← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ κ.α. ν. LSTS Consultants Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 1225/19, 7/2/2022

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ κ.α. ν. LSTS Consultants Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 1225/19, 7/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1225/19 Μεταξύ:

  1. XXX ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.Τ. XXXXX12
  2. LEXOPTIMUS CONSULTING LIMITED Ενάγοντων -Και-
  3. LSTS Consultants Limited
  4. LSTS Management Limited
  5. LSTS Audit Services Limited
  6. LSTS Services Limited
  7. GAT Professional Services Limited Εναγομένων ------------------------ Aίτηση ημερ. 19.10.2020 Ημερομηνία: 7.2.2022 Για τον Ενάγοντα 1/Αιτητή: κ. Α. Γεωργίου Για τις Εναγόμενες 1-5/Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Δαμιανού για Α. Καριτζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας 1 (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο Αιτητής) με την υπό εξέταση Αίτηση του αξιώνει την έκδοση προσωρινού Διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στις Εναγόμενες Εταιρείες (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως οι Εναγόμενες) από του να χρησιμοποιούν την εμπορική επωνυμία LSTS Τaxoptimus σε οποιαδήποτε ψηφιακή και πραγματική μορφή, περαιτέρω δε να διατάσσονται όπως σταματήσουν να παριστάνουν σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ότι εμπορεύονται με την ανωτέρω εμπορική επωνυμία. Αξιώνει επίσης Διάταγμα με το οποίο να διορίζεται Ενδιάμεσος Παραλήπτης και Διαχειριστής (Interim Receiver and Manager) των Εναγομένων με περιορισμένο σκοπό τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων, εισπράξεων, τιμολογήσεων και έλεγχο των συμφωνιών των πελατών τους που καταγράφονται στο Παράρτημα Α της Αίτησης. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος στο μητρώο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και ειδικεύεται στο εταιρικό δίκαιο, καθώς και στην παροχή διοικητικών και άλλων εταιρικών υπηρεσιών. Οι Εναγόμενες αποτελούν όμιλο εταιρειών οι οποίες ανήκουν και διοικούνται από τα ίδια πρόσωπα και έχουν την ίδια εγγεγραμμένη διεύθυνση. Οι τελικοί δικαιούχοι τους και τα πρόσωπα που τις διοικούν είναι οι κκ. XXX Τέκλος, XXX Γεωργίου και XXX Αργυρού. Περί τον Δεκέμβριο του 2010 ξεκίνησε να συνεργάζεται με τις Εναγόμενες μέσω επαφής που είχε με τους διευθυντές τους, οι οποίοι είναι λογιστές και αναζητούσαν δικηγόρο για να εγγράφει εταιρείες, καθ' ότι οι ίδιοι δεν είχαν αυτό το δικαίωμα στη βάση της νομοθεσίας. Η βάση της συνεργασίας τους ήταν ότι οι Εναγόμενες θα παρείχαν διοικητικές και/ή λογιστικές και/ή ελεγκτικές υπηρεσίες σε πελάτες του με το ανάλογο αντίτιμο να καταβάλλεται στον ίδιο. Η μεταξύ τους συμφωνία συνομολογήθηκε εν μέρει γραπτώς, κυρίως μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και εν μέρει προφορικά, από τις διάφορες παραστάσεις και από τη συμπεριφορά των μερών. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο παρέμενε εξωτερικός συνεργάτης των Εναγομένων. Ήταν, μεταξύ άλλων, ουσιώδεις όροι της μεταξύ τους συμφωνίας ότι οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των πελατών του και των Εναγομένων, τουλάχιστον στο βαθμό που αφορούσε νομικές και διοικητικές υπηρεσίες, θα υπογραφόταν από τις Εναγόμενες εκ μέρους του και ο ίδιος θα παρέμενε ο δικαιούχος και ο συμβαλλόμενος σ' αυτές. Οι πελάτες αυτοί θα παρέμεναν πελάτες του. Οι Εναγόμενες ήταν υποχρεωμένες να τον ενημερώνουν για οποιαδήποτε αιτήματα των πελατών για αγορά νομικών και/ή δικηγορικών υπηρεσιών και για τέτοιου είδους υπηρεσίες θα εισέπραττε το 100% της αμοιβής, οι δε Εναγόμενες ουδέν ποσό θα λάμβαναν. Για τις λογιστικές/ελεγκτικές υπηρεσίες που πρόσφεραν οι Εναγόμενες στους πελάτες θα δικαιούτο ποσοστό 40% της αμοιβής (από το 2014), ενώ στην περίπτωση που ο πελάτης αγόραζε όλες τις υπηρεσίες που πρόσφεραν οι Εναγόμενες, δηλαδή και διοικητικές υπηρεσίες, το ποσοστό αυξανόταν σε 50%. Τα ανωτέρω ποσοστά θα του πληρώνονταν κάθε φορά που πελάτης του αγόραζε ή/και ανανέωνε τις υπηρεσίες του μέσω των Εναγομένων. Προς τήρηση και επίβλεψη των ανωτέρω, οι Εναγόμενες υποχρεούντο και του έστελναν ανά τακτά χρονικά διαστήματα αναλυτικές καταστάσεις με τις υπηρεσίες και πληρωμές που γίνονταν από τους πελάτες του με συγκεκριμένη ένδειξη για τα δικά του ποσοστά. Δεν υπήρχε δικαίωμα μονομερούς τερματισμού της μεταξύ τους συμφωνίας και ο μοναδικός τρόπος διαφοροποίησης ή τερματισμού της ήταν νέα συμφωνία των μερών ή η μη ανανέωση της παροχής υπηρεσιών από κάποιο πελάτη, οπόταν και έληγε το αντικείμενο της σύμβασης όσον αφορά τον συγκεκριμένο πελάτη. Σύμφωνα με τις πληρωμές που του έκαναν οι Εναγόμενες, μέχρι και τον Μάϊο του 2019 οι πελάτες για τους οποίους δικαιούτο σε πληρωμή ανέρχονταν στους 74, καταγράφονται δε σε σχετικό κατάλογο τον οποίο παρουσιάζει με την ένορκη δήλωση του (Τεκμήριο 7). Για σκοπούς καλύτερου συντονισμού της μεταξύ τους συνεργασίας, το 2013 συμφωνήθηκε όπως εμπορεύεται με την εμπορική επωνυμία LSTS Taxoptimus. Ξεκίνησε τότε να συστήνεται στους νέους και δυνητικούς του πελάτες με την εν λόγω εμπορική επωνυμία και δημιούργησαν τόσο έντυπο όσο και ψηφιακό υλικό προς αυτή την κατεύθυνση. Κατά το 2015 αποφάσισε να εγγράψει επ' ονόματι του την ανωτέρω εμπορική επωνυμία, απόφαση για την οποία ενημέρωσε τους διευθυντές των Εναγομένων, οι οποίοι δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε διαφωνία. Κατά το 2015 κάποιος XXX Γεωργίου, με τον οποίο συνεργαζόταν για την ανάπτυξη της ταυτότητας της εμπορικής του επωνυμίας σε διάφορες διαδικτυακές πλατφόρμες, την οικειοποιήθηκε και αρνήθηκε να του δώσει πρόσβαση στις ανωτέρω διαδικτυακές πλατφόρμες. Κινήθηκε δικαστικά εναντίον του για να ανακτήσει τα διαδικτυακά εργαλεία της εμπορικής του επωνυμίας, καταχωρώντας αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στο πλαίσιο της οποίας πέτυχε την έκδοση μονομερούς διατάγματος το οποίο διέτασσε το ως άνω πρόσωπο να του παραδώσει όλους τους κωδικούς των διαδικτυακών εργαλείων που σχετίζονται με την εμπορική του επωνυμία. Οι Εναγόμενες και οι διευθυντές τους ήταν πλήρως ενήμεροι για τα γεγονότα της ανωτέρω υπόθεσης και ουδέποτε εξέφρασαν την αντίθεση τους στα διαβήματα του. Στις 16.7.2015 τους απέστειλε το μονομερές διάταγμα το οποίο εκδόθηκε προς όφελος του. Από τη στιγμή της δημιουργίας της ανωτέρω εμπορικής επωνυμίας, ξεκίνησαν να παρουσιάζονται στους πελάτες του με αυτή και οι Εναγόμενες την χρησιμοποιούσαν τόσο σε πραγματικό υλικό (επιστολόχαρτα, φακέλους κλπ) όσο και σε ψηφιακό, όπως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπέγραφαν δε την αλληλογραφία με τους πελάτες του χρησιμοποιώντας την εμπορική του επωνυμία. Περί τον Φεβρουάριο του 2019 ενημέρωσε τους διευθυντές των Εναγομένων για την πρόθεση του να ιδρύσει δική του δικηγορική εταιρεία, μέσω της οποίας θα μπορούσε να παρέχει ο ίδιος διοικητικές υπηρεσίες. Μετά την ως άνω γνωστοποίηση, οι σχέσεις του με τους διευθυντές των Εναγομένων άρχισαν να χειροτερεύουν αισθητά. Συναντήθηκε πολλές φορές μαζί τους, πάντα μετά από δική του προτροπή, για να συζητήσουν αριθμό θεμάτων με απώτερο σκοπό να συμφωνηθεί η πορεία της συνεργασίας τους. Η εν λόγω διαδικασία διήρκεσε περίπου τρεις μήνες χωρίς αποτέλεσμα και, επειδή δεν είχε άλλη επιλογή, τους απέστειλε επιστολή μέσω των δικηγόρων του ημερ. 21.5.2019 με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, να καθοριστεί συνάντηση μεταξύ τους προς επίλυση όλων των θεμάτων που αφορούσαν το μέλλον της συνεργασίας τους. Αντί απάντησης και καθορισμού ημερομηνίας συνάντησης, οι Εναγόμενες στις 29.5.2019 με ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου τους, έδωσαν ρητή ειδοποίηση τερματισμού των πληρωμών που του όφειλαν στη βάση της μεταξύ τους συνεργασίας. Έκτοτε σταμάτησαν να του πληρώνουν τα ποσοστά τα οποία δικαιούτο και να τον ενημερώνουν για τις χρεώσεις και τις πληρωμές των πελατών του. Επιπλέον ενημέρωσαν κακόβουλα τους πελάτες του ότι αποχώρησε από τις Εναγόμενες. Από τον καιρό που σταμάτησαν τη συνεργασία τους, οι Εναγόμενες οικειοποιήθηκαν την ιστοσελίδα και τα προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που έφεραν την εμπορική του επωνυμία, κάτι το οποίο συνεχίζουν να κάμνουν. Προσπάθησε να προσεγγίσει τις Εναγόμενες για εξωδικαστηριακή διευθέτηση των διαφορών τους, αλλά πάντοτε τις εύρισκε αρνητικές και αδιάλλακτες. Για όσο καιρό προσπαθούσε να εξευρεθεί εξωδικαστηριακή διευθέτηση, ως ένδειξη καλής θέλησης, δεν χρησιμοποιούσε την εμπορική του επωνυμία. Όταν όμως αντιλήφθηκε ότι οι Εναγόμενες δεν είχαν τέτοια πρόθεση, ξεκίνησε να εμπορεύεται με αυτή. Ζήτησε επίσης από τους διευθυντές των Εναγομένων να σταματήσουν τη χρήση της και να ενημερώσουν σχετικά τους υπαλλήλους τους, οι οποίοι σε διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρουσιάζονταν ως υπάλληλοι της εμπορικής του επωνυμίας, παραπλανώντας τους πελάτες, συνεργάτες και επαγγελματικές του επαφές. Κάποιες εβδομάδες αργότερα ο δικηγόρος του παρέλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου των Εναγομένων με το οποίο τον απείλησαν να σταματήσει να χρησιμοποιεί την εμπορική του επωνυμία. Η ύπαρξη δύο ταυτόσημων εμπορικών ταυτοτήτων αποδυναμώνει την κάθε μία και της αφήνει ανενεργές και μη αποτελεσματικές. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι δεν θα μπορεί να λειτουργεί κανονικά και να εμπορεύεται με την εμπορική επωνυμία με την οποία εμπορευόταν όλα αυτά τα χρόνια. Επίσης οι Εναγόμενες θα αφεθούν να εμπορεύονται με τη δική του επωνυμία, κάτι το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζεται η ζημιά του. Μετά από σχετική έρευνα που έκαμε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, διαπίστωσε ότι οι Εναγόμενες διατηρούν ακόμα ως πελάτες τους όλους σχεδόν τους πελάτες του και συνεχίζουν να τους παρέχουν υπηρεσίες για τις οποίες δικαιούται τα συμφωνηθέντα ποσοστά. Οι Εναγόμενες πλουτίζουν αδικαιολόγητα και αθέμητα αφού οικειοποιούνται ποσά από τις χρεώσεις προς τους πελάτες του, τα οποία σε κάθε περίπτωση προορίζονταν για τον ίδιο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για τη ρύθμιση της μεταξύ τους διαφοράς, εκτός από το διορισμό δικαστικού παραλήπτη, ο οποίος θα έχει τις εξουσίες να ενημερώνεται για τους πελάτες που αναφέρονται στην κατάσταση που παρουσιάζει και να διασφαλίζει σε ανεξάρτητο τραπεζικό λογαριασμό τα χρήματα που του αναλογούν. Χωρίς το διορισμό του δεν θα μπορεί να λαμβάνει την αναγκαία πληροφόρηση για την παροχή υπηρεσιών στους πελάτες του από τις Εναγόμενες. Σε αντίθετη περίπτωση, τα ποσά τα οποία δικαιούται θα αναμιχθούν με τα υπόλοιπα χρήματα των Εναγομένων και θα χρησιμοποιηθούν για να καλύψουν λειτουργικές και άλλες ανάγκες τους. Επιπρόσθετα, θα μπορούσαν να πληρωθούν μερίσματα σε περίπτωση που υπάρχουν πλεονάσματα με αποτέλεσμα τα χρήματα του να χαθούν. Περαιτέρω, οι Εναγόμενες θα μπορούν ανά πάσα στιγμή να μεταφέρουν σε άλλες συνδεδεμένες με αυτές εταιρείες, τα χρήματα που του αναλογούν. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ/ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Οι Εναγόμενες με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρησαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  8. Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από την ορθή νομική βάση και τα γεγονότα που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ελλιπή, ανεπαρκή και/ή παραπλανητικά.
  9. Τα αιτούμενα προς έκδοση προσωρινά διατάγματα είναι γενικά και/ή ασαφή και/ή αόριστα και δεν συνάδουν και/ή δεν υποστηρίζονται και/ή έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και/ή δεν είναι ευκρινώς διατυπωμένα και/ή δεν παρέχουν σαφώς τα πλαίσια λειτουργίας τους και/ή τις ενέργειες και/ή πράξεις που θα διατάσσονται να λάβουν και/ή να απόσχουν.
  10. Ο Αιτητής δεν έχει προβάλει και/ή αποδείξει οποιαδήποτε εύλογη αιτία η οποία να δικαιολογεί την έκδοση των αϊτούμενών Διαταγμάτων και/ή θεραπειών.
  11. Τα υπό κρίση αιτητικά σε σχέση με το διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη δεν είναι συνδεδεμένα και/ή συναφή και/ή συμπληρωματικά και/ή υποβοηθητικά των διαταγμάτων Α και Β της Αίτησης ημ. 19/10/2020 και/ή με διάταγμα παγοποίησης καθότι κάτι τέτοιο δεν επιζητείται από τον Αιτητή και/ή σε κάθε περίπτωση με οποιασδήποτε απαγορευτικά και/ή προστακτικά διατάγματα.
  12. Οι λόγοι και τα γεγονότα που προβάλλει ο Αιτητής προς υποστήριξη των διαταγμάτων που αφορούν την εμπορική επωνυμία LSTS Taxoptimus (Αιτητικά Α και Β) ως επίσης και τον διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη δεν είναι ικανοποιητικοί και/ή δεν δικαιολογούν υπό τις περιστάσεις την έγκριση της Αίτησης.
  13. Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει συσσωρευτικά το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ή για τη διατήρηση τους σε ισχύ.
  14. Ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει και/ή αποδείξει και/ή αποκαλύψει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και/ή παρεμπόδισης ικανοποίησης τυχόν απόφασης εκδοθεί υπέρ του και πως προσβάλλονται τα δικαιώματα του.
  15. Δεν υφίστανται και/ή δεν αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την Αίτηση εξαιρετικές περιστάσεις και/ή κίνδυνος και/ή ενδεχόμενο η αγωγή να μείνει χωρίς αντίκρισμα.
  16. Ο Αιτητής μέσα από την ένορκη του δήλωση προσπαθεί να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο καθότι παρουσιάζει ανακριβείς και/ή αναληθείς λεπτομέρειες και πληροφορίες σε σχέση με τις δήθεν πρόσφατες προσπάθειες των Καθ' ων η Αίτηση να αιτηθούν νέα ονόματα εταιρειών που εμπεριέχουν την επωνυμία GAT ως επίσης και στο ότι η Καθ' ης η Αίτηση 5 ανάρτησε δήθεν νέα ιστοσελίδα.
  17. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν οποιοδήποτε έννομο δικαίωμα να απαιτήσουν και/ή εξαναγκάσουν υπαλληλικό τους προσωπικό και/ή συνεργάτες και/ή αξιωματούχους τους από του να πάψουν να χρησιμοποιούν και/ή προωθούν, σε προσωπική βάση, την εμπορική επωνυμία LSTS Taxoptimus.
  18. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται και/ή εμποδίζεται και/ή κωλύεται από του να επιζητεί απαγορευτικό και προστακτικό διάταγμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση μέσω των ενεργειών και/ή πράξεων των υπαλλήλων και/ή αξιωματούχων και/ή αντιπροσώπων τους. 1
  19. Ο Αιτητής έχει επιδείξει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην διεκδίκηση των αξιούμενων αιτητικών.
  20. Ο Αιτητής απέτυχε να επιδείξει οποιαδήποτε μεταβολή συνθηκών και/ή καταστάσεων από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης ημ. 19/10/
  21. Οι Καθ' ων η Αίτηση, από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι και σήμερα, δεν έχουν λάβει οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή δεν έχουν χρησιμοποιήσει και/ή προωθήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή μέσο την Εμπορική Επωνυμία και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν έχει επιδείξει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  22. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν επέμβει και/ή παρέμβει καθ' οιονδήποτε χρόνο και τρόπο στην χρήση και/ή προώθηση, είτε σε ψηφιακή είτε σε πραγματική μορφή, της Εμπορικής Επωνυμίας.
  23. Το αιτούμενα προς έκδοση διατάγματα είναι καταπιεστικά και/ή δυσανάλογα και/ή καταχρηστικά και προκαλούν αδικία και/ή καταπίεση και/ή εξαναγκασμό στους Καθ' ων η Αίτηση και/ή τείνουν προς αποκλεισμό των συμφερόντων των τελευταίων και εμποδίζουν την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών και/ή παραβλάπτουν τα επιχειρηματικά συμφέροντα τους.
  24. Ο Αιτητής απέτυχε να στοιχειοθετήσει εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) και/ή να ανταποκριθεί στον υψηλό βαθμό βεβαιότητας (high degree of certainty) που απαιτούν τέτοιας φύσης διατάγματα.
  25. Ο Αιτητής παρέλειψε να προνοήσει και αναγράψει ποιος θα είναι υπόλογος για τα έξοδα του Ενδιάμεσου Παραλήπτη / Διαχειριστή και δεν παρουσίασε στοιχεία για να υποδείξει την καταλληλότητα του τελευταίου.
  26. Ο Αιτητής μέσω της Αιτήσεως του προσπαθεί να εξαναγκάσει και/ή να ασκήσει πίεση στους Καθ' ων η Αίτηση προς το σκοπό διευθέτησης της υπόθεσης και/ή με απώτερο στόχο να ασκήσει αθέμιτο ανταγωνισμό και/ή να παραπλανήσει τους πελάτες των Καθ' ων η Αίτηση και/ή σε αυτούς που αναγράφονται στο Παράρτημα Α της υπό εκδίκαση Αίτησης, ζημιώνοντας και/ή δυσφημίζοντας τους Καθ' ων η Αίτηση, όπως έπραξε και στο παρελθόν και/ή ενόσω εκκρεμούσε η παρούσα Αγωγή, τόσο προσωπικά όσο και μέσω της συνδεδεμένης εταιρείας John Joannides & Co LLC.
  27. Ο κίνδυνος δεν μπορεί αντικειμενικά να κριθεί ως υπαρκτός και ουδεμία περιπλοκότητα υπάρχει στα γεγονότα της υπόθεσης ως επίσης και ουδεμία παράβαση στα δικαιώματα του Αιτητή.
  28. Ο Αιτητής κωλύεται από το να εξαιτείται τα διατάγματα Α) και Β) λόγω δεδικασμένου και/ή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εν συναρτήσει με την εκδίκαση της Μονομερούς Αίτησης ημ. 18/06/2019 και την Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ημ. 31/08/2020 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.
  29. Το Σεβαστό Δικαστήριο στα πλαίσια της εκδίκασης της Μονομερούς Αίτησης ημ. 18/06/2019 εξέτασε και έκρινε επί των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 αλλά και της ουσίας των ζητημάτων που εγείρονταν σε αυτά με αποτέλεσμα να κωλύεται να εξετάσει και να ενασχοληθεί με την παρούσα Αίτηση καθότι περαιτέρω δεν έχουν αποκαλυφθεί νέα δεδομένα ή νέα στοιχεία από την πλευρά του Αιτητή. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXX Τέκλου, διευθυντή και μετόχου των Εναγομένων 1, 2 και 4, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενες ανήκουν στον Όμιλο εταιρειών «LSTS Group». Περί το έτος 2010, ο Αιτητής τους συστήθηκε ως εξειδικευμένος δικηγόρος σε ότι αφορά την εφαρμογή των προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου. Στις συζητήσεις που ακολούθησαν, εξέφρασαν την πρόθεση τους να συνεργαστούν μαζί του, με απώτερο σκοπό να ενταχθεί στην ομάδα τους και γενικότερα στον Όμιλο LSTS. Η συμφωνία και συνάμα η συνεργασία των Εναγομένων με τον Αιτητή ξεκίνησε περί τα τέλη του
  30. Απώτερος σκοπός της συμφωνίας ήταν οι Εναγόμενες να προσφέρουν σε πελάτες που θα τους σύστηνε ο Αιτητής διάφορες υπηρεσίες, όπως διοικητικές, διαχειριστικές, λογιστικές, φορολογικές. Ήταν ξεκάθαρος όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ότι ο Αιτητής θα ενεργούσε στα πλαίσια των εργασιακών του καθηκόντων ως επικεφαλής του νομικού τμήματος του Ομίλου LSTS και οποιουσδήποτε εν δυνάμει πελάτες σύστηνε στις Εναγόμενες, θα θεωρούνταν πελάτες των Εναγομένων ή κάποιας εξ' αυτών, ανάλογα με τις υπηρεσίες που θα παράσχονταν. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που ο Αιτητής είχε αίτημα από οποιονδήποτε εν δυνάμει πελάτη, ο οποίος ενδιαφερόταν για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν οι Εναγόμενες, το προωθούσε στο διοικητικό συμβούλιο των Εναγομένων, το οποίο αναλάμβανε είτε να συναντηθεί είτε να επικοινωνήσει απευθείας με τον εν δυνάμει πελάτη, πολλές φορές στην παρουσία και του Αιτητή και, κατόπιν συζήτησης και διαβούλευσης, αποφασίζετο κατά πόσο θα παρείχαν οποιαδήποτε υπηρεσία στον εν λόγω πελάτη. Αφού κατέληγαν στα πιο πάνω, προσδιόριζαν αμέσως ποια από τις Εναγόμενες θα τον χειριζόταν, ανάλογα με τη φύση των υπηρεσιών που θα του προσφέρονταν, ακολούθως δε διευθετείτο η υπογραφή συμφωνίας δέσμευσης με τον πελάτη και τη συγκεκριμένη Εναγόμενη. Ουδεμία συνεννόηση υπήρξε οποτεδήποτε μεταξύ των διαδίκων ότι ο Αιτητής θα παρέμενε ο δικαιούχος και συμβαλλόμενος στις εν λόγω συμβάσεις, όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του. Περί το τέλος του 2010 που τέθηκε σε ισχύ η μεταξύ τους συμφωνία, οι Εναγόμενες δημιούργησαν εταιρικούς λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails) για σκοπούς χρήσης τους από τον Αιτητή κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του. Συγκεκριμένα, το 2011 δημιουργήθηκε το email ΧΧΧΧΧ@Istsconsultants.com και ακολούθως το 2013 δημιουργήθηκαν τα XXXXX@Ists.com.cy και XXXXX@Ists.com.cy, τα οποία ήταν κοινά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Περαιτέρω οι Εναγόμενες προχώρησαν στην εκτύπωση επαγγελματικών καρτών του Αιτητή, καθώς και στη δημιουργία ηλεκτρονικής υπογραφής. Τόσο οι επαγγελματικές κάρτες όσο και η ηλεκτρονική υπογραφή παρουσίαζαν το λογότυπο του Ομίλου LSTS το οποίο είναι καταχωρημένο και εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγόμενης
  31. Αναφορικά με την κατάσταση την οποία παρουσιάζει ο Αιτητής με τις 68 συνολικά εταιρείες, πράγματι η συγκεκριμένη κατάσταση παραδόθηκε στον Αιτητή από το συνάδελφο του XXX Αργυρού, όμως πολλά από τα χρηματικά ποσά (αμοιβές) που αναγράφονται σε αυτή ήταν υπό διαπραγμάτευση με τους πελάτες και υπήρξαν περιπτώσεις που οι πελάτες δεν προχώρησαν στην λήψη των υπηρεσιών. Περαιτέρω, πράγματι η συμφωνία τους με τον Αιτητή ήταν ότι οι πληρωμές προς αυτόν θα ήταν επαναλαμβανόμενες, όμως σε καμιά περίπτωση η συμφωνία τους ήταν αορίστου χρόνου και για όση περίοδο οι Εναγόμενες τιμολογούσαν τους πελάτες, όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο Αιτητής. Η μεταξύ τους συμφωνία ήταν ότι η καταβολή αμοιβών προς τον Αιτητή θα συνεχιζόταν απρόσκοπτα με δεδομένο ότι πάντοτε θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του ομίλου και θα ασκούσε ανελλιπώς τα καθήκοντα του. Περί το 2012 ο Αιτητής τους σύστησε κάποιον XXX Γεωργίου, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα στον Όμιλο LSTS ως «corporate development manager». Τα καθήκοντα του κ. Γεωργίου περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία, διαχείριση και προώθηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης του Ομίλου LSTS ως επίσης τη διαχείριση και προώθηση της ιστοσελίδας του Ομίλου. Περί το έτος 2013 ο κ. Γεωργίου δημιούργησε, με τη συγκατάθεση των Εναγομένων, προφίλ και λογαριασμούς του Ομίλου LSTS στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τα ονόματα LSTS - Cyprus και LSTSCy και προστέθηκε ως διαχειριστής τόσο σε αυτά όσο και στην ιστοσελίδα του Ομίλου. Τον Απρίλιο του 2014 ο κ. Γεωργίου ανέλαβε τον επανασχεδιασμό της ταυτότητας του Ομίλου από LSTS - Cyprus σε LSTS Τaxoptimus. Κατόπιν αυτού τα προφίλ των λογαριασμών του Ομίλου LSTS άλλαξαν και μετονομάστηκαν σε LSTS Τaxoptimus, κάτι το οποίο έγινε με την ιστοσελίδα και τα ενημερωτικά δελτία του Ομίλου. Περί τα μέσα του 2015 ο κ. Γεωργίου αποχώρησε από το δυναμικό του Ομίλου LSTS και τη θέση του κατέλαβε ο Αιτητής, σε μια προσπάθεια να προσελκύσει περισσότερους πελάτες. Ο Αιτητής απέκτησε πρόσβαση στους λογαριασμούς του Ομίλου, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και προωθούσε αυτούς σε κανονική βάση. Στα αρχικά στάδια της συνεργασίας τους με τον Αιτητή, ουδέποτε αναφέρθηκε ή τέθηκε στο τραπέζι η επωνυμία LSTS Τaxoptimus, παρά μόνο περί τις αρχές του 2014 οπόταν οι διάδικοι με τον κ. Γεωργίου αποφάσισαν όπως ο Όμιλος LSTS αρχίσει να εμπορεύεται υπό τη συγκεκριμένη επωνυμία, καθότι ήταν αρκετά πιο ελκυστική. Λόγω της άψογης συνεργασίας που είχαν μέχρι τότε με τον Αιτητή, αποφάσισαν όπως προβούν σε επανασχεδιασμό της ταυτότητας και εικόνας του Ομίλου, έτσι ώστε να εντάξουν την ανωτέρω επωνυμία στο όνομα του Ομίλου καθώς και στην ιστοσελίδα, όπως και στα διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κατόπιν αυτού, τα προφίλ των λογαριασμών του ομίλου άλλαξαν και μετονομάστηκαν σε LSTS Τaxoptimus, κάτι το οποίο έγινε και με την ιστοσελίδα του Ομίλου. Ο Αιτητής πράγματι ενέγραψε την ανωτέρω εμπορική επωνυμία στο όνομα του, αυτό όμως δεν έγινε για σκοπούς καλύτερου συντονισμού και διαχείρισης της ιστοσελίδας που διατηρούσαν από κοινού οι διάδικοι, όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του. Ουδέποτε ενημερώθηκαν για την ανωτέρω εγγραφή μέχρι και την αποχώρηση του Αιτητή από το δυναμικό του Ομίλου. Επιπλέον, ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην ανωτέρω εγγραφή, η οποία αποκρύφθηκε τεχνηέντως από τον Αιτητή. Λόγω διαφωνίας που προέκυψε μεταξύ του Αιτητή και του κ. Γεωργίου, ο τελευταίος κατά την αποχώρηση του από τις Εναγόμενες απέκοψε την πρόσβαση του Αιτητή στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθώς και στην ιστοσελίδα του Ομίλου. Ο Αιτητής απολογήθηκε στους διευθυντές των Εναγομένων για την όλη ταλαιπωρία που τους είχε προκαλέσει, αφού ήταν ο ίδιος που σύστησε τον κ. Γεωργίου σ' αυτούς. Όπως διαφάνηκε αργότερα, ο Αιτητής εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα ημερ. 14.7.2015, εναντίον του κ. Γεωργίου στη βάση του οποίου ο τελευταίος διατασσόταν όπως, μεταξύ άλλων, του παραδώσει τους κωδικούς πρόσβασης του στο διαδίκτυο. Ο Αιτητής του απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το εξασφαλισθέν από αυτόν διάταγμα, μεταφρασμένο στα αγγλικά, ώστε να προωθηθεί στις απαραίτητες υπηρεσίες με σκοπό την ανάκτηση των κωδικών. Ο λόγος για τον οποίο οι Εναγόμενες δεν αναμίχθηκαν στην ως άνω διαφορά ήταν διότι τους το ζήτησε ο ίδιος ο Αιτητής, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι θα διευθετούσε το όλο θέμα, αφού ένιωθε προδομένος, κάτι στο οποίο δεν έφεραν ένσταση. Περί τον Φεβρουάριο 2019, ο Αιτητής τους ενημέρωσε για τη πρόθεση του να ιδρύσει δικηγορική εταιρεία, η οποία θα παρείχε διοικητικές υπηρεσίες, κάτι το οποίο τους εξέπληξε και συνάμα τους στενοχώρησε. Λόγω της πολυετούς και στενής συνεργασίας που είχαν, συναντήθηκαν με τον Αιτητή προκειμένου να εξευρεθεί η χρυσή τομή για διατήρηση και συνέχιση της συνεργασίας τους, ωστόσο αυτό κατέστη αδύνατο αφού η πρόθεση και η επιθυμία του Αιτητή ήταν να ασκήσει ανταγωνιστικές με τις Εναγόμενες υπηρεσίες. Στις 21.5.2019 ο δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ενημέρωνε τους διευθυντές των Εναγομένων ότι ο Αιτητής έπαυσε να είναι συνεργάτης τους και ότι η επιθυμία του ήταν να λειτουργήσει δικό του δικηγορικό γραφείο. Στις 29.5.2019 οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν απαντητική επιστολή προς τον δικηγόρο του Αιτητή με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητήθηκε όπως ο Αιτητής απέχει από οποιεσδήποτε ενέργειες που αποσκοπούν στην προσέλκυση, άγρα και επικοινωνία με οποιουσδήποτε πελάτες του Ομίλου LSTS, απέχει από τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και υπογράψει εντός καθορισμένης προθεσμίας σχετική δήλωση για μεταβίβαση της ανωτέρω εμπορικής επωνυμίας στις Εναγόμενες. Σε απάντηση της ανωτέρω επιστολής, ο δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με συνημμένη επιστολή στην οποία γινόταν μνεία, μεταξύ άλλων, για ξεκάθαρη ιδιοκτησία της εμπορικής επωνυμίας από τον πελάτη του. Ουδεμία οφειλή των Εναγομένων υπάρχει προς τον Αιτητή. Ο Αιτητής τερμάτισε μονομερώς τη συνεργασία του με τις Εναγόμενες, καθιστώντας, κατ' αυτό τον τρόπο, αδύνατη την περαιτέρω λήψη τυχόν αμοιβών από τις υπηρεσίες που παρείχαν οι Εναγόμενες σε πελάτες που ο Αιτητής είχε συστήσει. Κανένα εμπίστευμα δημιουργήθηκε προς όφελος του Αιτητή, όπως αναληθώς ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7 και 9 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.48, θ.1, 2, 3, 8 και
  32. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Αιτητή (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, έχοντας ιδιαίτερα κατά νου ότι μέρος των λόγων Ένστασης εστιάζεται στην μη ικανοποίηση τους. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 162). Από την Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων διαφαίνονται ως αιτίες αγωγής τους η παράβαση συμφωνίας, το εξυπακουόμενο εμπίστευμα (implied trust), το καταληκτικό εμπίστευμα (resulting trust), το εξ' επαγωγής εμπίστευμα (constructive trust), η ιδιοποίηση χρημάτων (conversion) καθώς και ο αθέμιτος ανταγωνισμός (passing off). Με βάση τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων εμπεριέχει αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και, κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα, Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017). Προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32. Όπως πολύ ορθά επισημαίνεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή, τα αιτούμενα διατάγματα διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Τα υπό Α και Β της Αίτησης διατάγματα αφορούν τη χρήση από τις Εναγόμενες της εμπορικής επωνυμίας LSTS Τaxoptimus, ζητείται δε συγκεκριμένα όπως απαγορευθεί στις Εναγόμενες να τη χρησιμοποιούν σε οποιαδήποτε ψηφιακή και πραγματική μορφή. Τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα αφορούν το διορισμό προσωρινού παραλήπτη με περιορισμένες εξουσίες και συγκεκριμένο σκοπό. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία των αιτούμενων διαταγμάτων, από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών, διαφαίνεται ότι αποτελεί γεγονός αδιαμφισβήτητο το ότι ο Αιτητής περί το έτος 2015 ενέγραψε επ' ονόματι του την εμπορική επωνυμία LSTS Τaxoptimus. Υπάρχει διαφωνία όμως ως προς το κατά πόσο η εν λόγω επωνυμία ενεγράφη από τον Αιτητή με τη συγκατάθεση και εν γνώση των Εναγομένων, ισχυρισμό τον οποίο προβάλλει ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του. Το ζήτημα αυτό φυσικά δεν μπορεί να επιλυθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας για το λόγο ότι απαιτείται η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η διατύπωση ευρημάτων, έργο το οποίο δεν επιτελείται από το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό (Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1 (Β) Α.Α.Δ. 1665). Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι αν δεν απαγορευθεί στις Εναγόμενες να χρησιμοποιούν την εμπορική του επωνυμία θα συνεχίσουν να υπάρχουν δύο ταυτόσημες LSTS Τaxoptimus, κάτι το οποίο ενδεχομένως να δημιουργήσει σύγχυση στους πελάτες, στις επαγγελματικές του επαφές και στους δυνητικούς πελάτες, στην ουσία δε η ύπαρξη δυο ταυτόσημων εμπορικών ταυτοτήτων αποδυναμώνει την κάθε μια και τις αφήνει ανενεργές και μη αποτελεσματικές. Στην ουσία ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενες διαπράττουν το αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού (passing off) το οποίο περιγράφεται στο Άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Το άρθρο αυτό έχει ως ακολούθως: «Πρόσωπo τo oπoίo απoμιμoύμεvo τηv επωvυμία, τo χαρακτηρισμό, τo σήμα ή τηv επιγραφή αγαθώv ή άλλως πως, πρoκαλεί ή απoπειράται vα πρoκαλέσει ώστε oπoιαδήπoτε αγαθά vα εκληφθoύv ως αγαθά άλλoυ πρoσώπoυ, με τρόπo o oπoίoς εvδέχεται vα oδηγήσει συvήθη αγoραστή στηv πεπoίθηση ότι αγoράζει αγαθά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ: Νoείται ότι καvέvας δεv διαπράττει αστικό αδίκημα για μόvo τo λόγo ότι χρησιμoπoιεί τη δική τoυ επωvυμία σε σχέση με τηv πώληση αγαθώv.» Στο Σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο» του Π.Γ. Πολυβίου, σελίδα 773, με αναφορά στην υπόθεση Demades Overseas Ltd v. Studio MA.ST Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799, περιγράφονται τα συστατικά και απαραίτητα στοιχεία αξίωσης για αθέμιτο ανταγωνισμό, τα οποία είναι τα ακόλουθα: «
(1)Ψευδής παράσταση,
(2)που έγινε από έμπορο στη διάρκεια διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών,
(3)σε μελλοντικούς πελάτες του ή σε εκείνους που τελικά θα καταλήξουν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που παρέχονται από τον ίδιο,
(4)η οποία στοχεύει στο να επηρεάσει την επιχείρηση ή εμπορική εύνοια άλλου εμπόρου (με το νόημα ότι αυτή είναι μια εύλογα προβλεπτή συνέπεια), και
(5)η οποία προκαλεί πραγματική ζημιά στην επιχείρηση ή εμπορική εύνοια του εμπόρου ο οποίος εγείρει την αγωγή ή (στην περίπτωση προληπτικής αγωγής) πιθανόν να προκαλέσει». Περαιτέρω στην υπόθεση CTO Public Company Ltd κ.ά. ν. BAT (Cyprus) Ltd κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 178, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ουσία του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού (ή συναγωνισμού) είναι ότι απαγορεύεται η πώληση αγαθών ή η άσκηση επιχείρησης και η διεξαγωγή των εργασιών κάποιου προσώπου, χρησιμοποιώντας όνομα, επωνυμία, σήμα, περιγραφή ή άλλο τρόπο, έτσι ώστε να παραπλανεί το (καταναλωτικό) κοινό, δημιουργώντας του την (λανθασμένη) εντύπωση ότι τα αγαθά ή η επιχείρησή του είναι εκείνα κάποιου άλλου προσώπου. Είναι αρκετό να αποδειχθεί η ψευδής παράσταση και η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς και δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πραγματική εξαπάτηση». Στην προκείμενη περίπτωση, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, οι Εναγόμενες καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τον Αιτητή, εμπορεύονταν με την εμπορική επωνυμία LSTS Τaxoptimus με τη συγκατάθεση του Αιτητή. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο ίδιος ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι από τη στιγμή της δημιουργίας της ως άνω επωνυμίας, την οποία τοποθετεί χρονικά περί το 2013, ξεκίνησαν (με τις Εναγόμενες) να παρουσιάζονται στους πελάτες του με αυτήν, οι δε Εναγόμενες τη χρησιμοποιούσαν σε πραγματικό υλικό, αλλά και σε ψηφιακό υλικό, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, περαιτέρω δε υπέγραφαν την αλληλογραφία με αυτήν. Όπως επίσης ισχυρίζεται ο Αιτητής, με τη διακοπή της συνεργασίας τους με τις Εναγόμενες, αυτές συνέχισαν να χρησιμοποιούν την εμπορική του επωνυμία στις συναλλαγές τους με τους πελάτες του. Οι Εναγόμενες από πλευράς τους ισχυρίζονται, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Τέκλου, ότι η υπό αναφορά εμπορική επωνυμία ήταν δημιούργημα του Ομίλου LSTS στον οποίο υπάγονται, γι' αυτό προστέθηκε και στην ιστοσελίδα του Ομίλου. Παρά το ότι ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι ξεκίνησε να εμπορεύεται και να συστήνεται στους νέους και δυνητικούς του πελάτες με την ως άνω εμπορική επωνυμία από το 2013, εντούτοις δεν υπάρχει μια σαφής περιγραφή του κύκλου των εργασιών του, πέραν φυσικά των πελατών τους οποίους σύστηνε στις Εναγόμενες στο πλαίσιο της συμφωνίας και συνεργασίας που υπήρξε μεταξύ τους. Παρά το ότι η εμπορική επωνυμία LSTS Τaxoptimus έχει εγγραφεί επ' ονόματι του, εντούτοις δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι αυτή έχει συνδεθεί με την επιχείρηση και τις εργασίες που ασκούσε, κατά τρόπο ώστε να υπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης των πελατών του. Η γενική και αόριστη αναφορά του Αιτητή ότι εμπορευόταν με αυτή από το 2013, κάθε άλλο παρά επαρκής ήταν. Ελλείπει ο επακριβής προσδιορισμός των εργασιών τις οποίες διεξήγαγε ο ίδιος με τη χρήση της ανωτέρω εμπορικής επωνυμίας και ταυτίστηκαν με αυτήν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί και η παραδοχή του Αιτητή ότι για όσο καιρό προσπαθούσε να επιλύσει τις διαφορές του με τις Εναγόμενες δεν χρησιμοποιούσε την ανωτέρω επωνυμία, χωρίς όμως να προσδιορίζει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο σταμάτησε να τη χρησιμοποιεί. Όπως συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην υπόθεση Demades Overseas Ltd v. Studio MA.ST Ltd (ανωτέρω): «Η φήμη είναι το πρώτο απαραίτητο χαρακτηριστικό το οποίο πρέπει να αποδείξει ο Αιτητής για να εγείρει αγωγή για αθέμιτο ανταγωνισμό. Συνοψίζεται με τις ακόλουθες λέξεις: "ότι το έμβλημα, όνομα ή άλλα χαρακτηριστικά πάνω στα οποία βασίζεται ο ενάγων είναι σε όλους καλώς γνωστά σε σχέση με μια επιχείρηση στην οποία έχει εμπορική εύνοια, ή με αγαθά που σχετίζονται με εκείνη την επιχείρηση και είναι διακριτικά εκείνων των αγαθών ή εκείνης της επιχείρησης"» Όσον αφορά τους πελάτες τους οποίους σύστηνε στις Εναγόμενες, αποτελεί ισχυρισμό του Αιτητή ότι ήταν όρος της συμφωνίας του με τις Εναγόμενες ότι αυτοί θα παρέμεναν δικοί του πελάτες, στις δε συμφωνίες μεταξύ Εναγόμενων και πελατών του παρέμενε δικαιούχος και συμβαλλόμενος σ' αυτές. Όπως συγκεκριμένα ισχυρίζεται, οι συμφωνίες υπογράφονταν από τις Εναγόμενες εκ μέρους του. Από πλευράς τους οι Εναγόμενες απορρίπτουν, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Τέκλου, την ανωτέρω θέση του Αιτητή και ισχυρίζονται ότι οι πελάτες τους οποίους τους σύστηνε στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας συνεργασίας θεωρούνταν δικοί τους πελάτες. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάγηκαν μεταξύ τους, στα οποία παραπέμπει ο Αιτητής προς υποστήριξη της ανωτέρω θέσης του (Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης του), κάθε άλλο παρά την υποστηρίζουν. Δεν διαφαίνεται σ' αυτά ότι συμφωνήθηκε τέτοιος όρος. Στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα γίνεται βασικά αναφορά στο ποσοστό το οποίο δικαιούτο να εισπράξει ο Αιτητής, το οποίο εξαρτάτο από το είδος των υπηρεσιών που θα προσφέρονταν από τις Εναγόμενες. Ισχυρίζεται ακόμα ο Αιτητής ότι, πέραν των ανωτέρω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, η συμφωνία συνεργασίας του με τις Εναγόμενες ήταν, εν μέρη, προφορική από τις διάφορες παραστάσεις και τη συμπεριφορά των μερών. Πρόκειται όμως για γενικόλογο και αόριστο ισχυρισμό αφού δεν διευκρινίζεται ποιες επακριβώς ήταν οι διάφορες παραστάσεις μεταξύ των μερών, από τις οποίες διαφαίνεται ότι οι πελάτες τους οποίους σύστηνε στις Εναγόμενες θα παρέμεναν δικοί του πελάτες. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω, η μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο Αιτητής, κάθε άλλο παρά καταδεικνύει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής του σε σχέση με το αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, με τη δεύτερη ενότητα των αιτούμενων διαταγμάτων, ο Αιτητής επιδιώκει το διορισμό προσωρινού παραλήπτη των Εναγομένων με περιορισμένες εξουσίες, συγκεκριμένα τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων, εισπράξεων, τιμολογήσεων και έλεγχο των συμφωνιών των πελατών των Εναγομένων, οι οποίοι καταγράφονται στο επισυνημμένο στην υπό εξέταση Αίτηση ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α». Στις παραγράφους Δ-Ζ της Αίτησης καταγράφονται οι επιπρόσθετες εξουσίες που θα πρέπει να ανατεθούν από το Δικαστήριο στον προσωρινό παραλήπτη. Στην ένορκη του δήλωση ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενες μετά το Μάϊο του 2019 κανένα ποσοστό του πλήρωσαν από τα ποσά τα οποία εισπράττουν από τους πελάτες του, τα οποία δικαιούται στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας συνεργασίας. Κατά τη θέση του, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για τη ρύθμιση της μεταξύ τους διαφοράς εκτός από το διορισμό προσωρινού παραλήπτη των Εναγομένων, ο οποίος θα έχει την εξουσία να ενημερώνεται για τους πελάτες του και να διασφαλίζει σε ανεξάρτητο τραπεζικό λογαριασμό (escrow) τα χρήματα που του αναλογούν. Χωρίς το διορισμό του δεν θα μπορεί να λαμβάνει την αναγκαία πληροφόρηση για την παροχή υπηρεσιών από τις Εναγόμενες στους πελάτες του, γεγονός που θα του αποστερήσει σημαντική πληροφόρηση την οποία θα μπορούσε να παρουσιάσει στην παρούσα διαδικασία για το σκοπό του υπολογισμού της ζημιάς του. Η εξουσία του δικαστηρίου για διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη πηγάζει από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο προνοεί επί λέξη τα ακόλουθα: «32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. .......................................... Το λεκτικό του ανωτέρω άρθρου καθιστά σαφές και ξεκάθαρο ότι τα κριτήρια για το διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη είναι διαφορετικά από τα κριτήρια που απαιτούνται για την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στην επιφύλαξη του ανωτέρω άρθρου καθορίζονται τα κριτήρια, άλλως οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, ο διορισμός του παραλήπτη γίνεται σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει τούτο «δίκαιο και πρόσφορο» χωρίς να απαιτείται και η συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1370, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελίδες 1379 και 1380 σε σχέση με το διορισμό παραλήπτη: «Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions, 8η έκδ. σελ. 112, παρ. 7.20, η εξουσία για το διορισμό παραλήπτη είναι συναφής και συνδεδεμένη με τα διατάγματα παγοποίησης τα λεγόμενα «freezing injunctions» ή ακόμη και υποκατάστατα τους, εκεί όπου χρειάζεται ο έλεγχος από ένα τρίτο πρόσωπο προς διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων. Δεν αποτελεί βεβαίως η εξουσία αυτή διορισμού παραλήπτη, σύνηθες φαινόμενο. Εδώ όμως είναι προφανές, όπως γίνεται αντιληπτό, ότι τα υπό κρίση διατάγματα με το διορισμό του ελεγκτή/λογιστή έχουν αυτό το σκοπό και είναι συναφή και συμπληρωματικά προς τα προηγηθέντα εκδοθέντα διατάγματα απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως. Λέγει ο κ. Βελάρης ότι έχουν εκδοθεί και τα παρόντα διατάγματα χωρίς να υπάρχει βάση αγωγής. Έχει όμως λεχθεί και στην προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 15.7.2010, ότι το Αρθρο 9 του Νόμου 101/87 δίνει αυτό το δικαίωμα, πριν ακόμη αρχίσει διεθνής διαιτητική διαδικασία, ενώ είναι φανερό από τα στοιχεία που έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ότι στην πορεία άρχισε και η διαιτητική διαδικασία στην Αγγλία. Περαιτέρω, όσον αφορά το Αρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, ναι μεν μπορεί να είναι ασύνηθες και σπανιότατο ή να μην έχει εκδοθεί προηγουμένως τέτοιο διάταγμα, αλλά είναι σαφές ότι το άρθρο δίνει δικαίωμα για διορισμό παραλήπτη, σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο, ακόμη και αν δεν αξιούται ή χορηγείται μετ' αυτού αποζημίωση ή άλλη θεραπεία. Στη δε απόφαση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, έγινε από τον Αρτεμίδη, Δ., όπως ήταν τότε, ανάλυση του ιστορικού των απαγορευτικών διαταγμάτων στην Αγγλία και στην Κύπρο, σημειώνοντας ότι στην Κύπρο δεν έγινε οποιαδήποτε παρέμβαση νομοθετική, αλλά αφέθηκαν τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που έλκουν από το Αρθρο
  1. Και ότι βάσει αυτής της ευρύτατης εξουσίας, το Δικαστήριο είναι δυνατό να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα που να περιλαμβάνει και τον διορισμό παραλήπτη, όπως εδώ, εάν αυτό κρίνεται πρόσφορο, ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.» Το απόσπασμα το οποίο έχω παραθέσει αμέσως πιο πάνω καθιστά εμφανές ότι ο διορισμός ενδιάμεσου παραλήπτη συνδέεται με διατάγματα παγοποίησης περιουσίας, αποσκοπεί δε στην υποβοήθηση της εφαρμογής τους, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Ακριβώς αυτό έγινε και στην πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή υπ' αριθμό 4418/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 25.1.2016 Βugaev v. Phoenix Pharmacy Ltd κ.ά., η οποία μνημονεύεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου του Αιτητή. Στην υπόθεση εκείνη ο διορισμός από το Δικαστήριο ενδιάμεσου παραλήπτη συνόδευε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων. Πέραν των πιο πάνω, θα ήθελα να προσθέσω ότι ο Αιτητής στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης του αξιώνει, μεταξύ άλλων θεραπειών, την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει τις Εναγόμενες να αποδώσουν λογαριασμούς ή/και καταστάσεις αναφορικά με τιμολόγια και εισπράξεις ποσών από τους πελάτες του, από τον Ιανουάριο του 2019 μέχρι και την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, καθώς επίσης και διάταγμα το οποίο να τις διατάσσει όπως επαληθεύσουν ενόρκως τους ανωτέρω λογαριασμούς. Είναι άξιο απορίας πως ο Αιτητής, από τη μια ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση ότι ο διορισμός παραλήπτη είναι ο μόνος εφικτός και πρόσφορος τρόπος για τη ρύθμιση της ως άνω διαφοράς του με τις εναγόμενες, περαιτέρω δε ότι το ζήτημα δεν μπορεί να ρυθμιστεί με την έκδοση ενός συνηθισμένου απαγορευτικού διατάγματος (freezing order), ενώ από την άλλη αξιώνει ως τελική θεραπεία με την Έκθεση Απαίτησης του την ένορκη αποκάλυψη από τις Εναγόμενες λογαριασμών με τις εισπράξεις από τους πελάτες του. Σειρά έχει η εξέταση της συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου
  2. Ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι αν δεν απαγορευθεί στις Εναγόμενες να χρησιμοποιούν την εμπορική επωνυμία LSTS Τaxoptimus θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι δεν θα μπορεί να λειτουργεί κανονικά με την επωνυμία που εμπορευόταν όλα αυτά τα χρόνια. Στην υπόθεση LOYCAS PANAYIOTOU ESTATES LTD κ.ά. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11/9/2019 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον απητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848 Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(A) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των απητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο Αιτητής δεν έχει κάμει οποιαδήποτε αναφορά στον κύκλο των εργασιών του, ούτε και στο είδος των υπηρεσιών που πρόσφερε υπό την ανωτέρω εμπορική επωνυμία. Είναι λοιπόν φανερό ότι το παράπονο του ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη χρήση της επωνυμίας του από τις Εναγόμενες παρέμεινε γενικό και αόριστο, χωρίς να υποστηρίζεται από την παρουσιασθείσα μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί σε τελικό στάδιο ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, η οποία αναμφίβολα είναι οικονομικής μορφής, αυτή θα μπορούσε να αποζημιωθεί από τις Εναγόμενες, των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί η οικονομική ευρωστία. Επισημαίνω ότι όπως ο ίδιος ο Αιτητής παραδέχεται στην ένορκη δήλωση του, τουλάχιστον μέχρι το 2019 οι Εναγόμενες παρέμειναν επικερδείς επιχειρήσεις με προσωπικό πέριξ των 23 υπαλλήλων. Όσον αφορά τον αιτούμενο διορισμό παραλήπτη θα πρέπει να επισημανθεί ότι στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου του Αιτητή γίνεται παραδεκτό ότι η ζημιά του Αιτητή από την παραβίαση της σύμβασης συνεργασίας των μερών είναι ξεκάθαρα οικονομική και μπορεί να αποτυπωθεί σε χρηματική αποζημίωση. Σκοπός όμως του αιτούμενου διατάγματος, όπως αναφέρεται, δεν είναι να διασφαλιστεί η φερεγγυότητα των Εναγομένων αλλά να ληφθεί η αναγκαία πληροφόρηση από τον Αιτητή των πληρωμών που έγιναν από τους πελάτες του προς τις Εναγόμενες με απώτερο σκοπό την παρουσίαση της στο Δικαστήριο. Είμαι της άποψης ότι από τη στιγμή που γίνεται παραδεκτό από πλευράς Αιτητή ότι ο σκοπός του διατάγματος για διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη είναι άλλος από τη διασφάλιση της φερεγγυότητας των Εναγομένων, καθώς και ότι η οποιαδήποτε ζημιά του μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση του θέματος είναι πλέον περιττή. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Η αποτυχία του Αιτητή να ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 καθιστά περιττή την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας και ειδικότερα του κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. Ε176/2019 ημερ. 10/12/2019). Οι Εναγόμενες στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν ότι ο Αιτητής κωλύεται λόγω δεδικασμένου να εξαιτείται τα υπό παρ. Α και Β της Αίτησης διατάγματα. Έρεισμα του ως άνω λόγου ένστασης τους αποτελεί το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Αιτητής στη βάση μονομερούς αίτησης του, η οποία καταχωρίστηκε ταυτόχρονα με την παρούσα αγωγή, εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο στις Εναγόμενες να παρεμποδίζουν, μεταξύ άλλων, τη χρήση από αυτόν των κωδικών πρόσβασης στο διαδίκτυο που του ανήκουν και είναι συνδεδεμένοι με την εμπορική επωνυμία LSTS Taxoptimus, η οποία του ανήκει ως επίσης και του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου με την ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@Ists.com.cy. H αίτηση του βασίστηκε στα ίδια περίπου γεγονότα με αυτά της υπό εξέταση Αίτησης, τα οποία παρατίθεντο σε ένορκη δήλωση του. Οι Εναγόμενες εναντιώθηκαν στην αίτηση και το Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης, ακύρωσε το εκδοθέν διάταγμα και απέρριψε την αίτηση. Απάντηση στο ως άνω ζήτημα δίνουν, κατά την άποψη μου, τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, Πολ. Έφεση Αρ. 71/11, ημερ 16.4.2014, ECLI:CY:AD:2014:A269, η οποία μνημονεύεται και στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων.» Είμαι της άποψης ότι η απόρριψη της ανωτέρω αίτησης δεν δημιούργησε δεδικασμένο το οποίο θα αποτελούσε κώλυμα στην προώθηση της υπό εξέταση Αίτησης για το λόγο ότι οι αιτούμενες εκεί θεραπείες βασίστηκαν σε διαφορετική αιτία αγωγής. Αντίθετα, η αιτούμενη με τα υπό παρ. Α και Β της υπό εξέταση Αίτησης θεραπεία βασίζεται, όπως έχει αναφερθεί, στο αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού που προνοείται στο άρθρο 35 του Κεφ. 148. Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος ένστασης δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Ένας άλλος λόγος ένστασης που προβάλλεται είναι η, κατά τις Εναγόμενες, υπέρμετρη καθυστέρηση του Αιτητή στην διεκδίκηση των αιτούμενων θεραπειών. Στην υπόθεση Parico Aluminium Design Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, επαναλαμβάνονται οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της καθυστέρησης. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει δοθεί κάποια επεξήγηση από τον Αιτητή ως προς το λόγο για τον οποίο δεν προώθησε με την πρώτη αίτηση του τις θεραπείες τις οποίες επιδιώκει με την υπό εξέταση Αίτηση και άφησε να παρέλθει χρονικό διάστημα 16 μηνών για να προβεί στην καταχώρηση της. Ούτε και προβάλλονται κάποια νέα γεγονότα τα οποία επεσυνέβηκαν στο μεσοδιάστημα, μετά την καταχώρηση της πρώτης αίτησης του, με αποτέλεσμα να προκύψει η ανάγκη για καταχώρηση δεύτερης αίτησης. Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του προβάλλεται ως δικαιολογία της καθυστέρησης το ότι ο Αιτητής προσπαθούσε να επιλύσει εξωδικαστηριακά τις διαφορές του με τις Εναγόμενες. Είναι όμως άξιο απορίας πως είναι δυνατόν να προσπαθούσε για εξεύρεση εξωδικαστηριακής διευθέτησης από τη στιγμή που είχε προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, καθώς και στην εξασφάλιση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος εναντίον των Εναγομένων από τον Ιούνιο του
  1. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι η δικαιολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή περί προσπαθειών εξωδικαστηριακής διευθέτησης κάθε άλλο παρά ως βάσιμη θα μπορούσε να κριθεί. Η αδικαιολόγητη εκ μέρους του Αιτητή καθυστέρηση στην προώθηση των αιτούμενων με την υπό εξέταση Αίτηση θεραπειών, αποτελεί ένα επιπρόσθετο λόγο για τον οποίο η Αίτηση του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν υπέρ των Εναγομένων. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων/ Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή επαναορίζεται για οδηγίες την 10.3.2022 ώρα 09.
  2. (Υπ). ......... Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/AΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.