← Κύπρος

KYTHROMAK (ASPHALTING) LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4525/2013, 4/2/2022

KYTHROMAK (ASPHALTING) LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4525/2013, 4/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4525/2013 Μεταξύ: KYTHROMAK (ASPHALTING) LTD Ενάγουσας και ΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενος 4 Φεβρουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κοϊνάς δια Ι. Μοδίτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Ταλιαδώρος Για Τριτοδιάδικο: κ. Ντ. Μαστορούδης με κ. Μ. Μαστορούδη ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή. Η Ενάγουσα εταιρεία είναι κατασκευαστική/εργοληπτική εταιρεία. Ο Εναγόμενος και ο αδερφός του ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου ήταν ιδιοκτήτες του τεμαχίου με αριθμό XXXXX, Φ/Σχ. 54/31 στην περιοχή Αγκάθια στο χωριό Παρεκκλησία στη Λεμεσό (στο εξής το «Επίδικο Τεμάχιο»). Στις 4.9.2009 ο Εναγόμενος μαζί με τον αδερφό του ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου υπέγραψαν συμφωνία με την Ενάγουσα για το διαχωρισμό του Επίδικου Τεμαχίου σε 11 οικόπεδα, κατασκευή δρόμου και άλλες συναφείς εργασίες (στο εξής η «Επίδικη Συμφωνία»). Η Ενάγουσα, εκτέλεσε όλες τις εργασίες που ανέλαβε δυνάμει της Επίδικης Συμφωνίας. Ο Εναγόμενος και ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου προέβηκαν σε διάφορες πληρωμές προς την Ενάγουσα για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου απεβίωσε πριν την έγερση της αγωγής. Τα πιο πάνω είναι κοινώς αποδεκτά μεταξύ όλων των αντιδίκων. Ως τέτοια, συνιστούν μέρος του πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας εταιρείας, εκ της συμφωνηθείσας αμοιβής της, παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο €33.166,

  1. Στην πορεία περιόρισε την αξίωση της. Με την παρούσα αγωγή, διεκδικεί το οφειλόμενο υπόλοιπο από τον Εναγόμενο, πλέον τόκο και έξοδα. Διεκδικεί το ποσό ως αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας και στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο Εναγόμενος, στην Υπεράσπιση του αρνείται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζεται ότι αν υπάρχει οφειλόμενο ποσό αυτό «δεν είναι οφειλή δική του Εναγόμενου. Με βάση τροποποιημένη άδεια που οι Ενάγοντες όφειλαν να γνωρίζουν, ευθύνη και υποχρέωση για την κατασκευή δημόσιου δρόμου είχε και έχει το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησίας και σε αυτό πρέπει να απευθυνθούν οι Ενάγοντες.» Στην Υπεράσπιση περιλαμβάνεται επίσης ο εξής δικογραφημένος ισχυρισμός «Οι Ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους και λειτουργούν Εργοτάξιο παρασκευής σκυροδέματος εντός των κοινοτικών ορίων της Παρεκκλησιάς. Ως αντάλλαγμα για την λειτουργία του Εργοταξίου προσφέρουν στην Κοινότητα εργασίες του τομέα των. Οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να απευθυνθούν στο Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς και να απαιτήσουν το ποσό των €13.500 που αντιπροσωπεύει τα έξοδα τους για την κατασκευή Δημόσιου Δρόμου. Σε περίπτωση άρνησης ή αδυναμίας καταβολής του ποσού από το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς θα μπορούσαν να μην προσφέρουν στην Κοινότητα εργασίες κόστους ίσης αξίας με το ποσό των €13.
  2. Σε κάθε περίπτωση είναι διαφορά μεταξύ των Εναγόντων και Κοινοτικού Συμβουλίου Παρεκκλησιάς και δεν αφορά στον Εναγόμενο.» Στην Έκθεση Απαίτησης που ο Εναγόμενος καταχώρησε εναντίον του Τριτοδιάδικου, επαναλαμβάνει τα πιο πάνω και προσθέτει ότι «το Κοινοτικό Συμβούλιο είχε γνώση της τροποποιημένης άδειας και γνώριζε και γνωρίζει ότι η ευθύνη κατασκευής του πιο πάνω αναφερόμενου δημόσιου δρόμου ήταν δική του ευθύνη και τα έξοδα κατασκευής του βάραιναν το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς.» Ο Εναγόμενος διεκδικεί εναντίον του Τριτοδιάδικου το ποσό των €13.500 που ισχυρίζεται ότι αφορά το υπόλοιπο που δικαιούται η Ενάγουσα εταιρεία για την κατασκευή του δρόμου. Ο Τριτοδιάδικος, στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι «ο Εναγόμενος και ο ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου χωρίς να ενημερώσουν με οποιονδήποτε τρόπο τον Τριτοδιάδικο συμφώνησαν και ανάθεσαν την εκτέλεση των επίδικων εργασιών στους Ενάγοντες. Ως εκ τούτου ο Τριτοδιάδικος ισχυρίζεται ότι δεν υπέχει οποιασδήποτε ευθύνης και/ή ότι έχει απαλλαγεί της οποιασδήποτε ευθύνης σε σχέση με το κόστος εκτέλεσης των επίδικων εργασιών, το οποίο βαρύνει αποκλειστικά τον Εναγόμενο δυνάμει της σχετικής συμφωνίας την οποία είχε συνάψει προς το σκοπό αυτό με τους Ενάγοντες.» Σε αυτή τη βάση, η υπόθεση οδηγήθηκε για ακρόαση. Μαρτυρία. Στα πλαίσια της ακρόασης, συνεκδικάστηκαν οι αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον του Εναγόμενου καθώς και οι αξιώσεις του Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου. ΜΕ
  3. Για την πλευρά των Εναγόντων έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο κ. ΧΧΧΧΧ Παναγιωτίδης, διοικητικός διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας (ΜΕ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι εργάζεται στην εταιρεία από το 2005 και στα καθήκοντα του περιλαμβάνεται η σύναψη συμβολαίων με πελάτες. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 στις 4.9.2009 ο Εναγόμενος μαζί με τον αδερφό του ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου υπόγραψαν την Επίδικη Συμφωνία με την Ενάγουσα (Τεκμήριο 1). Εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας υπέγραψε ο ίδιος. Στο περιεχόμενο της Επίδικης Συμφωνίας θα αναφερθώ κατωτέρω, στο βαθμό που αφορά τα επίδικα θέματα. Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι η Ενάγουσα εταιρεία αποπεράτωσε πλήρως τις εργασίες που ανέλαβε δυνάμει της Επίδικης Συμφωνίας και εκδόθηκαν τα προβλεπόμενα στη Συμφωνία τιμολόγια και διατακτικά πληρωμής για τις υπηρεσίες της (Τεκμήρια 2, 3 και 4) και εκδόθηκαν σχετικές αποδείξεις (δέσμη, Τεκμήριο 5). Ο Εναγόμενος και ο αδερφός του πλήρωσαν διάφορα ποσά έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής ενώ πληρωμές έγιναν και μετά τον θάνατο του Χαράλαμπου Κωνσταντίνου από τους κληρονόμους του. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, μετά τις διάφορες πληρωμές που έγιναν παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €14.641,78 και παρουσίασε σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6). Στο σημείο αυτό ο συνήγορος της Ενάγουσας, με σχετική δήλωση στην οποία προέβη περιόρισε το ποσό που η Ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή από €14.641,78 που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6, σε €13.
  4. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι το ποσό που η Ενάγουσα διεκδικεί είναι μικρότερο από το ποσό που δικογραφείται γιατί, μετά την έγερση της αγωγής, οι κληρονόμοι του XXXXX Κωνσταντίνου προέβησαν σε περαιτέρω πληρωμές ώστε το μερίδιο της οφειλής που του αναλογούσε να θεωρείται ότι έχει εξοφληθεί (Τεκμήριο 8). Για σκοπούς αυτής της διευθέτησης, υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας, του Εναγόμενου και των κληρονόμων του ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, την οποία παρουσίασε (στο εξής η «Συμφωνία Διευθέτησης») (Τεκμήριο 7). Να σημειώσω επίσης παρενθετικά ότι η Συμφωνία Διευθέτησης (Τεκμήριο 7) προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «

(1)Τα Μέρη δια του παρόντος αναγνωρίζουν και έναντι νόμιμου ανταλλάγματος συμφωνούν ότι από την αμοιβή/αντάλλαγμα που προβλέπεται στο μεταξύ του Κώστα της εταιρείας και του αποβιώσαντα ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου έγγραφο ημερομηνίας 4/9/09 παραμένει προς καταβολή στην Εταιρεία το ποσό των 22,000 ευρώ το οποίο θα καταβληθεί ως εξής: (α) 8,500 ευρώ από τους κληρονόμους ταυτόχρονα με την υπογραφή της παρούσας προς πλήρη εξόφληση οποιωνδήποτε απαιτήσεων και/ή διεκδικήσεων της Εταιρείας προς αυτούς και/ή την περιουσία του αποβιώσαντα (β) 13,500 ευρώ από τον Κώστα σε χρόνο που θα συμφωνηθεί μεταξύ του Κώστα και της Εταιρείας.» Ο ΜΕ1 πρόσθεσε ότι η Εναγόμενος δεν έχει πληρώσει το ποσό των €13.500, το οποίο η Ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 από τον συνήγορο του Εναγόμενου, ο μάρτυρας ερωτήθηκε εάν υπάρχει συμφωνία μεταξύ της εταιρείας και του Τριτοδιάδικου όπως προβαίνει η εταιρεία σε κατασκευή δρόμων για την κοινότητα ως αντάλλαγμα για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προκαλεί το εργοτάξιο κατασκευής σκυροδέματος που διατηρεί στην κοινότητα. Ο ΜΕ1 απάντησε ότι η Ενάγουσα εταιρεία «δεν είχαμε καμία υποχρέωση προς το Κοινοτικό Συμβούλιο για να προμηθεύουμε άσφαλτο. Τη διευθέτηση είχε μια αδελφική εταιρεία, η μητρική εταιρεία με το Συμβούλιο με το οποίο έχουν συμφωνήσει συμφωνίες σχετικά με τη λειτουργία του λατομείου.» Επί του ιδίου ζητήματος, σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του, ερωτήθηκε κατά πόσο θα ήταν «ορθό και δίκαιο» «εφόσον λόγω ύπαρξης συμφωνίας με το συμβούλιο [και της μητρικής εταιρείας] να προσφέρετε κάποιες κατασκευές δρόμων ως αντάλλαγμα για τη λειτουργία του εργοταξίου [.] ο εν λόγω δρόμος να θεωρηθεί ως μια των περιπτώσεων αυτών, οπότε δεν θα είχατε και οποιαδήποτε ζημιά ουσιαστικά όπως έγινε πιθανόν και σε άλλες περιπτώσεις στο χωριό». Ο ΜΕ1 απάντησε ως εξής «εμείς δεν έχουμε καμία σχέση. Εμείς και το συγκεκριμένο έργο δεν έχει καμία σχέση με τις υποχρεώσεις που έχει η μητρική εταιρεία προς το Κοινοτικό Συμβούλιο. Άρα δεν είναι κάτι, το οποίο μπορούμε να πάρουμε αποφάσεις εμείς.» Αναφορικά με τη διαδικασία με την οποία ανατέθηκαν στην Ενάγουσα οι εργασίες της Επίδικης Συμφωνίας, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι «οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων υποβάλλουν αίτηση στην Πολεοδομία για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και σε σχέση μετά την έγκριση της πολεοδομικής άδειας οι ίδιοι εξασφαλίζουν άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση από την Επαρχιακή Διοίκηση. Αυτές τις άδειες τις υποβάλλουν στους εργολάβους για να υποβάλουν προσφορά για κατασκευή των δρόμων». Ερωτήθηκε κατά πόσο η πολεοδομική άδεια του έργου προνοούσε για την κατασκευή δημόσιου δρόμου και απάντησε «όλοι οι δρόμοι γίνονται δημόσιοι στο τέλος. Άρα όταν κάνεις διαχωρισμό οικοπέδου ο δρόμος καταλήγει να γίνει δημόσιος.» Ερωτήθηκε εάν γνωρίζει κατά πόσο μετά την αρχική πολεοδομική άδεια ακολούθησε και «δεύτερη τροποποιητική άδεια από την άδεια την πρώτη που αναφέρετε [.] που καθόριζε ότι ουσιαστικά ο δρόμος καθίσταται δημόσιος γιατί έγινε απαλλοτρίωση.» Ο ΜΕ1 απάντησε ότι «τροποποιητική άδεια δεν θυμούμαι και δεν νομίζω να υπήρχε. Τώρα αν εδόθη κάτι σε σχέση με απαλλοτρίωση ποτέ δεν ενημερωθήκαμε γι' αυτό και δεν είναι μέρος του συμβολαίου.» Πρόσθεσε επίσης ότι η Ενάγουσα εταιρεία δεν όφειλε να γνωρίζει εάν είχε γίνει απαλλοτρίωση αφού αυτό δεν αφορά την εταιρεία ως εργολάβο, «εμάς τα έγγραφα που μας δόθηκαν και οι τίτλοι ιδιοκτησίας εφαίνετουν ότι δεν ήταν ξένη περιουσία. Ήταν ιδιοκτησία των δύο αδερφών Κωνσταντίνου.» Τέθηκε στον ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα εταιρεία όφειλε να γνωρίζει για την απαλλοτρίωση γιατί «αυτά δημοσιεύονται στην εφημερίδα της κυβέρνησης και νομίζω μεγάλες εταιρείες κτλ και η κοινοτική αρχή πρέπει να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στην περιοχή τους». Ο ΜΕ1 αρνήθηκε ότι η Ενάγουσα εταιρεία είχε τέτοια υποχρέωσης αναφέροντας ότι «δεν είναι υποχρέωση μας να κρατούμε bulletin της κυβέρνησης και να βλέπουμε τι απαλλοτριώνεται επειδή κάνουμε δρόμους». Συνεχίζοντας, ο ΜΕ1 πρόσθεσε «το τι θα έπρεπε να κάνει ο πελάτης σας ήταν να αναστείλει τις εργασίες τις δικές μας και να αναμένει από το Κοινοτικό Συμβούλιο έτσι ώστε να μην είχαμε, να του κάνει ώστε να μην έχουμε εμείς κάποιες απαιτήσεις εναντίον του αλλά επέλεγε να τελειώσουν οι εργασίες, να πιάσουν κοτσάνια, να πουλήσουν οικόπεδα και μετά να πει του εργολάβου 'θα μείνεις απλέρωτος'. Ήταν επιλογή του. Αν ήθελε να τα κάνει το Συμβούλιο όφειλε να ενημερώσει πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και εμείς σε έτσι περιπτώσεις όταν ξέρεις ότι ο πελάτης δεν βαστά να τελειώσει τις εργασίες απλώς τις αναστέλλουμε.» Ακολούθως, ο ΜΕ1 πρόσθεσε ότι «να σας υπενθυμίσω ότι όλοι οι δρόμοι γίνονται δημόσιοι, όχι μόνο του συγκεκριμένου διαχωρισμού. Εμείς πληροφορηθήκαμε όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες και όχι πριν. Αν έχετε στοιχεία δώστε μας τα. Εμείς δεν έχουμε. Αλλά εσύμφερε τον πελάτη σας να ολοκληρωθούν οι δουλειές και μετά να το αναφέρει.» Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 από το συνήγορο του Τριτοδιάδικου, ο ΜΕ1 αρνήθηκε ότι η Συμφωνία Διευθέτησης εμποδίζει την Ενάγουσα να προωθεί την παρούσα αγωγή. Σε αυτό το ζήτημα θα αναφερθώ πιο κάτω. Αυτή ήταν η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας προς απόδειξη της υπόθεσης της. Εναγόμενος. Ακολούθως έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος, προς υπεράσπιση στις αξιώσεις της Ενάγουσας και για προώθηση των δικών του αξιώσεων εναντίον του Τριτοδιάδικου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε. Στη δήλωση του αναφέρεται στο κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο των γεγονότων και στη σύναψη της Επίδικης Συμφωνίας. Συνεχίζει λέγοντας ότι «κατέβαλα κατ' αναλογία με τους συνιδιοκτήτες το ποσό που μου αναλογούσε εκτός από το ποσό €13.
  1. Το ποσό των €13.500 αντιστοιχεί στην κατασκευή δρόμου. Για την κατασκευή δρόμου χρησιμοποιήθηκε μέρος του [Επίδικου Τεμαχίου], το οποίο απαλλοτριώθηκε και πληρώθηκε αποζημίωση και ο δρόμος ο οποίος θα κατασκευαζόταν και κατασκευάστηκε τελικά καθίστατο Δημόσιος. Το ποσό των €13.500, δηλ. το κόστος του εν λόγω δημόσιου δρόμου πρέπει ή θα έπρεπε να πληρώσει το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς. Από τη στιγμή που η λωρίδα αυτή με την απαλλοτρίωση καθίστατο Κρατική περιουσία με διαχειριστή το Κοινοτικό Συμβούλιο θα ήταν, κατά τη γνώμη μου ενάντια στον Νόμο και στους Κανονισμούς, το κόστος του δρόμου να επιβαρυνθεί ο προηγούμενος ιδιοκτήτης.» Προσθέτει στην γραπτή του δήλωση ότι η Ενάγουσα είχε στην κατοχή της πριν την έναρξη των εργασιών, «ορισμένες άδειες όπως πολεοδομική και οικιστική άδεια διαχωρισμού και άδεια διαίρεσης από την αρμόδια αρχή». Συνεχίζει λέγοντας ότι «Η πρώτη άδεια, Άδεια Διαίρεσης Γης/Κατασκευής Δρόμου από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας των Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Λεμεσού (Τεκμήριο 10) δεν προνοούσε για κατασκευή δημόσιου δρόμου και ήταν εις γνώση και κατοχή της εν λόγω Εργοληπτικής Εταιρείας [.] Ακολούθησε όμως δεύτερη τροποποιητική άδεια που όφειλε να γνωρίζει και να ενημερώνεται η [Ενάγουσα εταιρεία], εν πάση περιπτώση περιήλθε στην κατοχή της. Η άδεια αυτή προνοούσε για κατασκευή δημόσιου δρόμου [.] Η [Ενάγουσα εταιρεία] ήταν γνώστες του ότι τελικά προέβαιναν στην κατασκευή ενός Δημόσιου Δρόμου και προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησίας έπρεπε να απευθυνθούν και να ζητήσουν τα έξοδα κατασκευής του και όχι στον πρώην ιδιοκτήτη του τεμαχίου από τον οποίο απαλλοτριώθηκε η λωρίδα που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του δρόμου.» Παράλληλα, ο Εναγόμενος αναφέρει στην γραπτή του δήλωση ότι «μεγάλη ευθύνη ίσως και μεγαλύτερη ή την κύρια φέρει το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς που γνώριζε ή/και όφειλε να γνωρίζει ως Αρμόδια Αρχή της Κοινότητας και κατά κάποιο τρόπο εκπρόσωπος της Κυβέρνησης, το τι συμβαίνει στην Κοινότητα του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι γνώριζε ότι έγινε απαλλοτρίωση, ο εν λόγω δρόμος κατέστη Δημόσιος και ότι τα έξοδα κατασκευής του το βαραίνουν [.] Το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς όχι μόνο έπρεπε να πληρώσει τα έξοδα κατασκευής του δρόμου αλλά έπρεπε να καταβάλει και τα έξοδα κατασκευής των πεζοδρομίων όπως έκανε σε άλλες περιπτώσεις εντός της Κοινότητας και για τα οποία προσωπικά δεν έχω καμία απαίτηση.» Σε αυτή τη βάση, εξήγησε, προωθεί και τις αξιώσεις του εναντίον του Τριτοδιάδικου. Συνεχίζει λέγοντας ότι απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 16.1.2012 προς τον Τριτοδιάδικο (Τεκμήριο 12) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: «σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία [.] το κόστος κατασκευής του κύριου δρόμου στην περιοχή επιβαρύνει την Κοινότητα. Παρόλα αυτά, η Πολεοδομία έχει αναθέσει εκ παραδρομής το κόστος στους υποφαινόμενους ως ιδιοκτήτες παρακείμενου τεμαχίου το οποίο βρίσκεται υπό διαχωρισμό. [.] Επειδή η εταιρεία η οποία έχει αναλάβει την κατασκευή του δρόμου (Κυθρεώτης Λτδ) έχει ήδη ξεκινήσει την κατασκευή του έργου, θεωρούμε ότι στην παρούσα φάση και σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία υπάρχουν δύο επιλογές. Πρώτον, να αναλάβει η κοινότητα την αποπληρωμή του έργου η οποία ανέρχεται στις €21.894 το συντομότερο δυνατό αφού το έργο βρίσκεται στην ολοκλήρωση. Η δεύτερη επιλογή θα ήταν η κοινότητα να ζητήσει από τον κατασκευαστή του έργου να αφαιρέσει το κόστος του συγκεκριμένου δρόμου από το σύνολο των έργων που εκτελεί ως δωρεά προς την κοινότητα. Για τον σκοπό αυτό, έχουμε ήδη έρθει σε επαφή με την εταιρία Κυθρεώτης Λτδ (κον Παντελή Παναγιωτίδη) η οποία θα ήταν διατεθειμένη να συζητήσει το ενδεχόμενο αυτό. Ως εκ τούτου σας παρακαλούμε να εξετάσετε τα δύο αυτά ενδεχόμενα και μας ενημερώσετε το συντομότερο δυνατό εντός των επόμενων 30 ημερών.» Το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησίας απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 11.4.2013 (Τεκμήριο 13) στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «.β) Η κατασκευή του μέρους του οδικού δικτύου που επηρέαζε το υπό διαχωρισμό τεμάχιο, ενόψει της απαλλαγής του σχετικού όρου από την σχετική πολεοδομική άδεια δεν σας βαρύνει πλέον ως ιδιοκτήτες του τεμαχίου. γ) Παρόλο του ότι ήταν εις γνώση σας η απαλλαγή του σχετικού όρου από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, εντούτοις χωρίς οποιανδήποτε προηγούμενη πληροφόρηση με το Κοινοτικό Συμβούλιο προχωρήσατε στην κατασκευή του οδικού δικτύου. δ) Ως εκ τούτου το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν φέρει την οποιαδήποτε ευθύνη επειδή τα Έργα Ανάπτυξης εντός της Κοινότητας, περιλαμβανομένου και της ασφαλτόστρωσης δρόμων ιεραρχούνται κατά προτεραιότητα από το Συμβούλιο και συμπεριλαμβάνονται στους ετήσιους Προϋπολογισμούς, βάσει των οικονομιών δυνατοτήτων και αναλόγως υλοποιούνται. Το υπό αναφορά έργο δεν έχει περιληφθεί στον Προϋπολογισμό του έτους
  2. ε) Τυχόν αποζημιώσεις είναι αρμοδιότητα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια και δικαιοδοσία του Κοινοτικού Συμβουλίου. Όμως για την συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τυχών ευθύνες ή και παραλήψεις ή και την οποιαδήποτε πιθανότητα αποζημίωσης από μέρους του Κοινοτικού Συμβουλίου.» Ακολούθως, ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει τη θέση ότι η Ενάγουσα εταιρεία διατηρεί στην Παρεκκλησιά εργοτάξιο κατασκευής σκυροδέματος και ότι υπάρχει συμφωνία με τον Τριτοδιάδικο για προσφορά «δωρεάν κατασκευής μέρους των οδικών δικτύων και άλλων έργων που απαιτούνται για τις ανάγκες της Παρεκκλησιάς. Μέσα απ' αυτήν την συμφωνία το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς θα μπορούσε να ζητήσει και να πετύχει την απόσβεση της πιο πάνω αναφερόμενης οφειλής από την [Ενάγουσα εταιρεία].» Ο Εναγόμενος πρόσθεσε ότι στις 19.4.2018 ενημέρωσε με επιστολή (Τεκμήριο 14) το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς ότι εκκρεμεί η παρούσα αγωγή και τους καλεί να πληρώσουν το ποσό που η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του διαφορετικά θα λάβει μέτρα για την προσθήκη του ως Τριτοδιάδικο στην παρούσα αγωγή. Η εν λόγω επιστολή δεν απαντήθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του από τον συνήγορο της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος παραδέχτηκε την υπογραφή της Επίδικης Συμφωνίας και ότι οι εργασίες ολοκληρώθηκαν από την Ενάγουσα. Πρόσθεσε όμως ότι «τον καιρό που υπόγραψα τη συμφωνία ο χώρος τζιείνος ήταν δικός μου. Μετά έπαυσε να είναι δικός μου γιατί υπήρξε απαλλοτρίωση.» Τέθηκε στον Εναγόμενο ότι δεν είχε ενημερώσει την Ενάγουσα εταιρεία για την ακύρωση του όρου κατασκευής του δρόμου. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε και ανέφερε «Κοινοποιήσαμε και όφειλε να ξέρει με την έννοια το πρόβλημα είναι ότι έγινε η απαλλοτρίωση και το συμβούλιο της Παρεκκλησιάς δεν έδωσε τα στοιχεία να αφαιρεθεί, να γίνει η διαδικασία της απαλλοτρίωσης και καθυστέρησε τζιαμέ. Αν επήεννε γρήγορα η διαδικασία του Συμβουλίου δεν θα ήμασταν δαμέ σήμερον ημέρα.» Ερωτήθηκε ακολούθως «από που έπρεπε να γνωρίζουν οι Ενάγοντες ότι υπήρξε [η τροποποιητική άδεια]. Από το Κοινοτικό Συμβούλιο ή από εσάς;» Ο Εναγόμενος απάντησε «Βασικά είναι από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Υπάρχει Πολεοδομία. Υπάρχει Επαρχιακή Διοίκηση, υπάρχει το Συμβούλιο. Η Πολεοδομία βάζει σου ορισμένους όρους, ελέγχεται από την Επαρχιακή Διοίκηση, η οποία Επαρχιακή Διοίκηση ελέγχει το Συμβούλιο. Αυτή είναι η διαδικασία.» Ο συνήγορος της Ενάγουσας επέμενε και ρώτησε «αφού το θέμα αυτό είναι τόσο καυτό για εσάς εσείς γιατί δεν ενημερώσετε τον συγκεκριμένο χρόνο τους Ενάγοντες;» Ο Εναγόμενος επανέλαβε ότι «ήταν δουλειά του Συμβουλίου» να ενημερώσει την Ενάγουσα για να προσθέσει ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το Συμβούλιο ενημέρωσε την Ενάγουσα και ότι «Δεν είμαι σίγουρος, Το Συμβούλιο καθυστέρησε να ξεκαθαρίσει τη θέση ότι υπήρχε απαλλοτρίωση. Η απαλλοτρίωση εγίνηκε και η διαδικασία να γραφτεί πέρασε αρκετός καιρός. Απόδειξης τούτου έκανα μια επιστολή και έκαναν δεκατέσσερις μήνες να μου απαντήσουν. Για να καταλάβετε πως λειτουργά το Συμβούλιο.» Τέθηκε στον Εναγόμενο ότι οι εργασίες κατασκευής του δρόμου είχαν ήδη ολοκληρωθεί πριν από την ακύρωση του όρου κατασκευής δρόμου από τον Πολεοδομία. Ο Εναγόμενος συμφώνησε ότι οι εργασίες είχαν προχωρήσει και είχε παραμείνει κάποιο υπόλοιπο οφειλόμενο. Τέθηκε επίσης στον Εναγόμενο ότι η Ενάγουσα εταιρεία δεν διαθέτει εργοτάξιο κατασκευής σκυροδέματος στην Παρεκκλησιά. Ο Εναγόμενος απάντησε ότι «Δεν ξέρω αν είναι αδελφή εταιρεία [.] Η ουσία για εμένα είναι ότι ο κύριος Κυθραιώτης έχει να διά λεφτά στην Παρεκκλησιά γιατί εκμεταλλεύεται τα λατομία και πληρώνουν ένα ποσό αρκετό μεγάλο. Εγώ προσωπικά το θεώρησα ότι θα ήταν καλό να υπάρξει ένας διακανονισμός 'χρωστάς μου, χρωστώ σου, ξοφλούμε'.» Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι οι εργασίες της Επίδικης Συμφωνίας ολοκληρώθηκαν από την Ενάγουσα και ότι εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης καθώς και άδειες οικοδομής και κτίστηκαν σπίτια στα οικόπεδα που διαχωρίστηκαν. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του Τριτοδιάδικου, ο Εναγόμενος ερωτήθηκε πότε απαλλοτριώθηκε το μέρος του Τεμαχίου για την κατασκευή του δρόμου και απάντησε «Ήταν πριν ξεκινήσουμε. Πριν ξεκινήσουμε τα έργα, αλλά μετά το ανακάλυψα, μετά η γραμματικός λέει μου 'δεν περάστηκε να γραφτεί ο δρόμος'». Ρωτήθηκε κατά πόσο πληροφορήθηκε για την απαλλοτρίωση πριν ξεκινήσουν τα έργα και απάντησε «Δεν είμαι σίγουρος. Δεν ξέρω, δεν θυμούμαι. Το μόνο που θυμούμαι η γραμματικός μου λέει 'υπάρχει απαλλοτρίωση, αλλά δεν γράφτηκε ο δρόμος. Επειδή η γραμματικός το ήξερε ότι υπάρχει απαλλοτρίωση, αλλά δεν γράφτηκε ο δρόμος διότι αν εγράφετο δεν θα είμαστε δαμέ.» Τέθηκε στον Εναγόμενο ότι προχώρησε στη σύναψη της Επίδικης Συμφωνία ενώ γνώριζε για την απαλλοτρίωση. Ο Εναγόμενος απάντησε «ναι, ο κύριος Κυθραιώτης δεν έπρεπε να γνωρίζει ότι υπήρχε απαλλοτρίωση στο τεμάχιο; Το κάνει [την κατασκευή του δρόμου] εκείνος που το πήρε.» Ερωτήθηκε γιατί δεν ενημέρωσε την Ενάγουσα και απάντησε «θα το κάνει ο πρώην ιδιοκτήτης ή ο νυν; Κατάλαβες; Έπρεπε αν γνωρίζει. [.] Αφού σου λέω, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε έγινε και ήρθε η γραμματικός και μου λέει 'υπάρχει απαλλοτρίωση, αλλά δεν είναι γραμμένος ο δρόμος'. Πότε τον έγραψαν, αν τον έγραψαν δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πω ημερομηνίες.» Ακολούθως, τέθηκε στον Εναγόμενο ότι «ενημερωθήκατε για την απαλλοτρίωση του μέρους του τεμαχίου σας που θα κατασκευαζόταν ο δρόμος και παρόλα αυτά δεν ενημερώσατε ούτε την Ενάγουσα, ούτε το Κοινοτικό Συμβούλιο και προχωρήσατε στην υπογραφή της συμφωνίας με την Ενάγουσα». Ο Εναγόμενος απάντησε ως εξής «Δηλαδή για εμένα είναι αστείο. Αφού είπαμε ξεκινούμε. Πολεοδομία, Επαρχιακή Διοίκηση και ελέγχει και μετά ελέγχει και το Συμβούλιο βλέποντας τα. Κατάλαβες; Είναι δουλειές του Συμβουλίου, είναι δουλειά της Επαρχιακής Διοίκησης να ελέγξει αν έχει απαλλοτρίωση πότε βγαίνει και η απαλλοτρίωση αν εγίνηκε απαλλοτρίωση ποιος να ελέγξει το Συμβούλιο πότε γίνηκε απαλλοτρίωση και ποιος να πληρώσει την απαλλοτρίωση. Αλλά επιμένω ότι ο κύριος Κυθραιώτης σαν έμπειρος όφειλε να ξέρει. Ή έχει απαλλοτρίωση απλώς και μόνο να ξέρει ότι έχει απαλλοτρίωση για να το ψάξει. [.] Το θέμα όταν ήρθε η γραμματικός και μου λέει υπάρχει απαλλοτρίωση αλλά δεν γράφτηκε και τζιείνη ήξερε καλύτερα τη διαδικασία από εμένα. Εγώ το μόνο που έκαμα να το επαναλάβω ακόμα μια φορά είναι ότι θεώρησα ότι ο κύριος Κυθραιώτης χρωστά του Συμβουλίου και το Συμβούλιο έχει να παίρνει από τον Κυθραιώτη. Να τα βρουν για να μην βουρούμε τόσα χρόνια και ούτω καθεξής. Το λοιπόν αυτή ήταν η λογική μου, το λοιπόν, να έρτουν σε συμβιβασμό από την αρχή και να μην είμαι δαμέ [.] Δεν έπρεπε να το ξέρει ο Κυθραιώτης ότι έπρεπε να υπάρχει απαλλοτρίωση. Το ήξερε η γραμματικός, το ήξερε, ελέγχεται το συμβούλιο και ελέγχεται από την Επαρχιακή Διοίκηση. Δεν έπρεπε να ξέρει αυτά τα πράγματα; Και ρωτώ. Ποιος πρέπει να κάνει τον δρόμο; Εγώ; Αφού υπάρχει απαλλοτρίωση δεν θα το κάνει ο νυν ιδιοκτήτης;» Σε αυτή τη θέση επέμενε και στο υπόλοιπο της αντεξέτασης του. Τριτοδιάδικος. Για την πλευρά του Τριτοδιάδικου δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Υπόλοιπη έγγραφη μαρτυρία. Πριν ολοκληρώσω, θα αναφερθώ στο περιεχόμενο κάποιων εκ των εγγράφων που παρουσιάστηκαν στα πλαίσια της μαρτυρίας του Εναγόμενου και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Τα πιο κάτω είναι επιπρόσθετα των εγγράφων στα οποία ήδη έχω αναφερθεί. Θα ξεκινήσω από το αντίγραφο της πολεοδομικής άδειας που εκδόθηκε στις 21.6.2007 από το Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Λεμεσού (Τεκμήριο 15). Σε αυτή περιλαμβάνονται οι εξής όροι: «
(60)Το/Τα τμήμα/τα της υπό ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας, που δείχνεται/ονται με κόκκινη γραμμή και κίτρινο χρώμα στο εγκριμένο χωρομετρικό σχέδιο, να παραχωρηθεί/ούν και να εγγραφεί/ούν ως δημόσιος/οι δρόμος/οι. [.]
(65)Η διαίρεση της ακίνητης ιδιοκτησίας να εκτελεσθεί ακριβώς όπως δείχνεται στα εγκριμένα σχέδια. Όλοι οι δρόμοι, πεζόδρομοι, χώροι στάθμευσης και χώροι πρασίνου/πλατείες που δείχνονται στο εγκριμένο χωρομετρικό σχέδιο να κατασκευαστούν όπως περιγράφεται πιο κάτω και να εγγραφούν ως δημόσιοι.» Στο αντίγραφο της Άδειας Διαίρεσης Γης/Κατασκευής Δρόμου που εκδόθηκε από τον Έπαρχο Λεμεσού στις 18.8.2008 (Τεκμήριο 10). Εκεί, μεταξύ άλλων, στην περιγραφή της εργασίας για την οποία δίνεται άδεια αναφέρεται και το εξής: «Μήκος κατασκευαζόμενων νέων δρόμων σε μέτρα (m) 118m». Ακολουθεί χρονικά η τροποποίηση της πολεοδομικής άδειας με την έκδοση σχετικής γνωστοποίηση στις 30.6.2009 αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε (Τεκμήριο 16). Σε αυτή καμία σχετική πρόνοια υπάρχει αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Στις 21.6.2011 τροποποιήθηκαν για δεύτερη φορά οι όροι της πολεοδομικής άδειας, με την ακύρωση της υποχρέωσης κατασκευής δρόμου. Παρουσιάστηκε αντίγραφο της σχετικής γνωστοποίησης από την Πολεοδομική Αρχή (Τεκμήριο 11), όπου αναγράφεται ότι: «η απαλλαγή των όρων για την κατασκευή του μέρους του οδικού δικτύου που επηρέαζε το υπό διαχωρισμό τεμάχιο και το οποίο στο μεταξύ έχει εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος [.]» Αυτό είναι, συνοπτικά, το σύνολο της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί. Τελικές αγορεύσεις. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ετοίμασαν τελικές αγορεύσεις στις οποίες συνόψισαν τη μαρτυρία και τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. Έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις και τις εκεί θέσεις και εισηγήσεις των συνηγόρων. Η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας εταιρείας, είναι ότι ο Εναγόμενος έχει συμβατική υποχρέωση να πληρώσει το αξιούμενο ποσό εφόσον η Ενάγουσα εκτέλεσε τις δικές της υποχρεώσεις δυνάμει της Επίδικης Συμφωνίας. Ο συνήγορος του Εναγόμενου, στη δική του αγόρευση υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υποχρέωση να πληρώσει για την κατασκευή του δρόμου από τη στιγμή που το μέρος του Τεμαχίου στο οποίο κατασκευάστηκε δεν του άνηκε πλέον. Αναφέρει ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς ζήτησε και πέτυχε την απαλλοτρίωση μέρους του τεμαχίου για κατασκευή δρόμου και πρόσθεσε ότι «με τη δημοσίευση της απαλλοτρίωσης και της καταβολής της αποζημίωσης την οποία τα δύο αδέρφια δεν θέλησαν να εισπράξουν, το απαλλοτριωμένο τεμάχιο πέρασε στην ιδιοκτησία του Κοινοτικού Συμβουλίου Παρεκκλησιάς.» Συνέχισε λέγοντας ότι η απαλλοτρίωση «έλαβε χώρα πριν αρχίσουν καν οι εργασίες διαχωρισμού οικοπέδων και οπωσδήποτε πριν την έναρξη κατασκευής του δρόμου εντός του απαλλοτριωμένου». Υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος απαλλάσσεται ή εξαιρείται από την ευθύνη κατασκευής του δρόμου δυνάμει του άρθρου 37
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. Συνεχίζει στην αγόρευση του λέγοντας ότι «Οι Ενάγοντες, ως Εταιρεία με πολυετή πείρα στον διαχωρισμό οικοπέδων και κατασκευής δρόμων, όφειλαν να γνωρίζουν ότι με την εν λόγω απαλλοτρίωση το τεμάχιο καθίσταται κρατική περιουσία με διαχειριστή το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησίας και δεν ανήκει πλέον στον συμβαλλόμενο τους και στο Κοινοτικό Συμβούλιο όφειλαν να στραφούν και να ζητήσουν να αναλάβουν την κατασκευή του δημόσιου δρόμου και εφόσον τον κατασκεύασαν σε αυτό έπρεπε να στραφούν και να ζητήσουν τα έξοδα τους.» Συνεχίζει λέγοντας ότι ο Τριτοδιάδικος όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία και «τα πρακτικά των συνεδριάσεων του για την εν λόγω υπόθεση» ώστε να συμβάλλει στην προσπάθεια για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στη δική του αγόρευση ο συνήγορος του Τριτοδιάδικου υποστηρίζει ότι οι εναντίον του αξιώσεις πρέπει να απορριφθούν. Υποστήριξε ότι η υπογραφή της Συμφωνίας Διευθέτησης εμποδίζει την Ενάγουσα να προωθεί την παρούσα αγωγή. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι το αξιούμενο με την αγωγή ποσό αφορά την κατασκευή του δρόμου. Υποστηρίζει, τέλος, ότι ο Τριτοδιάδικος καμία συμβατική σχέση έχει με την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο και, συνεπώς, καμιά αξίωση νομιμοποιείται να προωθεί εναντίον του ο Εναγόμενος. Αξιολόγηση. Με αυτά τα δεδομένα προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ1 και του Εναγόμενου με γνώμονα τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία και σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσιάστηκαν στα πλαίσια της ακρόασης. Από τη σύνοψη της μαρτυρίας που έχω παραθέσει πιο πάνω, διαφαίνεται ότι, επί των πλείστων γεγονότων, οι μάρτυρες δεν έχουν προβάλλει συγκρουόμενες εκδοχές. Σημείωσα ήδη στην αρχή της απόφασης μου ότι η υπογραφή της Επίδικης Συμφωνίας είναι κοινώς παραδεκτή. Η ύπαρξη της πολεοδομικής άδειας καθώς και ότι αυτή τροποποιήθηκε στην συνέχεια επίσης δεν αμφισβητείται από οποιαδήποτε πλευρά. Το ίδιο ισχύει και για την απαλλοτρίωση μέρους του Επίδικου Τεμαχίου που αφορούσε τον δρόμο καθώς και για την ύπαρξη συνεννόησης μεταξύ της μητρικής εταιρείας της Ενάγουσας και του Κοινοτικού Συμβουλίου για παροχή υπηρεσιών προς την κοινότητα ως αντιστάθμισμα για την λειτουργία εργοταξίου. Υπάρχει επίσης σύγκλιση ότι η Ενάγουσα έχει εκτελέσει τις εργασίες της Επίδικης Συμφωνίας. Ούτε η ύπαρξη των εγγράφων, επιστολών, αδειών, τιμολογίων κτλ που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια αμφισβητήθηκε. Επιπρόσθετα των κοινώς αποδεκτών γεγονότων που έχω αναφέρει στην αρχή της απόφαση μου, τα πιο πάνω συνιστούν επίσης μέρος του κοινώς αποδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Ως προς την αξιολόγηση της δια ζώσης μαρτυρίας, οι διαπιστώσεις μου για τον ΜΕ1 και τον Εναγόμενο είναι, ουσιαστικά, κοινές και για τους δύο. Με δεδομένο ότι το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων αλλά και τα διάφορα έγγραφα που παρουσιάστηκαν είναι κοινώς αποδεκτά, δεν παρέμειναν πολλά γεγονότα για τα οποία να απαιτείται η μαρτυρία τους. Οι μαρτυρίες του ΜΕ1 και του Εναγόμενου είχαν χαρακτήρα, μάλλον, συμπληρωματικό του κοινού αυτού εδάφους. Η γενική εντύπωση που άφησαν ήταν θετική. Ήταν σταθεροί, χωρίς αντιφάσεις κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους στο Δικαστήριο ενώ τα όσα κατέθεσαν δεν συγκρούονται με το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσιάστηκαν. Περαιτέρω, δεν διέκρινα πρόθεση να παραπλανήσουν ή να παραποιήσουν γεγονότα. Θεωρώ επομένως ότι είναι αξιόπιστοι. Ως μάρτυρες γεγονότων, οι απόψεις που εξέφρασαν για το τί όφειλε να πράξει η κάθε πλευρά, τις εκατέρωθεν νομικές υποχρεώσεις, τις εισηγήσεις για πιθανό διακανονισμό της επίδικης διαφοράς, δεν έχουν ληφθεί υπόψη προς διαμόρφωση του αποτελέσματος. Το επόμενο που πρέπει να εξεταστεί είναι ο βαθμός στον οποίο η μαρτυρία τους είναι βοηθητική. Αυτό είναι κάτι που εξετάζεται σε συνάρτηση με τη σαφήνεια και την πληρότητα της. Ο ΜΕ1, ως προς τα γεγονότα ήταν σαφής και οι απαντήσεις του ήταν συγκεκριμένες και σταθερές. Η μαρτυρία του Εναγόμενου, ως προς τα γεγονότα, δεν χαρακτηριζόταν από την ίδια σαφήνεια. Ως παράδειγμα αναφέρω το εξής. Δεν διαφώτισε πότε ο ίδιος ενημερώθηκε για την απαλλοτρίωση και δεν υπήρχε σαφής και ξεκάθαρη θέση ότι ενημέρωσε την Ενάγουσα και πότε, για την απαλλοτρίωση. Ούτε ήταν σε θέση να καταθέσει σαφώς κατά πόσο, πότε και από ποιο άλλο πρόσωπο ή φορέα είχε ενημερωθεί η Ενάγουσα για την απαλλοτρίωση. Αυτό ενδεχομένως να οφείλεται σε ελλιπή γνώση των γεγονότων από μέρους του ή στην επίπτωση στη μνήμη του από τον χρόνο που έχει παρέλθει από τα γεγονότα. Όποια και αν ήταν η αιτία, το δεδομένο είναι ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε θετικό εύρημα ως προς συγκεκριμένο γεγονός χωρίς να έχω σαφή και ξεκάθαρη μαρτυρία επί αυτού. Πέραν της δια ζώσης μαρτυρίας, έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω στα διάφορα έγγραφα που έχουν κατατεθεί. Σε κάποια από αυτά θα επανέλθω στην ανάλυση μου στην πορεία. Στο παρόν στάδιο θα αναφερθώ μόνο στο Τεκμήριο 9 που πρόκειται για χωρομετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο Εναγόμενος. Αναφορικά με αυτό, δεν έχω μαρτυρία για το πότε εκδόθηκε και χωρίς να μπορώ να το τοποθετήσω χρονικά δεν μπορώ να του αποδώσω κάποια αποδεικτική αξία. Ευρήματα. Το κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο της υπόθεσης είναι δεδομένο και το έχω ήδη καταγράψει. Ως προς τα υπόλοιπα γεγονότα, τα ευρήματα μου, ουσιαστικά προκύπτουν από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας. Τα γεγονότα για τα οποία οι μάρτυρες κατέθεσαν με σαφή και θετικό τρόπο συνιστούν μέρος και των δικών μου ευρημάτων. Προς αποφυγή επανάληψης παραπέμπω στην πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας. Ένα σημαντικό ζήτημα γεγονότων που παραμένει αφορά την απαλλοτρίωση. Επί αυτού, ο ΜΕ1, ήταν σαφής στη θέση του ότι η Ενάγουσα δεν είχε ενημερωθεί για την απαλλοτρίωση από τους αντισυμβαλλόμενους της ή με άλλο τρόπο, παρά μόνο μετά την εκτέλεση όλων των εργασιών της Επίδικης Συμφωνίας. Ο Εναγόμενος με τη σειρά του, επί του ζητήματος αυτού, δεν έδωσε σαφή θέση και υπήρχε αδυναμία να τοποθετήσει με σαφήνεια τα γεγονότα και έγγραφα σε χρονολογική σειρά. Δεν μπορούσε να διευκρινίσει πότε ο ίδιος ενημερώθηκε για την απαλλοτρίωση, ούτε και κατέθεσε θετικά ότι ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο είχε ενημερώσει την Ενάγουσα και πότε για το γεγονός αυτό. Η θέση του ήταν ότι η Ενάγουσα όφειλε να γνωρίζει, κάτι που συνιστά δική του άποψη χωρίς όμως να είναι θετική μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να προβώ σε εύρημα ότι υπήρξε ενημέρωση και σε ποιο στάδιο. Παραμένει επομένως η θετική μαρτυρία του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα δεν ενημερώθηκε από τους αντισυμβαλλόμενους ή με άλλο τρόπο για την απαλλοτρίωση παρά μόνο μετά την εκτέλεση των εργασιών. Αυτό συνιστά και δικό μου εύρημα. Αναφορικά με το πότε είχε γίνει η απαλλοτρίωση, δεν έχω μαρτυρία ώστε να μπορώ να καταλήξω σε συγκεκριμένο εύρημα. Προχωρώ σε αυτή τη βάση για να εξετάσω την ουσία των αξιώσεων των διαδίκων. Ανάλυση. Η Ενάγουσα εδράζει την απαίτηση της σε ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας. Η Ενάγουσα από την μια πλευρά και ο Εναγόμενος με τον αποβιώσα αδερφό του από την άλλη, υπέγραψαν την Επίδικη Συμφωνία, Τεκμήριο
  2. Η Επίδικη Συμφωνία προέβλεπε την εκτέλεση ορισμένων εργασιών από την Ενάγουσα έναντι συμφωνημένου ανταλλάγματος που θα πληρωνόταν από τον Εναγόμενο και τον αδερφό του. Τα γεγονότα και το περιεχόμενο της Επίδικης Συμφωνίας, Τεκμήριο 2, καταδεικνύουν ότι είχε καταρτιστεί σύμβαση με ελεύθερη συναίνεση μεταξύ των μερών, για νόμιμη αντιπαροχή και σκοπό[1]. Οι εργασίες που συμφώνησε να εκτελέσει η Ενάγουσα στο Επίδικο Ακίνητο, καταγράφονται στο Παράρτημα της Επίδικης Συμφωνίας και περιλαμβάνουν την κατασκευή δρόμου. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ανέλαβε να τις εκτελέσει «σύμφωνα με τους παρόντες όρους και αφού του δοθούν αντίγραφα όλων των απαιτούμενων Αδειών, Εγκρίσεων και Πιστοποιητικών» (παράγραφος που τιτλοφορείται «Φύση Εργασίας» της Επίδικης Συμφωνίας). Είναι δεδομένο ότι η Ενάγουσα έχει εκτελέσει όλες τις εργασίες που ανέλαβε δυνάμει της Επίδικης Συμφωνίας. Συνεπώς, τα γεγονότα δεικνύουν ότι η πλευρά της Ενάγουσας εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις[2]. Είναι επίσης δεδομένο ότι ο Εναγόμενος και ο αποβιώσας αδερφός (ή οι κληρονόμοι του) προέβησαν σε διάφορες πληρωμές και, εκ της αμοιβής που καθορίζεται στην Επίδικη Συμφωνία, παραμένει υπόλοιπο €13.
  3. Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από την Επίδικη Συμφωνία, ο Εναγόμενος αρνείται να πληρώσει το αξιούμενο ποσό. Ο Εναγόμενος αντιτάσσει ότι δεν έχει υποχρέωση να πληρώσει το εν λόγω υπόλοιπο επικαλούμενος την απαλλοτρίωση μέρους του Επίδικου Ακινήτου που αντιστοιχεί στον δρόμο που κατασκευάστηκε. Το επιχείρημα του είναι ότι εφόσον, ένεκα της απαλλοτρίωσης που διενεργήθηκε με βάσει τις διατάξεις του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου Ν.15/62, δεν είναι πλέον ιδιοκτήτης του μέρους του Επίδικου Ακινήτου όπου κατασκευάστηκε ο δρόμος, άρα δεν έχει υποχρέωση να προβεί σε πληρωμή. Ο συνήγορος του, στην τελική του αγόρευση παραπέμπει σχετικά στις πρόνοιες του άρθρου 37
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 που προβλέπει ότι: «37.-
(1)Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου.» Δεν μπορώ να δεχτώ το συγκεκριμένο επιχείρημα και εξηγώ ως εξής. Η Επίδικη Συμφωνία υπογράφηκε στις 4.9.
  1. Ως οι πρόνοιες της Επίδικης Συμφωνίας, οι εργασίες έπρεπε να εκτελεστούν με βάση την Άδεια Διαίρεσης ημερομηνίας 18.8.2008 (Τεκμήριο 10) και της Πολεοδομικής Άδειας ΛΕΜ/1788/06 ημερομηνίας 21.6.2007 (Τεκμήριο 13). Οι άδειες αυτές δημιουργούσαν υποχρέωση κατασκευής δρόμου. Σχετικοί είναι οι όροι της Πολεοδομικής Άδειας, Τεκμήριο 13, που παραθέτω πιο πάνω στην απόφαση μου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Επίδικης Συμφωνίας, η αμοιβή της Ενάγουσας θα πληρωνόταν σταδιακά, σύμφωνα «με τη συμπλήρωσης κάθε φάσης των Εργασιών» (παράγραφος «Ενδιάμεσες Πληρωμές» της Επίδικης Συμφωνίας). Η αμοιβή που αφορά την κατασκευή του δρόμου περιλαμβάνεται στο τιμολόγιο Τεκμήριο
  2. Το εν λόγω τιμολόγιο έχει ημερομηνία 16.9.2010, οπόταν συνάγεται ότι οι εργασίες κατασκευής του δρόμου είχαν ολοκληρωθεί μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Επίδικης Συμφωνίας, η αμοιβή για την κάθε φάση των εργασιών καθίσταται πληρωτέα με την έκδοση του σχετικού τιμολογίου (παράγραφος «Ενδιάμεσες Πληρωμές» της Επίδικης Συμφωνίας). Συνεπώς, η αμοιβή της Ενάγουσας για την κατασκευή του δρόμου, κατέστη πληρωτέα στις 16.9.
  3. Εκείνη την ημερομηνία, η υποχρέωση του Εναγόμενου και του αποβιώσαντα αδερφού του για κατασκευή δρόμου στη βάση της Πολεοδομικής Άδειας (Τεκμήριο 13), υφίστατο. Το ίδιο και η αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας, δυνάμει της Επίδικης Συμφωνίας. Η υποχρέωση στην Πολεοδομική Άδεια για κατασκευή δρόμου ακυρώθηκε στις 21.6.2011 με την έκδοση της σχετικής γνωστοποίησης από την Πολεοδομική Αρχή (Τεκμήριο 11) που ακύρωνε τον αντίστοιχο όρο της αρχικής άδειας. Όμως, εκείνη την ημερομηνία, οι εργασίες κατασκευής του δρόμου είχαν ήδη εκτελεστεί και η αντίστοιχη αμοιβή είχε ήδη καταστεί πληρωτέα. Συνεπώς, η μεταγενέστερη ακύρωση του όρου της αρχικής Πολεοδομικής Άδειας για κατασκευή δρόμου, καμία επίπτωση έχει στις αντίστοιχες εκατέρωθεν συμβατικές υποχρεώσεις των μερών. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο, ο χρόνος συμμόρφωσης με την υποχρέωση του για πληρωμή είχε ήδη παρέλθει. Το οφειλόμενο ποσό είχε καταστεί πληρωτέο από 16.9.
  4. Το ίδιο ισχύει και για την επιστολή Τεκμήριο
  5. Η επιστολή αυτή του Εναγόμενου προς τον Τριτοδιάδικο περιλαμβάνει μια αναφορά ότι ο Εναγόμενος έχει εγείρει το θέμα της πληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Πρόκειται για επιστολή ημερομηνίας 16.1.2021, που συντάχθηκε σε χρόνο μετά που το οφειλόμενο ποσό κατέστη πληρωτέο από τον Εναγόμενο. Θέση του Εναγόμενου είναι ότι η απαλλοτρίωση του μέρους του Επίδικου Τεμαχίου που είχε προηγηθεί της ακύρωσης του όρου της Πολεοδομικής Άδειας για κατασκευή δρόμου, τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να πληρώσει. Ότι η απαλλοτρίωση είχε προηγηθεί της ακύρωσης του όρου για κατασκευή δρόμου συνάγεται και από τη γνωστοποίηση της ακύρωσης, Τεκμήριο 11, που αναφέρει ότι δίδεται απαλλαγή από τον συγκεκριμένο όρο ενόψει του ότι το μέρος του Επίδικου Τεμαχίου έχει ήδη εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος. Όμως καμία μαρτυρία έχω για το πότε έγινε η απαλλοτρίωση. Κανένα εύρημα επίσης υπάρχει για το πότε η απαλλοτρίωση περιήλθε εις γνώση του Εναγόμενου. Ούτε υπάρχει εύρημα ότι η Ενάγουσα ενημερώθηκε για την απαλλοτρίωση. Ενόψει αυτών των κενών ως προς τα γεγονότα, δεν μπορώ να διαφοροποιήσω τα πιο πάνω συμπεράσματα μου. Ο Εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του, δεν ανέφερε ότι είχε ο ίδιος ενημερώσει την Ενάγουσα για την απαλλοτρίωση. Είχε πολλές φορές την ευκαιρία να το πράξει κατά την αντεξέταση όμως δεν μπορούσε να δηλώσει θετικά ότι το έπραξε. Επαναλάμβανε ότι η Ενάγουσα γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Η μαρτυρία του ΜΕ1 και το αντίστοιχο δικό μου εύρημα είναι ότι η Ενάγουσα ενημερώθηκε για την απαλλοτρίωση μετά την ολοκλήρωση των εργασιών. Τη θέση ότι η Ενάγουσα όφειλε να γνωρίζει επίσης δεν μπορώ να τη δεχτώ. Η πλευρά του Εναγόμενου δεν έχει εξηγήσει από που προκύπτει υποχρέωση της Ενάγουσας να γνωρίζει. Δεν έχω εντοπίσει νόμο, νομολογία ή κανονισμούς που να δημιουργούν υποχρέωση σε εργολάβο που αναλαμβάνει εργασίες αντίστοιχες της Επίδικης Συμφωνίας να λαμβάνει μέτρα για να ενημερωθεί από οποιοδήποτε φορέα, από την Επίσημη Εφημερίδα του κράτους ή από άλλη πηγή, εάν έχει υπάρξει οποιαδήποτε απαλλοτρίωση μέρους του τεμαχίου στο οποίο θα εκτελεστούν οι εργασίες που του ανατέθηκαν. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει εύρημα ότι οι αντισυμβαλλόμενοι ενημέρωσαν την Ενάγουσα για την απαλλοτρίωση πριν την εκτέλεση των εργασιών. Αντίθετα υπάρχει ρητή αναφορά στη σύμβαση ότι το τεμάχιο ανήκει στον Εναγόμενο και τον αδερφό του (Προοίμιο της Επίδικης Συμφωνίας) καθώς και ότι η Ενάγουσα θα εκτελέσει τις εργασίες στη βάση των διαφόρων αδειών που θα «του δοθούν» (παράγραφος «Φύση Εργασίας» της Επίδικης Συμφωνίας). Συνεπώς, παραμένει ως δεδομένο ότι η Ενάγουσα εκτέλεσε τις εργασίες που ανέλαβε. Όμως, κατά παράβαση της αντίστοιχης υποχρέωσης των αντισυμβαλλομένων της, δεν πληρώθηκε τη συμφωνημένη αμοιβή. Αυτό δίνει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να διεκδικεί αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη συνεπεία της παράβασης, ήτοι το συμφωνηθέν αντάλλαγμα για την παροχή των υπηρεσιών της[3]. Στη βάση της συνεννόησης που καταγράφεται στη Συμφωνία Διευθέτησης (Τεκμήριο 7), στο περιεχόμενο της οποίας έχω αναφερθεί πιο πάνω, η Ενάγουσα διεκδικεί το οφειλόμενο ποσό από τον Εναγόμενο. Ακολουθεί εκ των πιο πάνω, ότι έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου. Στρέφομαι στην αξίωση που εγείρει ο Εναγόμενος εναντίον του Τριτοδιάδικου, ισχυριζόμενος ότι το οφειλόμενο ποσό πρέπει να καταβληθεί από εκείνον. Προωθεί την αξίωση αυτή στη βάση του ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο «γνώριζε και γνωρίζει ότι η ευθύνη κατασκευής του πιο πάνω αναφερόμενου δημόσιου δρόμου ήταν δική του ευθύνη και τα έξοδα κατασκευής του βάραιναν το Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησίας». Ξεκινώντας σημειώνω ότι ο δρόμος είχε κατασκευαστεί στο Επίδικο Τεμάχιο από την Ενάγουσα στη βάση της Επίδικης Συμφωνίας. Ο Τριτοδιάδικος δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Συνεπώς καμία συμβατική υποχρέωση υπάρχει στον Τριτοδιάδικο για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού προς την Ενάγουσα. Η επιστολή του Τριτοδιάδικου προς τον Εναγόμενο, Τεκμήριο 13, δεν μεταβάλλει αυτά τα δεδομένα. Συντάχθηκε στις 11.4.2013, σε απάντηση της επιστολής του Εναγόμενου ημερομηνίας 16.1.2012 (Τεκμήριο 12). Και πάλιν όμως οι επιστολές αυτές είναι μεταγενέστερες της εκτέλεσης των εργασιών και του χρόνου που το επίδικο ποσό κατέστη πληρωτέο. Στην επιστολή Τεκμήριο 13, το Κοινοτικό Συμβούλιο εκφράζει τη θέση ότι ο Εναγόμενος και ο αδερφός του προχώρησαν στην κατασκευή του δρόμου «χωρίς οποιανδήποτε προηγούμενη πληροφόρηση με το Κοινοτικό Συμβούλιο». Εάν το Κοινοτικό Συμβούλιο είχε υποχρέωση κατασκευής δρόμου, μπορούσε να επιλέξει πως, πότε και με ποιο κόστος θα το έπραττε. Δεν έχει όμως υποχρέωση να αποζημιώσει οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο επιλέγει να αναθέσει την κατασκευή δρόμου σε εργολάβο. Παράλληλα, τα κενά στα γεγονότα ως προς το χρόνο της απαλλοτρίωσης και πότε αυτή περιήλθε εις γνώση των εμπλεκομένων δεν θα μου επέτρεπαν να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι ο Τριτοδιάδικος θα είχε υποχρέωση να αποζημιώσει τον Εναγόμενο. Ακολουθεί εκ των πιο πάνω ότι οι αξιώσεις του Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου, δεν στοιχειοθετούνται. Να προσθέσω και το εξής. Έχω σημειώσει πιο πάνω το επιχείρημα του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να αποταθεί προς πληρωμή στον Τριτοδιάδικο με τον οποίο θα μπορούσε να γίνει κάποιος διακανονισμός στη βάση της συνεννόησης που υπάρχει με τη μητρική εταιρεία για παροχή υπηρεσιών προς την κοινότητα ως αντάλλαγμα για τη διατήρηση εργοταξίου παραγωγής σκυροδέματος. Αυτό το επιχείρημα δεν έχει νομικό έρεισμα. Συνιστά εισήγηση του Εναγόμενου για κάποιο τρόπο που εκείνος κρίνει ότι θα μπορούσε να διευθετηθεί εξώδικα η οφειλή του. Όμως δεν μπορεί να επηρεάσει το πιο πάνω συμπέρασμα μου. Τέλος να θα αναφερθώ σε ακόμα ένα σημείο. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 από τον συνήγορο του Τριτοδιάδικου εγέρθηκε για πρώτη φορά ζήτημα ότι η Συμφωνία Διευθέτησης (Τεκμήριο 7) εμποδίζει την Ενάγουσα να προωθεί τις αξιώσεις της. Η θέση αυτή δεν είναι δικογραφημένη και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο θέμα. Επίσης, πρόκειται για ζήτημα που άπτεται των θεμάτων της αγωγής μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου και όχι των αξιώσεων του Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου. Σε κάθε περίπτωση, η θέση αυτή συνιστά παρερμηνεία των προνοιών της Συμφωνίας Διευθέτησης (Τεκμήριο 7) στην οποία αναφέρεται σε ποσό που «παραμένει προς καταβολή στην Εταιρεία» και ότι «εφόσον έκαστο των μερών εξοφλήσει το ποσό που αναφέρεται ανωτέρω ουδεμία απαίτηση θα έχει οιοδήποτε των άλλων μερών έναντι του εν λόγω μέρους». Κατάληξη. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €13.
  6. Επί του ποσού αυτού επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της αγωγή. Οι αξιώσεις του Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου. Παρομοίως, τα έξοδα της διαδικασίας Τριτοδιάδικου επιδικάζονται υπέρ του Τριτοδιάδικου και εναντίον του Εναγόμενου. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 10
(1), περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [2] Άρθρο 37, περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [3] Άρθρο 73, περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.