ADIDAS (CYPRUS) LIMITED ν. Andreas Theodorou Super Sports Limited, Αρ. Αγωγής 450/14, 9/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 450/14 Μεταξύ: ADIDAS (CYPRUS) LIMITED Εναγόντων - και - Andreas Theodorou Super Sports Limited Εναγόμενων Ημερομηνία: 9η Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενους: Παπαπέτρου (κα.) Για τους Εναγόμενους - Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντες: Θουκυδίδης (κος.) Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Έγγραφες προτάσεις Ι. Η Απαίτηση των Εναγόντων
- Οι Ενάγοντες αξίωσαν από τους Εναγόμενους ποσό €10,830.98 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για προμήθεια αθλητικών ειδών που ισχυρίζονται ότι τους παρέδωσαν και για τα οποία εξέδωσαν τιμολόγια και διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού. Επιπρόσθετα, απαίτησαν το πιο πάνω ποσό και στη βάση απλήρωτων επιταγών, οι οποίες, ως ο ισχυρισμός τους, εκδόθηκαν από τους Εναγόμενους έναντι του οφειλόμενου ποσού, αλλά παρέμειναν απλήρωτες αλλά και υπό τη μορφή αποζημιώσεων.
- Ως καταγράφεται στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της Αγωγής, μεταξύ των ετών 2007 και 2011, οι Ενάγοντες, παρέδωσαν στους Εναγόμενους διάφορα αθλητικά είδη επί πιστώσει για τα οποία εκδόθηκαν τιμολόγια. Ήταν όροι της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ότι τα εκδοθέντα τιμολόγια για προϊόντα που παραδόθηκαν θα πληρώνονται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης θα χρεωνόταν και τόκος. Σύμφωνα με σχετική κατάσταση λογαριασμού την οποία διατηρούσαν οι Ενάγοντες στο όνομα «Super Sport Ltd Andreas Theodorou» που αντιστοιχούσε στους Εναγόμενους, κατά την 1.3.2011, το απλήρωτο υπόλοιπο των Εναγόμενων ανερχόταν στο ποσό της αρχικής τους απαίτησης.
- Παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το ισχυριζόμενο χρέος και παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι παρέδωσαν στους Ενάγοντες μεταχρονολογημένες επιταγές εις το απαιτούμενο ποσό, εντούτοις οι Εναγόμενοι ανάλογα τους Ενάγοντες και προέβησαν και σε ανάκληση των εκδομένων επιταγών αρνούμενοι να εξοφλήσουν το υπόλοιπο.
- Συνεπώς οι Ενάγοντες αξιώνουν ως καταγράφεται ανωτέρω, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι, κατά την Ακρόαση, η απαίτηση των Εναγόντων περιορίστηκε στο ποσό των €7,830.98 μια και, όπως αναφέρθηκε στη μαρτυρία που δόθηκε εκ μέρους τους, έγινε στο μεσοδιάστημα πληρωμή από τους Εναγόμενους έναντι του απαιτούμενου κατ' ισχυρισμό υπολοίπου. ΙΙ. Η Υπεράσπιση των Εναγόμενων και η Ανταπαίτησή τους
- Αρνούμενοι το σύνολο των ισχυρισμών των Εναγόντων όπου αυτοί δεν συμφωνούν με τους δικούς τους, οι Εναγόμενοι, αντέτειναν ότι ναι μεν ήταν συνεργάτες των Εναγόντων, πλην όμως η συνεργασία τους ήταν σε διαφορετική βάση. Συγκεκριμένα ότι πληρωμή για προϊόντα που παραδίδονταν γινόταν εντός 2 με 3 μηνών από την παράδοση. Ισχυρίζονται δε ότι οι Ενάγοντες κατά παράβαση της πρακτικής αυτής και όλως αιφνιδίως, τον Αύγουστο του 2011, απαίτησαν από τους Εναγόμενους όπως συγκεκριμένη παραγγελία για παράδοση προϊόντων πληρωθεί αμέσως. Οι Εναγόμενοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, θεώρησαν την ενέργεια τούτη ως υπαναχώρηση εκ μέρους των Εναγόντων από τη συνεργασία και τερματισμό της μεταξύ των σχέσης, εξ υπαιτιότητας των δεύτερων. Συναφώς προέβησαν και στην ανάκληση των επιταγών που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Οι Εναγόμενοι δεν έμειναν εκεί. Ανταπαιτητικά ισχυρίζονται ότι οι ενέργειες των Εναγόντων, οι οποίες κατά την άποψή τους έθεσαν τέρμα στη συνεργασία των διαδίκων, τους προκάλεσαν ζημιά υπό τη μορφή διαφυγόντος κέρδους ύψους €45,000, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. ΙΙΙ. Απάντηση στη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση
- Απαντώντας την Υπεράσπιση και υπερασπιζόμενοι την Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες διευκρίνησαν και ισχυρίστηκαν ότι οι παραγγελίες εμπορευμάτων προς τους Εναγόμενους θα πληρώνονταν στους Ενάγοντες εντός 30 με 90 ημερών από την παράδοση, ότι το ποσό της απαίτησης ήτο υπόλοιπο, το οποίο παρέμεινε απλήρωτο από τον Ιούλιο του 2009 και ότι οι ίδιοι έθεσαν την εξόφλησή του ως όρο για την εκτέλεση νέας παραγγελίας, η οποία όμως θα έπρεπε ομοίως να εξοφληθεί κατά την παράδοση, μια και η εμπιστοσύνη τους στους Εναγόμενους είχε κλονιστεί. Ως απάντηση σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους οι Εναγόμενοι ανακάλεσαν τις εκδοθείσες επιταγές, οι Ενάγοντες αντιτάσσουν ότι, στην πραγματικότητα, η ανάκληση έγινε λόγω του ότι οι Ενάγοντες δεν κάλεσαν τους Εναγόμενους σε δειγμάτιση νέων προϊόντων. Αρνούνται δε την οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση ζημιάς στους Εναγόμενους και ανάλογα υπερασπίζονται καθ' αυτόν τον τρόπο και την Ανταπαίτηση των Εναγόμενων. Β. Προσκομισθείσα μαρτυρία
- Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ένας για κάθε πλευρά. Για την πλευρά των Εναγόντων η κυρία XXX Ιωαννίδου ως Μ.Ε.1 και για την πλευρά των Εναγόμενων ο κύριος XXX Θεοδώρου ως Μ.Υ.
- Απαίτηση και ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί. Η μαρτυρία αμφοτέρων των μαρτύρων είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν χρήζει επανάληψης αυτολεξεί, οπότε και κατά την έκδοση της παρούσας απόφασης περιορίζομαι στη σύνοψη των ουσιωδών σημείων της μαρτυρίας τους, εκτός όπου χρησιμοποιείται ακριβές λεκτικό από τα πρακτικά (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Ανδρέα Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 και Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. 1. ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΚΟΥΡΗ κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165). Ι. Μ.Ε.1 - Παναγιώτα Ιωαννίδου
- Η Μ.Ε. 1 κατέθεσε ενόρκως προσκομίζοντας 9 τεκμήρια. Συνοπτικά η θέση της ήταν ότι, ούσα η «Senior Finance Manager» των Εναγόντων, κατείχε τα σχετικά τιμολόγια και λογαριασμούς των πελατών τους. Οι Ενάγοντες, ανέφερε, συνεργάζονταν προμηθεύοντας τους Εναγόμενους με αθλητικά είδη από το έτος
- Μεταξύ του Ιανουαρίου του 2010 και του Μαρτίου του 2010, παραδόθηκαν στους Εναγόμενους προϊόντα για τα οποία εκδόθηκαν 18 τιμολόγια (Τεκμήριο 3) και τα οποία παρέμειναν απλήρωτα (εκτός μιας πληρωμής τον Ιούλιου του 2010 έναντι του πρώτου στη σειρά τιμολογίου). Για τις μεταξύ των διαδίκων συναλλαγές, οι Ενάγοντες διατηρούσαν και χρεωπιστωτική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4) η οποία, μέχρι και τις 29.01.2014 παρουσίαζε υπόλοιπο ως η απαίτηση των Εναγόντων. Πρακτική στις συναλλαγές των διαδίκων ήταν να αποπληρώνονται τα τιμολόγια που εξέδιδαν οι Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους με μεταχρονολογημένες επιταγές. Όμως, παρά την αρχικά έγκαιρη αποπληρωμή των υπολοίπων, οι Εναγόμενοι, σταδιακά καθυστερούσαν τις πληρωμές. Ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης, οι Ενάγοντες απαίτησαν όπως εξοφληθεί το υπόλοιπο μέχρι και τον Ιούνιο του 2010 ως όρο για να συνεχίσουν και να δειγματίσουν αλλά και να προμηθεύσουν με άλλα προϊόντα τους Εναγόμενους. Η απαίτηση των Εναγόντων φάνηκε να εισακούστηκε από τους Εναγόμενους, οι οποίοι εξέδωσαν 8 συνολικά μεταχρονολογημένες επιταγές, πλην όμως αυτές δεν τιμήθηκαν εκτός από μία. Λόγω της εναπομείνασας εκκρεμότητας οι Ενάγοντες δεν δειγμάτισαν τους Εναγόμενους με νέα προϊόντα και, εκδικητικά, οι Εναγόμενοι, προειδοποιώντας ανάλογα (Τεκμήριο 5), προκάλεσαν τη μη εξαργύρωση 3 μεταχρονολογημένων επιταγών (Τεκμήριο 6) που παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, ενώ οι υπόλοιπες 4 (Τεκμήριο 7) δεν παρουσιάστηκαν ποτέ. Παρά τις εκκλήσεις των Εναγόντων και την επιστολή των δικηγόρων τους (Τεκμήριο 8), οι Εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το υπόλοιπο και δια μέσω των δικών τους δικηγόρων προέβαλαν την εκδοχή τους αναφορικά με τα γεγονότα (Τεκμήριο 9). Ένεκα πληρωμής στην οποία προέβηκαν οι Εναγόμενοι προς την Ενάγουσα μετά την καταχώριση της Αγωγής, η απαίτηση περιορίστηκε εις το σημερινό υπόλοιπο το οποίο ανέρχεται στα €7,830.
- ΙΙ. Μ.Υ. 1 - ΧΧΧ Θεοδώρου
- Ο Μ.Υ. 2 κατέθεσε ενόρκως και επανέλαβε ότι οι όροι συνεργασίας των Εναγόμενων με τους Ενάγοντες ήταν όπως οι πληρωμές για παραδοθείσες παραγγελείες προϊόντων θα γίνονταν με πίστωση 2 με 3 μηνών. Οι Εναγόμενοι εξέδωσαν μεταχρονολογημένες επιταγές ύψους €12,380.00 προκειμένου οι Ενάγοντες να τους παρέδιδαν προϊόντα που είχαν παραγγείλει. Οι Ενάγοντες υπαναχώρησαν αναφέροντας στους Εναγόμενους ότι θα έπρεπε να τακτοποιηθεί η οφειλή προτού παραδοθεί η παραγγελεία, αφήνοντας τους Εναγόμενους χωρίς εμπόρευμα. Λόγω τούτου οι Εναγόμενοι ανακάλεσαν τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η ζημιά που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν οι Εναγόμενοι λόγω της παράβασης των υποχρεώσεων των Εναγόντων ανέρχεται εις το ποσό των €45,000 το οποίο και ανταπαιτούν ως απώλεια εισοδημάτων. Γ. Αγορεύσεις
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους στο Δικαστήριο. Από τη μιά πλευρά, η συνήγορος των Εναγόντων υποστηρίζει ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία συνάδει με την εκδοχή που προβλήθηκε από τους Ενάγοντες αλλά και αναιρεί τις θέσεις των Εναγόμενων, όπως διαφάνηκαν μέσα από την αντεξέταση του Μ.Υ.
- Προχωρά, με αναφορά σε νομολογία, και ισχυρίζεται ότι η πλευρά των Εναγόμενων δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που της αναλογεί για να δικαιούται στην Ανταπαίτηση.
- Από την άλλη, με πιο σύντομη γραπτή αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων, υποστήριξε ότι η προφορική συμφωνία, όπως την ονόμασε, μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων δεν τηρήθηκε από τους πρώτους, αφενός αναγκάζοντας τους δεύτερους να ανακαλέσουν τις εκδοθείσες επιταγές και αφετέρου προκαλώντας σε αυτούς ζημιά, μια και τους άφησαν χωρίς εμπόρευμα. Δ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας και ευρήματα Ι. Αξιολόγηση Μαρτυρίας
- Κατά τη ζωντανή ενώπιον μου διαδικασία είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν. Οι αρχές, βάσει των οποίων εξετάζω την αξιοπιστία των μαρτύρων και αξιολογώ αυτή, αλλά και τον τρόπο κατά τον οποίο η εξέταση τούτη αιτιολογείται δικαστικά, είναι καλά καθιερωμένες μέσα από πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδική αναφορά γίνεται εν προκειμένω στην απόφαση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε τη σπουδαιότητα της εντύπωσης που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, η οποία αξιολογείται μέσα από σειρά διαπιστώσεων όπως «η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει [...]». Αναφέρομαι επίσης και στην επί του θέματος της αποδοχής μαρτυρίας νομολογία που αφορά τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί μέρος ή όλη τη μαρτυρία ενός μάρτυρα (βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454), νοουμένου ότι η επιλογή του Δικαστηρίου αιτιολογείται (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επιπρόσθετα, όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης ν. Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1056 και επιβεβαιώθηκε στην Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa (ανωτέρω), «είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων», ενισχύοντας την καλά καθιερωμένη αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με την απομόνωση δηλαδή των λεγόμενων των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας. Προχωρώ λοιπόν στην αξιολόγηση έχοντας τα ανωτέρω κατά νούν.
- Ως θα αναμένετο, η αντεξέταση της Μ.Ε. 1 ήτο εκτεταμένη. Κύριο ζήτημα που τέθηκε από την πλευρά των Εναγόμενων ήταν η κατ' ισχυρισμό δικαιολογημένη μη τίμηση των εκδομένων μεταχρονολογημένων επιταγών και ο τερματισμός ουσιαστικά της συνεργασίας από πλευράς των Εναγόμενων λόγω της κατ' ισχυρισμό μη τήρησης των όρων της από πλευράς των Εναγόντων, την οποία οι Εναγόμενοι χαρακτήρισαν ως υπαναχώρηση. Τούτο συνίστατο, κατά το συνήγορο των Εναγόμενων, στο ότι οι Εναγόμενοι εξέδωσαν επιταγές προκειμένου να παραδοθεί συγκεκριμένη παραγγελεία προϊόντων προς τους πελάτες του από τους Ενάγοντες ως η συμφωνία των δύο. Πέραν τούτου ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων υπέβαλε στη Μ.Ε.1 τη θέση ότι, ο λόγος που η κατάσταση λογαριασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 18 της Γραπτής της Δήλωσης δεν είναι ενημερωμένη με πρόσφατη ημερομηνία, είναι επειδή έγιναν κι άλλες πληρωμές έναντι του οφειλόμενου ποσού και η κατάσταση λογαριασμού δεν έδινε ξεκάθαρη εικόνα αναφορικά με τα εκκρεμή οφειλόμενα ποσά που ισχυρίστηκε η μάρτυρας. Η θέση της Μ.Ε.1 επί των σημείων ήταν ότι οι επιταγές αφορούσαν παραγγελείες προϊόντων που είχαν ήδη παραδοθεί και ότι ουσιαστικά η πληρωμή του υπολοίπου ήταν προϋπόθεση για να προχωρήσουν οι Ενάγοντες σε «δειγμάτιση», όπως την περιέγραψε, προς τους Εναγόμενους, νέων προϊόντων. Η ίδια η μάρτυρας ανέφερε ότι το οφειλόμενο ποσό στην κατάσταση είναι ξεκάθαρο, αλλά ανέφερε ότι αν έγιναν κι άλλες πληρωμές θα έπρεπε να το δεί. Στην ερώτηση του συνηγόρου των Εναγόμενων εάν γνώριζε το λόγο που υπογράφηκαν οι επίδικες επιταγές η Μ.Ε.1 απάντησε ότι θεωρεί ότι τούτο έγινε για να προχωρήσει η παραγγελεία, που όπως αντιλαμβάνομαι αναφερόταν σε παραγγελεία των Εναγόμενων από τους Ενάγοντες. Στη συνέχεια των ερωτήσεων η μάρτυρας διευκρίνισε ότι οι επιταγές αφορούσαν ήδη παραδοθέντα προϊόντα και οι επιταγές εκδόθηκαν προκειμένου οι Εναγόμενες να συμπεριληφθούν στους συνεργάτες των Εναγόντων στους οποίους θα γινόταν δειγμάτιση για μεταγενέστερη τοποθέτηση παραγγελειών. Στην υποβολή του συνηγόρου των Εναγόμενων ότι οι Ενάγοντες με «ύπουλο τρόπο», ως η αναφορά του, απέσπασαν τις επιταγές από τους Εναγόμενους και κατόπιν αθέτησαν την υποχρέωσή τους να παραδώσει προϊόντα στους Ενάγοντες, η Μ.Ε.1 ήτο κάθετη και ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν έγινε αυτό και ότι οι Ενάγοντες αυτό που επιζητούσαν ήταν εξόφληση των οφειλομένων ποσων. Η θέση της Μ.Ε.1 αναφορικά με την ανταπαίτηση των Εναγόμενων η οποία, κατά το συνήγορο των τελευταίων, εδράζεται στο γεγονός της μη παράδοσης προϊόντων και της κατά συνέπεια πρόκλησης απώλειας εισοδήματος ύψους €45,000 που θα είχαν οι Εναγόμενοι, ήταν ότι η ίδια δεν μπορεί να γνωρίζει.
- Η αντεξέταση του Μ.Υ.1 από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων ήταν συντομότερη. Υπέβαλε στον Μ.Υ.1 τις θέσεις των πελατών της, ότι δηλαδή, οι επιταγές αφορούσαν προϊόντα που ήδη παραδόθηκαν από εκείνους στους Εναγόμενους, ότι τα προϊόντα ήταν εκείνα που φαίνονται στο Τεκμήριο 3, ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι πίστωσης από πλευράς των Εναγόμενων, ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν από πλευράς των Εναγόμενων λόγω της απόφασης των Εναγόντων να μην τους καλέσουν σε δειγμάτιση, ότι μετά την έγερση της αγωγής πληρώθηκε από τους Εναγόμενους το ποσό των €3,000 προς τους Ενάγοντες και ότι το υπόλοιπο είναι το ποσό προκύπτει από την αφαίρεση των €3,000 από το ποσό της απαίτησης. Τα μόνα σημεία διαφωνίας που καταγράφηκαν κατά την αντεξέτασή του Μ.Υ.1 ήταν ως προς το ποιο εκ των δύο μερών, γενικά, δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας συνεργασίας, ότι το ποσό των €45,000 δεν ήτο αυθαίρετο και ότι οι Εναγόμενοι δεν καθυστερούσαν στις πληρωμές, ως οι αντίστοιχες υποβολές της συνηγόρου των Εναγόντων. Κατά την επανεξέτασή του ο Μ.Υ.1 επανέλαβε ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν λόγω της απόφασης των Εναγόντων να μην καλέσουν τους Εναγόμενους σε δειγμάτιση, προσθέτοντας ότι οι Ενάγοντες απαίτησαν και προπληρωμή και ότι το ποσό των €45,000, που οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν, υπολογίστηκε στη βάση του ποσοστού έκπτωσης που λάμβαναν από τους Ενάγοντες για τα προϊόντα μάρκας Adidas και διαφόρων εξόδων που οι Εναγόμενοι είχε για τη διατήρηση του καταστήματός της.
- Αξιολογώντας την Μ.Ε.1, αυτή γενικά άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις με φυσικότητα και διόλου επητειδευμένα. Τούτο απεκόμισα γενικά, αλλά και ειδικότερα όταν η μάρτυρας παρουσίασε κάποια, φυσική κρίνω, σύγχυση όσων αφορά την κατάσταση λογαριασμού που προσκόμισε ως Τεκμήριο, αναφέροντας ότι δεν ήταν βέβαιη αν έγιναν άλλες πληρωμές εκτός από το ποσό των €3,000, που καταβλήθηκαν μετά την έγερση της Αγωγής, ως η θέση της. Επιδεικνύοντας την ίδια διάχυτη ειλικρινή διάθεση, η μάρτυρας δεν άδραξε την ευκαιρία να εκφράσει αμέσως διαφωνία κατά την υποβολή του συνηγόρου των Εναγόμενων ότι οι πελάτες του υπέστηκαν ζημιά ύψους €45,000 ως απόρροια της παράβασης της σύμβασης από μέρους των Εναγόντων. Αυθόρμητα, θεωρώ, η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει. Εν όψει των πιο πάνω και έχοντας σφαιρικά κρίνει την συμπεριφορά της Μ.Ε.1 στο εδώλιο, κρίνω αυτή αξίοπιστη και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολό της.
- Δεν αποκόμισα παρόμοια εντύπωση από τον Μ.Υ.1, μια και παρά την αμεσότητα και φυσικότητα με την οποία απαντούσε, αρνητική εντύπωση προκάλεσε η διάσταση σε καίρια σημεία της μαρτυρίας του τόσο από τη δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων όσο και από τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συνολική αποτίμηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως συγκεχυμένη και εν μέρει αυτοαναιρετική. Η αποδοχή από το μάρτυρα των πλείστων εκ των όσων η δικηγόρος των Εναγόντων του υπέβαλε και καταγράφονται με περισσότερη λεπτομέρεια πιο πάνω σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 (επιστολή υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον Μ.Υ.1), αντιφάσκουν με την πιο κρίσιμη θέση της πλευράς του, δηλαδή το λόγο που επικαλείται ως την αιτία για τη μη εξόφληση του υπολοίπου το οποίο ο ίδιος ρητά παραδέχθηκε. Και εξηγώ:
- Θέση των Εναγόμενων στην παράγραφο 3.γ) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ήταν ότι το κλονιστικό στη σχέση των διαδίκων γεγονός ήταν η απαίτηση από πλευράς των Εναγόντων για προπληρωμή ολόκληρου ποσού παραγγελείας προϊόντων που τοποθέτησαν οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση της συνήθους πρακτικής ή και συμφωνίας μεταξύ τους. Η θέση αυτή καταγράφεται και στο Έγγραφο Β (παράγραφοι 5 και 6). Κατά την αντεξέτασή του Μ.Υ.1 καταγράφηκε η εξής στιχομυθία, η οποία καταδεικνύει και το συγκεχυμένο της θέσης των Εναγόμενων: Δικηγόρος Εναγόντων: Οι επιταγές που εδώσατε στην Ενάγουσα Τεκμήρια 6 και 7 να σας τα δείξω να θυμηθείτε. [ο μάρτυρας βλέπει τα Τεκμήρια 6 και 7] Δικηγόρος Ενάγοντων: Δόθηκαν για να εξοφλήσουν προϊόντα τα οποία ήδη είχετε παραλάβει από την Ενάγουσα; Μ.Υ.1: Μάλιστα. Δικηγόρος Εναγόντων: Και για τα προϊόντα αυτά που παραλάβετε εκδόθηκαν αντίστοιχα τιμολόγια. Σωστά; Μ.Υ.1: Μάλιστα. Δικηγόρος Εναγόντων: Και είναι τα τιμολόγια που παρουσιάσαμε την προηγούμενη φορά; Θυμάστε; Είναι το Τεκμήριο 3; [Επιδεικνύεται στο μάρτυρα το Τεκμήριο 3] Μ.Υ.1: Ναι. Δικηγόρος Εναγόντων: Τα τιμολόγια στο Τεκμήριο 3 για το οποίο έγινε πληρωμή με τις επιταγές αφορά προϊόντα του Γεννάρη του 10 μέχρι Μάρτιο του
- Σωστά; Μ.Υ.1: Ναι. [...] Και στη συνέχεια αναφέρει: Δικηγόρος Εναγόντων: Για ποιο λόγο τις ανακαλέσατε αφού δόθηκαν οι επιταγές για προϊοντα τα οποία ήδη ειχατε παραλάβει; Μ.Υ.1: Εννοείται εγώ τις σταμάτησα; Δικηγόρος Εναγόντων: Μάλιστα. Μ.Υ.1: Για το λόγο ότι έκαμα μια συμφωνία με την Adidas να μου παραδίδουν τα επόμενα εμπορεύματα και να τους βγάλλω τις επιταγές για το λόγο ότι έλεγαν ότι είμαι κακοπληρωτής. Δικηγόρος Εναγόντων: Έγινε συμφωνία; Μ.Υ.1: Ναι. Δικηγόρος Εναγόντων: Με ποιον έγινε η συμφωνία; Μ.Υ.1: Προφορική με τον κ.XXX. Δικηγόρος Εναγόντων: Και εσείς ενημερώσατε γραπτώς την εταιρεία στη δήλωσή σας ότι σταματάτε τις επιταγές επειδή δεν σας παραδόθηκαν τα προϊόντα. Μ.Υ.1: Ναι. Δικηγόρος Εναγόντων: Όμως η επιστολή σας κ. Μάρτυς λέει κάτι άλλο. Τεκμήριο
- [ο μάρτυρας διαβάζει το τεκμήριο 5] Μ.Υ.1: Μάλιστα. Δικηγόρος Εναγόντων: Αυτό είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που ισχυριστήκατε πριν. Μ.Υ.1: Όχι καμία σχέση. Αν ξέρετε αυτό είναι το επόμενο εξάμηνο. Αν ξέρετε δειγματιζόμαστε ένα χρόνο πριν. Η δειγμάτιση που έγινε ήδη η πρώτη που δεν μου παρέδωσε είναι για την επόμενη δειγμάτιση. Η συμφωνία που κάναμε για τις επιταγές ήταν για την επόμενη που ήταν τον Αύγουστο. [...] Και πιο κάτω: Δικηγόρος Εναγόντων: Μετά την αγωγή κ. Μάρτυς καταβάλατε ποσό €3,
- Σωστά; Μ.Υ.1: Ναι. Δικηγόρος Εναγόντων: Οπόταν με αυτό τον τρόπο δέχεστε ότι οφείλετε το ποσό που αξιεί η Ενάγουσα ύψους σήμερα €7,830.98; Μ.Υ.1: Μάλιστα.
