Χ'ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αριθμός αγωγής: 2021/2013, 16/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου Αριθμός αγωγής: 2021/2013 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ Χ'ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγοντας και
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών
- ΕΠΑΡΧΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Εναγόμενοι και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερομηνίας 19.10.2016 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ Χ'ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγοντας και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενος 16 Φεβρουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Ν. Καλλής Για Εναγόμενο: κ. Μ. Οικονόμου διά Γενικό Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που συνέβη την 1.6.2010, την ευθύνη για το οποίο αποδίδει σε αμέλεια του Εναγόμενου. Ουσιαστικά, ισχυρίζεται ότι το ατύχημα προκλήθηκε λόγω έργων που διενεργούνταν στον δρόμο κατά τον επίδικο χρόνο. Ο Εναγόμενος, με τη σειρά του, αρνείται ότι διενεργούνταν οποιαδήποτε έργα, αρνείται ότι ενήργησε αμελώς και ισχυρίζεται ότι εάν ο Ενάγοντας έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αυτή οφείλεται σε δική του αμέλεια. Κάποια γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση κατέστησαν παραδεκτά εκ των δικογράφων ενώ άλλα έγιναν παραδεκτά στο πλαίσιο της ακρόασης. Συγκεκριμένα, είναι παραδεκτό εκ των δικογράφων ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο Εναγόμενος ήταν η «αρμόδια αρχή και ένα από τα καθήκοντα του είναι διατήρηση της καλής κατάστασης ασφάλειας των δρόμων της πόλης και επαρχίας Λεμεσού και να ασκεί έλεγχο και να διασφαλίζει την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του» (παράγραφος 3 της Υπεράσπισης). Περαιτέρω, κατά την εξέλιξη της ακρόασης, έγινε παραδεκτό ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο Ενάγοντας ήταν ιδιοκτήτης και οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX76 καθώς και ότι οι ειδικές ζημιές που υπέστη το όχημα του Ενάγοντα συνεπεία του ατυχήματος ήταν €14.172, επί πλήρους ευθύνης. Οι δικογραφημένες αξιώσεις για γενικές αποζημιώσεις εγκαταλείφθηκαν με σχετική δήλωση του συνηγόρου του Ενάγοντα. Κατά την ακρόαση, κατατέθηκε από κοινού και για την αλήθεια του περιεχόμενου της, αστυνομική έκθεση που ετοιμάστηκε για το επίδικο ατύχημα από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού (Τεκμήριο 1), η οποία συνοδεύεται και από σχεδιάγραμμα της σκηνής που ετοιμάστηκε από τον Αστ. XXXXX Α. Περικλέους που διερεύνησε το ατύχημα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης, το ατύχημα συνέβηκε την 1.6.2010, βράδυ, ώρα 21:00 με αίθριο καιρό, στον δρόμο Λεμεσού - Φασούλας. Κατά το ατύχημα, το όχημα του Ενάγοντα καταστράφηκε ολοσχερώς. Στη συνοπτική έκθεση του ατυχήματος αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Στις 01/06/2010 και περί ώρα 2100 ο ΧΧΧΧΧ Χατζηνικολάου οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX76, στο δρόμο Λεμεσού - Φασούλας με κατεύθυνση προς το χωριό Φασούλα της επαρχίας Λεμεσού. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά το εργοστάσιο 'PANDEKO', παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά και αφού προσέκρουσε σε ηλεκτρικό πάσσαλο της ΑΗΚ αναποδογυρίστηκε και ακινητοποιήθηκε εκτός δρόμου.» Στο περιεχόμενο της έκθεσης και του σχεδιαγράμματος θα αναφερθώ περαιτέρω στην πορεία. Παράλληλα, κατατέθηκε από κοινού και για την αλήθεια του περιεχόμενου της βεβαίωση που εκδόθηκε από τον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας ημερομηνίας 10.10.2014 (Τεκμήριο 2), σύμφωνα με την οποία: «Την 01/06/2010 και ώρα 2100 συνέβηκε τροχαίο δυστύχημα, στον κύριο δρόμο Λ/σου-Φασούλας, με ενεχόμενο το αυτοκίνητο με αρ. εγγρ. XXXXX76 που οδηγείτο από τον ΧΧΧΧΧ Χατζηνικολάου Δ.Τ. XXXXX
- Από το δυστύχημα το πιο πάνω όχημα ανατράπηκε και προκλήθηκαν σε αυτό εκτεταμένες ζημιές.» Έγινε επίσης παραδεκτό, ότι δύο φωτογραφίες (Τεκμήριο 3) παρουσιάζουν την σκηνή του ατυχήματος και λήφθηκαν την επόμενη μέρα, στις 2.6.
- Τα πιο πάνω, συνιστούν μέρος του πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Με αυτά τα δεδομένα προχώρησε η εκδίκαση της υπόθεσης. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ο μοναδικός μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας. Η πλευρά του Εναγόμενου δεν παρουσίασε μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέταση του, περιγράφοντας τον τρόπο που συνέβη το ατύχημα, ο Ενάγοντας ανέφερε τα εξής: «Σε σημείο του δρόμου αυτού όπου γίνονταν οδικά έργα παρεξέκλινα της πορείας μου με αποτέλεσμα να συγκρουστεί το όχημα μου σε ηλεκτρικό πάσσαλο της ΑΗΚ, να αναποδογυριστεί και να ακινητοποιηθεί εκτός δρόμου.» Υποστήριξε ότι το ατύχημα οφειλόταν σε αμέλεια των υπαλλήλων του Εναγόμενου «που είχαν την εποπτεία των εργασιών του οι οποίοι παρέλειψαν να τοποθετήσουν προειδοποιητικές πινακίδες και να φωτίσουν τον δρόμο στο συγκεκριμένο σημείο». Ο Ενάγοντας παρουσίασε τις δύο φωτογραφίες (Τεκμήριο 3) που, σύμφωνα με τον ίδιο απεικονίζουν τα οδικά έργα που γίνονταν στον δρόμο κατά τον χρόνο του ατυχήματος και που λήφθηκαν την επομένη από τη σύζυγο και τον πατέρα του. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, δεν υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες για τη διενέργεια των έργων, ούτε φωτισμός το βράδυ του ατυχήματος. Στο σημείο αυτό, να σημειώσω παρενθετικά ότι στις φωτογραφίες Τεκμήριο 3, που λήφθηκαν με το φως της μέρας, φαίνεται ότι το ατύχημα συνέβηκε σε σημείο όπου υπάρχει ανοικτή στροφή του δρόμου προς τα δεξιά, ως η πορεία του Ενάγοντα. Στο δεξί παγκέτο φαίνεται να διενεργούνται έργα, τα οποία εφάπτονται και φτάνουν μέχρι το εξωτερικό όριο της δεξιάς λωρίδας. Στην εσωτερική καμπύλη του δρόμου, πάνω στο εξωτερικό όριο της δεξιάς λωρίδας, επί της συνεχόμενης άσπρης γραμμής, υπάρχουν κώνοι. Φαίνεται επίσης μια προειδοποιητική τριγωνική πινακίδα πάνω σε ένα από τους κώνους. Δεν φαίνονται άλλες προειδοποιητικές πινακίδες ούτε φωτεινές σημάνσεις σε σχέση με τα έργα. Η καμπύλη του δρόμου, οι διαστάσεις των λωρίδων και η τελική θέση του οχήματος του Ενάγοντα, αναποδογυρισμένο, εκτός του δρόμου έξω από το αριστερό παγκέτο αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την αστυνομική έκθεση, Τεκμήριο
- Επανέρχομαι στη μαρτυρία του Ενάγοντα. Συνεχίζοντας τη μαρτυρία του, ο Ενάγοντας ανέφερε τα εξής «θυμούμαι ένα αυτοκίνητο έρχετουν από πάνω έτσι όπως αθυμούμαι είχε και τα φώτα του ψηλά, αλλά ύστερα δεν θυμούμαι τίποτε διότι έγινε η πρόσκρουση. Έπαθα όπως το σοκ.» Υποστήριξε ότι εάν υπήρχε φωτισμός και προειδοποιητικά σήματα θα μπορούσε να αντιληφθεί τον πάσσαλο της ΑΗΚ και να μην τον κτυπήσει. Κατά την αντεξέταση του, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι δεν χρησιμοποιούσε συχνά τον συγκεκριμένο δρόμο. Τέθηκε στον Ενάγοντα ότι υπήρχαν κώνοι στο σημείο των έργων όπως αποτυπώνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας συμφώνησε ότι υπήρχαν στο σημείο των έργων αλλά πρόσθεσε ότι θα έπρεπε να υπήρχαν και προηγουμένως προειδοποιητικές σημάνσεις. Πρόσθεσε ότι τα έργα γίνονταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου, στην