Σέλλας ν. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1651/2018, 21/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A48 Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1651/2018 Μεταξύ: ΧΧΧ Σέλλας, εκ Λεμεσού Ενάγοντα - και - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενη Ημερομηνία: 21.2.2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Γλυκύς (κος) Για τον Καθ' ου η Αίτηση: Χ" Λοΐζου (κος) Αίτηση ημερομηνίας 5.3.21 για προσθήκη του ΧΧΧ Αγαθοκλέους ως Εναγόμενου 2 στην Αγωγή Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στις 5.3.21 η Εναγόμενη και Αιτήτρια (στο εξής η "Αιτήτρια") καταχώρισε την παρούσα Αίτηση με την οποία επιθυμεί να προσθέσει τον ΧΧΧ Αγαθοκλέους ως Εναγόμενο 2 στην Αγωγή. Με την Αίτηση ζητούνται επίσης συναφείς θεραπείες με τις οποίες, σε περίπτωση έγκρισης της, να διατάζεται η υλοποίηση τέτοιων τροποποιήσεων στη δικογραφία ούτως ώστε να συμπεριλαμβάνεται mutatis mutandis ο Εναγόμενος 2 στην εν εξελίξει διαδικασία. Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των δικηγόρων του Γιώργου Αγαθοκλέους οι οποίοι με 9 λόγους προκρίνουν ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Παρεμβάλλεται για σκοπούς πληρότητας, ότι κατόπιν την Ενδιάμεσης Απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου στις 6.12.21, η Ένσταση τροποποιήθηκε και η παρούσα υπό κρίση Αίτηση οδηγήθηκε σε Ακρόαση. Οι συνήγοροι των εμπλεκομένων μερών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Ιστορικό Κρίνεται σκόπιμο αλλά και χρήσιμο να γίνει σε αυτό το σημείο σύντομη αναφορά στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 24.7.18 με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο. Η Εναγόμενη εμφανίστηκε διά δικηγόρου στις 26.9.18 και Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στις 30.1.19. Υπεράσπιση και Απάντηση καταχωρίστηκαν στις 28.2.19 και 5.3.19 αντίστοιχα. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 6.6.19, η Υπεράσπιση τροποποιήθηκε και τροποποιημένη Απάντηση σε αυτή καταχωρίστηκε στις 21.6.19. Στη βάση της Κλήσης για Οδηγίες, οι διάδικοι καταχώρισαν αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και καταλόγους μαρτύρων και συνόψεις της μαρτυρίας τους. Τα όσα καταγράφονται στα πιο πάνω δικόγραφα και προδικαστικά διαβήματα εμφαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Ως προαναφέρθηκε η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 5.3.21. Η Αίτηση Ως νομική βάση της Αίτησης προτείνονται ο περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός και συγκεκριμένα οι Δ.9, Δ.19, Δ.25 θθ. 1 - 6, Δ.30, Δ.63 και Δ.64, το Άρθρο 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν. 96(Ι)/2000) (στο εξής ο Νόμος), το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η εν γένει διακριτική ευχέρεια, εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Την Αίτηση στηρίζει ένορκη δήλωση λειτουργού της Αιτήτριας με 10 τεκμήρια, το περιεχόμενο της οποίας έχει ληφθεί υπόψη εις ολόκληρο. Περιληπτικά, δηλώνεται ότι: - το επίδικο στην Αγωγή ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία της κατ' ισχυρισμό αμέλειας του Καθ' ου η Αίτηση, o οποίος σύμφωνα με την αστυνομική έκθεση οδηγούσε το όχημά του έχοντας καταναλώσει πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, αλκοόλ (παράγραφοι 4 και 5), - η Αίτητρια, στις 26.07.2016 ενημέρωσε με επιστολή τον Καθ' ου η Αίτηση ότι λόγω της πιο πάνω ενεργειας δεν είχε ευθύνη κάλυψης του (παράγραφος 6), - ανταλλάγησαν επιστολές μεταξύ των δικηγόρων της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση που αφορούσαν γενικά τον χειρισμό των σχετικών προς το επίδικο ατύχημα εν εξελίξει διαδικασιών, οι οποίες όμως δεν κατέληξαν σε κοινό σχέδιο δράσης και ο Καθ' ου η Αίτηση αρνείτο, κατ' ισχυρισμό, ότι θα έπρεπε να καταβληθεί έστω και άνευ ανάληψης ευθύνης, ένα ποσό προς τον Ενάγοντα (παράγραφοι 7 - 15), - οι δικηγόροι της Αιτήτριας περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2021 πληροφορήθηκαν ότι ο Καθ' ου η Αίτηση παραδέχθηκε εν τέλει κατηγορία οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης (παράγραφος 16), - βάσει του Άρθρου 16Α του Νόμου ο Καθ' ου η Αίτηση πρέπει να συμμετέχει στην παρούσα αγωγή και η παραδοχή του, ως καταγράφεται πιο πάνω, την επηρεάζει άμεσα (παραγραφος 17), - η προσθήκη του Καθ' ου η Αίτηση έγινε καλόπιστα και έγκαιρα, είναι ουσιώδης και απόλυτα αναγκαία προκειμένου το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση (παραγραφοι 18 - 22) και - η προσθήκη δεν μεταβάλλει τη βάση της Αγωγής, τις αιτούμενες θεραπείες και ισχυρισμούς και είναι ορθό και δίκαιο να εγκριθεί. Η Ένσταση Η νομική βάση της τροποποιημένης πλέον Ένστασης είναι όμοια με αυτή της Αίτησης αλλά επιπροσθέτως συμπεριλαμβάνονται και η Δ.48 θθ. 1 - 4, 8 και 9, το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και ο περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμος. Στηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση και τη συμπληρωματική αυτής που καταχωρήθηκε ως η αναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 6.12.21. Το περιεχόμενο των δηλώσεων έχει ολόκληρο ληφθεί υπόψη. Περιληπτικά ο ομνύοντας, προς επίρρωση των 9 λόγων ένστασης που, εξαιρουμένων των λόγων 4 και 9, ουσιαστικά επαναλαμβάνονται υπό τη μορφή μαρτυρίας στην ένορκη δήλωση, αναφέρει τα εξής: - το ατύχημα εγινε στις 31.12.2015 και το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος εναντίον του έχει παραγραφεί και δημιουργείται κώλυμα προώθησης της αξίωσης εναντίον του (παράγραφος 5), - η Αιτήτρια καταχώρισε την αίτησή της με υπέρμετρη καθυστέρηση και βασιζόμενος στο γεγονός της μη συμμετοχής του στην παρούσα Αγωγή, παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε προς αποφυγή της βασάνου της ακρόασης (παράγραφοι 6 και 7), - ότι δεν ισχύουν οι πρόνοιες του Άρθρου 16Α του Νόμου καθότι δεν καταδείχθηκε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση συμβλήθηκε με την Αιτήτρια αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο καταγγέλθηκε (παράγραφος 8) και - ότι στη δικογραφία και επιστολογραφία η Αιτήτρια προωθεί αντιφατικούς προς τη θέση της στην Αίτηση ισχυρισμούς (παράγραφοι 10 και 11). Οι λόγοι ένστασης 4 και 9 αντίστοιχα αναφέρουν ότι η Αιτήτρια δεν διαθέτει το locus standi να επιζητεί την προσθήκη του Καθ' ου η Αίτηση και ότι δεν πληρούνται οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων. Η Ακρόαση Την ημέρα της Ακρόασης οι συνήγοροι της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις με εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία ως προς τα πλείστα σημεία που εγείρονται. Αγορεύοντας υπέρ της έγκρισης της Αίτησης και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Αιτητή επικεντρώθηκαν εν πρώτοις στις πρόνοιες της Δ.9 και την, κατά τον ισχυρισμό τους, αναγκαίοτητα συμπερίληψης του Καθ' ου η Αίτηση στην Αγωγή. Εκτενής αναφορά γίνεται στην ερμηνεία του όρου αναγκαίος διάδικος και το επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, η Αιτήτρια δεν υπέχει ευθύνης να τον καλύψει. Σε απάντηση των λόγων ένστασης, οι συνήγοροι της Αιτήτριας προκρίνουν ότι η σχεση μεταξύ της πελάτιδας τους και του Καθ' ου η Αίτηση είναι συμβατική και άρα ο χρόνος παραγραφής του σχετικού αγώγιμου δικαιώματος είναι 6 έτη και όχι 3 που ισχύουν σε σχέση με την απαίτηση του Ενάγοντος στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Προσθέτουν οι συνήγοροι της Αιτήτριας ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής "θα προωθήσει νεα αγωγή εναντίον του ασφαλισμένου, Καθ' ου η Αίτηση, στη βάση παράβασης του μεταξύ τους ασφαλιστικού συμβολαίου [.] δημιουργώντας πολλαπλότητα διαδικασιών" (σελίδα 9 της Γραπτής Αγόρευσης). Πέραν τούτου, δικαιολογούν την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησής τους στο γεγονός της παραδοχής του Καθ' ου η Αίτηση στην κατηγορία οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης που αντιμετώπιζε. Αναφορικά με το ζήτημα του locus standi της Αιτήτριας να αιτείται την προσθήκη του Καθ' ου η Αίτηση οι δικηγόροι της παραπέμπουν το Δικαστήριο στο ασφαλιστικό συμβόλαιο και τη δυνατότητα να ενάγει τον Καθ' ου η Αίτηση για ανάκτηση ποσού που τυχόν καταβάλει ενώ ο ασφαλισμένος της δεν τηρούσε τους όρους του συμβολαίου. Συνεχίζουν οι δικηγόροι της Αιτήτριας παραπέμποντας το Δικαστήριο στα Τεκμήρια 3 και 9 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την Αίτηση με σκοπό να καταδείξουν ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο είχε καταγγελθεί και άρα ενεργοποιείται η πρόνοια του Άρθρου 16Α του Νόμου και στη σελίδα 7 του ασφαλιστικού συμβολαίου προκειμένου να καταδείξουν την συμβατική ευθύνη του Καθ' ου η Αίτηση έναντι της Αιτήτριας. Τέλος, οι δικηγόροι της Αιτήτριας ισχυρίζονται ότι η στάση της Αιτήτριας ήτο