← Κύπρος

ΕCA ARCHITECTS & ASSOCIATES κ.α. ν. Δημητρούδης κ.α., Αρ. Αγωγής:- 1638/2007, 8/3/2022

ΕCA ARCHITECTS & ASSOCIATES κ.α. ν. Δημητρούδης κ.α., Αρ. Αγωγής:- 1638/2007, 8/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A41 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. ΚΛΙΜΑΚΑ:- €10.

  1. - €50.000.- Αρ. Αγωγής:- 1638/2007 Μεταξύ: -
  2. ΕCA ARCHITECTS & ASSOCIATES, εκ Λεμεσού
  3. ΧΧΧΧ Αυξεντίου, εκ Λεμεσού Εναγόντων - και -
  4. ΧΧΧΧ Δημητρούδης, εκ Ηνωμένου Βασιλείου
  5. ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Δημητρούδη, εκ Ηνωμένου Βασιλείου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28/07/2020 για πώληση μετοχών και διορισμού παραλήπτη Ημερομηνία: 08 Μαρτίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Αργυρώ Ευσταθίου για κ.κ. Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ού η Αίτηση 1: κα Ευαγγελία Χ'' Νεοφύτου για κ.κ. P. Tsangaris & Associates LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Λόγω των υγειονομικών μέτρων που είναι σε ισχύ για την αντιμετώπιση του Covid-19, αλλά και με βάση τον Κανονισμό 6(β) του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021,η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα.) Έναυσμα για την έκδοση της παρούσης αποτέλεσε η αίτηση ημερομηνίας 28/07/2020 (στο εξής ως "η Αίτηση") με την οποία ζητείτο η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος 499 συνήθων μετοχών της εταιρείας Demico Ltd στις οποίες ο Εναγόμενος 1/καθ' ου η Αίτηση 1 έχει συμφέρον, κατάσχεση, πώληση και ρευστοποίηση των προς τον σκοπό εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/12/2012 που εξεδόθη εναντίον του Εναγόμενου 1/Κάθ'ου η αίτηση εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Επίσης ζητείται διάταγμα που να διορίζει τον κ. ΧΧΧΧ Αναστασίου, λογιστή-ελεγκτή ως παραλήπτη με σκοπό την πώληση, ρευστοποίηση ή η διάθεση των 499 μετοχών του Εναγόμενου 1/Καθ΄ ου η αίτηση εις την εν λόγω εταιρεία με δημόσιο πλειστηριασμό ή με ιδιωτική σύμβαση με σκοπό την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους του Εναγόμενου 1/Καθ΄ ου η αίτηση
  6. Επίσης ζητούνται και διατάγματα σχετικά με τα καθήκοντα του παραλήπτη καθώς και σε σχέση και με την πώληση των μετοχών δια μέσου του παραλήπτη. Η Αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αυξεντίου. Συνοπτικά ο κος Αυξεντίου αναφέρει ότι την 17/12/2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, όπως οι Εναγόμενοι 1 και 2 πληρώσουν στους Ενάγοντες 1 και 2 το ποσό των €13.115,65 με τόκο προς 8% ετησίως επ΄ αυτού από 04/04/2007 μέχρι 14/10/2008 και με τόκο προς 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατάχθηκαν να πληρώσουν και τα δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα δικηγορικά έξοδα υπολογίσθηκαν από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €2.625,90, με τόκο προς 8% ετησίως από 04/04/2007 μέχρι 14/10/2008 και με τόκο προς 5,5% από 15/10/2008 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €2.490,55, πλέον €42,00 έξοδα εκδόσεως της απόφασης. Η εκτέλεση της απόφασης δεν έχει ανασταλεί και όλα τα οφειλόμενα ποσά της απόφασης είναι πληρωτέα και απαιτητά. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 μέχρι σήμερα δεν πλήρωσαν οποιονδήποτε ποσόν έναντι ή προς εξόφληση της ως άνω δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 17/12/
  7. Σύμφωνα με τον κο Αυξεντίου από έρευνα που έγινε στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία Demico Ltd είναι Κυπριακή Εταιρεία με αρ. Εγγραφής 141883, με ημερομηνία σύστασης την 09/10/2003 και είναι εγγεγραμμένη στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών μέχρι σήμερα. Το ονομαστικό κεφάλαιο της εν λόγω εταιρείας είναι €17.100,00 διαιρεμένο σε 10.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1,71 εκάστη μετοχή και έχουν εκδοθεί 1000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1,71 εκάστη μετοχή. Η εταιρεία DEMICO LTD στο εξής ως "η εταιρεία" είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια δύο

(2)ακινήτων υπ΄ αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX, τα οποία ευρίσκονται εις Αγ. Φύλα Λεμεσού. Επίσης τα εν λόγω δύο
(2)ακίνητα επιβαρύνονται με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2004 δια το ποσό των €205.032,17 (Λ.Κ.120.000,00), πλέον τόκων προς όφελος της πρώην ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ νυν της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Επίσης σε ολόκληρη την περιουσία της εταιρείας υπάρχει κυμαινόμενη επιβάρυνση για το ποσό των €85.430,07 (Λ.Κ.50.000,00), προς όφελος επίσης της πρώην ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ νυν ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ. Ο Εναγόμενος 1/καθ' ου η Αίτηση είναι Διευθυντής της εταιρείας ενώ ο κος Παναγιώτης Τσαγκάρης ο γραμματέας της. Επίσης ο Εναγόμενος 1/καθ' ου η Αίτηση είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης XXXXX συνήθων μετοχών στην εν λόγω εταιρεία. Σχετικό προς τούτο είναι το Τεκμήριο Β που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η αίτηση ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι μόνιμος κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου εδώ και αρκετά χρόνια, είναι κυπριακής καταγωγής, η μητρική του γλώσσα είναι η ελληνική και γνωρίζει, διαβάζει και γράφει ελληνικά. Επισκέπτεται την Κύπρο αλλά λόγω του ότι δεν μπορούν να γνωρίζουν το χρόνο άφιξης και αναχώρησης του από την Κύπρο δεν κατέστη δυνατόν να προωθηθούν δικαστικά μέτρα εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης εναντίον του πλην της εγγραφής εις το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού της δικαστικής απόφασης επί δύο
(2)διαμερισμάτων του Εναγόμενου 1/Καθ΄ ου η αίτηση. Δεν έχει άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία στην Κύπρο πλην των δύο διαμερισμάτων και των XXXXX μετοχών στην εταιρεία Demico Ltd. O προτεινόμενος Παραλήπτης κος Αναστασίου με υπεύθυνη δήλωση ως το Τεκμήριο Ε που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση αποδέχεται το διορισμό του, αναφέρει ότι δεν έχει προσωπικό συμφέρον ούτε σύγκρουση συμφερόντων για το διορισμό του. Η πιο πάνω Αίτηση προσέκρουσε σε Ένσταση που καταχώρησε ο εναγόμενος 1 - καθ΄ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 07/05/
  1. Ως λόγοι ένστασης καταγράφονται οι ακόλουθοι:
  2. Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης είναι λανθασμένη και/ή αβάσιμη καθότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 στη βάση του οποίου επιζητείται η έκδοση των διαταγμάτων.
