάση το σχέδιο η ορθότητα του οποίου θεωρείται ως δεδομένη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση αφορά διόρθωση του ιδίου του σχεδίου που αντανακλά την έκταση της γης που οι ιδιοκτήτες δικαιούνται. Αξιολόγηση/Εξέταση Η Έφεση ασκήθηκε την 11.12.2014 και είναι μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης, που προβλέπει και το άρθρο 80 του Κεφ.
  1. Περαιτέρω, ασκήθηκε από την ιδιοκτήτρια του ενός εκ των επίδικων τεμαχίων, του τεμαχίου 800, η οποία επηρεάζεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρόκειται για Έφεση που παραδεκτά ασκήθηκε[7]. Ως προς το διαδικαστικό μέρος του άρθρου 58 § 1 του Κεφ. 224, δεν αμφισβητείται ότι στάλθηκαν εμπρόθεσμα από τον Διευθυντή οι προβλεπόμενες ειδοποιήσεις στα εμπλεκόμενα μέρη, με τις οποίες πληροφορούνταν για τον χρόνο επιθεώρησης των υπό αμφισβήτηση συνόρων. Ούτε ότι την 21.10.2013 έγινε επιθεώρηση των υπό αμφισβήτηση συνόρων στην παρουσία των διαδίκων, και ότι υπάρχει εν χρήσει σχέδιο βάσει του οποίου εκδόθηκαν και οι τίτλοι των εμπλεκόμενων στη διαφορά ακινήτων, επί του οποίου βασίστηκε και η απόφαση του Διευθυντή. Η μαρτυρία που προσκόμισε η Εφεσείουσα για να αποδείξει την εκδοχή της ότι η απόφαση του Διευθυντή να τοποθετήσει το σύνορο επιτόπου στο σημείο του, και είναι σχετική με την προσπάθειά της αυτή, είναι η μαρτυρία του ΜΕ3, στην οποία εξάλλου παραπέμπουν και οι ΜΕ1 και ΜΕ
  2. Ο ΜΕ3, όμως, δεν βοήθησε καθόλου το Δικαστήριο να καταλάβει ότι, με την εφαρμογή του υφιστάμενου εν χρήσει σχεδίου επιτόπου, το σύνορο θα έπρεπε να είχε τοποθετηθεί σε διαφορετικό σημείο από το οποίο αποφασίστηκε. Η προσπάθεια του ΜΕ3, αντίστροφα, ήταν να καταδείξει ότι τα υφιστάμενα σχέδια και όλες οι προηγούμενες χωρομετρίες, στοιχεία πάνω στα οποία βασίστηκε και ο χωρομέτρης του Κτηματολογίου, είναι λανθασμένα επειδή, με την εκ νέου αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης σήμερα - αναφέρεται σε σύγχρονα μέσα που δεν κατονομάζει και υποδεικνύεται το παρατηρητικό περπάτημα της περιοχής και δια του συνηγόρου της Εφεσείουσας η κορδέλα - προκύπτουν διαφορές με τα σχέδια κατά τρόπο που να τα καθιστά λανθασμένα. Ακόμα, όμως, και αυτή η μαρτυρία του ΜΕ3, δεν είναι επαρκώς συγκεκριμένη, για να μπορεί να πειστεί το Δικαστήριο ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα εν χρήσει σχέδια και οι υφιστάμενες χωρομετρίες και να υπερτερήσει η επιτόπου κατάσταση. Ασχέτως εάν δεν υπήρξε και ικανοποιητική επεξήγηση στους λόγους Έφεσης μιας τέτοιας θέσης, με αναφορά σε συγκεκριμένο γνωστό πρόβλημα μετακινήσεων ή κατολισθήσεων στην περιοχή Πισσουρίου, σε έκταση ή με τρόπο που να επιτάσσει τη μη εφαρμογή του εν χρήσει σχεδίου. Στην Χαραλάμπους ν. Κωνσταντίνου (ανωτέρω), για παράδειγμα, υπήρχε παλαιά κατοικία και τοίχος και η συνοριακή γραμμή περνούσε μέσα από το υπνοδωμάτιο της κατοικίας της εφεσίβλητης, και αυτό δεν ήταν επίσης αρκετό για να ανατρέψει τα εν χρήσει σχέδια και όλες τις υπόλοιπες μετρήσεις του Κτηματολογίου και τις έρευνες του σε παλαιούς φακέλους διαχωριζομένων τεμαχίων. Ειδικότερα, η άποψη του ΜΕ3 ότι και η προηγούμενη χωρομετρική εργασία επί της οποίας βασίστηκε η νέα χωρομετρική εργασία είναι λανθασμένη και ότι ο μόνος ορθός τρόπος να καθοριστεί ορθά το σύνορο ήταν να γίνουν εκ νέου μετρήσεις για την αποτύπωση της επιτόπου κατάστασης, παρόλο που είναι κατανοητή ως γενική αναφορά στον τρόπο καθορισμού συνόρων, δεν σχετίζεται με την επίλυση συνοριακής διαφοράς στο πλαίσιο του άρθρου 58 του Κεφ. 224, που, σε συνδυασμό και με την προαναφερόμενη νομολογία, δηλοί πως σε κάθε διαδικασία επίλυσης δεν γίνεται εξ αρχής αποτύπωση της επιτόπου κατάστασης και σχεδιασμός για να ελεγχθεί η ορθότητα της υφιστάμενης χωρομετρικής εργασίας, αλλά μετρήσεις για να τοποθετηθεί το εγγεγραμμένο σύνορο επιτόπου· παρόλο που στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται να έγινε και αυτή η διαδικασία, για να διασφαλιστεί περαιτέρω η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Ούτε ασφαλώς είναι δυνατόν ελέγχεται παρεμπιπτόντως η ορθότητα της χωρομετρικής εργασίας ολόκληρης της περιοχής - χωρίς τη συμμετοχή των ιδιοκτητών των ακινήτων της περιοχής - κάθε φορά που πρέπει να υποδειχθεί ένα εγγεγραμμένο σύνορο επιτόπου. Ό,τι η Εφεσείουσα εκλαμβάνει διευρυμένα ως διαφορά σε σχέση με τα σύνορα δεν έχει την έννοια της συνοριακής διαφοράς η επίλυση της οποίας δρομολογείται δια του άρθρου 58 του Κεφ. 224, χωρίς να σημαίνει ότι η Εφεσείουσα εμποδίζεται να ακολουθήσει άλλες νόμιμες διαδικασίες, για να διεκδικήσει δικαιώματα επί της γης ή σε σχέση με τα σύνορα και θεραπείες που θεωρεί πως δικαιούται. Ο ΜΕ3 ανέφερε πως την 21.07.1995, καταχωρίστηκε στο Κτηματολόγιο συμφωνία διανομής. Ούτε ο ίδιος όμως προσκόμισε τέτοια συμφωνία, όπως άλλα έγγραφα που έλαβε από το Κτηματολόγιο, ούτε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας, και δεν φαίνεται στο Δικαστήριο να υπάρχει τέτοια καταχωρισμένη συμφωνία διαχωρισμού που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Δεν συνδέθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας με κανένα φάκελο και κανένα δεδομένο. Εάν υπήρχε, η Εφεσείουσα θα έθετε απλώς ζήτημα εκτέλεσής της, με άλλη διαδικασία. Αναφέρθηκε, ο ΜΕ3, με επιμονή, σε περίφραξη από τέλι και πασσάλους που είχαν τοποθετηθεί από τους συνιδιοκτήτες περί το 1940, δίδοντας σε μια τέτοια ενέργεια ουσιώδη σημασία, ενώ η αρχική χωρομετρία είναι προγενέστερη, και δεν εξήγησε πώς, κατά τη γνώμη του, το να τοποθετηθεί μια περίφραξη το 1940 αλλάζει τα εγγεγραμμένα σύνορα. Απέφυγε με προφανή τρόπο να απαντήσει γιατί ο ίδιος δεν έλαβε υπόψη του τη χωρομετρική εργασία που έγινε για την αφαίρεση της ρυμοτομίας και του χώρου πρασίνου και την εγγραφή του τίτλου της Εφεσείουσας (που συνιστά και λόγο Έφεσης), με την οποία φαίνεται επίσης να διατυπώθηκαν διαφωνίες από πλευράς Εφεσείουσας, πάντοτε με σημείο αναφοράς μια τεχνητή περίφραξη ή έναν όχθο, που η Εφεσείουσα θεωρούσε φυσικά σύνορα. Οι αναφορές του ΜΕ3 ότι προχώρησε σε αποτύπωση της περιοχής του κτήματος με τοπογραφικά (άγνωστα) όργανα τελευταίας τεχνολογίας, όλων των τοπογραφικών χαρακτηριστικών σημείων και τοπογραφικών λεπτομερειών και ότι ετοίμασε σχέδιο που αντιπαρέβαλε με τα σχέδια του Κτηματολογίου, και ότι από την αντιπαραβολή των σχεδίων του Κτηματολογίου και του σχεδίου που ετοίμασε με βάση την επιτόπου κατάσταση, διαπίστωσε πως τα σχέδια του Κτηματολογίου παρουσιάζουν διαφορές από την επί τόπου κατάσταση και δεν είναι δυνατόν να ταυτιστούν με μεγάλη ακρίβεια με την τοπογραφική λεπτομέρεια, είναι αρκετά γενικές και αόριστες. Δεν τις συγκεκριμενοποιεί η απλή αναφορά του ότι υπάρχει μέσο όριο σφάλματος για την περιοχή λόγω μετακινήσεων. Ότι περπάτησε τα επίδικα τεμάχια και εντόπισε υπολείμματα παλαιάς περίφραξης δεν υποδηλώνει λάθος σχέδιο. Ο όχθος στον οποίο αναφέρθηκε, ούτε ο ίδιος ο ΜΕ3 διευκρίνισε εάν είναι τεχνητός ή φυσικός, και γιατί τον έλαβε υπόψη για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, μη λαμβάνοντας υπόψη, όπως ορθά επισημαίνει ο ΜΥ2 στη δική του μαρτυρία, την υφιστάμενη δεσμευτική χωρομετρική εργασία στους φακέλους που υποδείχθηκαν. Δεν διευκρινίζει ούτε τη διαφορά στο περιτοίχισμα του νεκροταφείου, που επισημαίνει. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί κάποιο άλλο σχέδιο του ΜΕ3 ως ορθότερο των εν χρήσει σχεδίων, διατηρώντας υπόψη και ότι δεν έγινε κάποια διαδικασία διόρθωσης σχεδίων, η ορθότητα των οποίων τυχόν αμφισβητείται από την Εφεσείουσα, καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου στον οποίο έκανε ιστορική αναδρομή ο ΜΕ
  3. Η θέση του μάρτυρα αυτού ότι οι αποφάσεις για τον ορισμό των συνόρων πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους την τοπογραφική λεπτομέρεια, όταν αυτή διαφέρει στο ελάχιστο και κάτω από το περιθώριο ακρίβειας του σχεδίου από την απεικόνισή τους στο σχέδιο, διότι οι γραμμές σχεδιάστηκαν στον χάρτη για να απεικονίσουν τοπογραφικές γραμμές και σύνορα ενώ σε καμία περίπτωση οι γραμμές στον χάρτη δημιουργούν τοπογραφική λεπτομέρεια, αναφέρεται στην ορθότητα των εν χρήσει σχεδίων γενικότερα της περιοχής· που όμως εκφεύγει από το πλαίσιο επίλυσης της συγκεκριμένης συνοριακής διαφοράς. Ταυτόχρονα, το υλικό που προσέφερε στο Δικαστήριο ο ΜΕ3 δεν είναι αρκετό για να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει όντως προφανές και σοβαρό λάθος στα κτηματολογικά σχέδια και βιβλία, του είδους και της έκτασης που να τα καθιστά ξεκάθαρα μη εφαρμόσιμα για την επίλυση της συγκεκριμένης συνοριακής διαφοράς. Ακόμα και η εντύπωση σοβαρότητας που προκάλεσε σε κάποια σημεία της διαδικασίας η αναφορά του συνηγόρου της Εφεσείουσας, και του ΜΕ3 κατά την αντεξέτασή του, στις μετακινήσεις του εδάφους από κατολισθήσεις στην ευρύτερη περιοχή Πισσουρίου, το φαινόμενο, πέραν του ότι δεν έχει αποδειχθεί ως υφιστάμενο και σχετικό με τα επίδικα τεμάχια, δεν επιλύεται μη εφαρμόζοντας τα εγγεγραμμένα σύνορα σε κάθε συνοριακή διαφορά ή ακυρώνοντας τις συνοριακές αποφάσεις του Διευθυντή για να καταδειχθεί η ανάγκη εφαρμογής κάποιας πολιτικής επανάληψης της ολικής αποτύπωσης της γης επί των κτηματολογικών σχεδίων και βιβλίων, με σύγχρονα μέσα και διαδικασίες ή στη βάση κάποιας κτηματολογικής θεωρίας ότι η γη δεν είναι σταθερή στον χρόνο και αλλοιώνεται από φυσικά φαινόμενα ή με τρόπο που να εξαναγκάζει την προσαρμογή των κτηματολογικών δεδομένων. Η αντεξέταση των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν έπληξε την αξιοπιστία τους σε σημείο που το Δικαστήριο να πει ότι όσα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι ψευδή. Παρόλη την προσπάθεια δημιουργίας κλίματος αντιπαράθεσης ή και δημιουργίας φόβου στους κτηματολογικούς λειτουργούς, λόγου χάριν με ερωτήσεις για το ποιος ετοίμασε τις ένορκες δηλώσεις τους ή και επικείμενες υποβολές ότι ψεύδονται προς το Δικαστήριο, τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο ΜΥ2 εξήγησαν, με τον τρόπο του ο καθένας στο εδώλιο, τις ενέργειές τους στο πλαίσιο αυτής της συνοριακής διαφοράς, χωρίς να διαφοροποιούνται τα πραγματικά δεδομένα που έχει υπόψη του το Δικαστήριο. Υπήρχε δηλαδή σταθερότητα στα λεγόμενά τους. Ο συνήγορος της Εφεσείουσας κάλεσε το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί ιδίως τη μαρτυρία του ΜΥ
  4. Είναι γεγονός και έχει σημειωθεί και από το Δικαστήριο πως ο ΜΥ2 απαντούσε πιο μονολεκτικά, λακωνικά, με δισταγμό που έδειχνε και ότι δεν αντιλαμβάνεται γιατί υπόκειται σε τέτοια αντιπαράθεση και τόνο στη διαδικασία. Δεν συμφωνώ όμως ότι ήρθε σε σύγκρουση με την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή ή ό,τι ανέφερε δεδομένα για το τριγωνομετρικό σημείο ή τον όχθο που καθιστούν αναξιόπιστη την εργασία στην οποία προέβη· επισημαίνοντας και ότι δεν ήταν υποχρεωμένος, ο ΜΥ2, όπως ήταν η προσπάθεια να του υποβληθεί ότι κάτι τέτοιο έπρεπε να πράξει ως ερμηνευτικό αποτέλεσμα της προηγούμενης δικαστικής απόφασης, να προβεί σε νέες μετρήσεις και αποτυπώσεις για να ελέγξει και την ορθότητα των σχεδίων ή να λάβει υπόψη του την επιτόπου κατάσταση για να εφαρμόσει το εγγεγραμμένο σύνορο. Όπως ο ίδιος ο ΜΥ2 ορθά ανέφερε, δεν έχει ακυρωθεί οποτεδήποτε προηγούμενη χωρομετρική εργασία, την οποία ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να λάβει υπόψη του, και να μην ενεργήσει στον χώρο αυθαίρετα και ακυρωτικά προηγούμενων κτηματολογικών δεδομένων, προτεραιοποιώντας την επιτόπου κατάσταση. Δεν είναι έτσι ουσιώδους σημασίας για το Δικαστήριο να εστιάσει στις απαντήσεις που έδωσε ο μάρτυρας σε σχέση με το τριγωνομετρικό σημείο ή τον όχθο, να δώσει περισσότερη σημασία στο ότι ο μάρτυρας είπε αρχικά πως το τριγωνομετρικό σημείο το είδε και μετά ότι το όρισε και ότι ορίζεται αν δεν υπάρχει ή σε σχέση με τον όχθο (που είπε πως δεν έλαβε υπόψη), αν ήταν φυσικός ή τεχνητός ή εάν γνωρίζει επί τούτου. Η χωρομετρική εργασία του ΜΥ2 για να τοποθετηθεί το εγγεγραμμένο σύνορο επιτόπου με βάση το εν χρήσει σχέδιο, και για τούτο τον σκοπό, ήταν ορθή και δεν φαίνεται ότι η Εφεσείουσα θέτει θέμα ότι με την εφαρμογή του εν χρήσει σχεδίου αλλά με διαφορετικές επιτόπου μετρήσεις το εγγεγραμμένο σύνορο (και όχι αυτό που η ίδια θεωρεί ως σύνορο που δεν συνάδει με το εγγεγραμμένο σύνορο) θα έπρεπε να τοποθετηθεί αλλού. Εν τέλει, στην αγόρευσή του ο συνήγορος της Εφεσείουσας εστιάζει στον λόγο Έφεσης που αφορά στην έλλειψη επαρκούς ή δέουσας αιτιολογίας, με εφαρμογή και του σκεπτικού της προηγούμενης δικαστικής απόφασης, με την οποία είχε ακυρωθεί η προηγούμενη απόφαση του Διευθυντή. Καταρχάς, επειδή προς εκείνη την κατεύθυνση στρέφεται και η θέση του επιχειρήματος στην αγόρευση εκ μέρους της Εφεσείουσας, ότι η αιτιολογημένη απόφαση καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα, σε συνάρτηση με ό,τι προβλέπει ο Κανονισμός 6, να λεχθεί ότι η εκπρόθεσμη καταχώριση της αιτιολογημένης απόφασης δεν καθιστά την απόφαση του Διευθυντή αναιτιολόγητη και ακυρωτέα. Όπως δεν επηρεάζει διαδικαστικά το γεγονός ότι η Εφεσείουσα δεν επισύναψε στην Έφεσή της την προσβαλλόμενη απόφαση που της κοινοποιήθηκε ή ότι δεν συνένωσε αναγκαστικά τον Διευθυντή ως διάδικο, όπως ορίζει ο Κανονισμός 5 § 2 για υποθέσεις που αφορούν στο άρθρο 58 του Κεφ.224, παράλειψη συνεπεία της οποίας ακολουθήθηκε η διαδικασία του Κανονισμού
  5. Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με επαρκή λεπτομέρεια οι ενέργειες που έχουν γίνει και πού ακριβώς βασίστηκε η απόφαση αυτή για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαφιλονικούμενη έκταση αποτελεί μέρος του τεμαχίου και της εγγραφής της Εφεσίβλητης, κατά τρόπο που ουδεμία αμφιβολία χωρεί. Αναφέρεται ξεκάθαρα πως πρόκειται για μία απόφαση που βασίζεται στην ήδη υφιστάμενη χωρομετρική εργασία, που μάλιστα επανελέχθηκε, και στα εν χρήσει σχέδια βάσει των οποίων εκδόθηκαν και οι τίτλοι των επίδικων ακινήτων. Αρκεί αυτή η αναφορά για να δώσει επαρκή αιτιολόγηση σε διαφορές τέτοιας φύσης, ότι το σύνορο τοποθετήθηκε στη γη, στο σημείο που υποδεικνύουν τα υφιστάμενα σχέδια βάσει των οποίων είναι ο τίτλος εγγραφής του κάθε ακινήτου. Το Δικαστήριο δεν αναμένει κάποια περαιτέρω αιτιολόγηση, ούτε προσεγγίζει την αιτιολογία, στο κείμενο των αποφάσεων του Διευθυντή με τις οποίες επιλύει συνοριακές διαφορές, με μέτρο τον βαθμό συγκεκριμενοποίησης όλων των επιμέρους αναφορών του ή την έκταση της αναλυτικότητας ή της γραμματικής ευστοχίας με την οποία εξέθεσε τα πράγματα. Ότι ο Διευθυντής ασκεί ένα οιονεί δικαστικό έργο, κατά την επίλυση συνοριακής διαφοράς, και γι' αυτό θα πρέπει να εφαρμόζει ορισμένες αρχές, περιλαμβανομένης της έκδοσης αιτιολογημένων αποφάσεων, δεν σημαίνει πως πρέπει να εκδίδει αποφάσεις επίλυσης συνοριακών διαφορών στην έκταση ή με τον τρόπο γραφής που ένας δικαστής εκδίδει δικαστικές αποφάσεις με ίδιο θέμα. Η απόφαση του Διευθυντή δίδει, εν προκειμένω, χωρίς οποιοδήποτε ουσιαστικό νοηματικό κενό, αλλά και επεξηγεί ικανοποιητικά, τον λόγο που η καταληκτική κρίση του ήταν η συγκεκριμένη και όχι οποιαδήποτε άλλη. Συνεπώς, δεν συμμερίζομαι τη θέση πως η αιτιολογία της πάσχει. Παρόλο που φαίνεται, δια της αγόρευσης εκ μέρους της Εφεσείουσας, περισσότερο να προωθείται ο λόγος Έφεσης που αφορά στην αιτιολογία, ανατρέχοντας και στους υπόλοιπους λόγους Έφεσης της Εφεσείουσας, δεν φαίνεται από όσα έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο Διευθυντής να έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση καθ' υπέρβαση εξουσιών και παράνομα και υπεισερχόμενος σε θέματα χωρίς δικαιοδοσία. Όπως εξηγήθηκε, την έλαβε στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών που του δίδει το άρθρο 58 του Κεφ.224, και με την εφαρμογή και του άρθρου 50 του Κεφ.
  6. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν και προηγουμένως, δεν ευσταθούν ούτε οι λόγοι Έφεσης ότι ο Διευθυντής έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση λανθασμένα, χωρίς να έχει βασιστεί επί της πραγματικής κατάστασης ή να λάβει υπόψη όλα τα διαθέσιμα δεδομένα, περιλαμβανομένων προηγούμενων επιτόπιων ερευνών και χωρομετρικών εργασιών που είχαν γίνει για την αφαίρεση της ρυμοτομίας και του χώρου πρασίνου και την έκδοση του τίτλου στο τεμάχιο 800, της υφιστάμενης οριοθετημένης περίφραξης του κτήματος με σιδερένιους πασσάλους που προϋπήρχαν της απόκτησης του κτήματος, τα τοπογραφικά στοιχεία της περιοχής και το ιστορικό του κτήματος, αλλά βασίστηκε σε προηγούμενη εργασία που έγινε με λανθασμένο χωρομετρικό σχέδιο και ενώ υφίσταντο διαφορές μεταξύ των σχεδίων και της επιτόπου κατάστασης, ή ότι έγινε χρήση λανθασμένων μετρήσεων, μεθόδων και διαδικασιών, οργάνων και μέσων κατά την επιτόπια εξέταση της 21.10.
  7. Δεν προκύπτει επίσης από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ότι δεν ακολουθήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, στο πλαίσιο επίλυσης της συνοριακής διαφοράς και δεν είναι βάσιμος ούτε αυτός ο λόγος Έφεσης. Ούτε οι λόγοι Έφεσης ότι υπήρξε νομική πλάνη και πλάνη περί τα πράγματα. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος Έφεσης, εκ των λόγων που εξέθεσε ή τελικά προώθησε η Εφεσείουσα, που να οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν νομικά ή πραγματικά λανθασμένη και ότι θα πρέπει να ακυρωθεί για οποιονδήποτε λόγο ή ότι δικαιολογείται γενικά κάποια δικαστική παρέμβαση. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, επειδή η Εφεσείουσα δεν έχει αποδείξει, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, πως η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή είναι νομικά ή πραγματικά λανθασμένη ή ότι δικαιολογείται για κάποιο λόγο ισχυρό η δικαστική παρέμβαση ως προς τον τρόπο που ο Διευθυντής επέλυσε τη συνοριακή διαφορά της με την Εφεσίβλητη, η Έφεση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής, εφόσον δεν έχει υποδειχθεί και οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από αυτή την κανονική πορεία, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 6, Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143, Οικονόμου ν. Φιλίππου, ECLI:CY:AD:2017:A388, Πολ. Έφ. 366/2011, ημερ. 06.11.2017, Χατζημιχαήλ ν. Φιλίππου, ECLI:CY:AD:2021:A214, Πολ. Έφ. 160/2012, ημερ. 02.06.2021. [2] Αυγουστή ν. Σπυρίδου, Πολ. Έφ. 114/2012, ημερ. 24.04.2018. [3] Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR
  1. [4] Ibrahim v. Souleyman 19 CLR
  2. [5] Chrysanthou v. Antoniades
(1969)1 CLR 622, Παναγιώτου ν. Χ"Κυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ. 362 και Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου
(1993)1 ΑΑΔ 844. [6] Βλ. και Χαραλάμπους ν. Κωνσταντίνου
(2010)1 ΑΑΔ 1972, Ρωσσίδου ν. Κυπριανού
(2002)1 ΑΑΔ 1695, και άλλες. [7] Mobil Oil Cyprus Ltd v. Έλληνα
(1990)1 ΑΑΔ 837. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.