αντίθετη πλευρά από εκείνη που οδηγούσε εκείνος, και ότι εξαιτίας των έργων έφυγε από την πορεία του, μπήκε στο αντίθετο παγκέτο και κτύπησε σε πάσσαλο της ΑΗΚ. Εξηγώντας ανέφερε «το αυτοκίνητο έρχετουν έτσι όπως το θυμάμαι, είχε και ψηλά φώτα, ήταν στην πάντα μου διότι που γίνονταν τα έργα ήταν το αυτοκίνητο μες την πάντα μου [.] Ο οδηγός για να μην δώκει στους λάκκους ήρτεν πάνω μου». Ο συνήγορος του Εναγόμενου, υπέβαλε στον Ενάγοντα ότι την ημέρα του ατυχήματος δεν διενεργούνταν οποιαδήποτε έργα στο σημείο του ατυχήματος καθώς και ότι εάν διενεργούνται έργα αυτά δεν ήταν υπό την ευθύνη του Εναγόμενου. Ο Ενάγοντας διαφώνησε με τις θέσεις αυτές. Τέθηκε στον Ενάγοντα ότι το ατύχημα συνέβηκε γιατί ο ίδιος οδηγούσε αμελώς, με μεγάλη ταχύτητα. Ο Ενάγοντας απάντησε «δεν έτρεχα και δεν ήμουν αμελής όπως το είπες. Οδηγώ σωστά. Ο λόγος που δεν σταμάτησε το αυτοκίνητο, μπορεί να είναι και από το βάρος που είχε μέσα τα εξαρτήματα και ότι ήταν νύχτα.» Αυτή ήταν όλη η μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση. Τελικές αγορεύσεις. Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς συνόψισαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους στις τελικές τους αγορεύσεις, τις οποίες έχω μελετήσει. Στην αγόρευση του ο συνήγορος του Ενάγοντα, σημειώνει ότι η μόνη μαρτυρία που παρουσιάστηκε είναι αυτή του Ενάγοντα, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Σημείωσε ότι η θέση του Εναγόμενου ότι δεν διενεργούνταν έργα στο σημείο του ατυχήματος καταρρίπτεται από τις φωτογραφίες. Εισηγήθηκε ότι το ατύχημα οφειλόταν στην ελλιπή σήμανση των έργων που ανάγκασαν τον άλλο οδηγό να κινηθεί προς την λωρίδα του Ενάγοντα. Ο συνήγορος του Εναγόμενου εισηγήθηκε ότι η άλλη πλευρά δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι τα έργα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες ήταν υπό την ευθύνη του Εναγόμενου. Σημειώνει επίσης ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται αναφορά σε άλλο εμπλεκόμενο ή διερχόμενο όχημα. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι ακόμα και αν γίνει δεκτή η εκδοχή του Ενάγοντα αυτή δεν στοιχειοθετεί αμέλεια του Εναγόμενου καθώς και ότι τα όσα αποτυπώνονται στις φωτογραφίες δεν αποτελούσαν εμπόδιο στη διέλευση. Αξιολόγηση. Με αυτά τα δεδομένα προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Έχω ήδη σημειώσει ότι η πλευρά του Εναγόμενου δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες σε σχέση με τη μαρτυρία και την αξιοπιστία της, αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο τα γεγονότα για τα οποία υπάρχει μαρτυρία είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση του ενάγοντα στον απαιτούμενο βαθμό. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Ενάγοντα με γνώμονα τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία[1] και σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και τα παραδεκτά γεγονότα. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε ο Ενάγοντας στα πλαίσια της μαρτυρίας του. Σαν γενικό σχόλιο, σημειώνω ότι η εικόνα του Ενάγοντα στο εδώλιο ήταν θετική. Ακούγοντας τη μαρτυρία του και παρακολουθώντας τον στο εδώλιο φάνηκε ότι δεν είναι πρόσωπο που το χαρακτηρίζει η άνεση του λόγου και ήταν λιγομίλητος. Παρόλα αυτά, οι λιτές απαντήσεις του έδωσαν στοιχεία για τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Η εντύπωση που δημιούργησα ήταν ότι απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση. Δεν διέκρινα προσπάθεια να παραποιήσει, εσκεμμένα, γεγονότα. Όπως σημείωσα πιο πάνω, η σκηνή όπου συνέβηκε το ατύχημα παρουσιάζεται στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την αστυνομική έκθεση, Τεκμήριο 1, ενώ απεικονίζεται και στις φωτογραφίες, Τεκμήριο
- Το σχεδιάγραμμα και οι φωτογραφίες συνιστούν πραγματική μαρτυρία και, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορούν να αποτελέσουν γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά και σταθερό οδηγό για τον έλεγχο της ακρίβειας της μαρτυρίας[2]. Η πλευρά του Εναγόμενου εισηγήθηκε ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ του σχεδιαγράμματος, όπου δεν αποτυπώνονται έργα, και των φωτογραφιών. Δεν θεωρώ ότι το περιεχόμενο των δύο τεκμηρίων είναι αντιφατικό ούτε ότι αυτοαναιρούνται. Στο σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται ο δρόμος και ο πάσσαλος της ΑΗΚ όπου κτύπησε το όχημα του Ενάγοντα όταν εξήλθε του δρόμου καθώς και η τελική θέση του οχήματος του. Το γεγονός ότι δεν φαίνονται στο σχεδιάγραμμα έργα δεν σημαίνει ότι αυτά δεν υπήρχαν. Αποτυπώνονται στις φωτογραφίες όπου, έχω ήδη σημειώσει ότι σταματούν στο δεξί εξωτερικό όριο του δρόμου, ως η πορεία του Ενάγοντα, χωρίς να επεμβαίνουν στο οδόστρωμα. Στην συνεχόμενη γραμμή που σηματοδοτεί το έξω όριο της δεξιάς λωρίδας του δρόμου ήταν τοποθετημένοι κώνου. Συνεπώς, αυτό που συμβαίνει είναι ότι το σχεδιάγραμμα και οι φωτογραφίες αλληλοσυμπληρώνουν την πραγματική κατάσταση στο σημείου που συνέβη το επίδικο ατύχημα. Τα όσα ο Ενάγοντας κατέθεσε ως προς τα γεγονότα δεν έρχονται σε αντίθεση με την πραγματική μαρτυρία. Συνάδουν με την εικόνα των φωτογραφιών και του σχεδιαγράμματος και η εκδοχή του έχει λογική. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι άλλη, αντίθετη εκδοχή ως προς τα γεγονότα δεν έχει παρουσιαστεί, δεν διακρίνω λόγο να απορρίψω την εκδοχή του η οποία γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Αυτά είναι επιπρόσθετα των παραδεκτών γεγονότων που έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω και δεν θα επαναλάβω. (α) Κατά το επίδικο βράδυ ο Ενάγοντας οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου Λεμεσού-Φασούλας με κατεύθυνση προς Φασούλα. (β) Την ίδια ώρα άλλο όχημα διερχόταν στον ίδιο δρόμο, με αντίθετη κατεύθυνση στη δεξιά λωρίδα του δρόμου (ως η πορεία του Ενάγοντα). (γ) Στο σημείο του δρόμου που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 1 και στις φωτογραφίες Τεκμήριο 3, εκτελούνταν έργα στο δεξί παγκέτο του δρόμου (ως η πορεία του Ενάγοντα), όπως αποτυπώνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο
- (δ) Κατά μήκος της συνεχόμενης γραμμής που καθορίζει το εξωτερικό όριο της δεξιάς λωρίδας του δρόμου (ως η πορεία του Ενάγοντα) υπήρχαν, ανά διαστήματα, κώνοι, ως εμφαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 3, καθώς και μια τριγωνική πινακίδα επί ενός εκ των κώνων. Δεν υπήρχαν άλλες προειδοποιητικές πινακίδες, ούτε φωτεινές σημάνσεις για τα έργα. (ε) Κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο Ενάγοντας δεν είχε αντιληφθεί τα έργα που εκτελούνταν στο σημείο, ούτε τους κώνους. (στ) Ενώ το όχημα του Ενάγοντα και το όχημα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση προσέγγιζαν το ένα το άλλο, το άλλο όχημα κινήθηκε δεξιότερα (ως η δική του πορεία), στη λωρίδα του Εναγόμενου. (ζ) Ο Ενάγοντας αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή του άλλου οχήματος και κινήθηκε προς τα αριστερά για να αποφύγει ενδεχόμενη σύγκρουση των δύο οχημάτων. (η) Μετά τον ελιγμό αυτό, ο Ενάγοντας απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του το οποίο βγήκε από τον δρόμο, προσέκρουσε σε πάσσαλο της ΑΗΚ που βρισκόταν στο αριστερό χωμάτινο παγκέτο, ως αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 1, αναποδογυρίστηκε και κατέληξε εκτός του αριστερού παγκέτου. (ι) Η τελική θέση του οχήματος του Ενάγοντα είναι ως παρουσιάζεται στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο
- Επαναλαμβάνω ότι τα ευρήματα που καταγράφω πιο πάνω, είναι επιπρόσθετα των παραδεκτών γεγονότων στα οποία έχω ήδη αναφερθεί. Ανάλυση. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν η πλευρά του Ενάγοντα έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, τις αξιώσεις που εγείρει. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, η αμέλεια του Εναγόμενους συνίσταται στην παράληψη του να τοποθετήσει τις κατάλληλες σημάνσεις αναφορικά με τα έργα που εκτελούνταν ώστε να είναι αντιληπτά τα έργα από τους διερχόμενους οδηγούς. Η παράλειψης αυτή, ισχυρίζεται, εξέθεσε τον Ενάγοντα σε κίνδυνο. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Σε σχέση με τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[3]. Το καθήκον επιμέλειας εξαρτάται από τα αντικειμενικά δεδομένα της κάθε περίστασης και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου λογικού ατόμου σε αντίστοιχα δεδομένα, κατά τον επίδικο χρόνο, και με γνώμονα τη δυνατότητα λογικής πρόβλεψης του ενδεχόμενου κινδύνου. Στην υπό κρίση περίπτωση, το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο υπήρχε αμέλεια από πλευράς του Εναγόμενου. Είναι παραδεκτό εκ των δικογράφων ότι ο Εναγόμενος είναι υπεύθυνος για την «διατήρηση της καλής κατάστασης ασφάλειας των δρόμων». Κρίνω ότι το καθήκον αυτό περιλαμβάνει την ευθύνη να λαμβάνει εκείνα τα μέτρα ώστε να φέρει εις γνώση των διερχόμενων οδηγών οτιδήποτε θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει εμπόδιο στην ελεύθερη διέλευση των οχημάτων τους ή που θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ως εμπόδιο από ένα διερχόμενο οδηγό. Στην προκειμένη περίπτωση εκτελούνταν έργα στο παγκέτο του δρόμου τα οποία επεκτείνονταν και εφάπτονταν της συνεχόμενης άσπρης γραμμής της δεξιάς λωρίδας του δρόμου (ως η πορεία του Ενάγοντα). Λόγω της εγγύτητας των έργων στο οδόστρωμα, κρίνω ότι ο μέσος λογικός οδηγός που οδηγούσε στην λωρίδα που εφάπτεται των έργων θα μπορούσε να θεωρήσει ότι αυτά περιόριζαν την ελεύθερη διέλευση του. Κατά μήκος της συνεχόμενης άσπρης γραμμής στην άκρη του δρόμου είχαν τοποθετηθεί κώνοι ως αποτυπώνονται στις φωτογραφίες, προφανώς ως προειδοποίηση για τα έργα που εκτελούνταν. Συνιστά, παράλληλα, εύρημα ότι πέραν των όσων αποτυπώνονται στις φωτογραφίες, δεν υπήρχαν άλλες προειδοποιητικές σημάνσεις ή πινακίδες, ούτε οποιαδήποτε φωτεινή σήμανση για τα έργα. Στις φωτογραφίες φαίνεται ότι υπήρχαν πάσσαλοι της ΑΗΚ με ηλεκτροφόρα καλώδια κατά μήκος του δεξιού παγκέτου, όμως δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Ως αποτέλεσμα της έλλειψης φωτισμού και φωτεινών σημάνσεων, είναι λογικά προβλεπτό και αναμενόμενο ότι, κατά τις βραδινές ώρες, στον μέσο συνετό οδηγό δεν θα ήταν εμφανείς ούτε πρόδηλα αντιληπτοί οι κώνοι που τοποθετήθηκαν. Στην προκειμένη εντύπωση, οι κώνοι δεν έγιναν αντιληπτοί από τον Ενάγοντα. Καταληκτικά ως προς την ισχυριζόμενη αμέλεια του Εναγόμενου, θεωρώ ότι τα ενώπιον μου δεδομένα συγκλίνουν στο ότι ο Εναγόμενος ενήργησε αμελώς. Η αμέλεια του συνίστατο στο ότι παρέλειψε να λάβει τα δέοντα, εύλογα και επαρκή υπό τις περιστάσεις μέτρα ώστε να προειδοποιήσει κατάλληλα τον μέσο, συνετό, διερχόμενο οδηγό για τα έργα που εκτελούνταν στο δεξίο παγκέτο του δρόμου (ως η πορεία του Ενάγοντα). Η παράληψη όμως αυτή του Εναγόμενου δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε επιτυχία της αγωγής. Η μαρτυρία και τα ευρήματα πρέπει να οδηγούν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει η απαραίτητη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του Εναγόμενου και της ζημιάς για την οποία ο Ενάγοντας διεκδικεί αποζημίωση. Η αιτιώδης συνάφεια προϋποθέτει μια «αιτιακή διαδοχή» (μια αλυσίδα) μεταξύ ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης από τη μια και της βλάβης, από την άλλη[4]. Όπως έχει επεξηγηθεί στην Σπύρου Νικηφόρος (ανήλικος) δια των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του Αγάπιου Σπύρου και Παναγιώτας Σπύρου κ.α. ν Παντελίτσας Ανδρέου Λανίτου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1538: «αμέλεια χωρίς απόδειξη ζημιάς δεν είναι αγώγιμη (negligence without proof of damage is not actionable) και, εκτός εάν ο ενάγοντας θεμελιώσει ότι ο εναγόμενος προκάλεσε τη βλάβη για την οποία παραπονείται, η αγωγή του θα αποτύχει». Στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων, κρίνω ότι δεν προκύπτει η απαραίτητη σύνδεση μεταξύ της αμέλειας του Εναγόμενου και των ζημιών για τις οποίες διεκδικεί αποζημίωση ο Ενάγοντας. Τα έργα διενεργούνταν στο αντίθετο παγκέτο από εκείνο που οδηγούσε ο Ενάγοντας. Οι κώνοι που είχαν τοποθετηθεί, βρίσκονταν στην συνεχόμενη άσπρη εξωτερική γραμμή της αντίθετης λωρίδας από εκείνη στην οποία οδηγούσε ο Ενάγοντας. Επιπρόσθετα, όπως αποτυπώνεται στις φωτογραφίες, οι κώνοι δεν ήταν τοποθετημένοι εντός της λωρίδας κυκλοφορίας αλλά στην περίμετρο. Δεν μείωναν το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας με οποιοδήποτε τρόπο. Κανένα εμπόδιο εντοπίζεται στην λωρίδα που κινείτο το όχημα του Ενάγοντα ή του άλλου διερχόμενου οδηγού. Ο Ενάγοντας προέβηκε σε ελιγμό με το όχημα του για να αποφύγει το άλλο διερχόμενο όχημα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση γιατί αντιλήφθηκε ότι ο άλλος οδηγός κινήθηκε προς τη λωρίδα του. Η άμεση επομένως αιτία του ατυχήματος ήταν ο τρόπος που κινήθηκε στον δρόμο το άλλο διερχόμενο όχημα. Δεν έχω δεδομένα στα οποία θα μπορούσα να βασιστώ για να καταλήξω, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο τρόπος που κινήθηκε το άλλο όχημα οφειλόταν στην αμέλεια του Εναγόμενου, δηλαδή στην παράλειψη του Εναγόμενου να τοποθετήσει επαρκείς σημάνσεις ώστε να φέρει εις γνώση των διερχόμενων οδηγών την ύπαρξη των έργων στο δεξιό παγκέτο του δρόμου. Ο άλλος οδηγός παραμένει άγνωστος. Δεν έχω μαρτυρία αναφορικά με την ταχύτητα του, την ορατότητα του δρόμου και των κώνων από την πορεία διέλευσης του ούτε πως ακριβώς κινήθηκε το δικό του όχημα, πότε και γιατί. Υπενθυμίζω ότι ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του δεν μπορούσε να διαφωτίσει ιδιαίτερα αφού κατέθεσε ότι δεν θυμόταν τι είχε συμβεί μετά που είδε το άλλο όχημα. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τις φωτογραφίες Τεκμήριο 3 και το αντίστοιχο εύρημα, οι κώνοι δεν βρίσκονταν εντός του δρόμου και, άρα, δεν μείωναν το πλάτος της λωρίδας του άλλου διερχόμενου οδηγού. Οι κώνοι (ακόμα και αν τους είχε αντιληφθεί ο άλλος οδηγός) δεν φαίνεται να συνιστούσαν εμπόδιο στην διέλευση του άλλου οχήματος. Η σύνδεση που πρέπει να αποδείξει ο Ενάγοντας, είναι ότι οι ειδικές ζημιές που υπέστη είναι το αποτέλεσμα της αμέλειας του Εναγόμενου. Τα ενώπιον μου δεδομένα δεν επιτρέπουν τέτοια σύνδεση, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Δεν μπορεί να προβαίνει το Δικαστήριο σε εικασίες αλλά το κάθε συμπέρασμα πρέπει να έχει ασφαλές υπόβαθρο στα γεγονότα. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν κενά στα γεγονότα με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η απαραίτητη αιτιώδης συνάφεια, η «αλυσίδα» μεταξύ της αμέλειας ή της κατάστασης που διαμορφώθηκε ένεκα της αμέλειας του Εναγόμενου από τη μια και της ζημιάς που έχει υποστεί ο Ενάγοντας από την άλλη. Κατάληξη. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις και τα όσα έχω εξηγήσει καθορίζουν και το αποτέλεσμα της αγωγής. Ο Ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το αγώγιμο δικαίωμα του. Συνακόλουθα, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 καιΟμήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2]CharalambousvKaifa
(1986)1 CLR 278, AdamisvEracleous
(1982)1 CLR 646, Θρασυβούλου ν Κουλέρμου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 293, ΤεκλίμαΛτδ ν Α.Τ. Lanitis
(1987)1 CLR 614 [3]Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Elpiniki Panayiotou v Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215 [4] Charlesworth & Percy on Negligence 9η έκδοση σελίδα 393 παράγραφος 5-15 και Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελίδα 1228 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο