← Κύπρος

ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.α. ν. ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ, Αρ. Αγωγής: 1626/13, 1627/13, 14/2/2022

ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.α. ν. ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ, Αρ. Αγωγής: 1626/13, 1627/13, 14/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1626/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, εκ Λεμεσού Ενάγουσα και ΧΧΧΧΧ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ, εκ Λεμεσού Εναγόμενη -------------------- ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1627/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ ΠΑΝΤΕΛΗ, εκ Λεμεσού Ενάγουσα και ΧΧΧΧ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ, εκ Λεμεσού Εναγόμενη Συνενωθείσες δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 23.09.21 Ημερομηνία: 14.02.22 Για Ενάγουσα: κ. Α. Παπαντωνίου μαζί με κ. Σ. Χατζηαδάμου Για Εναγόμενη: κ. Σ. Καρακατσάνη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ (στο εξής ο «Δήμος») ημερ. 01.11.12 αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ενώ εκτάκτως εκτελούσε καθήκοντα εισπράκτορα, το ταμείο που χειριζόταν παρουσίασε έλλειμμα ύψους €100 το οποίο κατέβαλε η ίδια. Το προαναφερόμενο γεγονός τέθηκε υπόψη του δημοτικού συμβουλίου, το οποίο με απόφασή του ημερ. 01.11.12 αποφάσισε όπως επιστραφεί στην Ενάγουσα το ποσό των €

  1. Η Εναγόμενη, δημοτική ταμίας του Δήμου, αρνήθηκε να εκτελέσει την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, ισχυριζόμενη ότι αυτή ήταν άδικη, παράνομη και παράτυπη. Περαιτέρω, στις 25.02.13, η Εναγόμενη σύνταξε και απέστειλε προς τον δήμαρχο και τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, καθώς και σε συντεχνίες, επιστολή με την οποία δυσφημεί και/ή εξευτελίζει και γενικά λιβελογραφεί σε βάρος και επί ζημία της Ενάγουσας. Ως εκ της προαναφερόμενης επιστολής, η Ενάγουσα υπέστη σοβαρή ζημιά και βλάβη στην τιμή και την υπόληψή της, εκτέθηκε σε εμπαιγμό και μειώθηκε στα πλαίσια της επαγγελματικής απασχόλησης και δραστηριότητας της. Η Εναγόμενη, στο δικόγραφο Υπεράσπισης, παραδέχεται τη σύνταξη και αποστολή της επιστολής ημερ. 25.02.13, αρνείται, όμως, ότι το κείμενο της επιστολής αναφερόταν στο πρόσωπο της Ενάγουσας. Περαιτέρω, αρνείται ότι το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής ήταν δυσφημιστικό για την Ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι αποτελούσε εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και/ή συμφέροντος του Δήμου στον οποίον υπηρετεί. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η επιστολή συντάχθηκε καλόπιστα και προέβηκε στη δημοσίευσή της λόγω του καθήκοντος και/ή της υποχρέωσης της να πληροφορήσει το ενδιαφερόμενο κοινό επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Στις 23.09.21 εκδόθηκε διάταγμα συνένωσης των αγωγών με αρ. 1626/13 και 1627/
  2. Ως οδηγός, λόγω αρχαιότητας, τέθηκε η αγωγή με αρ. 1626/
  3. Το επίδικο θέμα στην αγωγή με αρ. 1627/13 είναι το ίδιο με αυτό της αγωγής με αρ. 1626/13, ήτοι η κατ' ισχυρισμό δυσφημιστική επιστολή ημερ. 25.02.13 η οποία συντάχθηκε και στάλθηκε από την Εναγόμενη σε σχέση με την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ημερ. 01.11.
  4. Καθορίστηκε, ότι κατά την εκδίκαση των συνενωμένων αγωγών θα προσφερθεί μαρτυρία επί όλων των επίδικων θεμάτων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των επιμελών αγορεύσεων τους επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει μελετηθεί. Μαρτυρία Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η Ενάγουσα στην αγωγή με αρ. 1627/13, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Α δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
  5. Σε αυτήν δήλωσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα εργάζεται στο τμήμα λογιστηρίου του Δήμου. Η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα εκτελεί χρέη δημοτικού ταμία. Στις 29.10.12 εκτελούσε καθήκοντα εισπράκτορα και το ταμείο της παρουσίασε έλλειμμα ύψους €100, το οποίο, παρά το ότι αφορούσε καλόπιστο λάθος, κατέβαλε η ίδια. Για το εν λόγω περιστατικό ενημέρωσε τόσο την Εναγόμενη, όσο και τον δημοτικό γραμματέα (Μ.Ε.2). Το δημοτικό συμβούλιο σε συνεδρία του ημερ. 01.11.12, αναγνωρίζοντας ότι το έλλειμμα προέκυψε από καλόπιστο λάθος, αποφάσισε όπως της επιστραφεί το ποσό των €
  6. Η Εναγόμενη αρνήθηκε να επιστρέψει το εν λόγω ποσό λέγοντας ότι ήθελε να λάβει γραπτώς την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία της κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 14.01.
  7. Η Εναγόμενη και πάλι αρνήθηκε να εκτελέσει την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου λέγοντας ότι διαφωνούσε με αυτήν, καθώς ήταν άδικη, παράνομη και παράτυπη. Στις 25.02.13, η Εναγόμενη σύνταξε επιστολή ιδίας ημερομηνίας ‑ Τεκμήριο
  8. Η εν λόγω επιστολή μαζί με τα πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου στάλθηκαν στον δήμαρχο, τον δημοτικό γραμματέα, τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου, καθώς επίσης και στις συντεχνίες ΣΗΔΗΚΕΚ‑ΠΕΟ, ΕΕΣΤΑ‑ΣΕΚ και ΔΕΕΚΟΚΩ‑ΔΕΟΚ. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 είναι συκοφαντικό, περιέχει κακόβουλα ψευδή και σχόλια που υπερβαίνουν τα όρια της εύλογης κριτικής και έχουν ως σκοπό την υπόσκαψη της προσωπικότητας, του ήθους, της φήμης και της επαγγελματικής ιδιότητας και αξιοπρέπειας της. Λόγω της επιστολής υπέστη σοβαρή ζημιά και βλάβη και εκτέθηκε σε εμπαιγμό, τόσο στα πλαίσια της επαγγελματικής, όσο και στα πλαίσια της κοινωνικής δραστηριότητας της. Στη διά ζώσης μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι μετά την αποστολή της επίδικης επιστολής, η κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν πολύ δύσκολη, καθώς υπήρχαν ψίθυροι από συναδέλφους της, αλλά και από τον περίγυρο των κατοίκων του Δήμου, οι οποίοι διερωτούνταν τι απέγιναν τα χρήματα τα οποία απωλέσθηκαν κατά την εκτέλεση των ταμειακών καθηκόντων της. Αντεξεταζόμενη δήλωσε ότι την περίοδο 1999 ‑ 2001 εκτελούσε προσωρινά καθήκοντα δημοτικού ταμία. Το 2001 καταχώρησε προσφυγή εναντίον του Δήμου προσβάλλοντας την απόφασή του για διορισμό της Εναγόμενης στη θέση του δημοτικού ταμία (Τεκμήριο 2). Η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε. Η πρακτική που εφαρμοζόταν στον Δήμο σε περιπτώσεις που παρουσιαζόταν έλλειμμα σε ταμείο, ήταν όπως ο υπάλληλος στο ταμείο του οποίου υπήρχε το έλλειμμα ενημερώνει τον προϊστάμενο, ήτοι τον δημοτικό ταμία. Περαιτέρω, σύμφωνα με την πρακτική που ίσχυε, ο υπάλληλος, στο ταμείο του οποίου εντοπιζόταν έλλειμμα, ήταν υπόχρεος με δικά του χρήματα να καλύπτει το έλλειμμα, εφόσον, όμως, αφορούσε μικρό ποσό της τάξης των €5‑€
  9. Για τόσο μεγάλο ποσό, όπως το ποσό των €100 που αφορούσε τη δική της περίπτωση, δεν υπήρχε τέτοια πρακτική. Στο Τεκμήριο 1 γίνεται αναφορά μόνο στο έλλειμμα που διαπιστώθηκε στις 14.09.12, το οποίο αφορά την Ενάγουσα. Ωστόσο, το Τεκμήριο 1 αφορά και το δικό της πρόσωπο, καθώς αναφέρεται σε δύο υπαλλήλους, ενώ στο απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίας του δημοτικού συμβουλίου, το οποίο επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 1, καταγράφεται το όνομά της. Δεν γνωρίζει κατά πόσο οι αριθμοί τηλεομοιοτύπου, στους οποίους απέστειλε το Τεκμήριο 1 η Εναγόμενη, είναι τα επίσημα στοιχεία επικοινωνίας των μελών του δημοτικού συμβουλίου. Κληθείσα να αναφέρει τα πρόσωπα που διάβασαν το Τεκμήριο 1, απάντησε ότι σε αυτό δεν κατονομάζονται τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι στάλθηκε στην ΠΕΟ, χωρίς όμως να καταγράφει ότι απευθυνόταν σε συγκεκριμένο συντεχνιακό της ΠΕΟ. Επίσης, στάλθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, χωρίς να κατονομάζεται η δημοτική σύμβουλος που εργαζόταν εκεί, η οποία εν πάση περιπτώσει απουσίαζε με άδεια κατά την ημέρα αποστολής του. Η εν λόγω υπάλληλος, μάλιστα, την πληροφόρησε ότι η επιστολή διαβάστηκε από υπαλλήλους του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού. Μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 1, δεν υπέστη οποιαδήποτε μείωση στις απολαβές της, δεν υποβιβάστηκε σε άλλη θέση και έλαβε κανονικά όλες τις προσαυξήσεις που δικαιούτο να λάβει. Η σχέση της με τους συνάδελφους της και τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου είναι πολύ καλή και δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα στην κοινωνική της ζωή, αν και γίνονταν σχόλια σε διάφορους χώρους για το πρόσωπό της. Καταληκτικά αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι ουδεμία ηθική βλάβη ή άλλη ζημιά υπέστη λόγω της αποστολής του Τεκμηρίου
  10. Ο Μ.Ε.2 είναι ο δημοτικός γραμματέας του Δήμου από το
  11. Η ιεραρχία που ακολουθείται εντός του Δήμου είναι η εξής. Οι απλοί υπάλληλοι λογοδοτούν στον τμηματάρχη τους, ο τμηματάρχης στον δημοτικό γραμματέα και ο δημοτικός γραμματέας στον δήμαρχο και κατ' επέκταση στο δημοτικό συμβούλιο. Δεν αποτελεί συνήθη πρακτική οι υπάλληλοι του Δήμου να αποστέλλουν επιστολές στα γραφεία των δημοτικών συμβούλων για εσωτερικά ζητήματα του Δήμου. Στις περιπτώσεις που αναφύεται κάποιο υπηρεσιακό πρόβλημα, τότε, το όλο ζήτημα κοινοποιείται στους δημοτικούς συμβούλους, είτε από τον δημοτικό γραμματέα, είτε από τον δήμαρχο. Μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 1 υπήρξε ένταση μεταξύ των διαδίκων και αρκετοί δημοτικοί σύμβουλοι διερωτήθηκαν για τον λόγο αποστολής του Τεκμηρίου
  12. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι οι οδηγίες που εφαρμόζονταν σε περίπτωση ύπαρξης ελλείμματος ήταν όπως αυτό καταβάλλεται από τον υπάλληλο που έκανε το λάθος. Πριν την επίδικη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου ημερ. 01.11.12 δεν υπήρξε άλλη παρόμοια απόφαση για επιστροφή ποσού που προέκυψε από έλλειμμα σε υπάλληλο του Δήμου. Η Εναγόμενη, αν και καθυστέρησε, στο τέλος υλοποίησε την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και επέστρεψε το ποσό των €100 στην Ενάγουσα και τη Μ.Ε.
  13. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε σε ισχύ συλλογική σύμβαση εργασίας, ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τι προνοούσε σε περίπτωση απώλειας χρημάτων. Μετά την επίδικη απόφαση, το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε σχετικό πρωτόκολλο ελλείψεως χρημάτων από ταμείο. Ερωτηθείς κατά πόσο υπήρχε οποιοσδήποτε κανονισμός που απαγόρευε στην Εναγόμενη να απευθύνει επιστολή προς τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι θα πρέπει να ακολουθείται η ιεραρχία. Επομένως, για οποιοδήποτε πρόβλημα, η Εναγόμενη θα έπρεπε να απευθυνθεί στον ίδιο και όχι να αποστείλει επιστολή στα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, ιδιαιτέρως μετά τη λήψη απόφασης. Συμφώνησε με την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης, ότι αυτό το οποίο η τελευταία ζητούσε με την επίδικη επιστολή ήταν όπως η απόφαση που πάρθηκε από το δημοτικό συμβούλιο εφαρμόζεται ενιαία σε όλους τους υπαλλήλους σε περιπτώσεις που προκύπτουν ελλείμματα στο ταμείο τους. Αναφορικά με τα στοιχεία επικοινωνίας των μελών του δημοτικού συμβουλίου, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο το 2012 ήταν αναρτημένα στην ιστοσελίδα του Δήμου (Τεκμήριο 3). Ερωτηθείς κατά πόσο τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 3 είναι όντως τα στοιχεία επικοινωνίας που δήλωσαν τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου στη γραμματεία, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τα στοιχεία επικοινωνίας όλων των μελών του δημοτικού συμβουλίου, για ορισμένους, όμως, που θυμόταν τα στοιχεία ήταν τα ίδια. Η Ενάγουσα κατέθεσε γραπτή δήλωση ‑ Έγγραφο Β ως την κυρίως εξέτασή της, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
  14. Σε αυτήν δήλωσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο τμήμα λογιστηρίου του Δήμου κατέχοντας τη θέση βοηθού γραμματειακού λειτουργού. Εργοδοτήθηκε στον Δήμο την 01.02.98 και ως βοηθός γραμματειακός λειτουργός εκτελούσε οποιαδήποτε εργασία της ανέθεταν οι προϊστάμενοι της. Στα ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ζει εδώ και 43 χρόνια και είναι γνωστή σε όλη την ευρύτερη περιοχή, ενώ λόγω της πολύχρονης ενασχόλησης και προσφοράς της στον Δήμο, αλλά και λόγω του ότι καθημερινά έρχεται σε επικοινωνία με το κοινό, είναι ευρέως γνωστή στους κατοίκους του εν λόγω Δήμου. Στις 14.09.12 αντικατέστησε συνάδελφό της η οποία εκτελούσε χρέη ταμία. Κατά το κλείσιμο του ταμείου διαπίστωσε ότι αυτό παρουσίαζε έλλειμμα ύψους €100, το οποίο οφείλετο σε καλόπιστο λάθος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ενόψει φόρτου εργασίας. Το εν λόγω έλλειμμα το πλήρωσε η ίδια. Κατόπιν ελέγχου που διεξήχθηκε μεταγενέστερα, διαπιστώθηκε ότι το έλλειμμα οφειλόταν σε λάθος είσπραξη. Το όλο ζήτημα τέθηκε στην επίδικη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, το οποίο αποφάσισε όπως της επιστραφεί το ποσό των €
  15. Η Εναγόμενη αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απόφαση και συγκεκριμένα της ανέφερε ότι: «Θα σταθώ εγώ η αιτία για να μην πάρετε τα λεφτά». Λόγω της αποστολής του Τεκμηρίου 1 υπέστη σοβαρή ζημιά και βλάβη στην τιμή, την υπόληψη και τον χαρακτήρα της και έχει εκτεθεί σε εμπαιγμό. Περαιτέρω, ζημιώθηκε στα πλαίσια της επαγγελματικής, αλλά και της κοινωνικής δραστηριότητας της. Η Εναγόμενη απέστειλε το Τεκμήριο 1 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, στο οποίο εργάζεται συγκεκριμένη δημοτική σύμβουλος η οποία, όμως, στις 25.02.13 και 26.02.13 απουσίαζε από την εργασία της. Όπως την ενημέρωσε η εν λόγω δημοτική σύμβουλος, το Τεκμήριο 1 διαβάστηκε από αρκετούς υπαλλήλους του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, οι οποίοι ρωτούσαν ποια είναι η Ενάγουσα που έκλεψε χρήματα από τον Δήμο. Πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του Τεκμηρίου 1 από τη Μ.Ε.1, η οποία με τη σειρά της ενημερώθηκε από υπάλληλο της ΣΗΔΗΚΕΚ‑ΠΕΟ ο οποίος βρισκόταν στα γραφεία της εν λόγω συντεχνίας μαζί με τον Μ.Υ.2, επίσης υπάλληλο της εν λόγω συντεχνίας. Συγκεκριμένα, η Μ.Ε.1 έλαβε τηλεφωνική κλήση από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους της συντεχνίας, οι οποίοι χαρακτηριστικά την ρωτούσαν: «Τι είναι αυτά» και «Αν όντως τα χρήματα τα οποία χάθηκαν από το ταμείο του Δήμου τα πήρε η ίδια». Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι από την περίοδο που η Εναγόμενη διορίστηκε στη θέση του δημοτικού ταμία παρουσιάστηκε ξανά έλλειμμα σε ταμείο όταν εκτελούσε η ίδια χρέη ταμία. Σε αυτές τις περιπτώσεις κάλυπτε η ίδια το έλλειμμα, καθώς τα ποσά ήταν μικρά. Στην προκειμένη περίπτωση, την ύπαρξη του ελλείμματος την ανέφερε τόσο στην Εναγόμενη, όσο και στον δήμαρχο, αλλά και τον Μ.Ε.
  16. Συμφώνησε με τη συνήγορο της Εναγόμενης ότι η επιστροφή του ποσού των €100 έγινε από την Εναγόμενη στις 26.02.13 ‑ Τεκμήριο
  17. Επίσης, δέχθηκε ότι η περιγραφή των όσων διαδραματίστηκαν στις 14.09.12 κατά την εκτέλεση των ταμειακών της καθηκόντων, όπως αυτή περιλαμβάνεται στη δέσμη Τεκμηρίου 1, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 1 δεν έγινε αποδέκτης οποιασδήποτε παρατήρησης ή επίπληξης από τους προϊσταμένους της. Ωστόσο, λόγω της κυκλοφορίας του Τεκμηρίου 1, υπήρχαν ψίθυροι, ακόμα και από συνάδελφους της, ότι έκλεψε λεφτά από το ταμείο. Ερωτηθείσα κατά πόσο γνώριζε αν συνάδελφοι της διάβασαν το Τεκμήριο 1, απάντησε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο διαβάστηκε από συνάδελφους της το Τεκμήριο 1 ή αν απλώς κυκλοφόρησαν ψίθυροι. Περαιτέρω, συμφώνησε με την κα Καρακατσάνη, ότι δεν μειώθηκε ο μισθός της και έλαβε κανονικά όλες τις προσαυξήσεις που δικαιούτο να λάβει. Τέλος, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι η κοινωνική της ζωή δεν επηρεάστηκε αρνητικά λόγω του Τεκμηρίου 1, καθώς και ότι δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά στο ήθος, την εντιμότητα, τον χαρακτήρα και την αξιοπρέπεια της. Ο Μ.Υ.1 είναι συνταξιούχος συντεχνιακός και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο γραμματέας του Σωματείου Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου της ΣΕΚ Λεμεσού. Η Εναγόμενη ήταν μέλος του πιο πάνω Σωματείου. Κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε σε ισχύ συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία κάλυπτε και τους υπαλλήλους του Δήμου. Πιο συγκεκριμένα, υπήρχε ειδικό παράρτημα το οποίο προνοούσε για τη διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις απώλειας χρημάτων. Το σχετικό παράρτημα απουσιάζει από τη συλλογική σύμβαση του 2010 - 2012 (Τεκμήριο 9), είναι, όμως, το ίδιο με αυτό της συλλογικής σύμβασης του 2017 -2018 (Τεκμήριο 10). Γνωρίζει για την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου ημερ. 01.11.12, αφού ενημερώθηκε σχετικά από την Εναγόμενη μέσω του Τεκμηρίου
  18. Ως αποτέλεσμα της ενημέρωσης που έλαβε, ετοίμασε και απέστειλε την επιστολή - Τεκμήριο
  19. Μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 1, δεν περιήλθε στην αντίληψή του οποιοδήποτε αρνητικό σχόλιο σε σχέση με την Ενάγουσα και τη Μ.Ε.
  20. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε, ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο υπαγορεύθηκε από την ιδιότητα του πρώην συντεχνιακού και την υποχρέωση του να προασπίζει τα συμφέροντα των μελών της συντεχνίας του και εν προκειμένω της Εναγόμενης. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας, ότι, σύμφωνα με το παράρτημα του Τεκμηρίου 10, η Εναγόμενη, ως προϊστάμενη της οικονομικής υπηρεσίας όφειλε να ετοιμάσει σχετική έκθεση και να την υποβάλει στον δημοτικό γραμματέα. Τόνισε, ωστόσο, ότι όταν η Εναγόμενη ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Ε.2, ο τελευταίος της είπε ότι η Ενάγουσα και η Μ.Ε.1 θα έπρεπε να καταβάλουν το έλλειμμα. Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος να ετοιμάσει τη σχετική έκθεση. Πρόσβαση στο τηλεομοιότυπο της συντεχνίας είχε ο ίδιος και μία υπάλληλος. Κατά τον επίδικο χρόνο στη ΣΕΚ εργοδοτούνταν περί τα 30 - 40 πρόσωπα και μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο τηλεομοιότυπο. Το Τεκμήριο 1, ωστόσο, κατέγραφε στην κοινοποίηση ΕΕΣΤΑ - ΣΕΚ. Ο ίδιος ήταν ο γραμματέας στην ΕΕΣΤΑ - ΣΕΚ και επομένως το Τεκμήριο 1 δεν το παρέλαβε οποιοσδήποτε άλλος, καθώς απευθυνόταν σε αυτόν. Η Εναγόμενη, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Γ). Σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, δήλωσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε χρέη δημοτικού ταμία. Τα προβλήματα ύπαρξης ελλειμμάτων στα ταμεία του Δήμου παρουσιάζονταν κατά καιρούς. Η πρακτική που ακολουθούσε ο Δήμος, ήταν όπως τα ελλείμματα καλύπτονται από τους υπαλλήλους που ασκούσαν χρέη ταμία και κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους εμφανιζόταν έλλειμμα. Διαφωνούσε με την εν λόγω πρακτική, καθώς θεωρούσε ότι τα ελλείμματα θα έπρεπε να καλύπτονται από τον Δήμο και όχι από τους υπαλλήλους. Σε σχέση με την επίδικη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, διαφώνησε με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, η οποία ήταν σε αντίθεση με τα όσα προνοούσε η συλλογική σύμβαση εργασίας - Τεκμήριο
  21. Επίσης, διαφώνησε με το ότι η απόφαση για επιστροφή χρημάτων που καταβλήθηκαν για κάλυψη ελλείμματος περιορίστηκε μόνο στην Ενάγουσα και τη Μ.Ε.1 και δεν επεκτεινόταν σε όλους τους υπαλλήλους. Για τους πιο πάνω λόγους αποφάσισε να συντάξει και να αποστείλει το Τεκμήριο
  22. Η επιστολή, στάλθηκε στους αριθμούς τηλεομοιότυπων που δήλωσαν τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου ως επίσημα στοιχεία επικοινωνίας τους, καθώς και στους επίσημους αριθμούς τηλεομοιότυπου των συντεχνιών. Εξ όσων γνωρίζει, ουδείς εκ των δημοτικών συμβούλων ή εκ των συντεχνιών σχημάτισαν αρνητική άποψη, είτε για την Ενάγουσα, είτε για τη Μ.Ε.1, ούτε και περιήλθε κάτι τέτοιο στην αντίληψή της. Στη δια ζώσης μαρτυρία της διευκρίνισε, ότι μετά την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου επέστρεψε τόσο στην Ενάγουσα, όσο και στη Μ.Ε.1 το ποσό των €
  23. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι η αναφορά σε «δύο υπαλλήλους» στο Τεκμήριο 1 έγινε σε σχέση με την Ενάγουσα και τη Μ.Ε.
  24. Το περιστατικό που περιγράφει στο Τεκμήριο 1 αφορά την Ενάγουσα, καθώς σε σχέση με τη Μ.Ε.1 η έρευνα που έγινε δεν κατέδειξε πως προέκυψε το έλλειμμα στη δική της περίπτωση. Η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για επιστροφή των ποσών των €100 στην Ενάγουσα και τη Μ.Ε.1 την βρίσκει σύμφωνη. Άλλωστε, με το Τεκμήριο 1 διατύπωσε τη διαφωνία της αφενός σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και αφετέρου με το ότι η απόφαση δεν επεκτάθηκε ώστε να καλύπτει όλους τους υπαλλήλους. Για την επίδικη απόφαση ενημερώθηκε προφορικά στις 02.11.12 και εγγράφως στις 07.01.
  25. Ο λόγος που η επιστροφή των χρημάτων στην Ενάγουσα και τη Μ.Ε.1 έγινε στις 26.02.13, ήταν διότι ανέμενε κατά πόσο η απόφαση θα διαφοροποιείτο ώστε να καλύπτει όλους τους υπαλλήλους. Αφ' ης στιγμής κάτι τέτοιο δεν έγινε, απέστειλε στις 25.02.13 το Τεκμήριο 1 και την επόμενη μέρα προχώρησε στην επιστροφή των ποσών. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι συναντήθηκε με την Ενάγουσα και της ανέφερε ότι θα στεκόταν η αιτία για να μην λάβουν πίσω τα χρήματα που κατέβαλαν. Δήλωσε, ωστόσο, ότι συναντήθηκε τόσο με την Ενάγουσα, όσο και με τη Μ.Ε.1 και τους επεξήγησε τον λόγο για τον οποίο απέστειλε το Τεκμήριο
  26. Συμφώνησε με τον κ. Χατζηαδάμου ότι στην προκείμενη περίπτωση, όπως και σε άλλες περιπτώσεις ελλειμμάτων που παρουσιάστηκαν παλαιότερα, δεν ετοίμασε έκθεση όπως προβλέπεται στο παράρτημα της συλλογικής σύμβασης. Επεξήγησε, ότι η ετοιμασία έκθεσης θα ήταν αχρείαστη, καθώς οι οδηγίες που υπήρχαν ήταν όπως οι υπάλληλοι καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων τους. Δεν γνωρίζει ποια πρόσωπα παρέλαβαν το Τεκμήριο
  27. Στάλθηκε στους αριθμούς τηλεομοιότυπων που δήλωσαν τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου στη γραμματεία του Δήμου. Δεν διασταύρωσε κατά πόσο αυτά τα στοιχεία ήταν τα ίδια με αυτά που αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα του Δήμου - Τεκμήριο
  28. Αρνήθηκε ότι η σύνταξη και αποστολή του Τεκμηρίου 1 οφείλεται στην εμπάθεια που τρέφει κατά της Ενάγουσας και της Μ.Ε.1, ως επίσης και ότι ενήργησε κακόβουλα. Τέλος, διαφώνησε με τις υποβληθείσες θέσεις, ότι μέσω του Τεκμηρίου 1 άφησε να νοηθεί ότι η Ενάγουσα και η Μ.Ε.1 έτυχαν ευνοϊκής μεταχείρισης και ήταν επαγγελματικά ανεπαρκείς. Ο Μ.Υ.3 είναι επαγγελματίας συνδικαλιστής και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο. Έλαβε το Τεκμήριο 1 μέσω τηλεομοιότυπου, τον αριθμό του οποίου ο ίδιος δήλωσε ως επίσημο στοιχείο επικοινωνίας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ο ίδιος με τον συντεχνιακό ΧΧΧΧ Χαριλάου τηλεφώνησαν στη Μ.Ε.1 για να τη ρωτήσουν αν όντως τα χρήματα του ελλείμματος τα έλαβε η ίδια, απάντησε ότι δεν αποκλείει το γεγονός να τηλεφώνησε στη Μ.Ε.1 για να πληροφορηθεί τι συνέβη με την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Πέραν τούτου, όμως, δεν ανέφερε στη Μ.Ε.1 οτιδήποτε άλλο. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι στο Τεκμήριο 3, σε ό,τι αφορά το πρόσωπό του, περιλαμβάνονται τα στοιχεία επικοινωνίας που ο ίδιος έδωσε. Δεν ήταν, όμως, σε θέση να επιβεβαιώσει αν και για τους υπόλοιπους δημοτικούς συμβούλους τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 3 είναι τα επίσημα στοιχεία επικοινωνίας τους. Σε σχέση με το Τεκμήριο 1, γνωρίζει ότι το έλαβε ο ΧΧΧΧ Χαριλάου, ο οποίος ήταν ο συντεχνιακός εκπρόσωπος στην ΠΕΟ που επιθεωρεί τις εργασίες των Δήμων. Δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει το ενδεχόμενο το Τεκμήριο 1 να περιήλθε στη γνώση και άλλων προσώπων εντός της ΠΕΟ. Μπορούσε, όμως, να επιβεβαιώσει ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στην ΠΕΟ. Εξ όσων θυμάται για να εκτελεστεί η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου ημερ.01.11.12 από την Εναγόμενη, χρειάστηκε και δεύτερη συνεδρία, καθώς η Εναγόμενη είχε κάποιους ενδοιασμούς σε σχέση με την απόφαση. Τέλος, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι με τη μαρτυρία του προστάτευσε την Εναγόμενη. Αξιολόγηση Από τα δικόγραφα και την προσαχθείσα μαρτυρία αναδεικνύονται τα πιο κάτω γεγονότα ως κοινά αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα: Η Ενάγουσα και η Μ.Ε.1 εργάζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να εργάζονται στον Δήμο, στο τμήμα λογιστηρίου. Η Εναγόμενη κατά τον επίδικο χρόνο και μέχρι σήμερα ασκεί καθήκοντα δημοτικού ταμία και ως εκ τούτου είναι η προϊστάμενη του οικονομικού τμήματος του Δήμου. Στις 14.09.12 και 29.10.12 η Ενάγουσα και η Μ.Ε.1 εκτέλεσαν, αντίστοιχα, καθήκοντα εισπράκτορα. Κατά την άσκηση των καθηκόντων εισπράκτορα στις πιο πάνω ημερομηνίες, το ταμείο που χειριζόταν η κάθε μία παρουσίασε έλλειμμα ύψους €
  29. Σύμφωνα με την πρακτική που ίσχυε στον Δήμο, οι υπάλληλοι στα ταμεία των οποίων παρουσιαζόταν έλλειμμα όφειλαν να το καλύψουν με δικά τους χρήματα. Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα και η Μ.Ε.1 κατέβαλαν το ποσό των €100 έκαστη. Η πληρωμή του ποσού των €100 από την Ενάγουσα και τη Μ.Ε.1 απασχόλησε το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο σε συνεδρία του ημερ.01.11.12 αποφάσισε την επιστροφή του ποσού των €100 στην Ενάγουσα και τη Μ.Ε.
  30. Η προαναφερόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε εγγράφως στην Εναγόμενη στις 07.01.13 για να την εκτελέσει. Η τελευταία δεν εκτέλεσε την απόφαση και απέστειλε επιστολή ημερ.25.02.13 απευθυνόμενη στον δήμαρχο, τον δημοτικό γραμματέα και στα μέλη του δημοτικού συμβουλίου. Περαιτέρω, η επιστολή κοινοποιήθηκε και στις συντεχνίες ΣΗΔΗΚΕΚ - ΠΕΟ, ΕΕΣΤΑ - ΣΕΚ και ΔΕΕΚΟΚΩ - ΔΕΟΚ. Η Εναγόμενη επέστρεψε τα ποσά των €100 στην Ενάγουσα και τη Μ.Ε.1 στις 26.02.
  31. Σε περιπτώσεις δυσφήμισης η αξιολόγηση της μαρτυρίας έχει σημασία σε ό,τι αφορά τα ζητήματα της κακοβουλίας και των αποζημιώσεων. Δεν χωρεί αξιολόγηση των ισχυρισμών που προβάλλουν μάρτυρες ως προς το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι (Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος ΔΙΑΣ Λτδ κ.α

(2011)1 Α Α.Α.Δ 474). Στη βάση της πιο πάνω αρχής θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών (Παπαλλής κ.ά. ν. Κυριακίδη
(2008)1Α Α.Α.Δ 83), με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους, αλλά και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημερ.16.04.14). Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 σε σχέση με τον επηρεασμό της προσωπικής και επαγγελματικής της ζωής ως αποτέλεσμα της επίδικης επιστολής, δεν ήταν πειστική. Οι απαντήσεις της επί του εν λόγω θέματος υπήρξαν γενικόλογες και ατεκμηρίωτες. Συγκεκριμένα, η μάρτυρας αναφέρθηκε σε σχόλια που λάμβαναν χώρα στον επαγγελματικό της χώρο από συναδέλφους της, αλλά και στον περίγυρο των ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ. Τα εν λόγω σχόλια αφορούσαν το κατά πόσο καταχράστηκε το ποσό των €100, καθώς και το αν μάλωσε με την Εναγόμενη. Η προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου 1, δεικνύει ότι δεν αποδίδεται στη μάρτυρα, άμεσα ή έμμεσα, μομφή περί κατάχρησης ή κλοπής του εν λόγω ποσού. Παρεμβάλλω σε αυτό το σημείο ότι το πώς προέκυψε το έλλειμμα των €100 στην περίπτωση της Μ.Ε.1 παραμένει άγνωστο. Σημειώνω, ότι η Εναγόμενη δήλωσε στη μαρτυρία της και δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου, ότι στην περίπτωση της Μ.Ε.1 η έρευνα που έγινε δεν κατέδειξε πως προέκυψε το έλλειμμα. Περαιτέρω, η ίδια η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι το περιστατικό της 14.09.12 που περιγράφεται στο Τεκμήριο 1 δεν αφορά την ίδια, αλλά την Ενάγουσα. Επισημαίνω, ότι το εν λόγω περιστατικό η Εναγόμενη το απέδωσε σε λάθος είσπραξη και όχι σε οποιαδήποτε δόλια ενέργεια. Επιπρόσθετα, μέσα από το Τεκμήριο 1 δεν προκύπτει, ούτε και συνάγεται ότι υπήρξε οποιοσδήποτε διαπληκτισμός μεταξύ της ίδιας και της Εναγόμενης. Συνεπώς, ακόμη και αν γίνονταν τέτοιες συζητήσεις στον περίγυρο των συναδέλφων της ή των ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, αυτές δεν δικαιολογούνται να προέρχονται από το Τεκμήριο 1. Ατεκμηρίωτοι παρέμειναν και οι ισχυρισμοί της ότι μέσω της αποστολής του Τεκμηρίου 1, αυτό περιήλθε σε γνώση διαφόρων τρίτων προσώπων πέραν εκείνων προς τους οποίους απευθυνόταν. Όταν κλήθηκε κατά την αντεξέταση της να κατονομάσει αυτά τα πρόσωπα που διάβασαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το Τεκμήριο 1 δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Περιορίστηκε απλά να αναφέρει ότι στάλθηκε στο κεντρικό τηλεομοιότυπο της ΠΕΟ και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού. Ξεκινώντας από το ζήτημα της ΠΕΟ, παρατηρώ ότι στο Τεκμήριο 1 δεν καταγράφεται σε ποιον αριθμό τηλεομοιότυπου στάλθηκε. Το μόνο αντικειμενικό συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει κάποιος είναι ότι δεν στάλθηκε γενικά στην ΠΕΟ, αλλά σε συγκεκριμένη κλαδική οργάνωση της ΠΕΟ, ήτοι τη ΣΗΔΗΚΕΚ - ΠΕΟ. Πέραν τούτου, ουδέν ανέφερε η μάρτυρας ως προς το πώς περιήλθε στη γνώση της ότι το Τεκμήριο 1 αναγνώστηκε εντός της ΠΕΟ από διάφορα πρόσωπα. Παρεμβάλλω σε αυτό το σημείο τη δήλωση του Μ.Υ.3, ο οποίος υποστήριξε ότι συζήτησε το Τεκμήριο 1 μόνο με τον ΧΧΧΧ Χαριλάου, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος συντεχνιακός της ΠΕΟ για τα ζητήματα που αφορούν τους Δήμους. Η ίδια γενικότητα διακρίνει τη μαρτυρία της και σε σχέση με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε από τη δημοτική σύμβουλο που εργαζόταν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, ότι περιήλθε στη γνώση όλων των υπαλλήλων του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου το Τεκμήριο 1, καθώς η ίδια απουσίαζε την ημέρα που αυτό στάλθηκε. Είναι εμφανές, ότι πρόκειται περί εξ ακοής μαρτυρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Κεφ.9, μία εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλά και μόνο διότι είναι εξ ακοής. Η βαρύτητα, ωστόσο, που μπορεί να δοθεί σε τέτοια μαρτυρία εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη τις παραμέτρους που παρατίθενται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ.9. Μία εκ των εν λόγω παραμέτρων είναι η δυνατότητα κλήσης ως μάρτυρα του προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση. Μάλιστα, στο άρθρο 27
(3)του Κεφ.9 ορίζεται ότι λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ήταν εφικτό να κληθεί ως μάρτυρας το εν λόγω πρόσωπο και παρά ταύτα ο διάδικος που προσάγει την εξ ακοής μαρτυρία δεν το έπραξε. Εν προκειμένω, δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τη μη κλήση της εν λόγω δημοτικής συμβούλου στο Δικαστήριο για να προσφέρει μαρτυρία ως προς τα πρόσωπα που ανέγνωσαν το Τεκμήριο
  1. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ εκτός πραγματικότητας τον ισχυρισμό ότι το σύνολο των υπαλλήλων, είτε της ΠΕΟ, είτε του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου ενδιαφέρθηκαν να αναγνώσουν το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  2. Όσον αφορά το παράπονο της Μ.Ε.1 ότι στο Τεκμήριο 1 δεν συγκεκριμενοποιούνται τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται, θεωρώ ότι είναι αβάσιμο. Μπορεί να μην αναφέρονται ονομαστικά τα εν λόγω πρόσωπα, ωστόσο, προσδιορίζονται ευκρινώς. Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 1 απευθυνόταν στον δήμαρχο, στον δημοτικό γραμματέα και στα μέλη του δημοτικού συμβουλίου. Συνεπώς, δεν έπρεπε κάποιος να αναγνώσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 για να αντιληφθεί ποιος ήταν ο παραλήπτης του. Τα ίδια ισχύουν και για τις συντεχνίες. Το Τεκμήριο 1 στάλθηκε στις συντεχνίες με προσδιορισμένη την κλαδική οργάνωση της κάθε συντεχνίας στην οποία απευθυνόταν. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, σημειώνω ότι οι ισχυρισμοί της περί επηρεασμού που επέφερε το Τεκμήριο 1 στην επαγγελματική ζωή της καταρρίπτονται από τα ίδια τα γεγονότα. Συγκεκριμένα, η ίδια δήλωσε ότι δεν επηρεάστηκε δυσμενώς η επαγγελματική της σταδιοδρομία, δεν μειώθηκε ο μισθός της, αλλά αντίθετα έλαβε όλες τις προσαυξήσεις που δικαιούτο. Αναφορικά με την κοινωνική της ζωή, πέραν των γενικών ισχυρισμών της ότι έτυχε σχολιασμού, δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε απτό που να δεικνύει ότι επηρεάστηκε η φήμη ή η υπόληψη της. Ο Μ.Ε.2, θεωρώ ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στα ζητήματα της ιεραρχικής δομής του Δήμου και της πρακτικής που εφαρμοζόταν πριν την επίδικη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου σε σχέση με τις περιπτώσεις που παρουσιαζόταν έλλειμμα. Οι δηλώσεις του μάρτυρα επί των προαναφερόμενων ζητημάτων δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Οι δηλώσεις του, ότι η Εναγόμενη δεν αποδέχθηκε την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, καθώς και ότι δεν αποτελεί συνήθης πρακτική να αποστέλλονται επιστολές στους δημοτικούς συμβούλους, δεν δεικνύουν προσπάθεια υποβοήθησης της Ενάγουσας ή της Μ.Ε.
  3. Σημειώνω, άλλωστε, ότι διευκρίνισε ότι η Εναγόμενη συμμορφώθηκε εντέλει με την απόφαση με κάποια καθυστέρηση. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.2 δήλωσε με ειλικρίνεια ότι μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 1 τα μόνα σχόλια που περιήλθαν σε γνώση του σε σχέση με αυτό προέρχονταν από δημοτικούς συμβούλους. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Ε.2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Η Ενάγουσα, όπως και η Μ.Ε.1, θεωρώ ότι δεν μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με το ότι επηρεάστηκε η προσωπική και επαγγελματική της ζωή, λόγω της αποστολής του Τεκμηρίου 1 από την Εναγόμενη. Οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η Ενάγουσα περί σοβαρής ζημιάς που υπέστη στην τιμή, την υπόληψη, τον χαρακτήρα της, καθώς και ότι εκτέθηκε και μειώθηκε στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή της παρέμειναν γενικοί. Τίποτε συγκεκριμένο δεν παρατέθηκε στη μαρτυρία της που να υποστηρίζει τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς της. Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, ότι συγγενείς της τη ρωτούσαν κατά πόσο «έπιασε» λεφτά από το δημοτικό ταμείο. Καταρχάς, δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ότι το συμβάν με το έλλειμμα των €100 περιήλθε στη γνώση των συγγενών της από το Τεκμήριο
  4. Η Ενάγουσα εξέφρασε, απλώς, την υπόθεση ότι μάλλον θα το πληροφορήθηκαν από το Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα, όμως, και με τους δικούς της ισχυρισμούς, το Τεκμήριο 1 στάλθηκε μόνο στον δήμαρχο, τον δημοτικό γραμματέα, τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου και τις συντεχνίες. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι οποιοσδήποτε εκ των προαναφερόμενων συγγενών της σχετίζεται με τα πρόσωπα ή τις συντεχνίες στις οποίες στάλθηκε το Τεκμήριο
  6. Περαιτέρω, το αβάσιμο της θέσης της Ενάγουσας προκύπτει και από το ότι μέσω του Τεκμηρίου 1 δεν αποδίδεται, άμεσα ή έμμεσα, σε αυτήν η κατηγορία της κλοπής ή οποιασδήποτε άλλης δόλιας ενέργειας σε σχέση με το ποσό των €
  7. Αντιθέτως, το Τεκμήριο 1 ξεκαθαρίζει ότι το έλλειμμα οφειλόταν σε λάθος είσπραξη και αναφέρει, μάλιστα, και το πώς εντοπίστηκε το λάθος. Αόριστες και ατεκμηρίωτες παρέμειναν οι αναφορές της και ως προς το ότι σχολιάστηκε δυσμενώς από συντεχνιακούς στη γνώση των οποίων περιήλθε το Τεκμήριο
  8. Ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά έγινε σε ονόματα συντεχνιακών που την σχολίασαν δυσμενώς. Αντιθέτως, οι Μ.Υ.1 και 3 δεν ανέφεραν οτιδήποτε αρνητικό για τη φήμη, τον χαρακτήρα ή την αξιοπρέπεια της Ενάγουσας, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Εξίσου αόριστοι και ατεκμηρίωτοι παρέμειναν και οι ισχυρισμοί της, ότι υπήρξε αντικείμενο σχολιασμού από τους συναδέλφους της. Δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η θέση της Ενάγουσας δεν επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Ε.
  9. Υπενθυμίζω, ότι ο τελευταίος δήλωσε ότι μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 1 υπήρξε ένταση μεταξύ των διαδίκων και τα μόνα σχόλια που έγιναν προς τον ίδιο και περιήλθαν στην αντίληψη του προέρχονταν από δημοτικούς συμβούλους. Δεν ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.2, ως ο ιεραρχικά ανώτερος του προσωπικού του Δήμου, ότι υπήρξε αναστάτωση ή σχόλια μεταξύ των μελών του προσωπικού εις βάρος της Ενάγουσας λόγω της αποστολής του Τεκμηρίου
  10. Περαιτέρω, η θέση της Ενάγουσας, σε σχέση με τη συζήτηση που έγινε μεταξύ της Μ.Ε.1, του ΧΧΧΧ Χαριλάου και του Μ.Υ.3, στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Σημειώνω, ότι η Μ.Ε.1 στη δική της μαρτυρία δεν πρόβαλε ανάλογο ισχυρισμό. Συνεπώς, το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο στη μαρτυρία της. Πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος θα αναμενόταν λογικά να τεθεί από τη Μ.Ε.1 κατά τη μαρτυρία της. Ως εκ τούτου και έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.9, για τις οποίες έγινε σχετική μνεία κατά την αξιολόγηση της Μ.Ε.1 την οποία υιοθετώ και στο υπό αναφορά ζήτημα, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία της Ενάγουσας. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σε σχέση με τη δημοτική σύμβουλο που εργαζόταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, παραπέμπω, επίσης, για σκοπούς οικονομίας, σε όσα ανέφερα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.
  11. Τέλος, μετέωροι παρέμειναν και οι ισχυρισμοί της περί επηρεασμού της επαγγελματικής της ζωής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της εξακολουθεί να κατέχει την ίδια θέση που κατείχε και κατά τον επίδικο χρόνο. Περαιτέρω, ως η ίδια δήλωσε, ουδεμία παρατήρηση δέχθηκε στον εργασιακό της χώρο ως αποτέλεσμα της αποστολής του Τεκμηρίου
  12. Επίσης, έλαβε κανονικά τις προσαυξήσεις που δικαιούτο και δεν μειώθηκε ο μισθός της. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 εστιάστηκε αφενός στη συλλογική σύμβαση εργασίας που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και ειδικότερα στις πρόνοιες της σε σχέση με τις περιπτώσεις απώλειας χρημάτων (Τεκμήρια 9 και 10) και αφετέρου στη λήψη του Τεκμηρίου 1 και την αποστολή εκ μέρους του, του Τεκμηρίου
  13. Η ύπαρξη συλλογικής σύμβασης εργασίας, καθώς και η σύνταξη και αποστολή του Τεκμηρίου 5 προς τον Δήμο δεν αμφισβητήθηκαν. Η πλευρά της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση του μάρτυρα επιχείρησε να κλονίσει την αξιοπιστία του αναδεικνύοντας το γεγονός ότι υπήρξε παράβαση της συλλογικής σύμβασης εργασίας από την Εναγόμενη. Είναι γεγονός, ότι ο Μ.Υ.1 προσπάθησε να αιτιολογήσει τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Εναγόμενη, αρνούμενος ότι υπήρξε εκ μέρους της παράβαση της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Σημειώνω, ότι το κατά πόσο υπήρξε παράβαση της συλλογικής σύμβασης εργασίας από τον Δήμο ή την Εναγόμενη ή και τους δύο, δεν αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Συνεπώς, δεν μπορεί να επηρεαστεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 από το εν λόγω ζήτημα, καθώς η αξιολόγηση γίνεται κατά κύριο λόγο σε σχέση με τα επίδικα θέματα και ιδιαίτερα με εκείνα που είναι υπό αμφισβήτηση (SP CONSULTANCY LTD κ.α ν. TRANSTEAM LTD κ.α Πολ. Έφεση αρ.89/11 ημερ.13.04.16). Αναφορικά με τη λήψη του Τεκμηρίου 1, ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι αυτό δεν περιήλθε στη γνώση άλλων προσώπων. Επεξήγησε ότι τα τηλεομοιότυπα που απευθύνονταν στην ΕΕΣΤΑ - ΣΕΚ, τα λάμβανε είτε ο ίδιος, είτε κάποια συγκεκριμένη υπάλληλος, η οποία όταν τα λάμβανε τα παρέδιδε στον ίδιο. Η προσπάθεια της Ενάγουσας να καταδείξει, ότι πρόσβαση στο τηλεομοιότυπο είχαν όλοι οι υπάλληλοι της ΣΕΚ, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν περί τα 30 - 40 πρόσωπα, παρέμεινε σε επίπεδο απλών υποβολών. Δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο στον Μ.Υ.1, ικανό να κλονίσει τη δήλωση του. Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. H Εναγόμενη, θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η θέση της, ότι τακτική του Δήμου ήταν όπως οι υπάλληλοι καταβάλλουν τα χρήματα που εντοπίζονταν ως έλλειμμα στο ταμείο που χειρίζονταν αποτελεί κοινό έδαφος. Επίσης, η θέση της ότι πριν την επίδικη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου δεν λήφθηκε ξανά παρόμοια απόφαση για επιστροφή του ποσού που κατέβαλε υπάλληλος για κάλυψη ελλείμματος επιβεβαιώνεται από τους Μ.Ε.2 και Μ.Υ.
  14. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός της, ότι η ίδια ήταν αντίθετη με την προαναφερόμενη πρακτική, καθώς ήταν της άποψης ότι τα ελλείμματα θα έπρεπε να καλύπτονται από τον Δήμο. Κατά την αντεξέτασή της δεν διαφάνηκε, ότι είχε οποιοδήποτε λόγο για να πλήξει την Ενάγουσα και τη Μ.Ε.1 ή ότι έτρεφε αρνητικά συναισθήματα εναντίον τους. Η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι με την αποστολή του Τεκμηρίου 1 ενήργησε κακόβουλα και με εμπάθεια, δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Η Ενάγουσα και η Μ.Ε.1 δεν υποστήριξαν στη μαρτυρία τους, ότι είχαν οποιεσδήποτε διαφορές με την Εναγόμενη ή ότι η τελευταία είχε οποιοδήποτε λόγο για να τις πλήξει. Η καταχώρηση προσφυγής από τη Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 2) εναντίον του Δήμου με την οποία προσέβαλε την απόφαση για πρόσληψη της Εναγόμενης στη θέση του δημοτικού ταμία, δεν δικαιολογεί, κατά την κρίση μου, την ύπαρξη αρνητικών αισθημάτων από την Εναγόμενη. Τούτο διότι, υπάρχει σημαντική χρονική απόσταση μεταξύ των δύο γεγονότων. Η μεν προσφυγή καταχωρήθηκε το 2001 και η απόφαση επ' αυτής εκδόθηκε στις 17.06.02, η δε απόφαση του δημοτικού συμβουλίου εκδόθηκε την 01.11.12, μετά πάροδο δέκα και πλέον ετών. Περαιτέρω, η προσφυγή απορρίφθηκε και επομένως δεν επηρεάστηκαν τα συμφέροντα της Εναγόμενης. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός, ότι η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε άμεσα με την απόφαση. Συγκεκριμένα, η απόφαση κοινοποιήθηκε γραπτώς στην Εναγόμενη στις 07.01.13 και εκτελέστηκε από την τελευταία στις 26.02.
  15. Είναι γεγονός, ότι η εξήγηση που έδωσε η Εναγόμενη για την εν λόγω παράλειψη της προκαλεί ερωτηματικά. Σημειώνω, ότι η Εναγόμενη ανέφερε ότι δεν προχώρησε στην πληρωμή, διότι ανέμενε αν θα υπήρχε αλλαγή στην απόφαση του δημοτικού συμβουλίου προκειμένου να καλύπτονται όλοι οι υπάλληλοι το ταμείο των οποίων μπορούσε να παρουσιάσει έλλειμμα. Δεν βλέπω, για ποιο λόγο έπρεπε να αναμένει αυτό το ενδεχόμενο για να επιστρέψει τα χρήματα στην Ενάγουσα και τη Μ.Ε.
  16. Από την άλλη, όμως, η εν λόγω ενέργεια της Εναγόμενης δεν οδηγεί από μόνη της και σε συμπέρασμα ότι ενήργησε κακόπιστα ή κακόβουλα. Όπως ήδη ανέφερα, η Εναγόμενη συμμορφώθηκε με την επίδικη απόφαση στις 26.02.
  17. Δεν τέθηκε ενώπιον μου, ότι υπήρξε οποιαδήποτε παρέμβαση από τον Μ.Ε.2 ή τον δήμαρχο ή το δημοτικό συμβούλιο για να προχωρήσει στην επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλαν η Ενάγουσα και η Μ.Ε.
  18. Ούτε και ότι προειδοποιήθηκε για ενδεχόμενες πειθαρχικές κυρώσεις αν δεν συμμορφωνόταν άμεσα. Συνεπώς, το γεγονός της καθυστερημένης συμμόρφωσής της, δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε ένδειξη κακοπιστίας. Όσον αφορά τους αριθμούς τηλεομοιότυπων που χρησιμοποίησε για να σταλεί η επιστολή στα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, η θέση της ότι στάλθηκε στους αριθμούς που έλαβε από τη γραμματεία του Δήμου δεν κλονίστηκε. Οι περί αντιθέτου θέσεις της Ενάγουσας παρέμειναν σε επίπεδο απλών υποβολών. Κλείνοντας, το εν λόγω κεφάλαιο, παρατηρώ ότι η υποβληθείσα θέση ότι η δημοτική σύμβουλος που εργαζόταν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού άλλαξε στοιχεία επικοινωνίας και το Τεκμήριο 1 στάλθηκε σε άλλο παράρτημα από αυτό στο οποίο εργαζόταν, στερείται υποβάθρου, αφού δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Ο Μ.Υ.3 θεωρώ ότι μετέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Υπήρξε θετικός στη μαρτυρία του σε σχέση με το πως περιήλθε στη γνώση του το Τεκμήριο
  19. Επίσης, με ξεκάθαρο τρόπο ανέφερε ότι συζήτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 με τον συντεχνιακό - συνάδελφο του ΧΧΧΧ Χαριλάου, ο οποίος επιθεωρούσε τις εργασίες των Δήμων. Χαρακτηριστικό της αντικειμενικότητας με την οποία κατέθεσε ο μάρτυρας ήταν το ότι δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το Τεκμήριο 1 να περιήλθε σε γνώση και άλλων προσώπων εντός της ΠΕΟ, ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος συζήτησε το όλο θέμα μόνο με τον ΧΧΧΧ Χαριλάου. Ενδεικτικό της αμερόληπτης στάσης που τήρησε ο Μ.Υ.3, είναι και το ότι αν και δεν θυμόταν κατά πόσο είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τη Μ.Ε.1, εντούτοις δεν απέκλεισε το εν λόγω ενδεχόμενο λέγοντας, μάλιστα, ότι θα ήταν λογικό να τηλεφωνούσε για να ενημερωθεί σε σχέση με το τι απέγινε η επίδικη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Κατά την αντεξέταση του δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του. Η θέση της πλευράς της Ενάγουσας περί στοχευμένης μαρτυρίας προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Εναγόμενης παρέμεινε μετέωρη. Το σύνολο της μαρτυρίας του δεν παραπέμπει σε καθοδηγούμενη μαρτυρία, αλλά, όπως ανέφερα και πιο πάνω, ο Μ.Υ.3 υπήρξε, κατά την άποψη μου, αντικειμενικός. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε ακροθιγώς, ότι οι σχέσεις του Μ.Υ.3 με την Ενάγουσα δεν ήταν αρμονικές. Ο μάρτυρας χαρακτήρισε ως αρκετά καλή τη σχέση του με τη Μ.Ε.1 και ως καλή τη σχέση του με την Ενάγουσα, λέγοντας ότι «κάποια συζήτηση υπήρξε». Δεν αναπτύχθηκε περαιτέρω το θέμα κατά την αντεξέταση του, ούτε και τέθηκε ρητά στον Μ.Υ.3 ότι είχε λόγο για να βλάψει τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Συνεπώς, δεν υπάρχει οτιδήποτε χειροπιαστό ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι ο μάρτυρας είχε λόγο για να παραποιήσει τα γεγονότα εις βάρος της Ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω ότι η συνολική αποτίμηση της μαρτυρίας του δεν καταδεικνύει την ύπαρξη αλλότριων κινήτρων, ούτε και τέθηκε από τον μάρτυρα οποιοδήποτε στοιχείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως βλαπτικό, είτε για την Ενάγουσα, είτε για τη Μ.Ε.
  20. Από τη μαρτυρία του, ωστόσο, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του ότι το δημοτικό συμβούλιο πριν την απόφαση της 01.11.12 ζήτησε και έλαβε τη γνώμη της Εναγόμενης για το επίδικο ζήτημα, καθώς και ότι το επίδικο ζήτημα απασχόλησε το δημοτικό συμβούλιο και στην επόμενη συνεδρία του. Πέραν του ότι οι σχετικές αναφορές του Μ.Υ.3 υπήρξαν συγκεχυμένες, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του δεν υποστηρίζονται ούτε από τον Μ.Ε.2, αλλά ούτε και από την Εναγόμενη. Σημειώνω, ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο (Α. Κωνσταντινίδης & Υιός Λτδ v. Firepro Systems Ltd, Πολιτική Έφεση 140/14, ημερ. 6.12.21). Νομική πτυχή Ο ορισμός του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης δίδεται στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 (στο εξής «Κεφ. 148») και έχει ως ακολούθως: «17.-
(1)Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Για τoυς σκoπoύς τoυ εδαφίoυ αυτoύ "έγκλημα" σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε η oπoία, αv τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτή.
(2)Η ευθύvη τηv oπoία υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημιστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τo λόγo ότι- (α) πρoβαίvει σε αυτή υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή (β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή (γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή (δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτή ή vα δημoσιεύσει αυτή για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή (ε)τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα. Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- (α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη͘ (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια.
(4)Δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημιστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo.» Από τη διατύπωση του άρθρου 17 του Κεφ.148 προκύπτει ότι για να πετύχει ο Ενάγων σε αγωγή για δυσφήμηση, θα πρέπει να αποδείξει (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, (β) ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αυτόν και (γ) ότι δημοσιεύτηκε. Ευρήματα - Συμπεράσματα Έχουν παρατεθεί κατά την έναρξη της αξιολόγησης τα γεγονότα που είναι κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα. Τα εν λόγω γεγονότα, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα οποία, για αποφυγή επανάληψης δεν θα καταγράψω εκ νέου. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα μου, ότι το Τεκμήριο 1 στάλθηκε με τηλεομοιότυπο στα μέλη του δημοτικού συμβουλίου στους αριθμούς που οι ίδιοι παρέδωσαν στη γραμματεία του Δήμου για σκοπούς επικοινωνίας μαζί τους. Επίσης, το Τεκμήριο 1 στάλθηκε με τηλεομοιότυπο και στις συντεχνίες ΣΗΔΗΚΕΚ - ΠΕΟ, ΕΕΣΤΑ - ΣΕΚ και ΔΕΕΚΟΚΩ - ΔΕΟΚ. Όπως έχει ήδη παρατεθεί πιο πάνω κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής, η Ενάγουσα οφείλει να αποδείξει ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, ότι αναφερόταν σε αυτήν και ότι δημοσιεύτηκε. Σημειώνω εξαρχής ότι, όπως προκύπτει, τόσο από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η επίμαχη επιστολή ημερ. 25.02.13 (Τεκμήριο 1) δημοσιεύτηκε. Η Υπεράσπιση, μέσω του δικογράφου της, αλλά και κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας και της Μ.Ε.1, έθιξε το ζήτημα ότι στο Τεκμήριο 1 δεν γίνεται ρητή αναφορά στα ονόματά τους. Σημειώνω, ότι η Εναγόμενη κατά τη μαρτυρία της παραδέχθηκε ότι οι δύο υπάλληλοι στις οποίες αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 είναι η Ενάγουσα και η Μ.Ε.
  1. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου 1 είναι η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου ημερ. 01.11.12, η οποία επισυνάπτεται ως παράρτημα Α. Στο παράρτημα Α καταγράφονται τα ονόματα της Ενάγουσας και της Μ.Ε.
  2. Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι αποδείχθηκε ότι η επίδικη δημοσίευση αφορά τόσο την Ενάγουσα, όσο και τη Μ.Ε.
  3. Αυτό το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η επίδικη δημοσίευση είναι δυσφημιστικού περιεχομένου. Θεωρώ ορθό να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής (Τεκμήριο 1) για σκοπούς ευκολότερης παρακολούθησης των όσων θα ακολουθήσουν: «Θέμα: Απόφαση Δημ. Συμβουλίου ημερ. 01/11/2012 για Απώλεια Χρηματικού ποσού από το Δημοτικό Ταμείο Σχετικά με την πιο πάνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου θα ήθελα και εγώ με την σειρά μου ως Δημοτικός Ταμίας να εκφράσω την δυσαρέσκεια μου για την πιο πάνω απόφαση. Θεωρώ ότι η απόφαση αυτή είναι άδικη γιατί θα έπρεπε να καλύπτει όλους τους υπαλλήλους που εκτελούν χρέη εισπράκτορα κατά καιρούς και αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Παρά το γεγονός ότι εγώ ως αρμόδιος τμηματάρχης δεν ρωτήθηκα για το τι ακριβώς συνέβηκε και εάν το γεγονός ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, το θέμα τέθηκε απευθείας στο Δημοτικό Συμβούλιο για απόφαση. Το πρόβλημα αυτό έχει παρουσιαστεί και στο παρελθόν. Είχε αναφερθεί και από εμένα προσωπικά καθώς και από τον υπάλληλο ο οποίος και εκτελούσε χρέη εισπράκτορα χωρίς όμως να γίνει οτιδήποτε. Τότε ο Δημοτικός Γραμματέας είχε πει ότι είναι λάθος του εισπράκτορα, να είναι πιο προσεκτικός, να κάνει σωστά την δουλειά του και να καλυφθεί το ποσό από τον ίδιο. Μέχρι πρόσφατα αυτή ήταν η πολιτική η οποία και ακολουθείτο από μέρους μου προς τον υπάλληλο που εκτελούσε χρέη εισπράκτορα. Η πιο πάνω απόφαση η οποία και επισυνάπτεται ως παράρτημα Α χρήζει περαιτέρω διευκρινήσεων. Χρέη εισπράκτορα εκτελούν και άλλοι υπάλληλοι, με την πιο πάνω απόφαση καλύπτονται όλοι οι υπάλληλοι. Τώρα όσον αφορά την απόφαση σας για τις δύο υπαλλήλους έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: Στις 14 Σεπτεμβρίου 2012 δημιουργήθηκε έλλειμμα το οποίο οφειλόταν σε λάθος είσπραξη. Συγκεκριμένα ο δημότης ήρθε να πληρώσει την άδεια σκύλου που ήταν €20,50 και η υπάλληλος έκδωσε απόδειξη για εξόφληση της φορολογίας σκυβάλων του συγκεκριμένου δημότη. Με την εξόφληση σκυβάλων εκδόθηκε απόδειξη για €120,00 και ο δημότης πλήρωσε μόνο το ποσό των €20,
  4. Το λάθος βρέθηκε όταν ο ίδιος δημότης πλήρωσε την φορολογία σκυβάλων του στη τράπεζα και ήρθε το δελτίο του για εξόφληση. Με το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ότι η απόφαση ήταν βεβιασμένη αφού δεν έγιναν οι απαιτούμενες διαδικασίες και έλεγχος προτού παρθεί η τελική απόφαση. Πιστεύω ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις να πρέπει να τηρηθεί η σωστή διαδικασία για να μην παραπληροφορείται το Δ.Σ. και να παίρνει λανθασμένες αποφάσεις.» Εν πρώτοις, σημειώνω ότι η Ενάγουσα επικαλείται ορισμένα μόνο μέρη του Τεκμηρίου 1 ισχυριζόμενη ότι η συνήθης και φυσική έννοια των λέξεων που περιέχονται σε αυτά είναι δυσφημιστική. Οι συγκεκριμένες αναφορές επί του Τεκμηρίου 1, όπως αυτές παρατίθενται στην παράγραφο 13 Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης είναι οι ακόλουθες: «Α. Με τον ισχυρισμό της ότι, «Θεωρώ ότι η απόφαση αυτή είναι άδικη γιατί θα έπρεπε να καλύπτει όλους τους υπαλλήλους που εκτελούν χρέη εισπράκτορα κατά καιρούς και αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα» εννοούσε και/ή μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσε και/ή μπορούσε εύλογα να ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, ότι η Ενάγουσα έτυχε ειδικής μεταχείρισης από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δήμου. Β. Με τον ισχυρισμό της ότι, «δεν ρωτήθηκα για το τι ακριβώς συνέβηκε και εάν το γεγονός ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό» εννοούσε και/ή μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσε και/ή μπορούσε εύλογα να ερμηνευθεί, μεταξύ άλλως, ότι το ίδιο περιστατικό έλαβε χώρα κι άλλες φορές στο παρελθόν και/ή ότι η Ενάγουσα είναι πρόσωπο ανέντιμο και/ή επαγγελματικά ανάξιο και/ή κατακριτέο και/ή απορριπτέο. Γ. Με τον ισχυρισμό της ότι, «η απόφαση ήταν βεβιασμένη αφού δεν έγιναν οι απαιτούμενες διαδικασίες και έλεγχος προτού παρθεί η τελική απόφαση» εννοούσε και/ή μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσε και/ή μπορούσε εύλογα να ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, ότι: (Ι) Η Ενάγουσα προέβη σε παράνομες ενέργειες και/ή προσπάθησε να υπεξαιρέσει χρήματα από το ταμείο του Δήμου. (ΙΙ) Η Ενάγουσα προσπάθησε, καταχρώμενη και/ή εκμεταλλευόμενη και/ή χρησιμοποιώντας τις εξουσίες και/ή δυνατότητες που της παρέχει η θέση της στον Δήμο να αποκομίσει προσωπικό όφελος και/ή όφελος εις βάρος του Δήμου.» Το απαύγασμα της νομολογίας δεικνύει ότι το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι κρίνεται ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια. Στην Γαληνιώτης v. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.ά (ανωτέρω) αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Είναι οφειλόμενη όμως η παρατήρηση σε αυτό το στάδιο, ότι σε αγωγές για δυσφήμιση το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια, χωρίς να ενέχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος ως προς το δυσφημιστικό ή όχι του κειμένου είτε η γνώμη του ιδίου του ενάγοντος, είτε η τυχόν μαρτυρία που προσφέρεται από διάφορα άτομα ως προς την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. (Δέστε τις υποθέσεις Papadopoulos v. Kyrix Publishing Co. Ltd a.o.
(1963)2 C.L.R. 290, Capital & County' s Bank v. Henty [1882] 7 A.C. 745 και Harvey v. French [1832] 1 Cr. & M11 (149 E.R. Exch 293). Η θέση του Δικαστηρίου τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου κοινού λογικού ανθρώπου (Knuffer v. London Express Newspaper Ltd [1944] 1 All E.R. 495 και Κουτσού v. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2003)1(B) Α.Α.Δ. 1198). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, 16η έκδ., σελ. 142: «The statement is judged by the standard of an ordinary, right-thinking member of society. Hence the test is an objective one, and it is no defence to say that the statement was not intended to be defamatory or uttered by way of a joke.» Και στο σύγγραμμα Street on Torts 11η έκδ.
(2003), σελ. 487-488: «The judge decides whether a statement is capable of bearing a defamatory meaning, whether in its normal meaning or by innuendo. That being resolved in the affirmative, the jury then decides whether it did bear a defamatory meaning on the occasion complained of.» Στην Κύπρο βεβαίως ο Δικαστής προβαίνει σε μια νοητική εργασία που καλύπτει και τις δύο ανωτέρω λειτουργίες.» Περαιτέρω, το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι θα πρέπει να κρίνεται στο σύνολό του και οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται εντασσόμενες στο σύνολο του κειμένου (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. v. Βασιλείου
(2005)1Α Α.Α.Δ 683 και ΡΙΚ κ.ά. v. Γεωργιάδη
(2013)1Β Α.Α.Δ 1189). Παράλληλα, όπως τονίστηκε στην Κωνσταντίνου κ.α ν. Καραμεσίνη
(2011)1Α Α.Α.Δ 715, το επίμαχο κείμενο θα πρέπει να ιδωθεί σωρευτικά και οι λέξεις να αναγνωσθούν λογικά, χωρίς υπερβολική ανάλυση, ούτε όμως υπερβολική υποψία. Οι αναφορές που επικαλείται η Ενάγουσα, εντασσόμενες στο σύνολο της επίμαχης δημοσίευσης ‑ Τεκμήριο 1 δεν μπορούν να εκληφθούν ως δυσφημιστικές. Η δήλωση της Εναγόμενης, ότι η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου ημερ. 01.11.12 είναι άδικη, ουδόλως παραπέμπει σε ειδική μεταχείριση της Ενάγουσας και της Μ.Ε.1 από το δημοτικό συμβούλιο. Η αναφορά αυτή θα πρέπει να συνεξεταστεί με το περιεχόμενο της αμέσως επόμενης παραγράφου, όπου η Εναγόμενη επεξηγεί ότι η ύπαρξη ελλείμματος σε ταμείο δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο περιστατικό που έλαβε χώρα σε σχέση μόνο με την Ενάγουσα και τη Μ.Ε.1, αλλά αποτελούσε ένα ζήτημα το οποίο παρουσιάστηκε ξανά στο παρελθόν. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που χαρακτήρισε ως άδικη την απόφαση η Εναγόμενη, καθώς αυτή, εφόσον σχετίζεται με τις περιπτώσεις παρουσίασης ελλείμματος στο ταμείο ενός υπαλλήλου, θα έπρεπε να επεκτείνεται σε όλους τους υπαλλήλους στους οποίους κατά καιρούς παρουσιάζονται ελλείμματα στο ταμείο που χειρίζονται. Αυτό ακριβώς επεξηγεί με τη φράση που η ίδια η Εναγόμενη υπογράμμισε στην επιστολή της («έπρεπε να καλύπτει όλους τους υπαλλήλους που εκτελούν χρέη εισπράκτορα κατά καιρούς») και με την περαιτέρω επεξήγηση που κατέγραψε στην αμέσως επόμενη παράγραφο διευκρινίζοντας ότι το ζήτημα που προέκυψε με την Ενάγουσα και τη Μ.Ε.1 δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Η φράση, τώρα, που χρησιμοποίησε η Εναγόμενη περί του ότι τα συμβάντα με την ύπαρξη ελλείμματος στο ταμείο που χειρίστηκαν κατά τους ουσιώδεις χρόνους η Ενάγουσα και η Μ.Ε.1 δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, δεν υπονοεί ότι αυτές είναι πρόσωπα ανέντιμα και/ή επαγγελματικά ανάξια και/ή κατακριτέα και/ή απορριπτέα. Όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω, η αναφορά σε μεμονωμένο περιστατικό έγινε για να τονισθεί ακριβώς, ότι τέτοια περιστατικά ύπαρξης ελλείμματος σε ταμείο παρουσιάστηκαν και κατά το παρελθόν και σε σχέση με άλλους υπαλλήλους που εκτελούν χρέη εισπράκτορα. Ρητά, μάλιστα, η Εναγόμενη καταγράφει στο Τεκμήριο 1, ότι το εν λόγω πρόβλημα: «Είχε αναφερθεί και από εμένα προσωπικά, καθώς και από τον υπάλληλο ο οποίος και εκτελούσε χρέη εισπράκτορα, χωρίς όμως να γίνει οτιδήποτε». Επιπρόσθετα, στην προτελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 1, στην οποία η Εναγόμενη περιγράφει τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις 14.09.12, οπότε και δημιουργήθηκε έλλειμμα στο ταμείο που χειρίστηκε η Ενάγουσα, ρητά και απερίφραστα δηλώνει ότι το έλλειμμα ήταν αποτέλεσμα λάθους είσπραξης. Συνεπώς, καμία υπόνοια αφήνεται εναντίον της Ενάγουσας, ότι η τελευταία ήταν ανέντιμη ή επαγγελματικά ανάξια. Η καταγραφή στην τελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 1, ότι η απόφαση υπήρξε βεβιασμένη αποτελεί την κατάληξη των όσων προηγούνται στην εν λόγω επιστολή. Δηλαδή, ότι ήταν μια απόφαση η οποία λήφθηκε χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του δημοτικού συμβουλίου τα ακόλουθα δύο δεδομένα. Πρώτον, ότι η ύπαρξη ελλειμμάτων δεν ήταν ένα μεμονωμένο συμβάν, αλλά ένα φαινόμενο που κατά καιρούς παρουσιαζόταν σε σχέση με τους υπαλλήλους που εκτελούσαν χρέη εισπράκτορα. Δεύτερον, ότι η τακτική που ακολουθούσε ο Δήμος πριν το εν λόγω περιστατικό ήταν όπως ο εκάστοτε υπάλληλος καλύπτει το παρουσιαζόμενο έλλειμμα. Ουδόλως προκύπτει μέσα από την αναφορά σε βεβιασμένη απόφαση, ότι η Ενάγουσα ή η Μ.Ε.1 προέβηκαν σε οποιεσδήποτε παράνομες ενέργειες ή ότι επιχείρησαν να υπεξαιρέσουν χρήματα από το ταμείο του Δήμου ή χρησιμοποίησαν τη θέση τους για να αποκομίσουν οποιοδήποτε προσωπικό όφελος εις βάρος του Δήμου. Ειδικότερα, όσον αφορά το περιστατικό της 14.09.12, η απλή και μόνο χρησιμοποίηση της λέξης «λάθος» κατά την περιγραφή των όσων διαδραματίστηκαν στις 14.09.12 δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η Εναγόμενη δεν καταφέρθηκε, είτε ρητά, είτε μέσω υπονοουμένων, εις βάρος της ακεραιότητας και της επαγγελματικής επάρκειας της Ενάγουσας. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι ο μέσος λογικός άνθρωπος που έχει διαβάσει το Τεκμήριο 1 δεν θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο. Έστω κι αν το Τεκμήριο 1 δεν ήταν αρεστό στην Ενάγουσα και τη Μ.Ε.1, είναι προφανές από το περιεχόμενό του ότι δεν προσβάλλει τη φήμη, την υπόληψη ή την ακεραιότητά τους. Κριτήριο του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι ο μέσος λογικός άνθρωπος και όχι ο Ενάγων και κατά πόσο ο τελευταίος θεωρεί τον εαυτό του θιγμένο. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Γεωργιάδη
(2011)1Α Α.Α.Δ 407 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας στην αγόρευση του επικαλείται και το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Στο σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις» Τόμος 1 των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, σελ.89, καταγράφεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 25 του Κεφ. 148 είναι η δημοσίευση δήλωσης η οποία είναι ψευδής και η οποία γίνεται κακόβουλα. Περιορίζομαι να επισημάνω ότι εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε, ούτε το ψευδές της δήλωσης, ούτε και ότι η Εναγόμενη ενήργησε κακόβουλα. Όσον αφορά τον δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας, περί παραβίασης των προσωπικών της δεδομένων, σημειώνω ότι δεν προωθήθηκε στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της. Επομένως, θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε και ως εκ τούτου δεν θα τύχει σχολιασμού. Παρά την αποτυχία στοιχειοθέτησης του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης, για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω τις υπερασπίσεις που επικαλείται η Εναγόμενη. Συγκεκριμένα, επικαλείται στο δικόγραφο της την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και/ή συμφέροντος, ως επίσης και ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι προνομιούχο υπό επιφύλαξη που έγινε καλόπιστα. Το άρθρο 19(β) του Κεφ.148 έχει ως ακολούθως: «19. Σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση- .................................. (β) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv έvτιμo σχόλιo για θέμα δημoσίoυ συμφέρovτoς: Νoείται ότι όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα συvίσταται εv μέρει στov ισχυρισμό γεγovότωv και εv μέρει στηv έκφραση γvώμης, υπεράσπιση έvτιμoυ σχoλίoυ δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε ισχυρισμoύ γεγovότoς, αv η έκφραση γvώμης απoτελεί έvτιμo σχόλιo αφoύ ληφθoύv υπόψη αυτά τα oπoία ισχυρίζovται ή αvαφέρovται στo δυσφημηστικό δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή τα oπoία απoδεικvύovται: Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(2)τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ.» Το Τεκμήριο 1, καθώς και τα επίμαχα σημεία του έχουν ήδη παρατεθεί πιο πάνω. Οι αναφορές της Εναγόμενης περί του ότι η επίδικη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου είναι άδικη, ότι η ύπαρξη ελλειμμάτων δεν αποτελούσε μεμονωμένο περιστατικό, καθώς και ότι η εν λόγω απόφαση ήταν βεβιασμένη συνιστούν σχόλια και έκφραση γνώμης εκ μέρους της Εναγόμενης. Ο σχολιασμός της επίδικης απόφασης στηρίχθηκε στη βάση της πρακτικής που μέχρι τότε εφαρμοζόταν στον Δήμο σε σχέση με την ύπαρξη ελλειμμάτων. Η δε απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, ως απόφαση πολιτικού οργάνου τοπικής αυτοδιοίκησης, ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος. Στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο» του Π. Πολυβίου, Τόμος Β, σελ. 900 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του δημοσίου ενδιαφέροντος: «Η έννοια του δημόσιου ενδιαφέροντος δεν μπορεί να υποβληθεί σε στενούς περιορισμούς. Περιληπτικά και συνοπτικά, καλύπτει κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει και απασχολεί το ευρύ κοινό. Σύμφωνα με τη νομολογία, η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει θέματα κεντρικής και τοπικής διοίκησης, συντεχνιών, αστυνομίας, όρων εργασίας συγκεκριμένης κατηγορίας εργατών/υπαλλήλων, κριτικής επί δικαστικών αποφάσεων και διαδικασιών, ποιότητας προϊόντων ευρείας κυκλοφορίας στην αγορά, έργων τέχνης, βιβλίων, θεατρικών και άλλων κινηματογραφικών έργων, εκθέσεων φωτογραφίας, τηλεοπτικών και άλλων εκπομπών, αρχαιοτήτων κλπ.» Περαιτέρω, από το σύνολο της ενώπιον μου αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας δεν διαπιστώνω η Εναγόμενη να ενήργησε με κακή πίστη έναντι της Ενάγουσας και της Μ.Ε.1. Συνεπώς, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ευσταθεί. Όσον αφορά την υπεράσπιση που καθιερώνει το άρθρο 21 του Κεφ.148, θεωρώ, επίσης, ότι ευσταθεί. Το άρθρο 21 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «21.-
(1)Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς είvαι πρovoμιoύχα, υπό τηv επιφύλαξη ότι έγιvε καλή τη πίστει, στις ακόλoυθες περιπτώσεις, δηλαδή- (α) αv η σχέση μεταξύ τoυ πρoσώπoυ από τo oπoίo και τoυ πρoσώπoυ πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση είvαι τέτoια ώστε τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε vα τελεί υπό voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα δημoσιεύσει αυτό πρoς τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση και o τελευταίoς έχει αvτίστoιχo συμφέρov στη λήψη τoυ δημoσιεύματoς ή τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε έχει έvvoμo πρoσωπικό συμφέρov πoυ χρειάζεται πρoστασία, και τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση τελεί υπό αvτίστoιχo voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα πρoστατεύσει τo εv λόγω συμφέρov: Νoείται ότι η δημoσίευση δεv υπερβαίvει είτε κατ' έκταση είτε κατ' oυσία τo εύλoγα επαρκές υπό τις περιστάσεις. (β) αv τo δημoσίευμα είvαι μoμφή η oπoία πρoσάπτεται από κάπoιo κατά της συμπεριφoράς άλλoυ, ως πρoς oπoιoδήπoτε θέμα σε σχέση με τo oπoίo o πρώτoς έχει εξoυσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί τoυ άλλoυ, ή ως πρoς τo χαρακτήρα τoυ άλλoυ στo μέτρo πoυ εκδηλώvεται στη συμπεριφoρά αυτή͘ (γ) αv τo δημoσίευμα είvαι καταγγελία ή κατηγoρία από πρόσωπo εvαvτίov άλλoυ πρoσώπoυ σε σχέση με τη συμπεριφoρά αυτoύ σε oπoιoδήπoτε θέμα, ή σε σχέση με τo χαρακτήρα αυτoύ στo μέτρo πoυ εκδηλώvεται στη συμπεριφoρά αυτή, η oπoία έγιvε σε πρόσωπo πoυ έχει εξoυσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ σε σχέση με τη συμπεριφoρά αυτή ή θέμα, ή η oπoία έγιvε σε πρόσωπo πoυ έχει με vόμo εξoυσία vα διερευvά τη συμπεριφoρά αυτή ή θέμα ή vα δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφoρά αυτή ή θέμα͘ (δ) αv τo δημoσίευμα δημoσιεύεται για τηv πρoστασία τωv δικαιωμάτωv ή τωv συμφερόvτωv τoυ πρoσώπoυ πoυ τo δημoσιεύει, ή τoυ πρoσώπoυ πρoς τo oπoίo γιvόταv η δημoσίευση, ή κάπoιoυ τρίτoυ για τov oπoίo εvδιαφέρεται τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση͘ (ε) αv τo δημoσίευμα είvαι ακριβoδίκαιη και ακριβής αvαφoρά αυτώv πoυ έχoυv λεχθεί, πραχθεί ή δημoσιευτεί σε oπoιoδήπoτε voμoθετικό σώμα τo oπoίo δυvατό vα ιδρυθεί στo μέλλov.
(2)Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς δεv θεωρείται ότι έγιvε καλή τη πίστει από πρόσωπo εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(1), τoυ άρθρoυ αυτoύ, αv καταδειχθεί ότι- (α) Τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός δεv πίστευε αυτό ως αληθές͘ ή (β) τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός πρoέβηκε στη δημoσίευση χωρίς vα καταβάλει εύλoγη φρovτίδα για τηv εξακρίβωση τoυ αληθoύς ή τoυ αvαληθoύς αυτoύ͘ ή (γ) πρoβαίvovτας στη δημoσίευση, εvήργησε με σκoπό βλάβης τoυ πρoσώπoυ πoυ δυσφημείται σε βαθμό σημαvτικά μεγαλύτερo ή κατά τρόπo σημαvτικά διαφoρετικό τoυ εύλoγα αvαγκαίoυ για τo κoιvό συμφέρov ή για τηv πρoστασία τoυ ιδιωτικoύ δικαιώματoς ή συμφέρovτoς σε σχέση με τo oπoίo αξιώvει πρovόμιo.
(3)Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς, αv η δημoσίευση αυτή θα μπoρoύσε vα θεωρηθεί πρovoμιoύχα βάσει τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(1), και εγερθεί η υπεράσπιση τoυ πρovoμίoυ, τo βάρoς της απόδειξης ότι η δημoσίευση αυτή δεv έγιvε καλή τη πίστει φέρει o εvάγovτας.» Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι προνομιούχο εν τη εννοία του άρθρου 21 του Κεφ. 148, αποτελεί νομικό ζήτημα. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th edition, page 448, paragraph 447: «It is for the judge to determine whether an occasion is privileged, and therefore to decide whether the defendant was under a duty to make the communication. The judge will have no difficulty in determining whether there was a legal duty to make the communication, but there is no sure and unfailing criterion of what does or does not constitute a moral or social duty.» Η έννοια του «ηθικού καθήκοντος» απασχόλησε τα Αγγλικά Δικαστήρια στην υπόθεση Stuart v Bell [1891]2 Q.B. όπου ο Δικαστής Lindley L.J. ανέφερε στη σελ 350 τα ακόλουθα: «I take moral duty to mean a duty recognized by English people of ordinary intelligence and moral principle, but at the same time not a duty enforceable by legal proceedings, whether civil or criminal. Would the great mass of right-minded men in the position of the defendant have considered it their duty under the circumstances to make the communications?» Η Εναγόμενη είχε, κατά την άποψη μου, νομικό, αλλά και ηθικό καθήκον να δημοσιεύσει την επίδικη επιστολή προς τον δήμαρχο, τον δημοτικό γραμματέα, τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, αλλά και τις συντεχνίες και οι τελευταίοι είχαν αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του. Η Εναγόμενη, ως δημοτική ταμίας, ήταν η προϊστάμενη του οικονομικού τμήματος του Δήμου. Το ζήτημα που συζητήθηκε και λήφθηκε σε σχέση με αυτό η επίδικη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου άπτεται του τμήματος στο οποίο προΐσταται. Περαιτέρω, σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας των καθηκόντων της, όπως δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (δέσμη Τεκμηρίου 11), είναι, μεταξύ άλλων, υπεύθυνη για την οργάνωση, διοίκηση, έλεγχο και αποτελεσματική λειτουργία της οικονομικής υπηρεσίας του Δήμου. Η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου αφορούσε την ύπαρξη ελλείμματος στο δημοτικό ταμείο και ως τέτοια επηρεάζει, κατά την κρίση μου, τη διοίκηση της οικονομικής υπηρεσίας του Δήμου. Συνεπώς, η Εναγόμενη είχε νομικό καθήκον να προβεί στην εν λόγω δημοσίευση σχολιάζοντας και εκφέροντας τη γνώμη της σε σχέση με την επίδικη απόφαση η οποία αφορούσε και επηρέαζε τη διοίκηση της υπηρεσίας στην οποία προΐσταται. Ταυτόχρονα, είχαν αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη ο δήμαρχος και τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, ως τα πρόσωπα που έλαβαν τη σχετική απόφαση, αλλά και ο δημοτικός γραμματέας ως ο ιεραρχικά ανώτερος του προσωπικού του Δήμου. Οι δε συντεχνίες, επίσης, είχαν συμφέρον, καθώς κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε σε ισχύ συλλογική σύμβαση εργασίας (Τεκμήριο 9) στην οποία ήταν συμβαλλόμενα μέρη και στην οποία ρυθμιζόταν το ζήτημα της απώλειας χρημάτων (άρθρο 13 του Τεκμηρίου 9). Ακόμη, όμως, κι αν θεωρηθεί ότι δεν υπήρχε νομική υποχρέωση εκ μέρους της Εναγόμενης να προβεί στην επίδικη δημοσίευση, είχε, κατά την κρίση μου, ηθική υποχρέωση να το πράξει. Από τη στιγμή που περιστατικά ελλειμμάτων παρουσιάστηκαν και στο παρελθόν και οι υπάλληλοι έτυχαν διαφορετικής μεταχείρισης, λόγω της πρακτικής που εφαρμοζόταν μέχρι τότε, όφειλε, ως προϊστάμενη του οικονομικού τμήματος, να θίξει το εν λόγω ζήτημα ούτως ώστε η απόφαση να τύχει καθολικής εφαρμογής προς διασφάλισης της ίσης μεταχείρισης των υπαλλήλων Επιπλέον, σημειώνεται, ότι η Ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί ότι η Εναγόμενη ενήργησε με κακή πίστη ή με κακή πρόθεση. Σε αυτό το σημείο και έχοντας αποφασίσει ως προς το επίδικο ζήτημα για το οποίο συνενώθηκαν οι αγωγές και πιο συγκεκριμένα έχοντας καταλήξει ότι το επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 1) δεν είναι δυσφημιστικό, εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών, έτσι ώστε να εξεταστεί ξεχωριστά στην κάθε αγωγή το ζήτημα των αποζημιώσεων. Θα προχωρήσω να εξετάσω το κεφάλαιο των αποζημιώσεων για την περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι η απόφασή μου ως προς το δυσφημιστικό του επίδικου δημοσιεύματος είναι λανθασμένη. Αντικείμενο του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης είναι η προστασία της φήμης και της υπόληψης των προσώπων. Συνεπώς, το ποσό της αποζημίωσης συναρτάται σε μεγάλο βαθμό με τη φύση και την έκταση της προσβολής σε κάθε δεδομένη περίπτωση (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α v. Στέλικου
(2004)1 Α.Α.Δ 949). Πρόσφατα στην Πολ. Έφεση αρ.283/12 ημερ.27.09.19 Α.Ι. κ.α και Π.Φ. κ.α, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μία ανασκόπηση των αρχών που διέπουν την απόδοση αποζημίωσης στις περιπτώσεις λιβέλου: «Στο δίκαιο της δυσφήμισης ο προσδιορισμός του ύψους των αποζημιώσεων είναι θέμα πολύπλοκο και γίνεται με βάση τη συνεκτίμηση διαφόρων παραμέτρων. Παρά την ιδιομορφία που καλύπτει τις περιπτώσεις υποθέσεων λιβέλου, εφαρμόζονται οι γενικές αρχές για τον καθορισμό αποζημιώσεων που υιοθετούνται σε όλες τις υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Ως θέμα αρχής η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη. Δίκαιη υπό την έννοια να αποκαθιστά, ουσιαστικά, το θύμα της δυσφήμισης, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με μέτρο αποκατάστασης το χρήμα. Να βρίσκει δε, ως εύλογη, αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο (Λουκαϊδης κ.α. ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 22). Οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων συναρτώνται, μεταξύ άλλων, από τη θέση του ενάγοντα στην κοινωνία, την έκταση και μορφή του δημοσιεύματος και τη γενικότερη συμπεριφορά του εναγομένου πριν και μετά τη δυσφήμιση, τον τρόπο διεξαγωγής της Υπεράσπισης, την τυχόν απολογία, το στάδιο που αυτή δίδεται και την επανάληψη της δυσφήμισης. Ο ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις στις περιπτώσεις γραπτής δυσφήμισης, ασχέτως αν έχει αποδείξει ή όχι πραγματική ζημιά. Η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων ακολουθεί τα τελευταία χρόνια μια σταθερά αυξητική τάση στην απόδοση αποζημιώσεων - όπως συμβαίνει και με τις αγωγές για σωματικές βλάβες - ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το αντικείμενο της δικαστικής προστασίας είναι η προσωπικότητα και η αξία του ανθρώπου (Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι Δίας Λτδ κ.α. ν. Σταύρου Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Αλωνεύτης
(2002)1 Α.Α.Δ. 1864. Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 285, εντοπίζεται ότι το μέτρο των αποζημιώσεων συναρτάται με τη φύση, το χαρακτήρα και την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου.» Υπό το φως των πιο πάνω θα εξετάσω τις αποζημιώσεις που θα δικαιούτο η Ενάγουσα σε περίπτωση στοιχειοθέτησης του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης. Λαμβάνω υπόψη μου τη φύση και την ένταση των δηλώσεων που περιέχονται στο Τεκμήριο 1, αλλά και την απουσία απολογίας εκ μέρους της Εναγόμενης. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η επίδικη δημοσίευση δεν είχε οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση στην κοινωνική ζωή και στην επαγγελματική πορεία της Ενάγουσας εντός του Δήμου, καθώς δεν υπήρξε οποιαδήποτε μείωση του μισθού της, αντιθέτως έλαβε όλες τις προσαυξήσεις που θα μπορούσε με βάση τους σχετικούς κανόνες να λάβει. Επίσης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε υποβάθμιση της θέσης ή των καθηκόντων της, καθώς τόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο, όσο και μέχρι σήμερα διατηρεί τη θέση της στο τμήμα λογιστηρίου ως βοηθός γραμματειακός λειτουργός. Επιπρόσθετα, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα απώλεσε θέση προαγωγής ή στερήθηκε της δυνατότητας να διεκδικήσει προαγωγή λόγω του επίδικου δημοσιεύματος. Συνεπώς, δεν υπέστη οποιαδήποτε οικονομική ζημιά. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να συντείνει στο ότι η Ενάγουσα υπέστη ζημία στη φήμη και την υπόληψη της. Ειδικότερα, ως προς την προς την έκταση της δημοσίευσης, σημειώνω το εξής. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξε ότι το Τεκμήριο 1 στάλθηκε στο γενικό τηλεομοιότυπο της κάθε συντεχνίας στο οποίο είχαν πρόσβαση όλοι οι εργαζόμενοι. Με κάθε σεβασμό, παρατηρώ, ότι δεν προσφέρθηκε ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τους αριθμούς των τηλεομοιότυπων των συντεχνιών. Έχοντας, επομένως, κατά νου όλα τα πιο πάνω, καθώς και ότι πρόκειται για ένα μόνο δημοσίευμα το οποίο κοινοποιήθηκε σε συγκεκριμένο κύκλο προσώπων άμεσα σχετιζόμενων με την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, θεωρώ υπό τις περιστάσεις ότι το ποσό των €1.500 αποτελεί εύλογη αποζημίωση. Ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγείται, ότι η υπό εκδίκαση περίπτωση είναι κατάλληλη για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, καθώς και για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία τόσο την παλαιότερη (Papakokkinou a.o v. Kanther
(1982)1 C.L.R 65), όσο και την πιο πρόσφατη (Stassinos Investment and Finance Ltd και Γ.Ε. της Δημοκρατίας κ.ά. Πολ. Έφεση αρ. 142/13 ημερ. 03.03.20) είναι ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος επιδεικνύει ακραία αλαζονική ή καταπιεστική συμπεριφορά, η οποία τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος και για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά. Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται και στις περιπτώσεις δυσφήμισης. Στην Κωνσταντίνου κ.α ν. Καραμεσίνη (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν δικαιολογείτο η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων σε σχέση με δυσφημιστικές αναφορές, κακόβουλες ψευδολογίες και αναλήθειες που περιέχονταν σε δημοσιεύματα εφημερίδας παγκύπριας εμβέλειας και στρέφονταν εναντίον της εφεσίβλητης, η οποία ήταν γνωστή Ελληνίδα συνθέτης με διδακτορικό τίτλο στη μουσική σύνθεση και πρόσωπο ευρέως γνωστό στην κυπριακή και ελληνική κοινωνία. Εν προκειμένω, κρίνω ότι δεν δικαιολογούνται τιμωρητικές αποζημιώσεις. Έρχομαι στο ζήτημα της έκδοσης διατάγματος. Στο σύγγραμμα Διατάγματα των κκ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελ.82, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι για την έκδοση ενός διηνεκούς διατάγματος θα πρέπει η παραβίαση να είναι συνεχής και η ζημιά που προκαλείται ανεπανόρθωτη, ώστε να μην είναι εύκολη η αποκατάσταση της με την παραχώρηση αποζημιώσεων ή άλλης θεραπείας. Επίσης, στη σελ.81 του προαναφερόμενου συγγράμματος αναφέρεται, ότι σκοπός της έκδοσης ενός διηνεκούς διατάγματος είναι η αποτροπή επανάληψης της παραβίασης ή η διαρκής παρεμπόδιση της παραβίασης των δικαιωμάτων του επιτυχόντα διαδίκου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου το Τεκμήριο 1 δεν επαναδημοσιεύθηκε, ούτε και υπάρχει μαρτυρία που να δεικνύει ότι υπάρχει το ενδεχόμενο επανάληψης της δυσφήμισης από την Εναγόμενη («Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο» του Π. Πολυβίου, Τόμος Β, σελ.974). Κατά συνέπεια, δεν έχω ικανοποιηθεί για την αναγκαιότητα έκδοσης διατάγματος εναντίον της Εναγόμενης. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπερ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται, ότι ενόψει της συνεκδίκασης της παρούσας αγωγής με την αγωγή με αρ.1627/13, η Εναγόμενη δικαιούται σε ένα μόνο σετ εξόδων σε σχέση με τα έξοδα που προκλήθηκαν από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος συνένωσης, ήτοι από τις 23.09.21 και έπειτα. Νοείται περαιτέρω, ότι τα έξοδα που προέκυψαν από τις 23.09.21 και έπειτα θα επιμεριστούν εξίσου στις αγωγές με αρ.1626/13 και 1627/13 (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil Jurisdiction/Other Actions/Final / Αναφορά: Δυσφήμιση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.