αμετάβλητη καθότι μόλις από το 2018 προώθησε τη θέση ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν δικαιούτο σε κάλυψη ένεκα της οδήγησης υπό την επήρεια. Στην αντίπερα όχθη οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Καθ' ου η Αίτηση προσέγγισαν την αγόρευσή τους με την νομική στήριξη των λόγων ένστασης που πρότειναν. Υποστηρίζουν ότι λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντος εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση η Αίτηση δεν θα πρέπει να εγκριθεί, βασίζοντας τη θέση τους σε νομολογία που αναφέρει ότι χρονική αφετηρία εν προκειμένω θα ήταν η ημέρα έκδοσης σχετικής διαταγής συνένωσής του και όχι η ημέρα καταχώρισης της Αγωγής. Ταυτόχρονα προτείνουν ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης θα απέκλειε αυτόματα τον Καθ' ου η Αίτηση από το να ασκήσει το δικαίωμά του που απορρέει από τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο. Σε σχέση με την καθυστέρηση της Αιτήτριας στην καταχώριση της Αίτησης, οι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση παραπέμπουν στα ίδια τα τεκμήρια που παραθέτει η Αιτήτρια προκειμένου να καταδείξουν ότι εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος από το επίδικο δυστύχημα η θέση της περί μη κάλυψης ήτο πλήρως διαμορφωμένη και ότι η επιδίωξη της εμπλοκής του τώρα στην Αγωγή είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη. Λόγω της καθυστέρησης, οι δικηγόροι του, ισχυρίζονται ότι τυχόν προσθήκη του θα επηρέαζε δυσμενώς τα δικαιώματα του. Προχωρούν να υποστηρίξουν ότι ο Ενάγοντας είναι εκείνος που θα έπρεπε να επιδιώκει ενδεχομένως την προσθήκη άλλου Εναγόμενου και ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει με ποιο τρόπο αφενός νομιμοποιείται να επιδιώκει την προσθήκη και αφετέρου πως θα εξυπηρετηθούν τα δικά της συμφέροντα με αυτή. Κατά τη γνώμη τους, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 16Α του Νόμου, καθότι ουδέποτε η Αιτήτρια κατήγγειλε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και σε κάθε περίπτωση η επιλογή της να προωθεί συγκεκριμένες θέσεις δικογραφικά την εμποδίζουν από το να αντιφάσκει προτείνοντας αντίθετες και προωθεί την παρούσα Αίτηση. Νομική Πτυχή Έχοντας μελετήσει με προσοχή όλα τα πιο πάνω, δύο κύρια ζητήματα προκύπτουν προς εξέταση και επίλυση από το Δικαστήριο: Α. Το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις προσθήκης του Καθ' ου η Αίτηση εντός του ισχύοντος δικονομικού πλαισίου και Β. τα κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για συμμετοχή του στη διαδικασία ως επιτάσσει το Άρθρο 16Α του Νόμου. Αναμφίβολα στην ανάλυση που ακολουθεί και επεκτείνεται και στην επόμενη ενότητα «Συμπεράσματα και Κατάληξη», υπάρχουν γεγονότα και νομικές προεκτάσεις που εφαρμόζονται παράλληλα σε αμφότερα εκ των δυο κύριων ζητημάτων. Το Άρθρο 15
(2)του Νόμου προνοεί ότι: «
(2)Κανένα ποσό δε θα είναι πληρωτέο από ασφαλιστή βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού, αν, σε αγωγή που άρχισε πριν ή εντός τριών μηνών μετά την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε η απόφαση, ο ασφαλιστής εξασφαλίσει δήλωση του Δικαστηρίου ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο, δικαιούται να το ακυρώσει λόγω του ότι το ασφαλιστήριο εξασφαλίσθηκε από τη μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος, ή από παρουσίαση γεγονότος το οποίο ήταν ψευδές σε ουσιώδη του λεπτομέρεια, ή αν ακύρωσε το ασφαλιστήριο λόγω του ότι εδικαιούτο να το πράξει ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιέχεται σε αυτό: Νοείται ότι, ασφαλιστής ο οποίος εξασφάλισε τέτοια δήλωση σε αγωγή, δε θα δικαιούται με τη δήλωση αυτή να τύχει του οφέλους των διατάξεων του εδαφίου αυτού σχετικά με οποιαδήποτε απόφαση που εξασφαλίσθηκε σε διαδικασία που άρχισε πριν από την έναρξη της αγωγής αυτής, εκτός αν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών μετά την έναρξη της αγωγής αυτής έδωσε ειδοποίηση στο πρόσωπο που είναι ενάγων στην αγωγή βάσει του ασφαλιστηρίου, η οποία ειδοποίηση καθορίζει τη μη αποκάλυψη ή την ψευδή παράσταση πάνω στην οποία σκοπεύει να στηριχθεί και ότι προτίθεται να ζητήσει δήλωση και οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο δίνεται ειδοποίηση τέτοιας αγωγής, αν επιθυμεί, μπορεί να γίνει διάδικος σε αυτή». Στο Άρθρο 16Α του Νόμου αναφέρεται: «16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου [.]
(5)Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1).» Η Διαταγή 9 θεσμός 10 αναφέρει: «
- No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.
- Where a defendant is added or substituted, the writ of summons shall be amended accordingly and the plaintiff shall, unless otherwise ordered by the Court or a Judge, file a copy of the writ as amended, and serve the new defendant with such amended writ or notice in lien of service thereof in the same manner as original defendants are served, and the proceedings shall be continued as if the new defendant had originally been made a defendant». Στην Οδυσσέως ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1372 λέχθηκε: «Η επιλογή των εναγόμενων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210). Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ. 10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και [.] η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στην γραπτές προτάσεις.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην απόφαση MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LIMITED κ.α. ν. ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
(1997)1 Α.Α.Δ. 772 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέδειξε, με αναφορές στην Αγγλική νομολογία ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία μεταγενέστερα, στην PERIHAN MUSTAFA KORKUT Ή EYIAM PERIHAN v. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Χ. ΖΟΠΠΟΥ
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213 αναγνωρίστηκε ως ευρεία, νοουμένου ότι το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο υπό προσθήκη διάδικος κριθεί αναγκαίος, άσκηση που επιτυγχάνεται με τη στάθμιση του κατά πόσο θα επηρεαστούν τα νομικά δικαιώματα ή οικονομικά συμφέροντα των διαδίκων. Ως προς τα όρια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αντλώ εν πρώτοις καθοδήγηση από την Ετήσια Πρακτική του 1958 όπου στη σελίδα 348 εντοπίζεται το εξής κείμενο: «When Order refused: - Where the addition will have the effect of adding a new cause of action the order may be refused (Raleigh v. Goschen
(1989)1 Ch. 81; cf. Ashley, v. Taylor 10 Ch. D. 768 and O.28, r.1 (n).» Και πιο κάτω υπό το ίδιο τίτλο: «Where defendants applied to join additional defendants against the plaintiff's wishes for the sole purpose of adding additional plaintiffs in the counterclaims and the presence of the additional parties was not necessary for the determination of the issues pleaded between the plaintiffs and the defendants, the application was refused (Atiel Navigation Co. Ltd v. Fairplay Towage and Shipping Co. Ltd., [1955] 1 W.L.R. 336)». Προς επιβεβαίωση των πιο πάνω ορίων, στην υπόθεση Manchester Lines Ltd. and another v Viamaz Coach Industries Ltd.
(1983)1 CLR 178 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι άδεια για προσθήκη εναγόμενου δεν επιτρέπεται εάν με την προσθήκη εισάγεται νέα βάση αγωγής και εάν με την προσθήκη δεν επιτυγχάνεται η αποτελεσματική επίλυση των επίδικων θεμάτων και τα πρόσωπα των οποίων επιδιώκεται η προσθήκη δεν είναι αναγκαία. Στην P. T. KIANI KERTAS v. INTERORIENT NAVIGATION COMPANY LIMITED ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ (ΑΡ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου έντιμος κ. Χατζηχαμπής παρέπεμψε στην Αγγλική υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v Bank of England [1951] Ch. 33 στην οποία, με αναφορά στην Ετήσια Πρακτική λέχθηκαν τα εξής: «Generally in common law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue». Στην ίδια απόφαση τέθηκαν και άλλοι λόγοι για τους οποίους μία αίτηση προσθήκης μπορεί να είναι έκθετη σε απόρριψη. Κρίνεται σκόπιμο και χρήσιμο όπως γίνει εκτενής αναφορά στα όσα ακολουθούν, τα οποία ομοίως κρίνονται άκρως διαφωτιστικά: «Η ενδεχόμενη προσθήκη νέας αιτίας αγωγής επίσης βαρύνει εναντίον της πρόσθεσης νέου εναγόμενου (ίδε Raleigh v. Goschen [1998] 1 ch 73). Στην υπόθεση Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, και πάλι ο Λοΐζου, Δ. (ως ήτο τότε) παρατήρησε ότι "action" στα πλαίσια του θ.30 ("... to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all questions involved in the action") μπορεί να σημαίνει (σ. 184) "...the action as it stands between the existing parties (see Amon v. Raphael Tuck and Sons Ltd [1956] 1 Q.B.; The Result
(1958)p. 174 at p. 184), και ότι εν πάση περιπτώσει "leave, however, may be refused where the addition of a defendant will have the effect of adding a new cause of action". Σοβαρός παράγων είναι επίσης το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.ο.
(1983)1 C.L.R. 479, αίτημα για ανάλογη τροποποίηση της Αναφοράς εγκρίθηκε κατόπιν πρόσθεσης νέου συνεναγομένου, εφόσον η προσθήκη είχε ήδη γίνει. Ο Σαββίδης, Δ., όμως, εξετάζοντας το θέμα της προσθήκης νέου εναγομένου, παρέπεμψε στο Annual Practice, 1982, σ. 210, όπου αναφέρεται: "Leave to add a defendant will not be granted after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant (Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd [1970] 1 Q.B. 393). Query, however, whether the court has a wide discretion, which will be rarely exercised, to add a defendant after the expiry of the relevant period of limitation (Marubeni Corporation and Another v. Pearlstone Shipping Corporation, The Times, June 30, 1977 C.A.)." Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Liff v. Peasley [1980] 1 All E.R. 623, C.A., στην οποία ο Brandon L.J., αφού ανασκόπησε τη νομολογία, είπε στη σ. 639: "It is an established rule of practice that he court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstances as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand, I shall refer to the established rule of practice as "the rule of practice". There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the 'relation back' theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of he rule of practice as the 'no useful purpose' theory."» Κατατοπιστικά κρίνονται τα λεχθέντα στην Ρίτα Γεωργίου ν. Γιαννάκη Φιλιαστίδη
(2013)1 Α.Α.Δ. 526, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση και στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αφενός έκρινε ότι η υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση αίτησης προσθήκης ήταν και καθοριστική για την τύχη της. Κρίσιμος κρίνεται παράλληλα και ο τρόπος με τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκίμασε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την απόρριψη της εκεί Αίτησης παραθέτοντας αυτούσιο το υπό αναφορά κείμενο: «Ένας σοβαρός παράγοντας όταν ζητείται η προσθήκη εναγομένου είναι το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να θέσει θέμα παραγραφής. Κατά κανόνα, δεν δίδεται άδεια για προσθήκη μετά την εκπνοή της προθεσμίας (Manchester Lines Ltd, ανωτ., P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Ltd (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300). Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει και όταν τίθεται θέμα απώλειας δικαιώματος ή ουσιαστικού επηρεασμού, είτε των άμεσα εμπλεκομένων ως διαδίκων, είτε όσων έχουν νόμιμα συμφέροντα στην υπόθεση. Εν προκειμένω, ο Νόμος 96/2000, όπως και το προϊσχύσαν Κεφ. 333, θέτει το πλαίσια μιας τριμερούς αλληλεπίδρασης συμφερόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ήτοι του αδικοπραγήσαντα, του ζημιωθέντα και του ασφαλιστή (βλ. General Insurance Company of Cyprus v. Georghiou a.o.
(1963)2 C.L.R. 117). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα έχει αναδρομική ισχύ, τότε θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στον ασφαλιστή, που δεν θα είναι σε θέση να επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου
- Αν, από την άλλη, θεωρηθεί ότι η προσθήκη θα ισχύει από τώρα θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό ο νέος εναγόμενος, εφόσον η αγωγή εναντίον του θα είναι εκτός των πλαισίων του Άρθρου 22 οπότε θα αναγκαστεί να πληρώσει ο ίδιος τυχόν απόφαση εναντίον του. Τέτοιος επηρεασμός είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση, δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τα έξοδα. Συνεπώς η αίτηση για προσθήκη δεν θα μπορούσε να επιτύχει και γι' αυτό το λόγο.» Συμπεράσματα και Κατάληξη Προχωρώντας σε υπαγωγή των ενώπιον μου γεγονότων και νομικών σημείων που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση στην κείμενη νομολογία, συμπεραίνω ως ακολούθως: Κατ' αρχάς αναφέρω ότι συμμερίζομαι τη θέση της Αιτήτριας αναφορικά με τη δυνατότητά της, ως εναγόμενης στην Αγωγή, να καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση. Τούτο θεωρώ προκύπτει τόσο από απλή ανάγνωση της ίδιας της Διαταγής 9, Θεσμός 10 (βλ. ανωτέρω "[.] either upon or without the application of either party [.]"), όσο και από την ανάλυση στη νομολογία (βλ. ανωτέρω αναφορά στην Ετήσια Πρακτική του 1958 σελ. 348 "[.] When defendants applied to join additional defendants [.]"). Πέραν τούτου, μεγάλο μέρος της αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτητρίας καταπιάνεται με το ζήτημα της προσθήκης του Καθ' ου η Αίτηση ως αναγκαίου διαδίκου στη διαδικασία, όπως αυτό προκύπτει από τη Δ.9 Θ. 10 και τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Με κάθε σεβασμό, διακρίνω ότι από τα όσα παραθέτουν δεν προκύπτει με ποιό τρόπο ο Καθ' ου η Αίτηση είναι αναγκαίος διάδικος, εν τη εννοία της νομολογίας, προκειμένου με την προσθήκη του να εκδικαστούν πλήρως και αποτελεσματικώς όλα τα επίδικα θέματα στην Αγωγή. Τα επίδικα αυτά θέματα, κρίνω, μπορούν να εκδικαστούν συμφώνως προς τα νομολογιακώς καθοριζόμενα μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων και να κληθούν ενδεχομένως όλοι οι απαραίτητοι μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένου και του Καθ' ου η Αίτηση, προκειμένου να διαπιστωθεί η ευθύνη ή να διαγνωστούν τα δικαιώματα των διαδίκων επί της παρούσας διαφοράς. Το γεγονός, ή εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός, περί της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης πέραν του επιτρεπτού ορίου από τον Καθ' ου η Αίτηση, δεν καθιστά από μόνο του αναγκαία την προσθήκη του στην Αγωγή ως εναγόμενου, ειδικότερα, αλλά όχι αποκλειστικά, από τη στιγμή που η προσθήκη αυτή δεν ζητείται από τον ίδιο τον Ενάγοντα. Άλλωστε, η Αιτήτρια, πέραν του αιτήματος για προσθήκη του Καθ' ου η Αίτηση, επιζητεί τέτοιες τροποποιήσεις που αφορούν αποκλειστικά και μόνο το Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής προκειμένου να περιλαμβάνουν και τον Καθ' ου η Αίτηση. Δεν επιζητείται οτιδήποτε με το οποίο να μεταβάλλονται τα υφιστάμενα επίδικα ζητήματα, τα οποία η ίδια η Αιτήτρια, μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης θεωρούσε ότι μπορούσαν να επιλυθούν μεταξύ της και του Ενάγοντος. Αυτό που αναδεικνύεται εν προκειμένω από την Αιτήτρια δεν είναι με ποιο τρόπο η προσθήκη του Καθ' ου η Αίτηση είναι αναγκαία, αλλά η ενδεχόμενη προώθηση κάποιας διαδικασίας εναντίον του. Το θέμα όμως δεν σταματά εκεί, μια και συνδυαστικά πλέον εγείρονται, πιστεύω ορθά από την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, δύο καίρια ζητήματα. Ο Καθ' ου η Αίτηση έγειρε ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του. Με βάση το σκεπτικό της Liff v. Peasley (ανωτέρω), είτε ακολουθηθεί η σχολή σκέψης που θέλει την προσθήκη να μην γίνεται με αναδρομική ισχύ (relation-back theory), είτε εκείνη που θεωρεί ότι τυχόν προσθήκη επιτρέπεται όμως με την υπεράσπιση της παραγραφής να διασώζεται (no useful purpose theory), το ζήτημα παραμένει ότι το εγειρόμενο θέμα αποτελεί εμπόδιο στην Αίτηση για προσθήκη διαδίκου. Τονίζεται ότι η Αιτήτρια δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό περί παραγραφής του αστικού αδικήματος εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, αλλά μόνον αντέτεινε ότι η διαφορά μεταξύ της και του Καθ' ου η Αίτηση αφορά παράβαση σύμβασης και ο χρόνος παραγραφής για την οποία είναι 6 έτη και όχι
- Θεωρώ ότι η μη αμφισβήτηση τούτου του σημαντικού ζητήματος είναι αρκετή προκειμένου η Αίτηση να προσκρούσει από αυτό το σημείο στις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα. Ούτε η προσέγγιση που η Αιτήτρια υιοθέτησε προς απάντηση του θέματος βοηθά την υπόθεση της, μια και η εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής μεταξύ συνεναγομένων, η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με την αγωγή του Ενάγοντος, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν έκρινε ορθό ή χρήσιμο να εμπλέξει τον Καθ' ου η Αίτηση στη διαδικασία, αποτελεί άλλον ένα νομολογιακά καθιερωμένο λόγο απόρριψης της Αίτησης (βλ. Raleigh v. Goschen και Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamaz Coach Industry Ltd ανωτέρω). Σε κάθε περίπτωση δεν είναι ευδιάκριτη η απώτερη πρόθεση της Αιτήτριας με την απόπειρα προσθήκης του Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα Αγωγή. Περαν της αναφοράς στη σελίδα 9 της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων της, δεν αναφέρεται σε οποιοδήποτε σημείο τι επακριβώς πρόκειται οι ίδιοι να πράξουν εάν το αίτημά τους εγκρίνετο. Το αποτέλεσμα της προσθήκης θα ενέπλεκε τον Καθ' ου η Αίτηση ως Εναγόμενο 2 με το ενδεχόμενο να εκδοθεί και εναντίον του απόφαση. Δεν αναφέρουν οι Αιτητές εάν προτίθενται να λάβουν οποιαδήποτε περαιτέρω μέτρα που να αφορούν τον Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα Αγωγή. Η αναφορά στη σελίδα 9 της γραπτής αγόρευσης ότι δηλαδή "θα προωθήσει νεα αγωγή εναντίον του ασφαλισμένου, Καθ' ου η Αίτηση, στη βάση παράβασης του μεταξύ τους ασφαλιστικού συμβολαίου [.] δημιουργώντας πολλαπλότητα διαδικασιών", δεν δικαιολογεί την ανάγκη προσθήκης του Καθ' ου η Αίτηση, ούτε την παρέκκλιση από τα νομολογηθέντα σε σχέση με τα ζητήματα παραγραφής και εισαγωγής νεας αιτίας αγωγής. Τουναντίον, προδιαγράφει ένα σχέδιο δράσης που ενδεχομένως να ενυπάρχει και να είναι διαθεσιμο στην Αιτήτρια αφ' εαυτού και ανεξάρτητα από την παρούσα διαδικασία, είτε στη βάση παράβασης σύμβασης, την οποία η ίδια η Αιτήτρια επικαλείται, είτε στη βάση σχετικού όρου στη σύμβαση ο οποίος προνοεί για δυνατότητα ανάκτησης ποσού όταν η Αιτήτρια καταβάλει τέτοιο ενώ λόγω παραβίασης σχετικών όρων δεν θα ήτο υπόλογη να το πράξει (σελίδα 10 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων της Αιτήτριας). Με βάση τα πιο πάνω και με αναφορά στα δύο κύρια ζητήματα που ανέδειξα στην πιο πάνω ενότητα με τίτλο "Νομική Πτυχή", θεωρώ ότι η προσθήκη του Καθ' ου η Αίτηση ως εναγόμενου στην παρούσα Αγωγή δεν υποστηρίζεται από τις πρόνοιες των σχετικών δικονομικών διατάξεων και την επί του θέματος Νομολογία. Η διαπίστωση είναι αρκετή για να σφραγίσει την κατάληξή μου ως προς το πρώτο εκ των δύο κύριων ζητημάτων, αλλά υπάρχουν άλλα δύο θέματα τα οποία προβάλλονται επιτυχώς από την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση και ουσιαστικά συμπληρώνουν την επιχειρηματολογία επί του σημείου, αλλά και προσφέρουν γέφυρα στο δεύτερο εκ των δύο κύριων ζητηματων. Και εξηγώ: Στην υπεράσπιση της Αιτήτριας ως αυτή τροποποιήθηκε κατόπιν σχετικού διατάγματος η θέση της είναι ότι ο Καθ' ου η Αίτηση και ασφαλισμένος τους κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε επιμελώς και νόμιμα. Εάν η θέση της από τις 26.7.2016 (Τεκμήριο 2 στην Αίτηση) ήταν ότι, λόγω της αντισυμβατικής και αποδεδειγμένα πλέον παράνομης συμπεριφοράς του ασφαλισμένου, δεν επρόκειτο να τον καλύψουν, τότε πως διατείνεται δια της υπερασπίσεως ότι το ίδιο πρόσωπο ενεργούσε νόμιμα και με επιμέλεια και παράλληλα, πως επιδιώκει να χειριστεί τους ισχυρισμούς αυτούς σε περιπτωση έγκρισης της Αίτησης, δεδομένου ότι το πλαίσιο της δικογραφίας, περαν της αιτούμενης τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, δεν αποπειράται να τροποποιηθεί; Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Όπως ομοίως αναπάντητο παραμένει και το ζήτημα που εγείρεται και αφορά την καθυστέρηση στην προώθηση της επίδικης Αίτησης. Με αναφορά στην απόφαση Ρίτα Γεωργίου ν. Γιαννάκη Φιλιαστίδη (ανωτέρω) το αδικαιολόγητο της καθυστέρησης στην προώθηση της Αίτησης (από την ημερα καταχώρισης της Αγωγής 24.7.18 μέχρι και την 5.3.21, δεδομένων των όσων η ίδια η Αιτήτρια γνώριζε κατά την ημέρα συγγραφής της επιστολής Τεκμηρίου 2 στην Αίτηση ημερομηνίας 26.7.16), αποτελεί άλλον ένα λόγο που κρίνω ότι η δικονομική συμπεριφορά της Αιτήτριας στην υπό κρίση Αίτηση εκφεύγει του ορθού πλαισίου. Προς εξέταση και του δεύτερου κύριου ζητήματος, δεν απομένει παρά η Αίτηση να εξεταστεί υπό το φως της νομοθετικής πρόνοιας του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(Ι)/2000). Στο Άρθρο 16Α, ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, καθιστά με τρόπο επιτακτικό την ανάγκη συμμετοχής του ασφαλισμένου σε αγωγή που εγέρθη κατά ασφαλιστή, όταν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει καταγγελθεί. Στο Νόμο δεν αναφέρεται ποιος έχει δικαίωμα να εξαναγκάσει τον ασφαλισμένο σε συμμετοχή στη διαδικασία, αλλά εν προκειμένω το θέμα θεωρώ απαντάται διά της ανάγνωσης της πιο πάνω αναφερόμενης Διαταγής 9 θεσμός
- Επομένως προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η Αιτήτρια κατήγγειλε το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Στο Άρθρο 15
(2)του Νόμου, ως παρατίθεται αυτούσιο ανωτέρω, προβλέπεται συγκεκριμένη διαδικασία με την οποία ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό θα απαιτείτο από εκείνον, όταν εξασφαλίσει σχετική δήλωση του Δικαστηρίου. Ενώ η Αιτήτρια φαίνεται να γνώριζε περί της κατ' ισχυρισμό παραβίασης των όρων του ασφαλιστηρίου από τουλάχιστον τις 26.7.16, δεν φαίνεται να έχει προσπαθήσει να επωφεληθεί της προβλεπόμενης διαδικασίας που ουσιαστικά υπενεργεί ως θεσμοθετημένη καταγγελεία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στο πλαίσιο μάλιστα του ειδικού Νόμου που περιέχει την επιφύλαξη του Άρθρου 16Α
(1). Αντ' αυτού, η Αιτήτρια αρκέστηκε στο να επικαλείται ότι οι επιστολές των δικηγόρων της ημερομηνίας 26.9.18 και 26.2.19 ουσιαστικά αποτελούν καταγγελεία του ασφαλιστηρίου, η οποία εν προκειμένω εξαναγκάζει, δια της ενεργοποίησης του Άρθρου 16(Α)1, τη συμμετοχή του Καθ' ου η Αίτηση στη διαδικασία. Η πιο πάνω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο για τους εξής λόγους: Πρώτον, πέραν των μεταξύ της Αιτήτριας και Καθ' ου η Αίτηση επιστολών, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε στην παρούσα διαδικασία που να προμηνύει την πρόθεση της Αιτήτριας, είτε δικογραφικά είτε υπό τη μορφή ειδοποίησης προς την πλευρά του Ενάγοντος. Αντίθετα, στην Υπεράσπιση, η οποία καταχωρήθηκε πολύ αργότερα από την ημέρα που για πρώτη φορά η Αιτήτρια επικαλέστηκε την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ως λόγο για να επιφυλάξει τα δικαιώματά της εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, η θέση που προβάλλεται είναι ότι ο εμπλεκόμενος οδηγός, δηλαδή ο Καθ' ου η Αίτηση οδηγούσε νομίμως και επιμελώς. Δεύτερον, ο συνδυασμός των Άρθρων 15
(2)και 16(Α)1 φαίνεται να δημιουργεί το πλαίσιο εντός του οποίου ο ασφαλιστής ή και τα άλλα εμπλεκόμενα μέρη δύνανται να ενεργήσουν προκειμένου να ενεργοποιηθούν οι αντίστοιχες πρόνοιες. Τούτο κρίνω φανερώνει και η συμπερίληψη από το Νομοθέτη της υποπαραγράφου
(5)του Άρθρου 16Α ("Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)."). Η Αιτήτρια δεν κινήθηκε εντός του πλαισίου αυτού. Τρίτον, αποτελεί βασικό κανόνα ερμηνείας ότι σκοπός των νομοθετημάτων δεν είναι να δημιουργούν παράλογα αποτελέσματα (βλ. μεταξύ άλλων L.S.A. Packers & Forwarders v. Φράγκου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 391). Κατά συνέπεια, η ανάγκη συμπερίληψης του Καθ' ου η Αίτηση στη βάση του Άρθρου 16Α του Νόμου, δεν μπορεί να εξετάζεται in vacuo και δεν μπορεί να παραγνωρίζονται τα όρια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην προσθήκη διαδίκου, ειδικά όταν προκύπτει ζήτημα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος το οποίο άπτεται την ενδεχόμενη αποστέρηση ουσιαστικού δικαιώματος του προς προσθήκη διαδίκου. Συνεπώς καταλήγω ότι με την αποστολή επιστολών στις οποίες γίνεται ισχυρισμός ότι ο ασφαλισμένος παρέβη τους όρους ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν ικανοποιήθηκε η αναγκαία προϋπόθεση για ενεργοποίηση του Άρθρου 16Α του Νόμου. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο να αποκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζω αυτά, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση. (Υπ.) ................................... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο