← Κύπρος

DELOITTE LIMITED ν. Καριτζή κ.α., Αρ. Αγωγής: 1848/13, 4/2/2022

DELOITTE LIMITED ν. Καριτζή κ.α., Αρ. Αγωγής: 1848/13, 4/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1848/13 Μεταξύ: DELOITTE LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγοντες και ΧΧΧΧ Μαυρονύχη (Α.Τ. ΧΧΧΧΧ), από τη ΧΧΧΧΧ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας ΧΧΧΧ Χαράκη Εναγόμενο Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 18/05/2018 Μεταξύ: DELOITTE LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγοντες και ΧΧΧΧ Καριτζή και ΧΧΧΧ Πρωτοπαπά υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας ΧΧΧΧ Χαράκη Εναγόμενους ------------------------------- Ημερομηνία: 04.02.22 Για Ενάγουσα: κ. Α. Γιωρκάτζης Για Εναγόμενη: κ. Μ. Καραΐσκος Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €9.898 πλέον Φ.Π.Α για υπηρεσίες που παρείχε στην Εναγόμενη. Σύμφωνα, με το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ο συνεταιρισμός DELOITTE & TOUCHE, του οποίου τις εργασίες ανέλαβε η Ενάγουσα, παρείχε κατά την περίοδο 2002 - 2005 υπηρεσίες στη διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης ΧΧΧΧ Χαράκη δυνάμει εντολής και/ή οδηγιών και/ή συμφωνίας για παροχή υπηρεσιών με τον τότε διαχειριστή της περιουσίας της, ήτοι τον ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧ (στο εξής «Κ.Κ.»). Ως αποτέλεσμα των υπηρεσιών που παρείχε η Ενάγουσα επιτεύχθηκε με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων συμφωνία, η οποία ήταν επωφελής για τη διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι για τις επίδικες υπηρεσίες συμφωνήθηκε με τον Κ.Κ. όπως καταβληθεί στην Ενάγουσα το ποσό των €9.898 πλέον Φ.Π.Α. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της Ενάγουσας προς είσπραξη του προαναφερόμενου ποσού, αυτό εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλεται. Η Εναγόμενη με το τροποποιημένο δικόγραφο Υπεράσπισης εγείρει σωρεία προδικαστικών ενστάσεων. Ειδικότερα ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν τεκμηριώνεται η ταυτότητα της Ενάγουσας και η νομιμοποίηση της στην έγερση της παρούσας αγωγής και δεν στοιχειοθετείται η κατά τόπο αρμοδιότητα του Ε.Δ. Λεμεσού. Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται αιτία και/ή βάση αγωγής, δεν δίδονται λεπτομέρειες βασικών στοιχείων της ισχυριζόμενης συμφωνίας και σε κάθε περίπτωση η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Πέραν των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, η Εναγόμενη αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Ενάγουσα, με εξαίρεση τον διορισμό των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος ως διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης. Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι υπήρξε συνεργασία και/ή συνωμοσία διαφόρων προσώπων με σκοπό την απόσπαση περιουσίας της αποβιωσάσης προς όφελος ενός εκ των κληρονόμων. Επιπρόσθετα, αρνείται ότι επιτεύχθηκε συμφωνία με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και/ή ότι αυτή ήταν επωφελής για την περιουσία της αποβιωσάσης. Σημειώνεται, ότι το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση διέταξε κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του ημερ.17.02.15 την παροχή περισσοτέρων και καλύτερων λεπτομερειών από την Ενάγουσα σε σχέση με τα ακόλουθα δύο ζητήματα: «Α. Αναφορικά με την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης, λεπτομέρειες της ημερομηνίας ανάληψης εργασιών του συνεταιρισμού Deloitte & Touche από τους Ενάγοντες. Β. Αναφορικά με την παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης, λεπτομέρειες με τις οποίες να διευκρινίζεται (α) κατά πόσο η συμφωνία αμοιβής των Εναγόντων ήταν προφορική ή γραπτή και (β) η ημερομηνία της.» Η Ενάγουσα έδωσε, αντίστοιχα, τις κάτωθι λεπτομέρειες στις 30.03.15: «Α. Οι Ενάγοντες ανέλαβαν τις εργασίες του συνεταιρισμού Deloitte & Touche την 1η Ιουλίου 2005. Οι Ενάγοντες αρχικά ονομάζονταν Deloitte & Touche Limited οι οποίοι μετονομάστηκαν την 14/01/2009 σε Deloitte Limited. Β. Η συμφωνία συνάγεται από το περιεχόμενο των Ενδιάμεσων Λογαριασμών ημερομηνίας 31/05/2006 που ετοιμάστηκαν από τον τότε διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης ΧΧΧΧΧ Χαράκη Κ.Κ. που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης 297/2001 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.» Η Εναγόμενη δεν προώθησε τις προδικαστικές ενστάσεις που ήγειρε μέσω του δικογράφου της. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη, καθώς προσφέρθηκε μαρτυρία μόνο από έναν μάρτυρα για λογαριασμό της Ενάγουσας, ενώ η Εναγόμενη δεν πρόσφερε μαρτυρία. Με την ολοκλήρωση της ακρόασης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν στις τελικές τους αγορεύσεις. Το περιεχόμενο τους μελετήθηκε και λήφθηκε υπόψη στο σύνολο του. Μαρτυρία Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.

(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Μ.Ε.1 είναι εκ των διευθυντών της Ενάγουσας. Κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
  1. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι ο συνεταιρισμός DELOITTE & TOUCHE συστάθηκε στην Κύπρο στις 13.10.88 και από την 01.07.05 όλες οι δραστηριότητες του μεταφέρθηκαν στην εταιρεία DELOITTE & TOUCHE LIMITED, η οποία τον Ιανουάριο του 2009 μετονομάστηκε σε DELOITTE LIMITED. Ο τότε διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης, Κ.Κ., ανέθεσε στον συνεταιρισμό τον χειρισμό φορολογικών ζητημάτων που προέκυψαν σε σχέση με την περιουσία της αποβιωσάσης. Συγκεκριμένα, η αποβιώσασα, πριν τον θάνατο της, πώλησε σημαντικό μέρος της ακίνητης περιουσίας της. Οι φορολογικές αρχές θεώρησαν ότι οι πιο πάνω πωλήσεις, καθιστούσαν την αποβιώσασα έμπορο γης, με αποτέλεσμα να αξιώνουν την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ανερχόταν με τους τόκους και τις επιβαρύνσεις στο ποσό των Λ.Κ.335.
  2. Χειρίστηκε ο ίδιος το προαναφερόμενο ζήτημα, καθώς ειδικεύεται σε φορολογικά θέματα και διαθέτει μεγάλη πείρα. Συμφώνησε με τον Κ.Κ. την αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα παρείχε και κατά την περίοδο 2002 - 2005 ετοίμασε και παρέδωσε στη διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης φορολογικές συμβουλές σε σχέση με τις φορολογικές της υποχρεώσεις. Ως αποτέλεσμα των υπηρεσιών και των διαπραγματεύσεων με αρμόδιους λειτουργούς του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, επιτεύχθηκε επωφελής για τη διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης συμφωνία, καθώς η υπόθεση διευθετήθηκε με την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.150.
  3. Καθ' όλη την επίδικη περίοδο κρατούσε ενήμερο τον Κ.Κ. και τον εκπρόσωπο του, ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ (στο εξής «Δ.Κ.»), με τον οποίο είχε και αριθμό συναντήσεων. Περαιτέρω, με τον Κ.Κ. αντάλλαξαν και ηλεκτρονικά μηνύματα (Τεκμήριο 3). Για τις παραχωρηθείσες υπηρεσίες έκδωσε τρία τιμολόγια (Τεκμήρια 4 - 6) για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.5.442,50 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η χρέωση έγινε στη βάση του χρόνου ενασχόλησης του με την υπόθεση, ως προνοούσε η σχετική συμφωνία. Παρά το ότι ο Κ.Κ. αποδέχθηκε τις χρεώσεις ως εύλογες και δικαιολογημένες, το ποσό παραμένει μέχρι και σήμερα οφειλόμενο. Απευθύνθηκε και στον νέο διαχειριστή, ο οποίος αντικατέστησε τον Κ.Κ., ζητώντας την εξόφληση, χωρίς και πάλι αποτέλεσμα. Μάλιστα, ετοίμασε και απέστειλε σχετική επιστολή ημερ.20.02.13 (Τεκμήριο 7) . Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι έλαβε οδηγίες για να ασχοληθεί με την υπόθεση από τον ΧΧΧΧ Ιωαννίδη, ο οποίος ήταν ο ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ του συνεταιρισμού DELOITTE & TOUCHE και σύζυγος της μίας εκ των δύο κληρονόμων της αποβιωσάσης. Στην υποβληθείσα θέση, ότι ο Κ.Κ. ουδεμία επαφή είχε μαζί του, ούτε και του ζήτησε την προσφορά υπηρεσιών, απάντησε ότι τις οδηγίες τις έλαβε από τον Δ.Κ., ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος του Κ.Κ. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν υπογράφηκε οποιαδήποτε συμφωνία για τις υπηρεσίες, ούτε και για την αμοιβή. Κατά τον επίδικο χρόνο, οι συμφωνίες γίνονταν προφορικά και δεν υπήρχε η τακτική της υπογραφής "engagement letter". Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι δεν δικαιούται να αξιώνει από τη διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού, λέγοντας ότι οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν φέρνοντας μάλιστα επωφελές αποτέλεσμα για τη διαχείριση. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι η χρέωση έγινε στη βάση των όσων συμφωνήθηκαν με τον τότε διαχειριστή. Σε διευκρινιστική ερώτηση του κ. Καραΐσκου, απάντησε ότι η αμοιβή συμφωνήθηκε με τον Δ.Κ. Τέλος, ανέφερε ότι ο πελάτης προς τον οποίο παρέχονται υπηρεσίες δεν υπογράφει οποιοδήποτε έντυπο σε σχέση με τις ώρες που αναλώθηκαν για την υπόθεση του. Ο Δ.Κ. γνώριζε πόσος χρόνος αναλώθηκε για την επίδικη υπόθεση, έκρινε λογικές τις χρεώσεις και για αυτό ουδέποτε τις αμφισβήτησε. Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών, αλλά και της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος ή μη αμφισβητούμενη μαρτυρία και επομένως είναι αχρείαστη η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με αυτά (Παπαλλής κ.α ν. Κυριακίδη
(2008)1 Α.Α.Δ 83): Ο Κ.Κ. ήταν ο διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης κατά την περίοδο 2002 -
  1. Στις 06.08.12 δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης με αρ.297/01 διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης ο ΧΧΧΧΧ Μαυρονύχης σε αντικατάσταση του Κ.Κ. Ο προαναφερόμενος ΧΧΧΧΧ Μαυρονύχης απεβίωσε. Ως εκ τούτου στις 27.04.17, δυνάμει νέου διατάγματος του Ε.Δ. Λεμεσού, διορίστηκαν οι ΧΧΧΧ Καριτζής και ΧΧΧΧ Πρωτοπαπά ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης. Οι φορολογικές αρχές αξίωσαν από τη διαχείριση της αποβιωσάσης φόρο εισοδήματος, ο οποίος, με τους τόκους και τις επιβαρύνσεις ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.335.
  2. Επήλθε διευθέτηση της πιο πάνω αξίωσης των φορολογικών αρχών με την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.150.
  3. Παρακολούθησα με τη δέουσα προσοχή τον μάρτυρα ενόσω αυτός κατέθετε και θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του στη βάση των παραδεδεγμένων αρχών της νομολογίας (C & A Pelekanos Associates Ltd 1999 1Β Α.Α.Δ 1273, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 506 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165), συσχετίζοντας παράλληλα τη μαρτυρία του και με τη δικογραφία (Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι
(2015)1Γ Α.Α.Δ 2755). Η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 αμφισβήτησε την κατάρτιση της ισχυριζόμενης συμφωνίας και ειδικότερα ότι αυτή καταρτίστηκε με τον Κ.Κ. υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης. Παρατηρώ, ότι ο μάρτυρας επί του εν λόγω σημείου προώθησε δύο διαφορετικές εκδοχές. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση (Έγγραφο Α) ισχυρίστηκε, ότι ο Κ.Κ. ως ο μόνος κατά τον ουσιώδη χρόνο διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης απευθύνθηκε στον συνεταιρισμό DELOITTE & TOUCHE ζητώντας την παροχή υπηρεσιών σε σχέση με τα φορολογικά θέματα που προέκυψαν από την απαίτηση των φορολογικών αρχών για καταβολή φόρου εισοδήματος ο οποίος, με τους τόκους και τις επιβαρύνσεις, ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.335.
  1. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι ήταν με τον Κ.Κ. που διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε την αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα παρέχονταν. Στην αντεξέταση του, ωστόσο, πρόβαλε τη θέση ότι η συμφωνία για την παροχή των επίδικων υπηρεσιών καταρτίστηκε με τον Δ.Κ., ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος του Κ.Κ., καθώς και ότι ήταν με τον Δ.Κ. που συμφώνησε και την αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα παρέχονταν. Παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την αντεξέταση του Μ.Ε.1: «E. Περαιτέρω, σου υποβάλλω ότι ο Κ.Κ καμία επαφή δεν είχε μαζί σου και σου ζήτησε, όπως ανέφερες, να παράσχεις αυτές τις υπηρεσίες. A. Μιλούσα με τον αντιπρόσωπο του κυρίου Κ.Κ, κύριο Δ.Κ. E. Άρα, τις οδηγίες τις πήρες από τον Δ.Κ.; A. Μάλιστα.» ........................ «E. Όταν πήρες οδηγίες από τον Δ.Κ., όπως μας είπες, υπέγραψες οποιαδήποτε συμφωνία παροχής αυτών των υπηρεσιών, των οποίων αναφέρετε, και το συμφωνηθέν ποσό το οποίο ισχυρίζεσαι ότι συμφώνησες μαζί του; A. Όχι, δεν υπογράφτηκε συμφωνία τότε, δεν ήταν πρακτική τότε να υπογράφεται engagement letter όπως υπογράφεται τώρα. Τότε συνήθως οι συμφωνίες γίνονταν προφορικά και η συμφωνία που είχε γίνει ήταν ότι θα χρέωνα με βάση τον χρόνο που θα σπαταλούσα στο να χειριστώ τη συγκεκριμένη υπόθεση.» .......................... «A. Θεωρώ ότι ένας επαγγελματίας που προσφέρει επαγγελματικές υπηρεσίες δικαιούται να λάβει την αμοιβή του. Είχα παράσχει τις υπηρεσίες αυτές και πέραν της παροχής των υπηρεσιών, έχω φέρει και αποτέλεσμα, κατ' επέκταση θεωρώ ότι δικαιούμαι απόλυτα την είσπραξη της αμοιβής μου που είχα συμφωνήσει με τον τότε διαχειριστή. E. Τον Δ.Κ.; A. Μάλιστα.» .......................... «E. Σου υποβάλλω ότι η συμφωνία στην οποία αναφέρεσαι για να παρέχεις τις κατ' ισχυρισμό υπηρεσίες σου δεν δεσμεύει με οποιονδήποτε τρόπο τη διαχείριση. A. Οδηγίες για την παροχή των υπηρεσιών έπαιρνα από τον αντιπρόσωπο του διαχειριστή που στάληκαν τα τιμολόγια μου, που ουδέποτε αμφισβήτησε.» ............................ «E. Αυτές τις ώρες που ισχυρίζεσαι ότι δούλεψες, τις έδωσες στον Δ.Κ. να υπογράψει; A. Όχι, δεν είναι πρακτική να δώσεις στον πελάτη τις ώρες για να συμφωνήσει το τιμολόγιο. Ο κύριος Δ.Κ. ήταν σε θέση να γνωρίζει πόσο χρόνο σπατάλησα για τη συγκεκριμένη υπόθεση, έκρινε τις χρεώσεις λογικές, εξού και ουδέποτε τις αμφισβήτησε.» Οι δηλώσεις του Μ.Ε.1 ως προς το πρόσωπο με το οποίο συμβλήθηκε ο συνεταιρισμός αποτελούν ουσιώδη διαφοροποίηση σε σχέση με τα όσα δήλωσε στην κυρίως εξέταση (βλ. Έγγραφο Α παράγραφοι 8, 10, 11 και 20). Υποδεικνύεται, ότι η μοναδική αναφορά στον Δ.Κ. στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης αφορούσε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης συμφωνίας. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων κρατούσε ενήμερους τόσο τον διαχειριστή της περιουσίας, ήτοι τον Κ.Κ., όσο και τον εκπρόσωπο του, Δ.Κ. Επομένως, η εμπλοκή του Δ.Κ., σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε.1, προέκυψε μετά την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας. Δεν μου διαφεύγει το Τεκμήριο 3, ούτε και το ότι ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε επ' αυτού. Στο εν λόγω Τεκμήριο περιλαμβάνονται τρία ηλεκτρονικά μηνύματα που στάλθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 20.02.04 - 01.03.
  2. Τα δύο πρώτα στάλθηκαν από τον Μ.Ε.1 προς τον Δ.Κ. και με αυτά ζητούσε την εξουσιοδότηση του για να υποβάλει στις φορολογικές αρχές τις καταστάσεις των τεσσάρων τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσε η αποβιώσασα. Η απάντηση, ήλθε με το τρίτο ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο στάλθηκε από τον Κ.Κ. και με αυτό εξουσιοδότησε ο τελευταίος, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης, τον Μ.Ε.1 για την υποβολή των προαναφερόμενων καταστάσεων. Το Τεκμήριο 3 δεν αμβλύνει, κατά την κρίση μου, το πρόβλημα της διαφοροποίησης της θέσης του Μ.Ε.1 αναφορικά με το πρόσωπο με το οποίο καταρτίστηκε η επίδικη συμφωνία. Καταρχάς, πρόκειται για ηλεκτρονικά μηνύματα που στάλθηκαν αρκετό χρόνο μετά την ισχυριζόμενη κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας. Υπενθυμίζω, ότι σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, οι επίδικες υπηρεσίες παρασχέθηκαν κατά την περίοδο 2002 -
  3. Επομένως, σύμφωνα με την Ενάγουσα, η συμφωνία καταρτίστηκε εντός του
  4. Άλλωστε, και το πρώτο τιμολόγιο - Τεκμήριο 4 φέρει ημερομηνία 30.09.
  5. Περαιτέρω, το περιεχόμενο των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων δεν παραπέμπει ρητά και άμεσα στην επίδικη συμφωνία. Επαναλαμβάνω, ότι σε αυτά γίνεται απλά λόγος για την υποβολή στις φορολογικές αρχές των καταστάσεων των τεσσάρων τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσε η αποβιώσασα. Μόνο για την εν λόγω ενέργεια δόθηκε η εξουσιοδότηση του Κ.Κ. Η διαφοροποίηση του Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του και ο ισχυρισμός του ότι η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε με τον Δ.Κ., υπό την ιδιότητα του ως αντιπρόσωπος του Κ.Κ., έρχεται σε σύγκρουση και με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας. Στις παραγράφους 5 και 6 του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος αναφέρεται ότι οι επίδικες υπηρεσίες παρασχέθηκαν κατόπιν εντολών και/ή οδηγιών και/ή συμφωνίας με τον Κ.Κ. Είναι εμφανής η διάσταση ανάμεσα στις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, γεγονός το οποίο επηρεάζει την αξιοπιστία του (Παπά και D. Stavrinos Constructions Ltd Πολ. Έφεση αρ. 217/08 ημερ.21.02.17). Τέλος, σημειώνω και το εξής. Τα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 - 6 εκδοθήκαν επ' ονόματι του Δ.Κ. ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης και όχι ως αντιπροσώπου του Κ.Κ., ο οποίος ήταν ο κατά τον ουσιώδη χρόνο διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης. Ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τον Μ.Ε.1 για το πιο πάνω γεγονός. Με εξαίρεση, επομένως, τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.
  6. Συμπεράσματα Η απαίτηση της Ενάγουσας στηρίζεται στη σύναψη συμφωνίας με τον Κ.Κ. ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης. Η Ενάγουσα όφειλε, επομένως, να αποδείξει μέσα στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την κατάρτιση συμφωνίας με τον Κ.Κ. υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης. Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 1858 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς την απόσειση του βάρους απόδειξης στις πολιτικές υποθέσεις: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).» Η μαρτυρία του Μ.Ε.1, επί του ουσιώδους ζητήματος του προσώπου με το οποίο καταρτίστηκε η επίδικη συμφωνία, υπήρξε αφενός αντιφατική και αφετέρου εκτός των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας. Ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του περί σύναψης της επίδικης συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου δεν καλύπτεται δικογραφικά. Στην υπόθεση EUROGAL SURVEYS LTD v. D. TRADE INTERNATIONAL LTD
(2014)1Γ Α.Α.Δ 2258, οι εφεσίβλητοι στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρίστηκαν ότι συνομολογήθηκε σύμβαση απευθείας με τους εφεσείοντες, ενώ στην Απάντηση ισχυρίστηκαν ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε μέσω του διορισμένου αντιπροσώπου τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της πλειοψηφίας, αφού αναφέρθηκε στην ανάγκη να αποδεικνύεται με μαρτυρία ότι ο αντιπρόσωπος έχει εξουσία από τον αντιπροσωπευόμενο να ενεργεί εκ μέρους του, τόνισε τα ακόλουθα: «Επομένως είναι πολύ διαφορετικός ο ισχυρισμός της άμεσης και απευθείας σύνδεσης των διαδίκων με συμφωνία και πολύ διαφορετική η σύναψη συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου, εφόσον βέβαια αυτό αποδεικνύεται. Και ακριβώς στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Cheeseline Ltd v. Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 951, υπομνήσθηκε τόσο προς τους διαδίκους, όσο και προς τα Δικαστήρια, η «απόλυτη ανάγκη εκδίκασης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων.» Συνεπώς, η Ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης, αφού δεν τέθηκε ενώπιον μου αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι καταρτίστηκε συμφωνία με τον κατά τον ουσιώδη χρόνο διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης, ήτοι τον Κ.Κ., ως ο δικογραφημένος ισχυρισμός της. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπερ της Εναγόμενης και εις βάρος της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil Jurisdiction/Other Actions/Final Αναφορά: Σύμβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.