← Κύπρος

Shaura κ.α. ν. Chumakov κ.α., Αρ. Αγωγής 2778/19, 28/2/2022

Shaura κ.α. ν. Chumakov κ.α., Αρ. Αγωγής 2778/19, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A52 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2778/19 Μεταξύ:

  1. xxxxx XXXXX Shaura, από τη Ρωσία, κάτοικο Λονδίνου
  2. xxxxx XXXXX Shaura, από τη Ρωσία, κάτοικο Λονδίνου Ενάγοντων/Αιτητών -Και-
  3. xxxx XXXXX Chumakov, από τη Ρωσία
  4. xxxx Khudyakova, από τη Λεμεσό
  5. TETRA LIMITED (Reg.no.145735, από τη Belize
  6. ΚΑΝΙΚΑ DEVELOPMENTS & CONSTRUCTION LIMITED (HE23158) Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ------------------------ Aίτηση ημερ. 27.9.2021 Ημερομηνία: 28.2.2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Σ. Φασουλιώτης για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ν. Καλλής Για την Εναγόμενη 4: κ. Θ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Oι Ενάγοντες 1 και 2 (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως οι Αιτητές) με την υπό εξέταση Αίτηση τους, την οποία καταχώρησαν μονομερώς, αξιώνουν την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη 4, να καταβάλει προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ή/και σε οποιοδήποτε πρόσωπο που παρουσιάζεται ως αντιπρόσωπος τους, το ποσό των €1.600.000, το οποίο αποτελεί μέρος του τιμήματος πώλησης μιας κατοικίας δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 8.5.20015 μεταξύ Εναγόμενης 4 και Εναγόμενης
  7. Αξιώνουν επίσης την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 4 να διατηρεί στην κατοχή και/ή υπό τον έλεγχο της το ανωτέρω περιγραφόμενο ποσό. Η Αίτηση, με οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην πλευρά των Εναγομένων με αποτέλεσμα να καταστεί δια κλήσεως. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας xxx Χρίστου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Οι Αιτητές στις 30.7.2014 συνήψαν στην Ρωσία με τον Εναγόμενο 1 δύο ξεχωριστές συμφωνίες δανείου με τις οποίες του δάνεισαν το συνολικό ποσό των 103.500.000 Ρουβλιών με τόκο προς 8.25% ετησίως. Στις 5.8.2014 οι Αιτητές μετέφεραν το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό στον Τραπεζικό λογαριασμό του Εναγόμενου
  8. Λόγω της παράλειψης του Εναγόμενου 1 να αποπληρώσει το ανωτέρω δάνειο κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο, οι Αιτητές προσέφυγαν σε δικαστήριο της Ρωσίας, το οποίο στις 18.1.2019 εξέδωσε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 και των εγγυητών του για το ποσό 136.402.915 Ρουβλιών. Οι προσπάθειες των Αιτητών να εκτελέσουν την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση στη Ρωσία, δεν απέδωσαν καρπούς καθότι, όπως διαφάνηκε, τόσο ο Εναγόμενος 1, όσο και οι εγγυητές του στερούνταν των απαραίτητων οικονομικών μέσων. Η Εναγόμενη 3 εταιρεία (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Εναγόμενη 3) συστάθηκε στην Belize τον Μάϊο του
  9. Το εγκεκριμένο της κεφάλαιο ήταν μόνο $5.000 διαιρεμένο σε 5.000 μετοχές ονομαστικής αξίας $1 εκάστη, από τις οποίες ο Εναγόμενος 1 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 1.000 μετοχών. Μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης 3 ήταν η Εναγόμενη 2, η οποία είναι μόνιμη κάτοικος Λεμεσού και διεξάγει εργασίες αντιπροσώπου ως βιτρίνα (front or nominee) για τους πραγματικούς τελικούς δικαιούχους μετοχών σε εταιρείες, στις οποίες παρουσιάζεται να ενεργεί ως διευθυντής ή και γραμματέας. Από έρευνες που διεξήγαγαν οι Αιτητές μέσω των δικηγόρων τους διαφάνηκε ότι η Εναγόμενη 3 διαγράφηκε από το μητρώο εταιρειών της Belize στις 2.1.2018 λόγω μη πληρωμής του ετήσιου τέλους που απαιτείται για τη διατήρηση της άδειας της. Η χρηματοοικονομική εταιρεία Keyforce Management Limited η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και ως διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 3, απώλεσε την άδεια διεξαγωγής χρηματοοικονομικών εργασιών. Στις 8.5.2015 η Εναγόμενη 3, ενεργώντας μέσω της Εναγόμενης 2, συνήψε συμφωνία με την Εναγόμενη 4 για την αγορά μιας νεόδμητης κατοικίας στο σύμπλεγμα κατοικιών «XXX XXXXX XXXX XX» για το συνολικό ποσό €2.173.
  10. Το σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας κατατέθηκε αυθημερόν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με την ένδειξη ΠΩΕ 529/
  11. Η Εναγόμενη 3, με βάση τους όρους του ρηθέντος αγοραπωλητηρίου εγγράφου, είχε καταβάλει στην Εναγόμενη 4 το ποσό των €2.035.128 ταυτόχρονα με την υπογραφή του και παρέμεινε ποσό €137.917 προς πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Βάσει της σχετικής ισοτιμίας συναλλάγματος που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, το ποσό το οποίο καταβλήθηκε στην Εναγόμενη 4 αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό που δανείστηκε ο Εναγόμενος 1 από τους Αιτητές. Ο Εναγόμενος 1, στην ουσία, χρησιμοποίησε την Εναγόμενη 3 ως όχημα καταδολίευσης για να αποκρύψει τα προσωπικά περιουσιακά του στοιχεία και ειδικότερα την αγορασθείσα από την Εναγόμενη 4 κατοικία, για να παρεμποδίσει τους Αιτητές από του να εισπράξουν τα οφειλόμενα σε αυτούς ποσά. Την 25.10.2019 η Εναγόμενη 4 εξασφάλισε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 3, στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 242/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δυνάμει της οποίας το ρηθέν αγοραπωλητήριο έγγραφο κηρύχθηκε ως ακυρωθέν και τερματισθέν, περαιτέρω δε διατάχθηκε ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού να το διαγράψει από τα κτηματολογικά μητρώα. Στις 14.6.2021, στο πλαίσιο φιλικής διευθέτησης της αίτησης ημερ. 28.1.2020 που καταχώρησαν οι Αιτητές για την έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον της Εναγόμενης 4, επήλθε συμφωνία μεταξύ τους, η οποία διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ότι η Εναγόμενη 4 θα υποχρεούται να διατηρήσει υπό τον έλεγχο της το συνολικό ποσό των €1.600.000 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Εν όψει του ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, σε κατοπινό στάδιο της ανωτέρω συμφωνίας, καταχώρισαν εμφάνιση στο Δικαστήριο, υπάρχει ο κίνδυνος να διεκδικήσουν με οποιοδήποτε τρόπο από την Εναγόμενη 4 την είσπραξη του ποσού €1.600.000, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή της. Το μόνο που επιδιώκουν οι Αιτητές με την υπό εξέταση Αίτηση, είναι η διατήρηση του status quo ώστε να μην επηρεαστούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα τους σε περίπτωση εξασφάλισης απόφασης προς όφελος τους. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1, 2 ΚΑΙ 3 Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρησαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  12. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση-Εναγομένης 3 διότι: α. Δεν έχουν εγγράψει νομότυπα την οποιανδήποτε δικαστική απόφαση έχουν εκδώσει στη Ρωσία και ειδικά την απόφαση ημερομηνίας 18/01/2019 στην Κυπριακή Δημοκρατία. β. Η ισχυριζόμενη απόφαση δεν αφορά και δεν επηρεάζει είτε έμμεσα είτε άμεσα την εναγομένη
  13. Δεν αποκαλύπτεται οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης
  14. γ. Καμία συμφωνία έχει γίνει μεταξύ Αιτητών και Εναγομένης 3 και ως εκ τούτου καμία απαίτηση δικαιούνται και/ή νομιμοποιούνται να εγείρουν εναντίον της Εναγομένης
  15. δ. Η συμφωνία ημερ. 08/05/2015 συνήφθη μεταξύ Εναγομένης 3 και 4 και ως εκ τούτου δεν πηγάζει οποιονδήποτε δικαίωμα και/ή απαίτηση προς όφελος των Αιτητών.
  16. Η ισχυριζόμενη απαίτηση των Αιτητών έχει παραγραφεί.
  17. Δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε σύνδεση της Εναγομένης 3 και του Εναγομένου
  18. Δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε σχέση μεταξύ Αιτητών και Εναγομένης
  19. Η απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/01/2019 έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά και όχι στα Ελληνικά η οποία είναι η Επίσιμη γλώσσα της Δημοκρατίας.
  20. Δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε σχέση μεταξύ Εναγομένου 1 και Εναγομένης
  21. Δεν παρατίθεται οτιδήποτε που να αφορά την ισχύουσα Ρωσική Νομολογία επί των επίδικων θεμάτων που κατ' ισχυρισμό των Αιτητών έλαβαν χώρα στην Ρωσία.
  22. Δεν παρατίθεται οτιδήποτε που να αφορά την ισχύουσα Νομοθεσία στην Belize επί των επίδικων θεμάτων και κατά πόσο το εκεί ισχύον δίκαιο τυγχάνει εφαρμογής στην Δημοκρατία.
  23. Από την ένορκη δήλωση της κ. Χρίστου ημερομηνίας 27/09/2021 δεν φαίνεται να έχει οποιανδήποτε σχέση η εναγόμενη 2 με τους Αιτητές και τον εναγόμενο
  24. Οι Αιτητές δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια και προσπαθούν με εικασίες και υποθέσεις να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.
  25. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 11/11/2010 μεταξύ Εναγόμενης 4 και Εναγομένου 1 ακυρώθηκε περί τον Φεβράρη του 2013 και στις 05/02/2013 η Εναγόμενη 4 επέστρεψε στον εναγόμενο 1 ποσό εκ €1.252.128- για τελική διευθέτηση για την ακύρωση του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου εγγράφου.
  26. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 1 ήτο ιδιοκτήτης 1000 μετοχών της εναγόμενης
  27. Δεν νομιμοποιούνται να ζητούν να δεσμεύσουν το ποσό αυτό το οποίο ανήκει και στους ιδιοκτήτες των άλλων 4000 μετοχών.
  28. Δεν αποκαλύπτεται από ποιον έγινε η μετάφραση της απόφασης του Ρωσικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/01/
  29. Η μετάφραση δεν έγινε νομότυπα.
  30. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπόθεσης.
  31. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 3 είναι διαγραμμένη. Πώς τότε εγείρουν αγωγή εναντίον μιας διαγραμμένης εταιρείας που είναι ανύπαρκτο πλέον πρόσωπο; Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της xxx Καλλή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους. Η ένορκη δήλωση της περιλαμβάνει, κατά το πλείστο, νομική επιχειρηματολογία, η οποία δεν απαιτείται όπως παρατεθεί στο στάδιο αυτό. Τα μόνα γεγονότα τα οποία παρατίθενται είναι τα ακόλουθα: Το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 11.11.2010 μεταξύ Εναγόμενης 4 και Εναγόμενου 1, ακυρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2013 και στις 5.2.2013 η Εναγόμενη 4 επέστρεψε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €1.252.128 για τελική διευθέτηση της ακύρωσης του ανωτέρω αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Οι Αιτητές δάνεισαν, ως ισχυρίζονται, στον Εναγόμενο 1 τα χρήματα τα οποία απαιτούν το
  32. Δεν υπάρχει λογική ο Εναγόμενος 1 να ακύρωσε αγοραπωλητήριο έγγραφο και αργότερα να αγόρασε ξανά το ίδιο ακίνητο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Εναγόμενη 4, εναντίον της οποίας επίσης στρεφόταν η Αίτηση, δήλωσε, μέσω των συνηγόρων της, ότι δεν προτίθετο να καταχωρήσει οποιαδήποτε ένσταση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στη Δ.48, θθ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Πριν προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θεωρώ ορθό να καταγράψω τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπό εξέταση Αίτησης, όπως αναδύονται από το δικαστικό φάκελο. Οι Αιτητές κατά την 28.1.2020, πριν την επίδοση της αγωγής στους Εναγόμενους 1, 2 και 3, καταχώρησαν αίτηση με την οποία αξίωναν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού όπως επαναφέρει στα κτηματολογικά μητρώα το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8.5.2015 το οποίο συνήφθη μεταξύ Εναγόμενης 4 και Εναγόμενης 3, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Κατά την 14.6.2021 τα μέρη κατέληξαν σε εξώδικη διευθέτηση της ρηθείσας αίτησης, η οποία δηλώθηκε ως συμφωνία επί Δικαστηρίω. Όπως επιμαρτυρεί το κείμενο της υπό αναφορά συμφωνίας, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο δικαστικό φάκελο, η Εναγόμενη 4 δηλώνει και εγγυάται ότι θα διατηρήσει στους λογαριασμούς της, ή σε λογαριασμούς συνδεδεμένων με αυτή εταιρειών το συνολικό ποσό των €1.600.000 μέχρι την αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή μέχρι διαταγής του Δικαστηρίου ή νομοθετικής διάταξης ή διατάγματος που θα επιτρέπει ή θα διατάσσει τη μείωση του. Στις 20.9.2021 οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Ακολούθησε η καταχώρηση από τους Αιτητές της υπό εξέτασης Αίτησης. Θεωρώ ορθό όπως εξετάσω στο στάδιο αυτό το λόγο ένστασης των Εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται εναντίον της Εναγόμενης 3 η οποία, όπως οι ίδιοι οι Αιτητές ισχυρίζονται, είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Θεωρώ ότι υπάρχει μια παρανόηση από πλευράς Εναγόμενων στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αυτό το οποίο οι Αιτητές ισχυρίζονται, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Χρίστου, είναι ότι η Εναγόμενη 3 διαγράφηκε από το μητρώο εταιρειών της Belize την 2.1.2018 λόγω μη πληρωμής του ετήσιου τέλους που απαιτείται για τη διατήρηση της άδειας της. Σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης της κας Χρίστου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 3 είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Εάν ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο διερωτώμαι πως θα ήταν δυνατό να εκπροσωπείται στη διαδικασία από δικηγόρο και μάλιστα να υπογράφεται εκ μέρους της το σχετικό έντυπο διορισμού του κου Καλλή (Δ.16 Θ.11), το οποίο συνοδεύει το καταχωρηθέν σημείωμα εμφάνισης. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι, όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, το μέσο για την αμφισβήτηση της ύπαρξης ενάγοντα είναι αίτηση για διαγραφή της αγωγής, η οποία υποβάλλεται με βάση τη Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 773). Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καθώς και την Έκθεση Απαίτησης διαφαίνονται ως αιτίες αγωγής η συμφωνία δανείου, το απολήγον και/ή καταληκτικό και/ή εξ' επαγωγής εμπίστευμα, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, ο δόλος, η συνωμοσία για καταδολίευση και η απάτη. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι τα δικόγραφα των Αιτητών εμπεριέχουν αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και κατ' επέκταση, αποκαλύπτουν μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017). Προχωρώ στην εξέταση της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου
  1. Όπως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση της κας Χρίστου, η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση Αίτηση, το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών εναντίον του Εναγόμενου 1 στηρίζεται σε δύο συμφωνίες δανείου, δυνάμει των οποίων δάνεισαν στον Εναγόμενο 1 το συνολικό ποσό των 103.500.000 ρουβλιών πληρωτέου εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταβολής του, το οποίο ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να αποπληρώσει στους Αιτητές κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο. Τα όσα αναφέρονται από την κα Χρίστου μαζί με τα έγγραφα τα οποία παρουσιάζονται με την ένορκη δήλωση της είναι επαρκή ώστε να καταδείξουν το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής των Αιτητών εναντίον του Εναγόμενου
  2. Θα πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι στην ένορκη δήλωση της κας Καλλή η οποία υποστηρίζει την Ένσταση των Εναγομένων δεν αμφισβητούνται οι ανωτέρω συμφωνίες δανείου, αλλά ούτε και η παράλειψη του Εναγόμενου 1 να αποπληρώσει το ληφθέν από αυτόν ποσό του δανείου. Επιπρόσθετα, όπως αναφέρεται στην ένορκο δήλωση της κας Χρίστου, οι Αιτητές εξασφάλισαν απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 από Ρωσικό Δικαστήριο, η οποία δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστεί λόγω του ότι ούτε ο Εναγόμενος 1, αλλά ούτε και οι εγγυητές του διέθεταν τα απαραίτητα οικονομικά μέσα. Οι Εναγόμενοι από πλευράς τους, παρά το ότι δεν αμφισβητούν την εναντίον του Εναγόμενου 1 εκδοθείσα απόφαση, εντούτοις ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές δεν έχουν εγγράψει στην Κύπρο την ανωτέρω εκδοθείσα εναντίον του Εναγομένου 1 απόφαση, με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η μη εγγραφή της ανωτέρω απόφασης στην Κύπρο ουδόλως αποστερεί από τους Αιτητές το δικαίωμα να προωθούν την παρούσα Αγωγή εναντίον οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων. Θα πρέπει εξάλλου να αναφερθεί ότι στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών διευκρινίζεται ότι αντικείμενο της παρούσας Αγωγής δεν είναι η εκτέλεση της απόφασης του Ρωσικού Δικαστηρίου. Ισχυρίζονται επίσης οι Εναγόμενοι ότι η απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου μεταφράστηκε στα Αγγλικά και όχι στα Ελληνικά που είναι η επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας. Είναι γεγονός ότι η παρουσιαζόμενη με την ένορκη δήλωση της κας Χρίστου απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 6) είναι μεταφρασμένη στην Αγγλική γλώσσα. Το γεγονός όμως αυτό, ουδόλως την καθιστά μη αποδεκτή μαρτυρία. Δεν προβάλλεται εξάλλου από πλευράς Εναγομένων τέτοιος ισχυρισμός. Ούτε και ο λόγος ένστασης των Εναγομένων ότι η ανωτέρω μετάφραση στα Αγγλικά δεν έγινε νομότυπα, μπορεί να γίνει αποδεκτός. Παρά το ότι δεν φαίνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 ότι αποτελεί επίσημη μετάφραση του Ρωσικού κειμένου της απόφασης, εντούτοις δεν καθίσταται μη αποδεκτή μαρτυρία. Εξάλλου δεν αμφισβητείται ότι αποτελεί πιστή μετάφραση στα Αγγλικά του αυθεντικού Ρωσικού κειμένου της απόφασης. Αυτό που προβάλλεται από τους Εναγόμενους, γενικά και αόριστα, είναι ότι δεν γνωρίζουν αν πρόκειται για πιστή μετάφραση. Ένας ακόμα λόγος ένστασης των Εναγομένων είναι ότι η απαίτηση των Αιτητών έχει παραγραφεί αφού, με βάση τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, παρήλθαν τρία έτη από την 31.7.2015 που η απαίτηση τους κατέστη πληρωτέα. Ούτε αυτός μπορεί να γίνει αποδεκτός, για το λόγο ότι, τουλάχιστον σε σχέση με τον εναγόμενο 1, βάση της Αγωγής των Αιτητών αποτελούν οι δύο συμφωνίες δανείου. Αναμφισβήτητα, η παράβαση των υπό αναφορά συμφωνιών από τον Εναγόμενο 1 δεν συνιστά αστικό αδίκημα, ώστε να τίθεται ζήτημα παραγραφής της αξίωσης τους με βάση το άρθρο 68 του Κεφ.
  3. Αμφισβητείται με τους λόγους ένστασης των Εναγομένων η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος των Αιτητών εναντίον της Εναγόμενης
  4. Όπως αποκάλυψε η εκ μέρους των Αιτητών παρουσιασθείσα μαρτυρία, η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία συσταθείσα στο Belize κατά το
  5. Ο Εναγόμενος 1 ήταν, κατά το χρόνο σύστασης της, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 1000 εκ των 5000 μετοχών που αποτελούσαν το εγκεκριμένο κεφάλαιο της. Στις 8.5.2015 η Εναγόμενη 3 αγόρασε από την Εναγόμενη 4, δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου, μια κατοικία στο σύμπλεγμα κατοικιών «xxx xxxx xxxx xx» έναντι του συνολικού τιμήματος των €2.173.045, από το οποίο η Εναγόμενη 3 κατέβαλε, αυθημερόν, €2.035.128, ποσό το οποίο, κατά τους Αιτητές, αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο δάνεισαν στον Εναγόμενο 1 δυνάμει των προμνησθεισών συμφωνιών δανείου. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 3 για το λόγο ότι καμιά συμφωνία συνήφθη μεταξύ τους. Από πλευράς τους οι Αιτητές δεν ισχυρίζονται ότι συνήψαν οποιαδήποτε συμφωνία με την Εναγόμενη
  6. Αυτό το οποίο ισχυρίζονται, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Χρίστου, είναι ότι ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε την Εναγόμενη 3 ως όχημα καταδολίευσης για να αποκρύψει τα προσωπικά περιουσιακά του στοιχεία και ειδικότερα την αγορασθείσα από την Εναγόμενη 4 κατοικία για να τους παρεμποδίσει να εισπράξουν τα οφειλόμενα σ' αυτούς χρήματα. Το παρουσιασθέν από πλευράς Αιτητών μαρτυρικό υλικό δεν αποκάλυψε την ύπαρξη οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης και ειδικότερα την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγόμενης
  7. Η μη ύπαρξη όμως αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της δεν θα μπορούσε να αποτελέσει κώλυμα για έκδοση διατάγματος μη αποξένωσης των περιουσιακών της στοιχείων. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με βάση τις αρχές που έθεσε η υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra
(1992)2 All E.R. 245, εφόσον φυσικά συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση Perlata Ltd v. Nestoras Hotels Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε184/17, ημερ. 6.6.2019, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τα ανωτέρω διατάγματα: Πρόκειται για τα διατάγματα που έγιναν γνωστά ως διατάγματα τύπου Chabra στη βάση της ως άνω υπόθεσης, στην προμετωπίδα της οποίας αναφέρονται τα εξής για τη φύση και το σκοπό τους: "That although the court had no jurisdiction to grant an interlocutory injunction in favour of a plaintiff who had no good arguable cause of action against a sole defendant, it had power to grant the injunction against a co-defendant, against whom Νο cause of action lay, provided that the claim for the injunction was ancillary and incidental to the plaintiff's cause of action against the other co-defendant; and that, accordingly, since the injunction made against the first defendant alone was inadequate to protect the plaintiff, it was appropriate to grant the injunction against the second defendant in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against the first defendant". Διατάγματα τύπου Chabra μπορούν να εκδοθούν εφόσον καταδειχθεί - ενόρκως βεβαίως - πως πρωταρχικά ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής εναντίον του πρώτου εναγομένου. Περαιτέρω, για να είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος εις βάρος της περιουσίας άλλου εναγομένου, εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η έκδοση του διατάγματος αυτού είναι βοηθητική στο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρώτου εναγομένου ο οποίος στερείται περιουσιακών στοιχείων, ώστε να εξασφαλιστεί η απαίτηση του ενάγοντα, κυρίως όταν πρόκειται στην ουσία για περιουσία του πρώτου εναγομένου, η οποία κατέχεται από το δεύτερο. Χρήσιμη αναφορά για τα διατάγματα αυτής της φύσεως γίνεται στο Σύγγραμμα Γ.Ερωτοκρίου & Π.Αρτέμη, Διατάγματα 2016 σελ. 218 κ.επ.: «Η αρχή που προκύπτει από την υπόθεση Chabra καλύπτει την περίπτωση όπου o κύριος εναγόμενος, είτε αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, είτε νομικό, δεν έχει στο όνομα του πολλά περιουσιακά στοιχεία, αλλά υπάρχει μαρτυρία ότι αυτά κατέχονται από τρίτα πρόσωπα ή εταιρείες, π.χ. από συγγενικά πρόσωπα ή από εταιρείες που ελέγχει ο κύριος εναγόμενος. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα (αντί να διεκδικηθεί διάταγμα εναντίον μη διαδίκου) να συνενωθεί το τρίτο πρόσωπο ως συνεναγόμενος με τον κύριο εναγόμενο και να διεκδικηθεί εναντίον του διάταγμα μη αποξένωσης (Chabra Order), ανεξάρτητα αν αυστηρώς ομιλούντες δεν προσφέρει τη δυνατότητα να παγοποιηθούν περιουσιακά στοιχεία που ο εναγόμενος απέκρυψε, ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Στην Cardile v. LED Building Proprietary Ltd
(1999)HCA 18 Australian High Court, όπως σχολιάστηκε στη Yukos Caplital S.a.r.l v. OJSC Rosneft Oil Co. [2010] EWHC 784 (Comm), 2010 WL 1368769, κρίθηκαν σημαντικά τα εξής: "
  1. a)The court should be cautious in making any order extending to the property of persons who are not substantive defendants and cannot be shown to have frustrated the administration of justice.
  2. b)But the jurisdiction is not limited to circumstances where a third party holds property beneficially owned by a defendant.
  3. c)One guiding principle where restraint of third parties is sought is the existence of some process which may be available to the potential judgment creditor pursuant to which, whether by appointment of a liquidator or otherwise, the third party might be obliged to help satisfy the judgment". Στην προκείμενη περίπτωση, οι Αιτητές υποστηρίζουν, κατ' ουσία, ότι το ποσό το οποίο δάνεισαν στον εναγόμενο 1, διοχετεύθηκε από αυτόν στην Εναγόμενη 3, η οποία το χρησιμοποίησε για να αγοράσει την ανωτέρω περιγραφείσα κατοικία από την Εναγόμενη 4. Αυτό το οποίο παρατηρώ όμως είναι ότι πέραν από το ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 1000 εκ των 5000 μετοχών του εγκεκριμένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που την έλεγχαν και λάμβαναν αποφάσεις για λογαριασμό της. Πιο συγκεκριμένα, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο Εναγόμενος 1 είχε οποιαδήποτε διευθυντική θέση στην Εναγόμενη 3 ή ήταν μέλος του διοικητικού της συμβουλίου και ήταν εξ' αυτών που διηύθυναν τις υποθέσεις της. Στην ένορκη δήλωση της κας Χρίστου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 3, ενεργώντας μέσω της εναγόμενης 2, συνήψε με την Εναγόμενη 4 τη συμφωνία ημερ. 8.5.2015 για την αγορά της ανωτέρω περιγραφείσας κατοικίας. Η δε Εναγόμενη 2, ως αναφέρεται, παρουσιαζόταν ως διεξάγουσα εργασίες αντιπροσώπου ως βιτρίνα, ενεργούσα ως διευθυντής ή γραμματέας. Δεν υπάρχει όμως ίχνος μαρτυρίας ως προς τη σχέση της Εναγόμενης 2 με τον Εναγόμενο 1 και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο η Εναγόμενη 2 υπέγραψε το αγοραπωλητήριο έγγραφο με την Εναγόμενη 4 κατόπιν εντολών ή και οδηγιών του Εναγόμενου 1. Τα ως άνω κενά στη μαρτυρία των Αιτητών καθιστούν φανερό, κατά την άποψη μου, ότι ο ισχυρισμός της ενόρκου δηλώσεως της κας Χρίστου ότι ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε την Εναγόμενη 3 ως όχημα καταδολίευσης για να αποκρύψει τα προσωπικά περιουσιακά του στοιχεία είναι αυθαίρετος, για το λόγο ότι δεν υποστηρίζεται από την απαιτούμενη μαρτυρία. Η παρουσιασθείσα μαρτυρία δεν έχει καταδείξει ότι η ανωτέρω περιγραφείσα κατοικία αγοράστηκε με προσωπικά χρήματα του Εναγόμενου 1, τα οποία προήλθαν είτε από το δάνειο που του παραχώρησαν οι Αιτητές είτε από οποιαδήποτε άλλη πηγή και τα διοχέτευσε στην Εναγόμενη 3 με σκοπό να φανεί ότι αποτελούν περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 3. Κατ' επέκταση δεν θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα μη αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 3, στα οποία περιλαμβάνεται και το ποσό των €1.600.000 το οποίο βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Εναγόμενης 4. Αξίζει να επισημανθεί ότι, όπως διαφάνηκε από την παρουσιασθείσα μαρτυρία, το αμέσως πιο πάνω αναφερόμενο ποσό αποτελεί μέρος του τιμήματος πώλησης της προμνησθείσας κατοικίας, δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 8.5.2015 μεταξύ Εναγόμενης 4 και Εναγόμενης 3, το οποίο όμως ακυρώθηκε με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 25.10.2019, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της Αγωγής υπ' αριθμό 242/2019, την οποία ήγειρε η Εναγόμενη 4 εναντίον της Εναγόμενης 3. Μετά δε την ακύρωση του, η Εναγόμενη 4 εξακολουθεί να έχει στην κατοχή της το ανωτέρω ποσό. Ισχυρίζονται επίσης οι Αιτητές, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Χρίστου, ότι όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8.5.2015, περιλαμβανομένου του ποσού που καταβλήθηκε από την Εναγόμενη 3 στην Εναγόμενη 4 έναντι του συνολικού τιμήματος πώλησης της κατοικίας, τους ανήκουν υπό μορφή απολήγοντος και/ή καταληκτικού καταπιστεύματος (resulting trust) με αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται να αξιώνουν όπως το ως άνω ποσό τους καταβληθεί δυνάμει των αρχών της επιείκειας (equity). Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου
(1998)1 Γ Α.Α.Δ.1551, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη δημιουργία των ως άνω εμπιστευμάτων: «Τα απολήγοντα και τα εξ' επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δημιουργούνται ή λειτουργούν κατ' εξοχήν στη βάση τεκμαιρόμενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται ενόψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. (Βλ. Underhill's Law Of Trusts & Trustees, 13η Έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η Έκδοση, σελ. 291 κ.επ., Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 524 κ.επ., και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη, ανωτέρω). Με αναγνωρισμένη έκφανσή τους την περίπτωση κατά την οποία επιχειρείται η κατακράτηση περιουσίας για ίδιο όφελος με δόλια ή κατά συνείδηση απαράδεκτη εκμετάλλευση ή κατάχρηση νομοθετικών προνοιών ή άλλων θεμελειωδών αρχών δικαίου. Με αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση του Νόμου ως εργαλείου για καταδολίευση. (Βλ. Rochefoucauld v. Boustead [1897] 1 Ch. 196, Bannister v. Bannister [1948] 2 All E.R. 133, Hodgson v. Marks [1971] 2 All E.R. 684).» Στην προκείμενη περίπτωση το μαρτυρικό υλικό που παρουσίασαν οι Αιτητές δεν έχει καταδείξει ότι το καταβληθέν από την Εναγόμενη 3 στην Εναγόμενη 4 ποσό έναντι του συνολικού τιμήματος πώλησης της κατοικίας, προήλθε από τα χρήματα του δανείου το οποίο οι Αιτητές παραχώρησαν στον Εναγόμενο
  1. Συνεπώς δεν μπορούμε να ομιλούμε για δημιουργία απολήγοντος ή καταληκτικού εμπιστεύματος (resulting trust) προς όφελος των Αιτητών. Τα όσα καταγράφονται πιο πάνω καθιστούν φανερό ότι οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής τους εναντίον των Εναγομένων 2 και
  2. Ένας εκ των λόγων ένστασης των Εναγομένων είναι ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της Αγωγής. Κατά τους Εναγόμενους, αν η βάση της Αγωγής είναι οι συμφωνίες δανείου που έγιναν στη Ρωσία, τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ο Εναγόμενος 1 δεν διαμένει στη Κυπριακή Δημοκρατία. Θα πρέπει να επισημάνω ότι οι Αιτητές πέραν των αξιώσεων τους εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, προβάλλουν αξιώσεις εναντίον της Εναγόμενης 4, η οποία αναμφισβήτητα είναι κυπριακή εταιρεία και έχει την έδρα της εντός της Δημοκρατίας, οι οποίες απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8.5.2015, το οποίο συνήφθη στην Κύπρο, δυνάμει του οποίου η Εναγόμενη 4 πώλησε στην Εναγόμενη 3 την ανωτέρω περιγραφόμενη κατοικία. Τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθιστούν φανερό ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτειται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου
  3. Οι Αιτητές ισχυρίζονται, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Χρίστου, ότι υπάρχει κίνδυνος οι Εναγόμενοι, μετά την καταχώρηση της εμφάνισης τους στην παρούσα Αγωγή, να διεκδικήσουν με οποιοδήποτε τρόπο από την Εναγόμενη 4 την πληρωμή του ποσού των €1.600.000, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της συμφωνίας ημερομηνίας 14.6.21, η οποία δηλώθηκε ως κανόνας Δικαστηρίου. Ισχυρίζονται ακόμα ότι το μόνο που επιδιώκουν με την υπό εξέταση Αίτησης τους είναι να διατηρήσουν το υφιστάμενο status quo ante μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής ώστε να μην επηρεαστούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα τους σε περίπτωση εξασφάλισης απόφασης προς όφελος τους. Στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Pubic Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11/9/2019 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον απητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848 Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(A) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των απητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στο πλαίσιο διευθέτησης προγενέστερης αίτησης των Αιτητών με ημερομηνία 28.1.2020, η Εναγόμενη 4 εγγυήθηκε ότι θα διατηρήσει σε λογαριασμούς της ή σε λογαριασμούς συνδεδεμένων με αυτή εταιρειών το ποσό των €1.600.000 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου που θα επιτρέπει ή θα διατάσσει τη μείωση του. Ανέλαβε επίσης την υποχρέωση όπως, σε περίπτωση που της επιδοθεί αγωγή ή γραπτή απαίτηση πληρωμής του ανωτέρω ποσού εκ μέρους της Εναγόμενης 3, καθ' ον χρόνο εκκρεμεί η παρούσα αγωγή, γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό στους δικηγόρους των Αιτητών εντός 7 ημερών. Όπως επίσης αναφέρθηκε, πάντα τα ανωτέρω κατέστησαν συμφωνία επί Δικαστηρίω. Είμαι της άποψης ότι οι εκφρασθέντες από τους Αιτητές φόβοι για διεκδίκηση από τους Εναγόμενους του ποσού των €1.600.000 είναι αδικαιολόγητοι. Κατά πρώτον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ενώπιον μου μαρτυρία δεν αποκάλυψε ότι οιοσδήποτε των Εναγομένων, ειδικά δε η Εναγόμενη 3, προέβαλε ή προτίθεται να προβάλει απαίτηση στην Εναγόμενη 4 για πληρωμή του ανωτέρω ποσού. Κατά δεύτερον, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε συμβεί κάτι τέτοιο, η υποχρέωση την οποία ανέλαβε η Εναγόμενη 4 όπως ειδοποιήσει τους δικηγόρους των Αιτητων, με βάση την επί Δικαστηρίω Συμφωνία, λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας προς όφελος των Αιτητών ότι, πριν η Εναγόμενη 4 προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή του ανωτέρω ποσού προς την Εναγόμενη 3, θα τους δοθεί η ευκαιρία να την αναχαιτίσουν, εξασφαλίζοντας σχετικό απαγορευτικό διάταγμα τόσο εναντίον της εναγόμενης 3 όσο και εναντίον της Εναγόμενης 4. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα στο στάδιο αυτό βασιζόμενο αποκλειστικά στο γεγονός της καταχώρησης εμφάνισης από τους Εναγόμενους μετά την ανωτέρω συμφωνία διευθέτησης μεταξύ Αιτητών και Εναγόμενης 4. Δεν θεωρώ ότι η καταχώρηση της εμφάνισης τους έχει δημιουργήσει κίνδυνο στους Αιτητές από τυχόν διεκδίκηση από τους Εναγόμενους του ποσού των €1.600.000. Είμαι της άποψης ότι η καταχώρηση της εμφάνισης τους, δεν μετέβαλε οποιαδήποτε δεδομένα αφού θα μπορούσαν να προβάλουν απαίτηση προς την Εναγόμενη 4 για πληρωμή του ανωτέρω ποσού, χωρίς να είχαν καταχωρήσει εμφάνιση στην Αγωγή. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32. Η αποτυχία των Αιτητών να ικανοποιήσουν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 καθιστά περιττή την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας και ειδικότερα του κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. Ε176/2019 ημερ. 10/12/2019. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν υπέρ των Εναγομένων. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1, 2 και 3/ Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων / Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) .......... Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/AΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.