  3. Δεν τηρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 ή και από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και από την συναφή Νομολογία για οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ημερ.14/10/20 και την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η έκδοση τους δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
  4. Οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ή και ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι Ενάγοντες / Αιτητές σε θεραπεία.
  5. Δεν συντρέχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί με σχετική και/ή ικανοποιητική μαρτυρία η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή και ότι η ζημιά τους σε περίπτωση επιτυχίας δεν θα είναι δυνατόν να υπολογισθεί.
  6. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει καταφανώς υπέρ της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος ημερ.14/10/20 και/ή της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή υπό τις περιστάσεις δεν ενδείκνυται η έκδοσης τους.
  7. Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος ημερ.14/10/20, ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση 1 θα υποστεί ανεπανόρθωτη ή και δυσανάλογη βλάβη συγκριτικά με την οιοδήποτε τυχόν ζημιά ήθελε υποστούν οι Ενάγοντες / Αιτητές.
  8. Η παρούσα Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη, ασκείται καταχρηστικά και υστερόβουλα και κατά τρόπο και/ή σκοπό εις βλάβη των δικαιωμάτων του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση
  9. Δεν υφίσταται ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος και η υπό κρίση Αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση.
  10. Οι Ενάγοντες / Αιτητές επέδειξαν ασύγγνωστη ολιγωρία και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη και/ή σκοπούμενη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης.
  11. Οι Ενάγοντες / Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια και δεν έχουν δικαιολογήσει τη συμπεριφορά τους.
  12. Ενώ το αρχικό ποσό της απόφασης ήταν μικρότερο, το ποσό που απαιτούν οι Ενάγοντες / Αιτητές εκτροχιάστηκε σε μεγάλο βαθμό λόγω της αδράνειας και αδιαφορίας τους.
  13. Η παρούσα Αίτηση των Εναγόντων / Αιτητών καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή δεν έχει καταχωρηθεί εντός εύλογου χρόνου και/ή στον χρόνο που καταχωρήθηκε αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
  14. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της σχετικής νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ημερ.14/10/
  15. Οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν έχουν προβεί, πριν από την καταχώρηση της παρούσας εις την καταχώρηση εντάλματος κατασχέσεως κινητής περιουσίας το οποίο να έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο.
  16. Οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν έχουν στοιχειοθετήσει την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι από τα γεγονότα προκύπτει ότι το οφειλόμενο χρέος είναι πλήρως εξασφαλισμένο και ή μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως από τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση 1 στα οποία οι Ενάγοντες / Αιτητές κατεχώρησαν ΜΕΜΟ.
  17. Ο Εναγομένος / Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει αρκετή ακίνητη περιουσία ικανή δια την πλήρη ικανοποίηση των υποχρεώσεων του προς τους Ενάγοντες / Αιτητές η οποία είναι επιβαρυμένη με ΜΕΜΟ προς όφελος των Εναγόντων / Αιτητών.
  18. Η οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος ημερ.14/10/20 και η έκδοση των λοιπών αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ζημιά σε πιστωτές της εταιρείας DEMICO LTD και/ή στους πιστωτές του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση
  19. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση 1 και συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της παρούσας Αίτησης.
  20. Η υπό κρίση Αίτηση δεν επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και/ή συγκεκριμένα στους δανειστές της εταιρείας DEMICO LTD. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Γρύλλη. Συνοπτικά η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην εκ συμφώνου απόφαση ημερ. 17/12/
  21. Παραδέχεται δε την έκδοση της απόφασης ως και το γεγονός ότι δεν έχει εξοφληθεί. Είναι η θέση της ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη, αδικαιολόγητη και σκοπούμενη καθυστέρηση από πλευράς των Αιτητών γεγονός που οδηγεί, σε κακοπιστία και κατάχρηση από πλευράς τους. Θεωρεί ότι οι Αιτητές ολιγώρησαν και δεν πρόβηκαν σε κάποιο μέτρο εκτέλεσης. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι ιδιοκτήτης δύο διαμερισμάτων με αρ. Εγγραφής 0/XXXXX και 0/XXXXX ευρισκόμενα στην ενορία Αγ. Τριάς στη Λεμεσό, στα οποία οι Αιτητές έχουν εγγράψει με δικαστική απόφαση ΜΕΜΟ προς εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Οι Αιτητές είναι οι μοναδικοί που έχουν εγγράψει ΜΕΜΟ επί των δύο αναφερόμενων διαμερισμάτων του Καθ' ου η Αίτηση 1 και δεν είναι υποθηκευμένα ή επιβαρυμένα καθ' οιονδήποτε τρόπο και ως εκ τούτου σε περίπτωση εκποίησης των ως άνω αναφερόμενων διαμερισμάτων του Καθ' ου η Αίτηση 1, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης ημερ.17/12/12 υπέρ των Αιτητών. Εισηγείται δε ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική λόγω της επιβάρυνσης των ακίνητων και δεν θα ήτο καταχρηστική μόνο εάν αποδεικνύετο ότι οι Αιτητές δε θα ικανοποιούντο πλήρως με την πώληση των ακινήτων, πράγμα το οποίο δεν ισχύει. Επίσης κατάχρηση υπάρχει και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι Αιτητές προσπαθούν παράλληλα μέσω δύο αιτήσεων την επίτευξη του ίδιου σκοπού. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα κάνει αναφορά ότι η εταιρεία της οποίας ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατέχει 499 μετοχές, έχει πιστωτές και ως εκ τούτου σε περίπτωση έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκληθεί ζημιά στους εν λόγω πιστωτές. Είναι επίσης η θέση της ότι οι Αιτητές όφειλαν να επιδώσουν και να γνωστοποιήσουν την υπό κρίση Αίτηση στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αφού τα συμφέροντα των ενυπόθηκων δανειστών προηγούνται από τα συμφέροντα των Αιτητών, ενέργεια την οποία παρέλειψαν να προβούν. Επίσης σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της σχετικής Νομοθεσίας και των διαδικαστικών κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες είναι απαραίτητες για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς και την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ημερ.14/10/
  22. Οι Αιτητές όφειλαν δε πάντα σε σχέση με τα όσα ανάφερε η ενόρκως δηλούσα ότι έπρεπε να προσκομίσουν ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη ότι εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας το οποίο έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο και ως εκ τούτου δεν πληρείται νομοθετική πρόνοια αφού δεν έχει παρουσιαστεί ούτε απόδειξη ότι δεν έχει ο Αιτητής οποιαδήποτε κινητή περιουσία. Αναφέρεται και σε άλλα θέματα νομικής φύσεως τα οποία δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ στο παρόν στάδιο. Σημειώνω ότι στις 14/10/2020 το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση εξέδωσε μονομερώς διάταγμα ως το Α της Αίτησης. Εκδόθηκε δηλαδή ήδη επιβαρυντικό διάταγμα επί των 499 μετοχών που κατέχει ο Εναγόμενος / καθ' ου η Αίτηση 1 στην εταιρεία. Δε ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι η αίτηση προχώρησε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου τόσο με προφορικές όσο και με γραπτές αγορεύσεις στις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με παραπομπή σε νομολογία και στα γεγονότα της υπόθεσης. Σε λεπτομέρειες των εισηγήσεων τους θα κάνω αναφορά όπου χρειαστεί στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Ο νόμος που διέπει την έκδοση των διαταγμάτων που αξιώνονται με την παρούσα αίτηση είναι ο Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμος του 1992 (Ν.32(Ι)/1992) (στο εξής ως "ο Νόμος 31/(Ι) 1992"). Να σημειωθεί ότι στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 που αφορά στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η υπό κρίση Αίτηση όμως δεν αποτελεί προσωρινό διάταγμα. Το επιβαρυντικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε με βάση το άρθρο 3 του Νόμου με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης αποτελεί τελικό διάταγμα ως εξηγείται περαιτέρω κατωτέρω. Επίσης με βάση τις θεραπείες που αξιώνονται γενικά αλλά και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης συνάγεται ότι οι Αιτητές προωθούν την Αίτηση με βάση το Νόμο 31/(Ι)
  23. Εσφαλμένα λοιπόν συμπεριλήφθηκε στη νομική βάση της Αίτησης το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά αυτό δε αποτελεί λόγο απόρριψης της Αίτησης αφού η ως εξηγείται οι αιτούμενες θεραπείες και η Αίτηση στηρίζεται στην ουσία στο Νόμο 31/(Ι)
  24. Ως εκ τούτου δεν κρίνεται χρήσιμη ή πρόσφορη η παραπομπή από τον δικηγόρο του Εναγόμενου 1 στις πρόνοιες του άρθρου 32 και της νομολογίας επί τούτου για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ορθό και δίκαιο όπως την 03/02/2022 επανανοίξει την υπόθεση και να ζητήσει διευκρινήσεις ως προς το κατά πόσο η επίδικη Αίτηση επιδόθηκε στον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας δυνάμει του άρθρου 6
(3)του Νόμου 31/(Ι) 1992 (σχετική ανάλυση της νομοθεσίας γίνεται πιο κάτω). Με οδηγίες του δικαστηρίου επιδόθηκε η Αίτηση για να δοθεί η ευκαιρία στον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας αν το επιθυμούσε να θέσει οποιαδήποτε άποψη ως προς το θέμα πώλησης των μετοχών. Οι οδηγίες δόθηκαν με βάση την πρόνοια του Νόμου. Την 17/02/2022 ημερομηνία που είχε οριστεί η υπό κρίση Αίτηση δεν εμφανίστηκε ο Έφορος Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Ουδείς των συνηγόρων των διαδίκων δε θέλησε να διευκρινίσει οτιδήποτε άλλο κατά το στάδιο επανάνοιξης της υπόθεσης. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Πολ. Αίτηση Αρ. 167/2013 Ημερ. 11.10.2013 όπου αφορούσε άδεια για καταχώρηση αιτήσεως εντάλματος της Φύσης Certiorari υπό του Ερωτοκρίτου, Δ.: «Δυνάμει του συγκεκριμένου Νόμου μπορούν, μεταξύ άλλων να εκδοθούν δύο ειδών διατάγματα: Τελικά «διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του άρθρου 3 και «προσωρινά διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου 31(Ι)/92. Τα πρώτα εκδίδονται για σκοπούς εκτέλεσης. και τα δεύτερα εκκρεμούσης της αγωγής.» Η παρούσα αίτηση βασίζεται στο άρθρο 3. Το άρθρο 3 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «3.-
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με- (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.
(5)Όταν επιβάλλεται επιβάρυνση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα δύναται να προβλέψει όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 διάταγμα επιβάρυνσης εκδιδόμενο με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου θα έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου.» Όπως δε αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας πιο πάνω απόφασης: «Είναι φανερό από το περιεχόμενο του άρθρου 3 ότι η διαδικασία που χαράσσεται με το Νόμο 31(Ι)/92 είναι μια ιδιόμορφη διαδικασία διακριτή από αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κεφ. 6 και αφορά την έκδοση «προσωρινών διαταγμάτων» εκκρεμούσης της αγωγής (βλ. Ψάλτης v. Χ¨ Λόη
(2001)1 Β ΑΑΔ 1454,1458.) Σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαστήριο για διασφάλιση των δικαιωμάτων του εναγομένου, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 9
(3)του Κεφ. 6 ορίζει το διάταγμα επιστρεπτέο. Όμως για την έκδοση «επιβαρυντικών διαταγμάτων» ως μέτρο εκτέλεσης, ο Νόμος δεν ορίζει παρόμοια διαδικασία. Αντίθετα, διά του άρθρου 3
(3)του Νόμου, ορίζεται διαφορετική διαδικασία προβλέποντας ότι το Δικαστήριο δύναται «να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. » Πέραν τούτου, το άρθρο 3
(4)του Νόμου δεν προβλέπει για καταχώρηση ένστασης για αμφισβήτηση του διατάγματος, αλλά για υποβολή αίτησης για ακύρωση ή διαφοροποίηση του διατάγματος. Πρόκειται για άλλη μια ουσιαστική διαφορά που τονίζει το ιδιόμορφο της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου. » Στην ερμηνευτική διάταξη του εν λόγω νόμου (Ν.31(Ι)/1992) δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί οι οποίοι είναι σχετικοί με τα θέματα που θα απασχολήσουν στην παρούσα υπόθεση: «Άρθρο 2
(1): Στο Νόμο αυτό- "βαρυνόμενο στοιχείο" σημαίνει το περιουσιακό στοιχείο ή στοιχεία για τα οποία εκδόθηκε διάταγμα επιβάρυνσης δυνάμει του άρθρου 3 "διάταγμα πώλησης" σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6 "Δικαστήριο" σημαίνει Δικαστήριο αρμόδιας δικαιοδοσίας "εξασφαλισμένο ποσό" σημαίνει το ποσό το οποίο εξασφαλίζεται με την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος "επιβαρυντικό διάταγμα" σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 "οφειλέτης" και "πιστωτής" έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στο άρθρο 3
(1)
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου 3 αναφορά σε απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου θα θεωρείται ότι περιλαμβάνει αναφορά σε απόφαση, διάταγμα, εντολή (decree) ή διαιτητική απόφαση (award) (όπως και αν αυτή αποκαλείται) αλλοδαπού Δικαστηρίου ή διαιτητή (ή αλλοδαπού διαιτητή) η οποία είναι ή κατέστη εκτελεστή (είτε καθ' ολοκληρία είτε σε περιορισμένη έκταση), ως αν ήταν απόφαση ή διάταγμα των Δικαστηρίων της Κύπρου. » Σημαντικός στην πιο πάνω νομοθεσία είναι και ο ερμηνευτικός ορισμός του ομολόγου: «Ομόλογα (stock)» περιλαμβάνει μετοχές (shares), χρεόγραφα εταιρειών (debentures) και άλλα αξιόγραφα του νομικού προσώπου, ανεξάρτητα αν αυτά συνιστούν ή όχι επιβάρυνση πάνω στα περιουσιακά στοιχεία (assets) του εν λόγω προσώπου. » Όπως δε εξηγήθηκε στην υπόθεση Ιωάννου (Σιαμαρτά) v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1 ΑΑΔ 1463, στα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτει ο Νόμος περιλαμβάνονται και οι μετοχές εταιρειών. Αυτό εξάλλου προνοείται ρητά στην στο άρθρο 4
(2)(ιι) όπου σε συνδυασμό με τον πιο πάνω ορισμό του ομολόγου προνοείται ότι τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία εκδίδεται το διάταγμα περιλαμβάνει και τα «ομόλογα οποιουδήποτε νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε στη Δημοκρατία της Κύπρου. » Στην υπό εξέταση υπόθεση ως αναφέρεται ήδη εκδόθηκε περί την 14/10/2020 επιβαρυντικό διάταγμα επί των 499 συνήθων μετοχών της εταιρείας Demico Ltd. Tο διάταγμα αυτό ως τελικό επιδόθηκε στην εταιρεία, στον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας και στον καθ' ου η Αίτηση. Δυνάμει του άρθρου 3
(4)του νόμου 31(Ι)/92 το διάταγμα επιβάρυνσης μπορεί να ακυρωθεί μόνο μετά από αίτηση του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που μπορεί να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο που αναφέρεται στο διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε αίτηση για ακύρωση του επιβαρυντικού διατάγματος το οποίο παραμένει σε ισχύ. Σημειώνω ότι παραμένουν προς εξέταση και αυτό θα αποτελέσει το αντικείμενο της παρούσας οι θεραπείες που αξιώνονται με την Αίτηση υπ' αριθμό Β-Ι δηλαδή οι θεραπείες σε σχέση με την πώληση των μετοχών και/ή το διορισμό του Παραλήπτη. Κρίνω ορθό να παραθέσω και τις πρόνοιες των Άρθρων 4,5,6,7 και 8 του νόμου στα οποία βασίζεται επίσης η Αίτηση: « 4.
(1)Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου
(3)επιβάρυνση δύναται να επιβληθεί με την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος μόνο σε οποιοδήποτε συμφέρον που κατέχει ο οφειλέτης ως δικαιούχος σε περιουσιακά στοιχεία του είδους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2).
(2)Τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι- (α) Τα ακόλουθα ομόλογα: (
  1. i)Κυβερνητικά ομόλογα, (
  2. ii)ομόλογα οποιουδήποτε νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε στη Δημοκρατία της Κύπρου, (iii) ομόλογα νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας της Κύπρου και τα οποία είναι ομόλογα εγγεγραμμένα σε μητρώο που τηρείται εντός της Δημοκρατίας. (β) Μερίδιο σε εμπίστευμα μονάδων για το οποίο τηρείται μητρώο των μεριδιούχων οπουδήποτε εντός της Δημοκρατίας (γ) Καταθέσεις σε Δικαστήριο (Funds in Court).
(3)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με έκδοση κανονισμών να τροποποιεί το εδάφιο
(2)με την προσθήκη ή διαγραφή περιουσιακών στοιχείων τα οποία κατά τη γνώμη του Συμβουλίου έπρεπε να είχαν προστεθεί ή διαγραφεί, νοουμένου ότι στην περίπτωση προσθήκης νέου περιουσιακού στοιχείου η εν λόγω προσθήκη δε συνεπάγεται άλλες τροποποιήσεις στο Νόμο.
(4)Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση το άρθρο αυτό κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και ακολούθως εφαρμόζονται οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)του άρθρου 3 των περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που εκδίδονται με εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμων του 1989 έως 1992. » «5.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 θα έχει ως συνέπειες- (α) Την επιβάρυνση του συμφέροντος του οφειλέτη στο περιουσιακό στοιχείο για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού το οποίο κατέστη οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου με προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του οφειλέτη τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων στα αυτά περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. (β) Την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 άνευ επηρεασμού εκτέλεσης αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος. (γ) Την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στο χρεώστη σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4. Τα μερίσματα θα κατακρατούνται σε ξεχωριστό λογαριασμό και θα αποτελούν μέρος του βαρυνόμενου στοιχείου της περιουσίας. (δ) Στην περίπτωση εμπιστεύματος μονάδων την απαγόρευση οποιασδήποτε απόκτησης των μονάδων ή συναλλαγής σχετικά με αυτές από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί αρμοδιότητες βάσει του εμπιστεύματος.
(2)Το Δικαστήριο όταν εκδίδει διάταγμα καθορίζει τις συνέπειες του ανάλογα με το περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ζητείται το διάταγμα και επιβάλλει τέτοιους όρους ή δίνει τέτοιες οδηγίες που κρίνει αναγκαίες ή συμπληρωματικές της καθοριζόμενης συνέπειας ή συνεπειών.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 6 η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης δε λογίζεται ότι ισοδυναμεί με τρόπο εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου.
(4)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να καθορίσει τα πρόσωπα τα οποία δυνατό να επηρεάζονται από την έκδοση του διατάγματος, περιλαμβανομένων και τρίτων προσώπων, προς τα οποία θα πρέπει να γίνει επίδοση του διατάγματος.
(5)Μετά την επίδοση διατάγματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου δημιουργείται υποχρέωση του προσώπου αυτού να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο του διατάγματος. » «6.
(1)Άνευ επηρεασμού των προνοιών του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου, περιουσιακά στοιχεία τα οποία βαρύνονται με διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου πωλούνται, διατίθενται ή ρευστοποιούνται μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης του πιστωτή και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)δύναται να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους τους οποίους κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση των συμφερόντων όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι διάδικοι.
(3)Το Δικαστήριο, προτού εκδώσει την απόφαση του σε αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1), οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των Συμβούλων της Εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και του συμφέροντος όλων όσων δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους. Για το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες οι οποίες υπό τις περιστάσεις κρίνονται σκόπιμες και αναγκαίες.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτηση για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος δύναται, αν αυτό περιλαμβάνεται στην αίτηση του πιστωτή, να διατάξει την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία εκδίδεται το επιβαρυντικό διάταγμα και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι πρόνοιες των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος συνοδευομένου με διάταγμα πώλησης θα λογίζεται τρόπος εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου. » «7.
(1)Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αίτησης για την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων βαρυνομένων με επιβαρυντικό διάταγμα δύναται, αν αυτό ζητηθεί από τον αιτητή και αν το Δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο, να προβεί στο διορισμό παραλήπτη για τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την είσπραξη του εξασφαλισμένου ποσού.
(2)Με το διορισμό παραλήπτη δυνάμει του παρόντος άρθρου και τηρουμένων τυχόν όρων και οδηγιών που το Δικαστήριο θα επιβάλει, το βαρυνόμενο στοιχείο περιέρχεται στην κατοχή και προστασία του παραλήπτη για λογαριασμό του αιτητή και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του οφειλέτη επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου περιέρχονται στον παραλήπτη, μέχρις ότου ο παραλήπτης εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και το Δικαστήριο ακυρώσει το διορισμό του.
(3)Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου
(2), παραλήπτης διοριζόμενος δυνάμει του παρόντος άρθρου έχει τις πιο κάτω εξουσίες, εκτός αν το Δικαστήριο κατά το διορισμό του εξαιρέσει ή αντικαταστήσει μερικές από αυτές: Χωρίς έγκριση του Δικαστηρίου (α) Να εγείρει ή να υπερασπίζει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία στο όνομα ή εκ μέρους του οφειλέτη σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο (β) να διορίζει δικηγόρο για να τον βοηθήσει στην εκτέλεση των καθηκόντων του (γ) να συμβιβάζει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του οφειλέτη και οποιουδήποτε άλλου προσώπου σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο (δ) να υπογράφει και να εκτελεί στο όνομα και για λογαριασμό του οφειλέτη όλα τα συμβόλαια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα που σχετίζονται με το βαρυνόμενο στοιχείο (ε) να εκδίδει, να αποδέχεται, να καταρτίζει και να οπισθογράφει οποιαδήποτε συναλλαγματική ή γραμμάτιο σε διαταγή, στο όνομα ή εκ μέρους του οφειλέτη σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο (στ) να εισπράττει εκ μέρους του οφειλέτη οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο δυνάμει του βαρυνόμενου στοιχείου Με έγκριση του Δικαστηρίου (ζ) να πωλεί το βαρυνόμενο στοιχείο με δημόσιο πλειστηριασμό ή ιδιωτική σύμβαση (η) να εξασφαλίζει πιστώσεις, χρησιμοποιώντας το βαρυνόμενο στοιχείο ως εγγύηση με την υποθήκευση του ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και για το σκοπό αυτό να προβαίνει στην υπογραφή και εκτέλεση κάθε σχετικού εγγράφου (θ) να διανέμει το προϊόν πώλησης του βαρυνόμενου στοιχείου με τον τρόπο που αναφέρεται στο εδάφιο
(5)του παρόντος άρθρου (ι) να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για διασφάλιση της αξίας του βαρυνόμενου στοιχείου και των συμφερόντων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή που απορρέουν από αυτό (ια) να διαχειρίζεται το βαρυνόμενο στοιχείο με οποιοδήποτε τρόπο κρίνει αναγκαίο για τους σκοπούς του διορισμού του (ιβ) σε περίπτωση μετοχών θα έχει και θα ασκεί τα ίδια δικαιώματα όπως και ο μέτοχος και το όνομα του καταχωρείται ως μέτοχος στο σχετικό Μητρώο με την ιδιότητα του παραλήπτη.
(4)Τα έξοδα του παραλήπτη θεωρούνται έξοδα εκτέλεσης και αποτελούν μέρος του ποσού που εξασφαλίζεται με την επιβάρυνση.
(5)Ο παραλήπτης κατά την πώληση του βαρυνόμενου στοιχείου διαθέτει το προϊόν πώλησης με την πιο κάτω σειρά προτεραιότητας: (α) Έξοδα πώλησης (β) αμοιβή και έξοδα παραλήπτη ή άλλα παρεπόμενα έξοδα (γ) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5(α) την πληρωμή του ποσού για το οποίο επιβαρύνθηκε το περιουσιακό στοιχείο (δ) τυχόν υπόλοιπο πληρώνεται στον οφειλέτη.
(6)Το Δικαστήριο δύναται για οποιοδήποτε λόγο να τερματίσει το διορισμό του παραλήπτη και τον τερματίζει, όταν αυτός έχει εκπληρώσει τους σκοπούς για τους οποίους διορίστηκε.
(7)Το Δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης του παραλήπτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να δώσει οποιαδήποτε οδηγία κρίνει αναγκαία σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του παραλήπτη, περιλαμβανομένης διαταγής για την αμοιβή του. 8. Στις περιπτώσεις όπου το βαρυνόμενο στοιχείο συνίσταται από μετοχές σε εταιρεία και η πώληση τους διατάσσεται από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 6 ή διενεργείται από παραλήπτη με έγκριση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 7, τότε, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η πώληση γίνεται με δημόσιο πλειστηριασμό και ακολούθως ισχύουν οι πιο κάτω διατάξεις: (α) Η κατακύρωση της πώλησης στον ψηλότερο πλειοδότη είναι προσωρινή για περίοδο 21 ημερών, και (β) (
  1. i)μέχρις ότου εκπνεύσει η πιο πάνω περίοδος των 21 ημερών, αν οποιοσδήποτε άλλος μέτοχος της εταιρείας καταθέσει στο δημοπράτη το ποσό για το οποίο κατακυρώθηκε η ψηλότερη πλειοδότηση, τότε η προσωρινή κατακύρωση ακυρώνεται και η πώληση κατακυρώνεται οριστικά προς όφελος του εν λόγω μετόχου: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι του ενός μετόχου εξάσκησαν το προβλεπόμενο στην υποπαράγραφο (β)(
  2. i)δικαίωμα, η κατανομή των μετοχών μεταξύ τους γίνεται σε αναλογία του ποσοστού των μετοχών που κατέχει ο κάθε μέτοχος σε σχέση με τον άλλο ή (
  3. ii)αν η περίοδος των 21 ημερών εκπνεύσει και κανένας από τους μετόχους της εταιρείας δεν ενήργησε με τον τρόπο που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), τότε η προσωρινή κατακύρωση της πλειοδότησης καθίσταται οριστική και παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ο αγοραστής, αφού καταβάλει το ποσό στο οποίο η πώληση κατακυρώθηκε, δικαιούται να εγγραφεί ως μέτοχος της εταιρείας για τον αριθμό των μετοχών που αγόρασε (γ) το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ή να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες κρίνει αναγκαίες για εφαρμογή των προνοιών του παρόντος άρθρου. » Εξέταση της Αίτησης και εκτίμηση του Δικαστηρίου Κρίνω χρήσιμο στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι μέσα από το περιεχόμενο του φακέλου όσο και μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και ένσταση αντίστοιχα προκύπτουν ως αναμφισβήτητα γεγονότα η έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης την 17/12/2020. Η απόφαση ήταν άμεσα εκτελεστή και μέχρι σήμερα δεν πληρώθηκε το οφειλόμενο ποσό. Επίσης είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι ο Εναγόμενος 1/Καθ' ού η Αίτηση είναι κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου. Στην Κύπρο διαθέτει ακίνητη περιουσία συγκεκριμένα δύο διαμερίσματα στα οποία έχει εγγραφεί η δικαστική απόφαση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Ο Εναγόμενος 1 κατέχει 499 μετοχές στην εταιρεία Demico Ltd. Στις 14/10/2020 εκδόθηκε επιβαρυντικό διάταγμα επί των 499 μετοχών του Εναγόμενου 1 της εταιρείας Demico Ltd με αρ. Εγγραφής 141883 στις οποίες ο Εναγόμενος 1 έχει συμφέρον. Για να εκδοθεί τελικό επιβαρυντικό διάταγμα το Δικαστήριο εξετάζει αρχικά κατά πόσο έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Νόμου 31(Ι)/92 όπως για παράδειγμα την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος. Παρατηρώ στην προκείμενη περίπτωση ενώ εκδόθηκε το τελικό διάταγμα και ενώ δεν καταχωρήθηκε αίτηση ακύρωσης του διατάγματος ο Εναγόμενος 1 προβάλλει μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος και ότι δεν προσκόμισαν οι Αιτητές ειδοποίηση του επιδότη ότι εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας το οποίο να επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Καταρχάς δε θα εξετάσω αν πληρούνται ή όχι οι εν λόγω προϋποθέσεις αφού δεν έχει καταχωρηθεί αίτηση ακυρώσεως του επιβαρυντικού προγράμματος αλλά κρίνω ορθό να αναφέρω ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση η προηγούμενη έκδοση εντάλματος κινητών. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση έκρινε στις 14/10/2020 ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης του επιβαρυντικού διατάγματος. Παραπέμπω στην απόφαση Ιωάννου (Σιαρματτά) v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1463 όπου λέχθηκε ότι στα πλαίσια αίτησης για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος ο πιστωτής υποχρεούται να παρουσιάσει την στοιχεία που να καταδεικνύουν αναγκαιότητα για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ο οφειλέτης πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία αναφορικά με το ενδεχόμενο ύπαρξης οτιδήποτε του αρνητικού στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ως αναφέρω ανωτέρω σε περίπτωση που ο Εναγόμενος 1 θεωρούσε ότι συνέτρεχε κάτι το αρνητικό στην έκδοση του διατάγματος μπορούσε να ζητήσει ακύρωση του διατάγματος. Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε από το Νικολάου, Δ. σε σχέση με την πρόνοια του άρθρου 3
(2)(α): «Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί.». Σύμφωνα με το άρθρο 6
(3)του Ν.31(Ι)/92, για σκοπούς εξέτασης τυχόν έκδοσης διατάγματος πώλησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την άποψη των ενδιαφερομένων προσώπων που δυνατόν να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατόν να επηρεάζονται από την πωληση κτλ. Η Αίτηση επιδόθηκε στην εταιρεία, στον Εναγόμενο 1 ο οποίος είναι και ο Διευθυντής της του Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας. Ο Έφορος Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας, επέλεξε να μην εμφανιστεί στα πλαίσια αυτής. Μόνο ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση. Παρατηρώ όμως ότι ο Εναγόμενος 1 μέσω της ενόρκως δηλούσα προέβαλε γενικούς ισχυρισμούς αναφορικά με τυχόν δυσμενή επηρεασμό από την πώληση των μετοχών για τον ίδιο και για την εταιρεία. Ανάφερε ότι τυχόν πώληση μπορεί να επηρεάσει τη βιωσιμότητα της εταιρείας ή τους πιστωτές και ότι η Αίτηση θα έπρεπε να επιδοθεί και στους πιστωτές. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατάφερε να θέσει οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να διαφαίνεται ότι τυχόν πώληση θα επηρεάσει δυσμενώς οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συμφέρον στις εν λόγω μετοχές. Οι μέτοχοι δεν θεωρώ ότι είναι ενδιαφερόμενα μέρη και εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 περί επηρεασμού των δικαιωμάτων τους παρέμεινε παντελώς γενικός και αόριστος. Η ίδια γενικότητα και αοριστία χαρακτηρίζει και τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1 περί επηρεασμού της βιωσιμότητας της εταιρείας. Αυτοί οι ισχυρισμοί παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτοι και η έλλειψη προσκόμισης συγκεκριμένων στοιχείων και επεξηγήσεων προς υποστήριξη αυτών καθιστά αδύνατο για το Δικαστήριο να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτούς. Θεωρώ λοιπόν ότι ο Εναγόμενος 1 περιορίστηκε και προέβαλε παντελώς γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι ικανοί να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε συμπέρασμα περί δυσμενούς επηρεασμού ή ενδεχόμενης ζημιάς σε οποιοδήποτε πρόσωπο και ή στον ίδιο. Όσον αφορά τη θέση ότι η Αίτηση θα έπρεπε να επιδοθεί στους πιστωτές κρίνω ότι δεν μπορεί να επιτύχει επειδή δεν έχει καταδειχθεί ότι οι πιστωτές της εταιρείας είναι ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή ότι έχουν κάποιον συμφέρον επί των μετοχών του Εναγόμενου 1 στην εταιρεία. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να συνηγορεί υπέρ της άρνησης έκδοσης διατάγματος πώλησης. Οι Ενάγοντες ζητούν επίσης τον διορισμό παραλήπτη προς τον σκοπό πώλησης των υπό κρίση μετοχών και την είσπραξη του εξασφαλισμένου ποσού. Ο διορισμός παραλήπτη προς τον σκοπό αυτό προβλέπεται από το άρθρο 7 του Ν.31(Ι)/92. Να σημειώσω ότι δεν προβάλλεται συγκεκριμένος λόγος ένστασης ως προς το διορισμό παραλήπτη ούτε ως προς το προτεινόμενο πρόσωπο για διορισμό. Απλώς γενικά και αόριστα τέθηκε ισχυρισμός περί μη πλήρωσης των προϋποθέσεων που ορίζει ο Νόμος 31(Ι)/92. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δε διαπίστωσα να συντρέχει λόγος περί μη έγκρισης του αιτήματος για διορισμό παραλήπτη. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό των Εναγόντων ο κος Αναστασίου είναι λογιστής, δεν έχει προσωπικό συμφέρον ή σύγκρουση συμφερόντων για το διορισμό του, δεν έχει κηρυχθεί ποτέ πτωχεύσας και είναι έτοιμος, ικανός και πρόθυμος να ενεργήσει ως Παραλήπτης των μετοχών. Με βάση τα προσόντα του προτεινόμενου παραλήπτη, τη δική του συγκατάθεση και τη μη ύπαρξη ένστασης για το πρόσωπο του, θεωρώ αυτόν ως κατάλληλο για διορισμό. Επίσης παρατηρώ ότι μεγάλο μέρος της αγόρευσης εκ μέρους του Εναγόμενου 1 αναλώνεται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Ως εξηγώ ανωτέρω η έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος δεν αποτελεί προσωρινό διάταγμα ούτε οι αιτούμενες θεραπείες ζητούνται προωθούνται στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Συνεπώς οι λόγοι ένστασης και ισχυρισμοί που στηρίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δε θα ληφθούν υπόψη. Επίσης αποτελεί λόγο ένστασης ότι οι Ενάγοντες δεν προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την παρούσα Αίτηση. Να υπενθυμίσω ότι η Αίτηση σε σχέση με τα αιτητικά Β-Ι έχει επιδοθεί στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και μάλιστα ο Εναγόμενος 1 έχει υποβάλει ένσταση. Όπως αναφέρεται στις υποθέσεις Κυριακίδης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2011)1Β Α.Α.Δ. 816 και Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 1895, το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του Αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Έχει ήδη επισημανθεί ότι η υπό κρίση Αίτηση δεν αφορά στην έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος και εν πάση περιπτώσει τα αιτητικά υπ' αριθμόν Β-Ι της Αίτησης έχουν επιδοθεί. Αντιθέτως, όπως διαφάνηκε η Αίτηση, αυτή επιδόθηκε σε διάφορα πρόσωπα εκ των οποίων μόνο ο Εναγόμενος 1 επέλεξε να εμφανιστεί και να καταχωρήσει ένσταση. Αποτελούν επίσης ισχυρισμοί και λόγοι ένστασης στην Αίτηση ότι οι Αιτητές θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν από την εκποίηση των Memo επί των 2 διαμερισμάτων του Αιτητή και ότι η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης είναι καταχρηστική αφού το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι επιβαρυμένη με Μemo προς όφελος των Αιτητών. Επίσης θεωρούν ότι υφίσταται κατάχρηση επειδή παράλληλα προωθείται η υπό κρίση Αίτηση με την αίτηση ημερ. 13/08/2020 σε σχέση με την πώληση ακίνητης περιουσίας της Εναγόμενης
  1. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι εκκρεμούν τα Memo αλλά και ότι καταχωρήθηκε η αίτηση ημερ. 13/08/2020 η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου για την οποία έχει εκδοθεί διάταγμα. Η υπό εξέταση Αίτηση καταχωρήθηκε με βάση το Νόμο 31/(Ι) 1992 με στόχο την άμεση εκτέλεση της απόφασης. Το γεγονός ότι οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές εφόσον έχουν εγγράψει τη δικαστική απόφαση επί της προσωπικής περιουσίας του Εναγόμενου 1 (2 Memo σε σχέση με 2 διαμερίσματα) παρατηρώ απλά ότι το γεγονός εγγραφής επιβάρυνσης σε ακίνητο δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην προσπάθεια είσπραξης ενός εξ αποφάσεως χρέους και στη λήψη διαφόρων μέτρων εκτέλεσης. Οι Αιτητές ενόψει και του λόγου ότι ο Εναγόμενος 1 διαμένει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο ως εξηγούν μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δεν μπορούσαν να λάβουν άλλα μέτρα εκτέλεσης πέραν της εγγραφής της δικαστικής απόφασης επί των δύο διαμερισμάτων αλλά και την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, το οποίο υπενθυμίζω είναι σε ισχύ. Η δικαστική απόφαση είναι εκτελεστή και είναι δικαίωμα των Εναγόντων να χρησιμοποιούν διάφορους τρόπους εκτέλεσης. Αυτό από μόνο τους δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά τη γνώμη μου κατάχρηση. Οι Ενάγοντες αφού μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι 1 και 2 επέδειξαν αδιαφορία στην ικανοποίηση προς όφελος τους την απόφαση προσπαθεί στην εκτέλεση της για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Δε παραγνωρίζω ότι καταχωρήθηκε και αίτηση για πώληση ακίνητης περιουσίας της Εναγόμενης 2 αλλά η απόφαση εκδόθηκε εναντίον και των δύο εναγόμενων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως. Δε φαίνεται να αποτελεί εμπόδιο η παράλληλη προώθηση μέτρων εκτέλεσης εναντίον και των δύο Εναγόμενων. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι δεν είναι μεγάλο το ποσό αλλά με την παρέλευση του χρόνου αυτό αυξάνεται και δε φαίνεται αυτό να προβλημάτισε τους Εναγόμενους 1 και
  2. Αντιθέτως θα έλεγα ότι λόγω της ύπαρξης Memo επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου 1, ο Εναγόμενος 1 επαναπαύθηκε και δεν προχώρησε από το 2012 στην ικανοποίηση της απόφασης. Παραπέμπω στις υποθέσεις Σιαρματτά (ανωτέρω) και Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες (Ομόρρυθμη Εταιρεία) v. Βασιλαρά κ.ά.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 830. Η τελευταία αφορούσε αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου ενόσω οι εναγόμενοι βρίσκονταν σε πλήρη συμμόρφωση με το διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων. «Επειδή οι εξ αποφάσεως οφειλέτες-εφεσίβλητοι κατέβαλλαν κανονικά τις μηνιαίες δόσεις που είχαν διαταχθεί να καταβάλλουν, το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα, κατά την κρίση μας, θεώρησε πως η παράλληλη προώθηση και άλλου μέτρου εκτέλεσης ήταν αναιτιολόγητη, και υπό τις περιστάσεις καταπιεστική. Στο Άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προνοείται ρητά πως κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, μπορεί να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο 1 του Άρθρου 14 και τα οποία περιλαμβάνουν κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου και εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και έκδοση σχετικού διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή απαγόρευση στο Νόμο αναφορικά με τη λήψη, ταυτόχρονα, περισσοτέρων του ενός μέσου εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Αυτό ενισχύεται και από το Άρθρο 87 του Κεφ. 6, το οποίον προνοεί ότι το δικαστήριο, μετά την εξέταση του οφειλέτη, μπορεί να εκδώσει ένα ή και περισσότερα από τα διατάγματα που αναφέρονται στο Άρθρο 87, μεταξύ των οποίων είναι το διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις και το ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητα της (Δέστε: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034). Στην προκείμενη περίπτωση δεν θεωρούμε πως οι εφεσείοντες ενήργησαν καθ' οιονδήποτε αντινομικό, αθέμιτο ή καταπιεστικό τρόπο. Είχαν υποβάλει αίτηση μηνιαίων δόσεων και το πρωτόδικο δικαστήριο τους διέταξε να πληρώνουν £200.- μηνιαίως ο καθένας (που ήταν το ανώτατο ζητούμενο ποσό). Τρεις περίπου μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων οι εφεσείοντες είχαν πληροφορίες πως οι εφεσίβλητοι είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα τους. Προχώρησαν λοιπόν και υπέβαλαν, στο δικαστήριο, αίτηση κατάσχεσης χρημάτων εις χείρας τρίτου με σκοπό την άμεση εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν την εξόφληση του χρέους με τις προαναφερόμενες μηνιαίες δόσεις. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην συμπεριφορά των εφεσειόντων, οι οποίοι είχαν θεμιτό συμφέρον να επιθυμούν την όσον το δυνατό γρηγορότερη εκτέλεση της υπέρ τους δικαστικής απόφασης και την είσπραξη του λαβείν τους το συντομότερο δυνατό. Εκτιμούμε ότι, υπό τις περιστάσεις, το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια λανθασμένα, όταν απέρριψε την αίτηση των εφεσειόντων για τους προαναφερόμενους λόγους.» Παραπέμπω επίσης στην απόφαση που δόθηκε στην υπόθεση Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου Λτδ v. Σακκή κ.ά., Πολ. Έφ. Ε145/14, ημ. 15.11.19, στην οποία έγινε παραπομπή στην προαναφερόμενη υπόθεση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες (Ομόρρυθμη Εταιρεία) v. Βασιλαρά κ.ά. (ανωτέρω) και λέχθηκε ότι η επιλογή και προώθηση παράλληλων και διαφορετικών διαδικασιών εκτέλεσης είναι δυνατή, δεν είναι όμως ανεξέλεγκτη αλλά υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου το οποίο δύναται να την ανακόψει όταν θεωρήσει την παράλληλη προώθηση κάποιου μέτρου εκτέλεσης ως καταπιεστική. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: «Στην Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν. Βασιλαρά κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 830 σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 δεν απαγορεύεται η παράλληλη προώθηση διαφορετικών μέτρων εκτέλεσης. Το άρθρο ρητά προνοεί ότι κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει την πληρωμή χρημάτων, μπορεί να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στο πρώτο του εδάφιο. Αποφασίστηκε ότι η αναφορά στην Christodoulou ότι ως θέμα πρακτικής δεν θα πρέπει να υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση για λήψη άλλων μέτρων εκτέλεσης, ενόσω διάταγμα μηνιαίων δόσεων βρίσκεται σε ισχύ και γίνεται σεβαστό, δεν αντικατοπτρίζει ορθά το σημερινό κυπριακό δίκαιο επί του προκειμένου. Αναφέρεται, ωστόσο, ότι η επιλογή και προώθηση παράλληλων και διαφορετικών διαδικασιών εκτέλεσης δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο έχει διακριτική εξουσία, εφόσον θεωρήσει την παράλληλη προώθηση κάποιου μέτρου εκτέλεσης ως καταπιεστική, να την ανακόψει. Όπως και κάθε καταχρηστική δικαστική διαδικασία θα προσθέταμε. Σημασία έχει λοιπόν κατά πόσο αυτό που επιδιώκεται είναι καταχρηστικό. Στη Panaou (σελ.23) αναφέρεται ότι η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που υπόκειται στην επιτήρηση και έλεγχο του Δικαστηρίου. Δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για σκοπούς αχρείαστης καταπίεσης και σε κάθε περίπτωση για οποιοδήποτε σκοπό άλλο από την δέουσα ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Δεν υφίσταται άλλος περιοριστικός κανόνας. Η επιδίωξη αυτού που χορηγήθηκε ως θεραπεία, όταν δηλαδή στην αγωγή, πέραν του επιδικασμού χρηματικού ποσού, εκδίδεται και διάταγμα για εκποίηση υποθήκης, η προώθηση της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δύσκολα μπορεί να στοιχειοθετήσει καταπίεση. Ίσως μόνο αν το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους είναι πολύ μικρό και διαφαίνεται ότι μπορεί να εξοφληθεί σύντομα με άλλο τρόπο, ενδεχομένως με την καταβολή μερικών ακόμα μηνιαίων δόσεων τις οποίες ο εξ' αποφάσεως χρεώστης τακτικά καταβάλλει. Καταπίεση και κατ' ακολουθία κατάχρηση μπορεί πιο συχνά να διαπιστωθεί εκεί όπου, ενώ εκκρεμεί η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, με ενδείξεις ότι το ποσό που θα εισπραχθεί θα ικανοποιήσει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος και τα έξοδα, προωθείται και άλλο μέτρο εκτέλεσης, το οποίο εκ των πραγμάτων προβάλλει αχρείαστο.» Εν προκειμένω δεν έχει κατά την άποψη μου καταδειχθεί ότι σύντομα θα ικανοποιηθεί η απόφαση ούτε έχει καταδειχθεί ότι οι Ενάγοντες ενεργούν καταπιεστικά. Έχοντας δικαστική γνώση επί της εκδόσεως απόφασης επί αιτήσεως εναντίον της Εναγόμενης 2 για πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δε θεωρώ ότι αυτό καταδεικνύει ότι σύντομα θα ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση. Επίσης ως ήδη αναφέρθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτο λόγω της διαμονής του Εναγόμενου 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε δυσκολία στο να ληφθούν άλλα μέτρα εκτέλεσης πλην της εγγραφής της δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
  1. Δεν επίκειται σήμερα οποιαδήποτε άλλη μέθοδος εκτέλεσης εναντίον του, ούτε επίκειται σύντομη ικανοποίηση της απόφασης ως αναφέρω ανωτέρω. Κρίνω ότι δεν ενήργησαν οι Ενάγοντες καταχρηστικά ή καταπιεστικά αντιθέτως ενήργησαν με γνήσια πρόθεση να εξασφαλίσουν το λαβείν τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εναγόμενου 1 ισχυρίζονται ότι μέσω της αίτησης ημερ. 13/08/2020 υπάρχουν ενδείξεις ότι το ποσό που θα εισπραχθεί θα ικανοποιήσει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος θέση που δεν μπορώ να ενστερνιστώ για το λόγο ότι δεν μπορώ να γνωρίζω εκ προοιμίου για το πως θα προχωρήσει εκείνη η διαδικασία. Ο Εναγόμενος 1 επικαλείται επίσης υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, σε συνάρτηση με τον χρόνο έκδοσης της απόφασης. Υπό το φως των δεδομένων της παρούσας περίπτωσης δεν διακρίνεται υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας. Ναι μεν καταχωρήθηκε με κάποια καθυστέρηση αλλά δε συμφωνώ ότι η καθυστέρηση είναι υπέρμετρη ή τέτοιας φύσεως που να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης ειδικότερα τη στιγμή που είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος 1/Καθ ού η Αίτηση διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και δεν ήταν εύκολο να λάβουν μέτρα εκτέλεσης αλλά επίσης γίνονταν και προσπάθειες για διευθέτηση της υπόθεσης. Οι Ενάγοντες ήδη ενέγραψαν τη δικαστική απόφαση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας. Εν πάση περίπτωση δεν υπάρχει χρονικό περιθώριο που μπορεί κάποιος να αποταθεί για έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων και/ή διαταγμάτων πώλησης μετοχών. Οι συνήγοροι του Εναγόμενου 1 επίσης δε με έχουν παραπέμψει σε σχετική νομολογία επί του θέματος. Να αναφέρω επίσης ότι δεν έχουν παρουσιαστεί εν πάση περίπτωση από τον Εναγόμενο 1 οποιαδήποτε στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν με τρόπο οδηγώντας τον να πιστέψει ότι το χρέος δε θα απαιτηθεί ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης το 2020 με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης προκάλεσε οποιαδήποτε δυσμένεια στον Εναγόμενο
  2. Καταληκτικά με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κρίνω ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Ως εκ τούτου εκδίδονται διατάγματα ως ακολούθως: Α. Πώλησης, των 499 Συνήθων Μετοχών, του Εναγόμενου 1/Καθ΄ ου η αίτηση εις την εταιρεία DEMICO LTD, με αρ. εγγραφής 141883, με δημόσιο πλειστηριασμό και/ή διάθεσης και/ή πώλησης με ιδιωτική σύμβαση και διάθεση του προϊόντος εκποίησης και πώλησης προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Β. Διορισμού του κ. ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) Αναστασίου, εκ Λεμεσού, Λογιστή - Ελεγκτή ως Παραλήπτη των ανωτέρω ρηθέντων μετοχών με σκοπό την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7
(5)του Ν. 31(Ι) 92. Γ. Επικύρωσης της αμοιβής του Παραλήπτη στην ωριαία χρέωση των € 150,00 πλέον Φ.Π.Α. ανά ώρα. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αντίγραφο της παρούσας να κοινοποιηθεί στον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας. (Υπ.) ............ Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.