- Ως προκύπτει, τόσο η δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων περί ανάκλησης των εκδομένων επιταγών λόγω της υπό των Εναγόντων αθέτησης του όρου της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που αφορούσε στην παραχώρηση χρόνου πίστωσης όσο και η θέση του ίδιου του μάρτυρα ως κατατέθηκε στο Έγγραφο Β, προσκρούουν στις πιο πάνω δηλώσεις του. Ισχυρισμός της Υπεράσπισης ήτο, τουλάχιστον αρχικά, ότι οι Ενάγοντες αθέτησαν υπόσχεσή τους να παραδώσουν συγκεκριμένη παραγγελεία, ενώ προηγουμένως έθεσαν την έκδοση επιταγών ως όρο για την παράδοση αυτή. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 αποκαλύφθηκε, ως συνάδουσα θέση και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, ότι η μη πρόσκληση σε δειγμάτιση ήταν ο πραγματικός λόγος για την ανάκληση επιταγών οι οποίες αφορούσαν, ως έγινε παραδεχτό από τον Μ.Υ.1, καθυστερημένες οφειλές για προϊόντα που ήδη παραδόθηκαν στους Εναγόμενους. Επισημαίνεται εδώ ότι ο ισχυρισμός των Εναγόμενων περί μη παράδοσης συγκεκριμένης παραγγελίας παρέμεινε μετέωρος καθότι δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε προς επίρρωση του. Ούτε ο Μ.Υ.1 προσπάθησε έστω και προφορικά να αναλύσει από τι αποτελούνταν η παραγγελία αυτή και την αξία της. Απόλυτα λογικό θα ήταν, εάν είχε τοποθετηθεί τέτοια παραγγελία, η οποία με βάση την περιγραφείσα πρακτική μεταξύ των μερών δια στόματος του ίδιου Μ.Υ.1 αφορούσε παραγγελία εξαμήνου, αυτή μπορούσε να παρουσιαστεί με οποιοδήποτε τρόπο στο Δικαστήριο. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 ότι έγινε προφορική συμφωνία με κάποιο «Φίλιο» η οποία προέβλεπε ότι οι επιταγές που θα παραδίδονταν από τους Εναγόμενους προς του Ενάγοντες, εκτός για να εξοφλήσουν ήδη παραδοθέντα προϊόντα, αλλά και ως αντιπαροχή για να κληθούν οι Εναγόμενοι σε δειγμάτιση, αυτός παρέμεινε, μοιραία, ομοίως μετέωρος. Σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο που παρουσιάζεται ως να ήτο αντιπρόσωπος των Εναγόντων και να δέσμευσε αυτούς στην κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Προσθέτω ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενων ότι αποτελούσε υποχρέωση των Εναγόντων να καλέσουν τους Εναγόμενους σε δειγμάτιση για νέα προϊόντα.
- Ως προχωρώ αμέσως να εξηγήσω, δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία του Μ.Υ.1 όσων αφορά την Ανταπαίτηση των Εναγόμενων. Η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 επί της Ανταπαιτήσεως περιορίστηκε στις αναφορές που καταγράφονται ανωτέρω. Προκειμένου να επεξηγήσω το σκεπτικό μου, τις επανλαμβάνω συνοπτικά: Με τον αποκλεισμό των Εναγόμενων από τη δειγμάτιση για νέα προϊόντα ή εν πάση περιπτώσει με την άρνηση των Εναγόντων να παραδώσουν τα παραγγελθέντα προϊόντα (ως ο αρχικός ισχυρισμός των Εναγόμενων) και βάσει των εκπτώσεων που η Εναγόμενη λάμβανε κατά την συνεργασία της με την Ενάγουσα, η απώλεια κέρδους της Εναγόμενης υπολογίστηκε από λογιστή της σε €45,
- Τούτη ήτο και η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε επί του σημείου. Ούτε το ύψος της έκπτωσης, ούτε το μέγεθος της κατ' ισχυρισμό μη εκτελεσθείσας παραγγελείας αλλά ούτε και ο τρόπος υπολογισμού του λογιστή προσφέρθηκαν ως μαρτυρία στο Δικαστήριο. Εν τη απουσία οποιασδήποτε ενίσχυσης του ισχυρισμού του Μ.Υ.1, αυτός θεωρώ παρέμεινε μετέωρος και το απαιτούμενο ποσό, αυθαίρετο. Επιπρόσθετα το πραγματικό υπόβαθρο που οι Εναγόμενοι έθεσαν για την κατ' ισχυρισμό πρόκληση ζημιάς από τους Ενάγοντες, συνδέεται απόλυτα με την κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγόντων, θέση που ομοίως δεν απεδείχθη, μια και, ως αναφέρω ανωτέρω, δεν απεδείχθη η ύπαρξη συμφωνίας ή όρων που να θέτουν αντίστοιχες υποχρεώσεις στους Ενάγοντες. ΙΙ. Ευρήματα
- Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει συνολικά την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία σε συνδυασμό με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τις θέσεις που προωθήθηκαν από τους δικηγόρους τους και τις αγορεύσεις των τελευταίων, προχωρώ να καταγράψω τα ευρήματά μου και πως με αυτά επιλύονται τα επίδικα ζητήματα ενόψει της νομικής πτυχής που εφαρμόζεται.
- Αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι: α) Μεταξύ των ετών 2007 και 2010, οι διάδικοι διατηρούσαν εμπορική συνεργασία βάσει της οποίας οι Ενάγοντες προμήθευαν, κατόπιν παραγγελίας, τους Εναγόμενους με αθλητικά είδη, τα οποία οι δεύτεροι διέθεταν προς πώληση στο κατάστημά τους. β) Για τις παραγγελίες που παραδίδονταν, οι Ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια και δινόταν πίστωση χρόνου προς τους Εναγόμενους για να τα εξοφλήσουν. Η πίστωση χρόνου κυμαινόταν μεταξύ 30 και 90 ημερών. Στη βάση τούτη, οι Ενάγοντες διατηρούσαν επ' ονόματι των Εναγόμενων κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταγράφονταν οι σχετικές χρεώσεις και πιστώσεις. γ) Οι Εναγόμενοι εξέδιδαν μεταχρονολογημένες επιταγές και παρέδιδαν αυτές στους Ενάγοντες με τις οποίες εξοφλούσαν τα παραδοθέντα προϊόντα. δ) Κατά τον επίδικο χρόνο, οι Ενάγοντες παρέδωσαν συγκεκριμένες παραγγελίες προϊόντων στους Εναγόμενους, οι οποίες εκτελέστηκαν μεταξύ του Ιανουαρίου και του Μαρτίου του έτους 2010 και εξέδωσαν αντιστοίχως 18 τιμολόγια στο συνολικό ποσό των €12,380.
- Οι Εναγόμενοι καθυστέρησαν να τα εξοφλήσουν κατά παράβαση των όρων συνεργασίας και συμφωνίας των διαδίκων. ε) Οι Ενάγοντες απαίτησαν πληρωμή των καθυστερημένων οφειλών και οι Εναγόμενοι εξέδωσαν αντίστοιχες επιταγές που κάλυπταν το απαιτούμενο ποσό. ζ) Οι Ενάγοντες δεν κάλεσαν τους Εναγόμενους σε δειγμάτιση νέων προϊόντων εν αναμονή της εξόφλησης των ήδη καθυστερημένων οφειλών και στις 05/08/2010 απέστειλαν επιστολή στους Ενάγοντες αναφέροντας ότι η μη πρόσκλησή τους σε δειγμάτιση αποτελούσε παράβαση της συνεργασίας τους και προχώρησαν σε ανάκληση των εκδομένων επιταγών, πλην της πρώτης επιταγής που πληρώθηκε όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα στην οποία εκδόθηκε. θ) Ως αποτέλεσμα της μη πληρωμής των λοιπών τιμολογίων, το υπόλοιπο που οι Εναγόμενοι όφειλαν στους Ενάγοντες μέχρι και το χρόνο που απεστάλη από τους δικηγόρους τους επιστολή προς τους Εναγόμενους, δηλαδή στις 04/04/2011, ανερχόταν εις το ποσό των €10,830.
- ι) Μετά την έγερση της Αγωγής οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες το ποσό των €3,000 και το υπόλοιπο που οι Ενάγοντες διεκδικούν σήμερα και παραμένει απλήρωτο ανέρχεται στο ποσό των €7,830.
- Ε. Νομική πτυχή και βάρος απόδειξης
- Στο Άρθρο 10.-
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, συμβάσεις ορίζονται ως: «[...] όλες οι συμφωνίες, οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες˙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών». 23. Στην υπόθεση Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)- Β. ΑΑΔ 962, το Εφετείο αποδέχθηκε την ανάλυση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο αναφερόμενο στα συγγράμματα Chitty on Contracts, 24η έκδοση, σελίδα 739 και Phipson on Evidence 12η έκδοση. σελίδα 1878 αναγνώρισε ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία. Δεν μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας για την αγοραπωλησία προϊόντων, εκτός αν αυτό είναι το συμπέρασμα που εξάγεται αφού συνεκτιμηθούν τα τιμολόγια στο σύνολο της μαρτυρίας.
- Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Προηγουμένως στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 το Εφετείο ανέφερε: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not)».
- Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει.
- Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689).
- Αναφορικά με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, η καλά καθιερωμένη αρχή, όπως διατυπώθηκε με αντίστοιχες αναφορές σε αυθεντίες στην Πολιτική Έφεση 217/2008, Ιωάννης Παπά ν D. Stavrinos Constructions Ltd., απόφαση ημερομηνίας 21/2/2017, είναι ότι τα δικόγραφα καθορίζουν και το πλαίσιο της δίκης. Τυχόν διάσταση της μαρτυρίας με αυτά ενδεχομένως να επηρεάζουν και την αξιοπιστία του μάρτυρα. Ζ. Κατάληξη
- Στην προκείμενη περίπτωση, η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων είναι παραδεχτή. Εν τέλη, ομοίως παραδεχτά έγιναν και η περίοδος πίστωσης που δινόταν βάσει των όρων της συνεργασίας, αλλά και το οφειλόμενο ποσό που εκκρεμεί προς πληρωμή από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες.
- Απέμεινε για το Δικαστήριο να αποφασίσει, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, το κατά πόσο ήταν οι Ενάγοντες διέρρηξαν τους όρους της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, κατά πόσο δικαίως οι Εναγόμενοι ανακάλεσαν τις εκδοθείσες επιταγές και κατά πόσο η συμπεριφορά και ενέργειες των Εναγόντων προκάλεσαν ζημιά στους Εναγόμενους.
- Βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας, των ευρημάτων του Δικαστηρίου και εν όψει των νομικών αρχών που διέπουν τα ζητήματα, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων απέδειξαν ότι παρέδωσαν στους Εναγόμενους τα προϊόντα ως αυτά καταγράφονται στα επίδικα τιμολόγια και οι Εναγόμενοι καθυστέρησαν να αποπληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά παραβιάζοντας τους όρους συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι, από τη στιγμή που πέραν της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 δεν προσκόμισαν οτιδήποτε αξιόπιστο ή πειστικό προς τούτο, απέτυχαν να αποδείξουν τους δικούς τους ισχυρισμούς ότι οι Ενάγοντες αφενός υποσχέθηκαν να παραδώσουν παραγγελία προϊόντων έναντι των επιταγών που εκδόθηκαν αλλά και ότι αποτελούσε υποχρέωση των Εναγόντων να τους καλέσουν σε δειγμάτιση νέων προϊόντων και αφετέρου ότι με την αθέτηση της υπόσχεσης αυτής οι Εναγόμενοι δικαίως αρνήθηκαν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα προς τους Ενάγοντες ποσά και κατ' επέκταση υπέστηκαν και ζημιά υπό τη μορφή διαφυγόντος κέρδους.
- Εν όψει όλων των ανωτέρω αποδέχομαι την εκδοχή των Εναγόντων ότι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων αυτοί παρέδωσαν τα προϊόντα που αναγράφονται στα επίδικα τιμολόγια στους Εναγόμενους και ότι αυτά ορθά αναγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι επίσης ότι κατόπιν της πληρωμής του ποσού των €3000 μετά την έγερση της Αγωγής, το υπόλοιπο που οι Εναγόμενοι οφείλουν προς του Ενάγοντες είναι το ποσό των €7,830.
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η απαίτηση επιτυγχάνει. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται.
- Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων για το ποσό των €7,830.
- Σε σχέση με τον τόκο που οι Ενάγοντες απαιτούν από δύο διαφορετικές ημερομηνίες (Παρακλητικά Δ. και Ε. του Κλητηρίου Εντάλματος), κρίνω ότι, εν όψει του γεγονότος ότι αφενός στα επίδικα τιμολόγια (Τεκμήριο 3) αναφέρεται γενικά ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης τους σύμφωνα με τους «όρους πληρωμών» αυτά θα έφεραν νόμιμο τόκο («Invoices not settled as per agreed payments terms are subject to interest at the current legal rate») και αφετέρου στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4) δεν χρεωνόταν οποιοσδήποτε τόκος επί των καθυστερημένων οφειλών, νόμιμος τόκος επί του πιο πάνω ποσού δέον να επιδικαστεί και επιδικάζεται από την ημέρα έγερσης της Αγωγής, δηλαδή από τις 31/01/2014, μέχρι εξοφλήσεως.
- Τέλος, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο να αποκλίνω από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν του αποτέλεσμα, και επιδικάζω αυτά υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εν όψει της συνεκδίκασης της Ανταπαίτησης με την Απαίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε ξεχωριστή διαταγή για τα έξοδα που την αφορούν. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο