ΚΟΥΜΗΣ ν. Επίσημου Παραλήπτη, υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτη και/ή προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας των LIBRA GROUP PLC, εταιρείας υπό εκκαθάριση, Αρ. Αγωγής 2130/2012, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2130/2012 Μεταξύ: ΧΧΧ ΚΟΥΜΗΣ Ενάγοντα -και- LIBRA GROUP PLC Εναγομένης Όπως τροποποιήθηκε μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 3/3/2015 Μεταξύ: ΧΧΧ ΚΟΥΜΗΣ Ενάγοντα -και- Επίσημου Παραλήπτη, υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτη και/ή προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας των LIBRA GROUP PLC, εταιρείας υπό εκκαθάριση Εναγομένου 28 Φεβρουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Γ. Σεργίδου, για Ευαγόρας Σεργίδης & Συνεργάτες Για τον Εναγόμενο: κος Σ. Σταυρινίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η _______________ Οι δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων διεκδικεί εναντίον του Εναγόμενου €100.000.- πλέον νόμιμο τόκο από 1.1.2011 μέχρι εξοφλήσεως, το οποίο διατείνεται ότι δάνεισε στην υπό εκκαθάριση, αρχικά Εναγόμενη, εταιρεία (στο εξής «η Εναγόμενη») υπό τις ακόλουθες συνθήκες. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, μεταξύ 2000 και 2007 εργοδοτείτο στην Εναγόμενη ως οικονομικός διευθυντής. Η Εναγόμενη και οι διάφορες συνδεδεμένες και/ή θυγατρικές εταιρείες, όπως η A Jet Aviation Ltd (πρώην Helios Airways Ltd), η Libra Holidays Ltd και η Libra Europe Ltd, ως αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων, μεταξύ των οποίων και της συντριβής του αεροσκάφους της Helios Airways Ltd τον Αύγουστο του 2005, αντιμετώπισαν διάφορα, σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο Ενάγων κατόπιν παρακλήσεως και/ή οδηγιών και/ή εντολών και/ή προφορικής συμφωνίας με την Εναγόμενη μέσω του διευθυντή και/ή εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου της ΧΧΧ Δράκου (στο εξής «ο Δράκου»), συμφώνησε να παραχωρήσει δάνειο και/ή να καταβάλει διάφορα ποσά προς την Εναγόμενη και ή προς τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό της και/ή προς όφελος της και/ή προς όφελος θυγατρικών και/ή συνδεδεμένων εταιρειών, ικανοποιώντας διάφορες οικονομικές της υποχρεώσεις. Αποτελούσε ουσιώδη όρο της εντολής της Εναγόμενης και/ή της συμφωνίας δανείου ότι το συνολικό ποσό των χρημάτων που θα κατέβαλλε ο Ενάγων θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, ο Ενάγων μεταξύ Νοεμβρίου 2005 και Δεκεμβρίου 2007, κατέβαλε και/ή πλήρωσε στην Εναγόμενη και/ή σε τρίτα πρόσωπα, σε διάφορες ημερομηνίες, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.60.858,75 (€104.260,69). Κατά ή περί τον Μάιο του 2011 η Εναγόμενη παραδέχθηκε και/ή αναγνώρισε το ποσό των €130.000 ως το συνολικό ύψος της οφειλής της προς τον Ενάγοντα συμπεριλαμβανομένων των τόκων επί του ποσού των €104.260,69 μέχρι 31.12.2010 και ανέλαβε την υποχρέωση και/ή εγγυήθηκε την πληρωμή και/ή εξόφληση της προς τον Ενάγοντα. Συνεπεία της ως άνω αναγνώρισης και/ή παραδοχής, η Εναγόμενη κατέβαλε στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €30.000 με τρεις επιταγές πληρωτέες στις 13.5.2011, 26.8.2011 και 2.11.2011 αντίστοιχα. Έκτοτε όμως, η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό έναντι και/ή προς εξόφληση της οφειλής της παρά τις επανειλημμένες γραπτές και/ή προφορικές υπενθυμίσεις του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα να οφείλεται σήμερα ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου, δηλαδή το ποσό των €100.
- Στον αντίποδα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη ουδέποτε υπέδειξε στον Ενάγοντα και/ή του έδωσε οδηγίες και/ή προέβη σε οποιεσδήποτε εντολές ή παρακλήσεις για να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο εκ μέρους της. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων ουδέποτε υπέδειξε στην Εναγόμενη ότι προέβη στις ισχυριζόμενες πληρωμές και αρνείται ότι ο Ενάγων κατέβαλε τα ποσά ή οποιοδήποτε από τα ποσά που αναφέρει. Αποτελεί, επίσης ισχυρισμό του ότι κατά τις ισχυριζόμενες ημερομηνίες καταβολής των ισχυριζόμενων ποσών, η Εναγόμενη δεν είχε καμία γνώση και/ή δεν έλαβε ενημέρωση από τον Ενάγοντα για την καταβολή και/ή πληρωμή των ισχυριζόμενων ποσών και/ή οποιωνδήποτε ποσών εκ μέρους της Εναγόμενης και/ή οποιωνδήποτε άλλων εταιρειών που συνδέονται με αυτήν. Ισχυρίζεται, περαιτέρω ότι μετά την αποχώρηση του Ενάγοντα από την Εναγόμενη, ο Ενάγων προσέγγισε την Εναγόμενη και της ζήτησε να του πληρώσει τα ποσά που ισχυρίζεται ότι πλήρωσε. Ενώ τον Μάιο του 2011 ο Ενάγων ζήτησε από την Εναγόμενη να υπογράψουν συμφωνία που ετοίμασε ο ίδιος για αναγνώριση χρέους ύψους €130.000 την οποία όμως η Εναγόμενη αρνήθηκε να υπογράψει καθότι ζήτησε από τον Ενάγοντα να της προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι κατέβαλε τα ποσά που ισχυρίζεται ότι πλήρωσε. Αναφέρει ακόμη ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης ουδέποτε ενέκρινε την προαναφερόμενη συμφωνία. Αναφορικά με τις τρεις επιταγές, τις οποίες παραδέχεται ότι η Εναγόμενη έδωσε στον Ενάγοντα, ισχυρίζεται ότι αυτές εκδόθηκαν υπό τον όρο ότι ο Ενάγων θα της προσκόμιζε αποδεικτικά στοιχεία ότι όντως είχε καταβάλει τα εν λόγω ποσά εκ μέρους της. Είναι όμως η θέση του, ότι ο Ενάγων ουδέποτε προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία για την καταβολή του ποσού των €30.000 εκ μέρους της Εναγόμενης, καθώς και ότι τα μόνα στοιχεία που έδωσε στην Εναγόμενη, ήταν στοιχεία εκ των λογιστικών καταχωρήσεων στους λογαριασμούς της, τα οποία τελούν υπό αμφισβήτηση και του ζήτησε να προσκομίσει στοιχεία πληρωμής από το λογαριασμό του, πράγμα που ο Ενάγων αμέλησε και/ή αρνήθηκε να πράξει. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη είχε στην ιδιοκτησία και κατοχή της το ποσό των GBP30.000 (Αγγλικές Στερλίνες) σε κέρματα για τα οποία εξουσιοδότησε τον Ενάγοντα να διευθετήσει τη φύλαξη τους σε θυρίδα και/ή ασφαλή χώρο, ωστόσο ο Ενάγων οικειοποιήθηκε και/ή ξόδεψε το εν λόγω ποσό για δικούς του σκοπούς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Εναγόμενος ζητά την απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντα και ανταπαιτεί την επιστροφή του ποσού των €30.000 πλέον νόμιμο τόκο από 2.11.2011 και επιστροφή του ποσού των GBP30.000 (Αγγλικές Στερλίνες) πλέον νόμιμο τόκο από 1.12.
- Ο Ενάγων, στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, ισχυρίζεται ότι επανειλημμένα υπενθύμιζε την Εναγόμενη για επιστροφή των ποσών που κατέβαλε προς όφελος της, τόσο κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του μέχρι τις αρχές του 2008 όσο και μεταγενέστερα αφού συνέχιζε να προσφέρει τη βοήθεια του σε επαγγελματικά θέματα στην Εναγόμενη, πλην όμως η τελευταία ενώ υποσχόταν ότι θα προχωρούσε σε αποπληρωμή, ζητούσε πίστωση χρόνου λόγω των σοβαρών οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Ισχυρίζεται επίσης ότι, κατά ή περί τις 29.10.2009 απαίτησε γραπτώς την πληρωμή όλων των ποσών που πλήρωσε προς όφελος της, εφοδιάζοντας την Εναγόμενη ταυτόχρονα με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Ενώ περαιτέρω, κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2009 η Εναγόμενη παραδέχτηκε την οφειλή της προς αυτόν και αποδέχτηκε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών στοιχείων, βεβαιώνοντας τον εκ νέου για την αποπληρωμή των ποσών που απαιτούσε. Περαιτέρω αρνείται ότι οι τρεις επιταγές εκδόθηκαν υπό προϋποθέσεις. Αρνείται επίσης ότι απέσπασε το ποσό των €30.000 από την Εναγόμενη και ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη κατέβαλε το εν λόγω ποσό στη βάση της συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ τους και μετά την εξέταση και αποδοχή από μέρους της όλων των στοιχείων. Σε σχέση με τα κέρματα, ισχυρίζεται ότι κατά ή περί το 2007 οι προσπάθειες της Εναγόμενης για μεταφορά των κερμάτων δια θαλάσσης στο Ηνωμένο Βασίλειο απέτυχαν και ως εκ τούτου άφησε τα κέρματα σε αποθήκη μεταφορέα στην Λεμεσό μέχρι και κατά ή περί το τέλος του 2008, όπου κλήθηκε η Εναγόμενη επανειλημμένα να τα παραλάβει. Ωστόσο, λόγω αδυναμίας της να πράξει αυτό κατά ή περί τα τέλη 2008 και/ή αρχές 2009, συμφώνησε κατόπιν παρακλήσεως της Εναγόμενης να παραλάβει ο ίδιος και/ή να αγοράσει και/ή αποκτήσει την κυριότητα των κερμάτων στη συμφωνημένη τιμή των €15.000, ποσό το οποίο θα υπολογιζόταν έναντι του χρέους της Εναγόμενης σε σχέση με τις μετοχές της εταιρείας Avion Group hf. των οποίων ήταν δικαιούχος και τις οποίες η Εναγόμενη πώλησε για ίδιον όφελος χωρίς την άδεια και/ή συγκατάθεση του και η αξία των οποίων ήταν €75.
- Καταληκτικά ο Ενάγων αρνείται τις θεραπείες που αιτείται ο Εναγόμενος και αιτείται την απόρριψη της ανταπαίτησης με έξοδα υπέρ του. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η Εναγόμενη παραδέχθηκε ότι οφείλει τα ισχυριζόμενα ποσά στον Ενάγοντα, αφού αυτός ουδέποτε παρουσίασε στοιχεία που να αποδεικνύουν την πληρωμή από τον ίδιο εκ μέρους της Εναγόμενης των ισχυριζόμενων ποσών και περαιτέρω αρνείται ότι η Εναγόμενη είχε ή έχει οποιαδήποτε οικονομική υποχρέωση απέναντι του Ενάγοντα. Περαιτέρω, διατείνεται ότι η Εναγόμενη καμία σχέση είχε με την πώληση των αναφερόμενων μετοχών του Ενάγοντα και ούτε γνώριζε ή γνωρίζει αν οι εν λόγω μετοχές πωλήθηκαν. Αρνείται επίσης ότι πρότεινε στον Ενάγοντα να αποκτήσει την κυριότητα των κερμάτων έναντι €15.000 και ότι είχε ή έχει οποιοδήποτε χρέος και/ή οφειλή προς αυτόν είτε από μετοχές είτε από άλλο λόγο και αιτία. Προσκομισθείσα Μαρτυρία Για τους σκοπούς απόδειξης της απαίτησης του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος (Μ.Ε.1) ενώ για την υπεράσπιση κατάθεσε ο ΧΧΧ Γεωργίου (Μ.Υ.1). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγων υιοθέτησε κατ' αρχάς τη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Α και παρουσίασε τα αναφερόμενα σε αυτήν έγγραφα ως Τεκμήρια 1 -
- Μεταξύ άλλων στη δήλωση του αναφέρεται στην εργοδότηση του στην Εναγόμενη από τον Δράκου, ο οποίος, ως αναφέρει, ήταν μεταξύ άλλων διευθυντής και κύριος μέτοχος της Εναγόμενης. Επίσης αναφέρεται, στα ποσά που κατ' ισχυρισμό του πλήρωσε εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης, από που προέρχονται τα χρήματα που ισχυρίζεται ότι πλήρωσε, προβάλλοντας ότι όσα χρήματα πλήρωσε, τα πλήρωσε μετά από παράκληση του Δράκου και έχοντας κατά νου τη δέσμευση του τελευταίου ότι θα του επιστρέφονταν. Περαιτέρω αναφέρεται στα ηλεκτρονικά μηνύματα που απέστειλε προς τον Δράκου και τον Μ.Υ.1, με τα οποία τους πληροφορούσε για το σύνολο των οικονομικών του απαιτήσεων από την Εναγόμενη, εφοδιάζοντας τους με τα αποδεικτικά στοιχεία για τις πληρωμές που έκανε. Επίσης αναφέρεται στις συναντήσεις που είχε με τον Δράκου και τον Μ.Υ.1 με θέμα την πληρωμή προς αυτόν των χρημάτων που πλήρωσε, προβάλλοντας ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε η οφειλή της Εναγόμενης έναντι του και το μόνο που του ζητείτο ήταν να κάνει υπομονή, επισημαίνοντας ότι με ηλεκτρονικό μήνυμα που του έστειλε ο Δράκου στις 24.8.2010 ο τελευταίος παραδέχθηκε την οφειλή της Εναγόμενης έναντι του, δηλώνοντας του μάλιστα ότι η αποπληρωμή της ήταν θέμα χρόνου λόγω της οικονομικής αδυναμίας που αντιμετώπιζε η Εναγόμενη. Αναφέρεται, επίσης στη συνάντηση που έλαβε χώρα στα γραφεία της Εναγόμενης μεταξύ του ιδίου, του Δράκου και του Μ.Υ.1 περί τα τέλη Απριλίου 2011 κατόπιν δικών του πιέσεων, αφού δεν έγινε καμία πληρωμή για να του ξεπληρώσουν τα λεφτά που δάνεισε στην Εναγόμενη. Σημειώνοντας, ότι κατά την εν λόγω συνάντηση και πάλι κανένα ποσό δεν του πλήρωσαν, προβάλλοντας όμως τη θέση ότι, συμφώνησαν το ύψος του ποσού που είχε δανείσει στην Εναγόμενη μαζί με τους τόκους και τον τρόπο αποπληρωμής. Αναφέρει, επίσης, ότι κατέγραψε το περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας και όταν πήγε στα γραφεία της Εναγόμενης για να του πληρώσουν την πρώτη συμφωνημένη δόση των €10.000 με επιταγή ημερομηνίας 13.5.2011, έδωσε τη συμφωνία στον Μ.Υ.
- Σε μεταγενέστερο στάδιο τον κάλεσαν να παραλάβει και τις δύο άλλες επιταγές για το ποσό των €10.000 εκάστη. Έκτοτε, ως αναφέρει, κανένα άλλο ποσό δεν πληρώθηκε. Περαιτέρω αναφέρεται και σε σειρά άλλων ηλεκτρονικών μηνυμάτων που έστειλε στον Δράκου και στα οποία δεν πήρε καμία απάντηση. Ενώ προβάλλει ότι μετά το τελευταίο ηλεκτρονικό μήνυμα στις 18.11.2011 σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Δράκου, ο τελευταίος προσπάθησε και πάλι με υποσχέσεις να κερδίσει χρόνο κάτι που ο ίδιος δεν αποδέχθηκε και αποφάσισε να κινηθεί νομικά. Περαιτέρω, απορρίπτει τον δικογραφημένο ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι οι επιταγές εκδόθηκαν υπό προϋποθέσεις και όρους και επαναλαμβάνει ότι η Εναγόμενη παρέλαβε με δική του πρωτοβουλία πολλές φορές τα αποδεικτικά στοιχεία που ισχυρίζεται ότι ζητούσε και τα οποία δεν αμφισβήτησε, υποστηρίζοντας επίσης ότι το ποσό των €30.000 καταβλήθηκε στη βάση της συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ τους. Αναφέρεται ακόμη στη μαρτυρία του Δράκου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της αγωγής 2131/12 στην οποία, ήταν η θέση του ότι ο Δράκου παραδέχθηκε ότι πλήρωσε (ο Ενάγων) ποσό €100.000 για λογαριασμό της Εναγόμενης. Αναφέρεται επίσης, στις περιστάσεις που τα κέρματα περιήλθαν στην κατοχή του, προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι λόγω της αδυναμίας της Εναγόμενης να μεταφέρει τα κέρματα στην Αγγλία κλήθηκε να αποδεχθεί αυτά στην τιμή των €15.000 το οποίο θα λογιζόταν έναντι των οικονομικών απαιτήσεων που είχε από την Εναγόμενη για τη ζημιά που υπέστηκε όταν προχώρησε παράνομα και χωρίς τη γνώση και άδεια του στην πώληση μετοχών που διατηρούσε στην εταιρεία Avion Group hf. εισπράττοντας και οικειοποιώντας το αντάλλαγμα. Αντεξεταζόμενος, επέμεινε ότι η πληρωμή των χρημάτων από τον ίδιο, γινόταν κατόπιν τηλεφωνικών επικοινωνιών με τον Δράκου, ο οποίος, ως ανέφερε, του ζητούσε να βοηθήσει στο βαθμό που μπορούσε δανείζοντας χρήματα στην Εναγόμενη. Ήταν η θέση του πως δεν υπήρχε για κανένα πιστωτή απόφαση της Εναγόμενης για να πληρώνει για λογαριασμό της και ότι οι πληρωμές γίνονταν μετά από εντολή του Δράκου. Δεν διαφώνησε ότι ο Δράκου δεν ήταν ο Πρόεδρος της Εναγόμενης και ότι Πρόεδρος αυτής ήταν ο ΧΧΧ Μαυρέλης, αλλά σημείωσε ότι ο Δράκου ήταν ο διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου εταιρειών Libra, υποστηρίζοντας ακόμη ότι δεν είναι για όλα τα θέματα που παίρνει αποφάσεις το Διοικητικό Συμβούλιο μίας εταιρείας. Είπε ακόμα ότι ο Δράκου ήταν εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Oμίλου. Ήταν η θέση του ότι πρωτοφειλέτης των χρημάτων του ήταν η Εναγόμενη και ο Δράκου αναλάμβανε την υποχρέωση να πληρώσει ως Εναγόμενη, παρόλο που ο Δράκου, ως υποστήριξε, ένιωθε ότι ήταν προσωπικό το θέμα να τον ξεπληρώσει. Είπε ακόμη ότι το όνομα του δεν παρουσιάζεται στους εξελεγμένους λογαριασμούς ως πιστωτή όπως και κανενός άλλου παρόλο ότι υπάρχουν 30.000.000 πιστωτές, εμμένοντας στη θέση του ότι υπάρχει αναγνώριση των πληρωμών που έκανε. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι ο ίδιος ως υπεύθυνος καταχωρίσεων στα λογιστικά βιβλία της Εναγόμενης δεν έκανε καταχωρήσεις. Επέμεινε στον ισχυρισμό του ότι αυτός ήταν που έδωσε στον Θεόδωρο Αντωνίου το ποσό των Λ.Κ.8.500 από προσωπικά του χρήματα για να τα μεταφέρει στο εξωτερικό, απορρίπτοντας τη θέση της Υπεράσπισης ότι δόθηκαν από την Εναγόμενη και συγκεκριμένα από τον Δράκου. Επανέλαβε ότι τα χρήματα που πλήρωσε, προέρχονταν από διάφορους λογαριασμούς δικούς του, από την πώληση του αυτοκινήτου του και από το δάνειο που πήρε για την ανέγερση της κατοικίας του. Σε σχέση με τις μετοχές, οι οποίες ανέφερε ότι πωλήθηκαν από την Εναγόμενη, είπε ότι δεν υπήρχε τίτλος επ' ονόματι του για αυτές, αλλά, ήταν Ultimate Beneficial Owner, δηλαδή ανήκαν σε εταιρεία δική του που είχε στην Αγγλία, εμμένοντας στη θέση του ότι οι εν λόγω μετοχές πωλήθηκαν από την Εναγόμενη. Ως προς τα κέρματα, τα οποία ανήκαν στην Libra Aviation Ltd, ως του έθεσε η Υπεράσπιση, επέμεινε ότι δεν υπάρχει αναγνωρισμένο ποσό, γιατί δεν καταμετρήθηκαν τα κέρματα, υποστηρίζοντας ότι οι ελεγκτές δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν το ποσό των κερμάτων, επαναλαμβάνοντας ότι διορίστηκε ο ίδιος ως εξουσιοδοτημένο άτομο από τον Δράκου και τον ΧΧΧ Αντωνίου με επιστολή, για να χειριστεί την υπόθεση. Επανέλαβε ακόμη ότι τα κέρματα έμειναν σε αποθήκες, τις οποίες όμως δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν και μετά από τρία χρόνια, του είπαν να τα πάρει έναντι των μετοχών του τις οποίες είχαν πωλήσει. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος ως προς τα χρήματα που κατ' ισχυρισμό του πλήρωσε για υποχρεώσεις της Εναγόμενης, επέμεινε ότι τα χρήματα αυτά τα έδωσε σε συνεννόηση με τον Δράκου και μέσω της Εναγόμενης για θυγατρικές της εταιρείες, διευκρινίζοντας ότι δεν δάνεισε προσωπικά τον Δράκου και τονίζοντας ότι ουδέποτε υπήρξε αμφισβήτηση από πλευράς του. Αντίθετα, ήταν η θέση του ότι, του έλεγε ότι δεν έχουν χρήματα και ακολούθως του δόθηκε το ποσό των €30.000 έναντι των χρημάτων που πλήρωσε, στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας. Επισήμανε περαιτέρω ότι η πρώτη επιταγή του δόθηκε τον Μάιο και η δεύτερη τον Αύγουστο χωρίς κανένας να του πει κάτι στο χρόνο που μεσολάβησε. Επιβεβαίωσε, περαιτέρω ότι, όταν εργαζόταν στην Εναγόμενη είχε πιστωτική κάρτα της Εναγόμενης. Εξήγηση, ότι η εν λόγω κάρτα χρησιμοποιείτο τόσο για υπηρεσιακούς όσο και για προσωπικούς σκοπούς. Στην περίπτωση δε που χρησιμοποιείτο για προσωπικούς σκοπούς, ανέφερε ότι, είτε κατέβαλλες το αντίτιμο είτε αποκοπτόταν από το μισθό σου. Αρνήθηκε όμως ότι δεν παρέδωσε τις καταστάσεις των προσωπικών του λογαριασμών που να φαίνεται η ανάληψη χρημάτων που ισχυρίζεται ότι πλήρωσε για λογαριασμό της Εναγόμενης, προβάλλοντας ότι τις κρατούσαν και γνώριζαν. Αρνήθηκε επίσης ότι αυτός ήταν ο λόγος που σταμάτησαν να του πληρώνουν το ποσό των €10.000 ανά μήνα, γιατί του ζητούσαν αυτά τα δεδομένα, επαναλαμβάνοντας ότι είχε περάσει πολύς καιρός μέχρι να του δοθεί το ποσό των €30.000 χωρίς να αμφισβητηθεί η απαίτηση του. Επέμεινε επίσης ότι τα χρήματα τα πλήρωνε γιατί είχε τη συμφωνία με τον Δράκου, εκτελεστικό αντιπρόεδρο και διευθύνων σύμβουλο της Εναγόμενης. Εξήγησε επίσης ότι για κάθε πληρωμή που έκανε γίνονταν εγγραφές στα βιβλία της Εναγόμενης. Υποστήριξε ότι το ποσό των Λ.Κ.14.500 (€24.774,72)το οποίο πλήρωσε στην Εναγόμενη προερχόταν από τα χρήματα που πήρε από την πώληση του αυτοκινήτου του και από λογαριασμό του στην Ελληνική Τράπεζα και από κάποια χρήματα που είχε. Επιβεβαίωσε ακολούθως ότι το εν λόγω ποσό, χρεώθηκε στην Libra Holidays Group του Ηνωμένου Βασιλείου και πιστώθηκε η Εναγόμενη ότι το πλήρωσε, ενώ είναι ο ίδιος προσωπικά που είχε βάλει τα χρήματα αυτά, επισημαίνοντας ότι ο λόγος που δεν παρουσιάζεται ο ίδιος ως πιστωτής είναι γιατί δεν θα έκανε ποτέ δάνειο στην εν λόγω εταιρεία, σημειώνοντας ότι η μόνη πρόθεση που είχε ήταν να βοηθήσει τις εταιρείες της Κύπρου με τις δεσμεύσεις του Δράκου. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.16.893,50 (€28.864,26) συμφώνησε ότι αυτό το ποσό πληρώθηκε σχετικά με την A Jet Aviation Ltd, σημειώνοντας ότι ήταν πτήση που έπρεπε να εκτελέσει η εν λόγω εταιρεία για σκοπούς της Libra Poland που είναι και οι δύο εταιρείες 100% θυγατρικές της Εναγόμενης και εάν δεν εκτελείτο η πτήση την επόμενη ημέρα έκλεινε η Libra Poland με βάση τους Διεθνής Κανονισμούς. Ανέφερε ότι και σε αυτή την περίπτωση η καταχώρηση για την πληρωμή έγινε εκ μέρους της A Jet Aviation Ltd μέσο της Εναγόμενης μετά από συμφωνία με τον Δράκου, ο οποίος επανέλαβε ότι ήταν εκτελεστικός αντιπρόεδρος της A Jet Aviation Ltd. Επανέλαβε επίσης ότι, μέρος του ποσού των Λ.Κ.16.893,50 (€28.864,26) πληρώθηκε με τις κάρτες του και το υπόλοιπο με μετρητά, σημειώνοντας ότι εκείνο το διάστημα εξ όσων θυμάται είχε τραβήξει περίπου Λ.Κ.20.000 από το λογαριασμό του στην ΣΠΕ Κυπερούντας. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.10.665,25 (€18.500) είπε ότι αυτό το ποσό έγινε απευθείας μεταφορά από λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου σε λογαριασμό της Libra Europe Ltd, επαναλαμβάνοντας ότι αυτό το έκανε γιατί είχε συμφωνία με τον Δράκου, ο οποίος ήταν εκτελεστικός αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Εναγόμενης και μιλώντας μαζί του, εξακριβώνοντας τις ανάγκες, ανέλαβε να βοηθήσει την Libra Europe Ltd μέσω της Εναγόμενης. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.5.500 (€9.397,31) επανέλαβε ότι αυτό το ποσό πληρώθηκε απευθείας στην Εναγόμενη στη βάση της συμφωνίας που είχε με τον Δράκου. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.8.500 (€14.523,11) επανέλαβε ότι δόθηκε προσωπικά στον ΧΧΧ Αντωνίου ο οποίος ήταν ο οικονομικός σύμβουλος της Εναγόμενης για να τα πάρει στην Libra Poland, σημειώνοντας ότι αυτό το ποσό πιθανόν να προέρχεται από τα χρήματα που έκανε ανάληψη από την Σ.Π.Ε. Κυπερούντας. Το ποσό των Λ.Κ.4.000 (€6.834,41) επανέλαβε ότι το έδωσε στον Χαράλαμπο Ηροδότου για να το καταθέσει σε λογαριασμό της Εναγόμενης στην Τράπεζα Κύπρου και το ποσό αυτό προέρχεται από το λογαριασμό του στην ΣΠΕ Κυπερούντας. Αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη τον πλήρωσε σε διάφορά χρονικά διαστήματα €87.000 κατά την περίοδο που ο ίδιος λέει ότι πλήρωσε και χρέωσε σε λογαριασμό της. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι ήταν οικονομικός διευθυντής και όχι λογιστής για να κάνει τις εγγραφές στα βιβλία της Εναγόμενης, σημειώνοντας ότι η κάθε εταιρεία είχε το δικό της σύμβουλο. Ο Μ.Υ.1 ΧΧΧ Γεωργίου, λογιστής / ελεγκτής στο επάγγελμα και από τον Ιανουάριο του 2001 μέχρι τον Ιανουάριο του 2008 εργαζόμενος στις προσωπικές εταιρείες του Δράκου και από τον Φεβρουάριο του 2008 μέχρι τον Ιούνιο 2016 κατέχον τη θέση του οικονομικού διευθυντή των Δημόσιων Εταιρειών του Ομίλου της Εναγόμενης και από τον Ιούνιο του 2016 μέχρι σήμερα κατέχον την θέση του συμβούλου του Ομίλου των εταιρειών του Δράκου, υιοθέτησε επίσης γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Β και παρουσίασε τα αναφερόμενα σε αυτήν έγγραφα ως Τεκμήρια 37 έως
- Στην εν λόγω δήλωση του αναφέρεται στον ετήσιο μισθό του Ενάγοντα που είχε κατά το έτος 2007, ήτοι Λ.Κ.42.000, θέτοντας το ερώτημα πώς μπορούσε να δανειοδοτήσει την Εναγόμενη με το ποσό των Λ.Κ.60,858 το 2006 -
- Για αυτό το λόγο, ως αναφέρει, κατά τις συναντήσεις τους, ζήτησαν από αυτόν να τους παρουσιάσει τους λογαριασμούς της Τράπεζας του από τους οποίους ισχυρίζεται ότι πλήρωσε το εν λόγω ποσό και να αποδείξει ότι τα πλήρωσε και δεν τα πήρε πίσω, αλλά, ο Ενάγων αρνήθηκε πεισματικά. Αναφέρει ακόμη ότι δεν είναι αλήθεια ότι ο Δράκου ζήτησε από τον Ενάγοντα να πληρώσει για την Εναγόμενη και να μην τα πάρει πίσω. Ενώ υποστηρίζει ακόμη ότι ο Δράκου δεν αποφάσιζε από μόνος του για τις εταιρείες αλλά τα Διοικητικά Συμβούλια των εν λόγω εταιρειών. Δηλώνει, ακόμη ότι ο Δράκου δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι ο Ενάγων πλήρωσε λεφτά για την Εναγόμενη στα πλαίσια της αγωγής 2131/12, αλλά αυτό που είπε για τα λεφτά που ο Ενάγων ισχυριζόταν ότι πλήρωσε για την Εναγόμενη και εάν αυτό ήταν αλήθεια, ήταν ότι ένιωθε άσχημα, υποστηρίζοντας ακόμη ότι ο Ενάγων ποτέ δεν απέδειξε ότι πλήρωσε για την Εναγόμενη και δεν τα πήρε πίσω. Περαιτέρω, σχολιάζει τις εγγραφές στα βιβλία της Εναγόμενης που σχετίζονται με τις αξιώσεις του Ενάγοντα. Πιο συγκεκριμένα σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.14.500 (€24.774,72) που ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε προσωπικά σε μετρητά προς την Εναγόμενη για να καλύψει τις ανάγκες της Libra Holidays Ltd στην Αγγλία, σημειώνει ότι η εγγραφή στα βιβλία της Εναγόμενης δεν αναφέρει πουθενά ότι είναι ο Ενάγων που πλήρωσε αυτά τα χρήματα, ούτε πιστώνεται ο Ενάγων αλλά οι «άλλοι πιστωτές». Ενώ σε σχέση με τη χρεωστική σημείωση, υποστηρίζει ότι δεν αποτελεί απόδειξη ότι τα λεφτά αυτά πληρώθηκαν από τον Ενάγοντα και γι' αυτό, ως αναφέρει, αμφισβητούν ότι τα πλήρωσε και θα πρέπει να αποδείξει από ποιο λογαριασμό του πήρε τα χρήματα αλλά και ότι δεν τα πήρε πίσω. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.16.892,50 (€28.864,26) που ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε από προσωπικά του χρήματα με μετρητά και με πιστωτική κάρτα και αφορούσε περίπου 113 εισιτήρια, αναφέρει ότι στην εγγραφή αυτή επίσης δεν πιστώθηκε ο Ενάγων αλλά οι «άλλοι πιστωτές». Ενώ, περαιτέρω αναφέρει ότι όταν ζήτησαν από τον Ενάγοντα να παρουσιάσει όλα τα αντίγραφα λογαριασμού του για όλη την περίοδο ως απόδειξη για τα ποσά που πλήρωσε, αφού ισχυρίζεται ότι πλήρωσε 33 ή 43 εισιτήρια από τα 113 από την πιστωτική του κάρτα, ο Ενάγων απέφυγε να το πράξει, ενώ δεν εξήγησε γιατί αφού χρεώθηκε η κάρτα της Εναγόμενης που ήταν στο όνομα του με το ποσό των €8.970 για 60 εισιτήρια για την Πολωνία ισχυρίζεται ότι τα πλήρωσε ο ίδιος. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.10.665,25 (€18.500) που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι πλήρωσε προς όφελος της Libra Europe Ltd από προσωπικά του χρήματα που είχε σε λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου, αναφέρει ότι αυτά τα χρήματα κατατέθηκαν στο λογαριασμό της Εναγόμενης χωρίς να φαίνεται ποιος τα κατέθεσε. Ενώ μία εβδομάδα αργότερα το ποσό αυτό, ως ανέφερε, εξοφλήθηκε και αυτό φαίνεται στις εγγραφές που έγιναν στα βιβλία και των δύο εταιρειών. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.5.500 (€9.397,31) που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι κατέθεσε στο λογαριασμό της Εναγόμενης, αναφέρει ότι την εγγραφή αυτή έκανε ο Ενάγων βασισμένος σε μία κατάθεση μετρητών που φαίνεται ότι έκανε ο ίδιος, υποστηρίζοντας όμως ότι αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα λεφτά προέρχονταν από προσωπικά του χρήματα. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.8.500 (€14.523,11) που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι έδωσε σε μετρητά στον ΧΧΧ Αντωνίου για να τα μεταφέρει στην Πολωνία για κάλυψη αναγκών της Πολωνικής θυγατρικής της Libra Europe, αναφέρει ότι αυτή η εγγραφή έγινε με βάση «payment form» τα οποία εγκρίθηκαν από τον Δράκου για να πάρει €14.000 μετρητά στην Πολωνία ο ΧΧΧ Αντωνίου, όμως αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα χρήματα αυτά τα έδωσε από δικά του λεφτά ο Ενάγων. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.4.000 (€6.834,41) που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι έδωσε σε μετρητά στον ΧΧΧ Ηροδότου για να το καταθέσει σε λογαριασμό της Εναγόμενης, αναφέρει ότι η εγγραφή αυτή βασίζεται σε μία κατάθεση που έκανε ο ΧΧΧ Ηροδότου, που είναι ο κλητήρας της Εναγόμενης, στην Λαϊκή Τράπεζα σε μετρητά, όμως ο Ενάγων δεν πιστώνεται ο ίδιος αλλά οι «άλλοι πιστωτές». Ενώ ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το ποσό αυτό φαίνεται ότι εξοφλείται στις 17.10.2007 με επιταγή αρ.4206560 η οποία ήταν προς όφελος του ΧΧΧ Ηροδότου. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.800 (€1.366,88) που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι έδωσε προς το λογιστήριο της Εναγόμενης, αναφέρει ότι ο Ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι από δικά του χρήματα. Απορρίπτει περαιτέρω τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία από τους λογαριασμούς του, του ζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής με αριθμό 2131/2012 ήτοι το 2019, υποστηρίζοντας ότι αφού δόθηκαν στον Ενάγοντα οι τρεις επιταγές των €10.000 μετά που εξέτασαν καλύτερα τα αποδεικτικά που τους έδωσε, ζήτησαν επιπλέον στοιχεία από τους λογαριασμούς του, τα οποία να αποδείκνυαν όχι μόνο την πληρωμή αλλά και ότι η Εναγόμενη δεν του έδωσε τα χρήματα πίσω, αλλά, ο Ενάγων δεν τα παρουσίασε. Ενώ υποστηρίζει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που τους είχε δώσει δεν αποδείκνυαν ότι πλήρωσε από δικά του λεφτά, ούτε ότι δεν πήρε πίσω τα λεφτά. Διατείνεται ότι ζήτησαν προφορικά από τον Ενάγοντα πάρα πολλές φορές τους προσωπικούς λογαριασμούς του από τους οποίους πλήρωσε. Λόγω του ότι δεν παρουσίασε τα αποδεικτικά στοιχεία, σταμάτησαν να πληρώνουν. Ενώ αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του ότι, εκ των υστέρων φαίνεται ότι από αυτά που ισχυρίζεται ο Ενάγων ότι πλήρωσε και δεν είναι αλήθεια χωρίς να το αποδείξει, τα περισσότερα τα πήρε πίσω από την Εναγόμενη. Αναφέρει περαιτέρω ότι στις συναντήσεις που είχε ο Δράκου, ο ίδιος και ο Ενάγων του απαντούσαν στις αξιώσεις του, σημειώνοντας ότι για τα «bonus» του, του είπαν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τα εισπράξει αφού η Εναγόμενη πλέον δεν είχε εργασίες, ενώ σε σχέση με τα λεφτά που ισχυρίζεται ότι πλήρωσε, του είπαν να τους αποδείξει ότι τα έχει πληρώσει από τους προσωπικούς του λογαριασμούς και ότι δεν τα έχει πάρει πίσω και θα του τα δώσουν. Ως ένδειξη δε καλής πρόθεσης, του έδωσαν τις τρεις επιταγές. Όταν όμως αρνήθηκε να τους παρουσιάσει τα αποδεικτικά που ζητούσαν σταμάτησαν τις περαιτέρω πληρωμές. Αναφέρει περαιτέρω ότι, ποτέ δεν συμφωνήθηκε να υπογράψουν οποιαδήποτε συμφωνία αφού του ζητούσαν αποδεικτικά στοιχεία για περαιτέρω πληρωμές. Ενώ εξέφρασε την απορία, γιατί δεν υπογράφηκε ποτέ η συμφωνία που ετοίμασε ο ίδιος αφού δεν αμφισβητούσαν τις απαιτήσεις του, ως ισχυρίζεται ο Ενάγων. Σε σχέση με τα κέρματα, υποστηρίζει ότι, με βάση τα βιβλία ήταν αξίας Λ.Κ.38.418,40 και αυτά θα πρέπει να τα παραδώσει αφού είναι περιουσία της A Jet Aviation Ltd. Ενώ περαιτέρω υποστηρίζει ότι δεν έγινε καμία συμφωνία πώλησης τους στον Ενάγοντα και δεν μπορεί να τα κατακρατεί για απαίτηση του από άλλη εταιρεία. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων πήρε πίσω τα περισσότερα από τα λεφτά που ισχυρίζεται ότι έβαλε στην Εναγόμενη από προσωπικούς του λογαριασμούς. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο Ενάγων πήρε πίσω €78.816,84, ενώ το ποσό που απαιτεί είναι €103.983,
- Ενώ σημειώνει ότι ο Ενάγων πήρε και τις €30.000 με τις τρεις επιταγές και κατακρατεί τα κέρματα αξίας €64,
- Επομένως με τα πιο πάνω δεδομένα, είναι η θέση του ότι, η Εναγόμενη δεν οφείλει κανένα ποσό στον Ενάγοντα, αλλά, αντίθετα ο Ενάγων οφείλει στην Εναγόμενη και γι' αυτό ανταξιώνει τα ποσά αυτά από τον Ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 επιβεβαίωσε ότι κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα δηλαδή το 2005 μέχρι το 2007 αυτός δεν εργαζόταν στην Εναγόμενη, επισημαίνοντας ότι στην Εναγόμενη εργοδοτήθηκε τον Φεβρουάριο του
- Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν μπορούσε ως εκ τούτου να γνωρίζει αν ο Δράκου έδωσε εντολή στον Ενάγοντα να πληρώσει τα ποσά που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι πλήρωσε. Κληθείς να διευκρινίσει εάν ο ισχυρισμός του στη γραπτή του δήλωση είναι ότι ο Ενάγων πλήρωσε, είπε ότι ο Ενάγων δεν έχει αποδείξει ακόμα ότι έχει πληρώσει οτιδήποτε εκτός από τα 33 εισιτήρια και γι' αυτό η θέση τους είναι, ας αποδείξει από ποιους λογαριασμούς του πλήρωσε, γιατί τα έγγραφα που κατέθεσε είναι έγραφα που δημιουργούνταν μέσα στο λογιστήριο, το οποίο προΐστατο ο ίδιος. Κληθείς περαιτέρω να διευκρινίσει, τι σημαίνει η θέση που προέβαλε στην κυρίως εξέταση «εάν τα πλήρωσε τα εισέπραξε πίσω», είπε ότι ο Ενάγων δεν έχει αποδείξει ότι πλήρωσε οτιδήποτε, ωστόσο πήρε πίσω από την Εναγόμενη συνολικά €78,800 και με τα λεγόμενα του Ενάγοντα έμεινε υπόλοιπο €25.
- Είπε επίσης ότι ο λόγος που στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης δεν υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγων πήρε πίσω τα χρήματα που ισχυρίζεται ότι πλήρωσε είναι γιατί δεν πίστευαν ότι θα διεκδικούσε χρήματα κάποιος τον οποίον εμπιστευόταν η Εναγόμενη και δούλεψε τόσα χρόνια μαζί τους, αλλά και γιατί είχε ρωτήσει την λογίστρια ΧΧΧ Χαρίτωνος η οποία εργαζόταν μέχρι και το 2018 - 2019 εάν ο Ενάγων πήρε οποιαδήποτε χρήματα και η απάντηση της ήταν «όχι δεν πληρώθηκε τίποτε». Σε υποβολή ότι, τα λεφτά που ισχυρίστηκε ότι εισέπραξε ο Ενάγων αφορούσαν αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε μέχρι και το τέλος του 2011 στην Εναγόμενη, είπε ότι ο Ενάγων για τις υπηρεσίες του πληρωνόταν €500 μηνιαίως και τα λεφτά τα εισέπραξε για τους «άλλους πιστωτές» που είναι η απαίτηση του και γι' αυτό το λογιστήριο έβαλε αυτά τα ποσά στους «άλλους πιστωτές» και δεν τα χρέωσε ως έξοδα, μισθούς ή οποιαδήποτε υπηρεσία. Είπε ακόμη ότι ο λόγος που οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του δεν δικογραφούνται είναι γιατί η λογίστρια δεν τους ενημέρωσε για τις λεπτομέρειες του λογαριασμού της κάρτας, παρόλο που της είχε ζητηθεί, υποστηρίζοντας ότι, τώρα που ετοίμαζε τη γραπτή δήλωση του και είδαν αναλυτικά τους λογαριασμούς είδαν όλα τα στοιχεία και τα λεφτά που πήρε ο Ενάγων. Υποστήριξε ακόμη ότι, ο λόγος που δεν απαντούσαν στα διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα που έστελνε ο Ενάγων, ήταν γιατί με τον τρόπο που άρχισε να γράφει φαινόταν ότι είχε σκοπό να «στήσει υπόθεση», να κινήσει αγωγή και επειδή ήταν μία ιστορία που ξεκίνησε όταν ο ίδιος δεν ήταν εκεί και δεν ήθελε να μπει στη μέση αφού ήταν πέραν από συνάδελφοι και φίλοι και πίστευε ότι θα τα έβρισκε με τον Δράκου και δεν θα έφταναν στο σημείο να κινήσει αγωγή. Το γεγονός δε ότι δεν απαντούσαν στα ηλεκτρονικά μηνύματα, ήταν η θέση του ότι δεν σημαίνει ότι παραδέχονταν ότι έλεγε. Σχολιάζοντας δε το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο Δράκου στις 24.08.2010 στο οποίο ως η θέση του Ενάγοντα παραδέχθηκε την οφειλή της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα, είπε ότι δεν είναι σίγουρος ότι ο Δράκου αναφέρεται στα χρήματα που ζητά με την παρούσα αγωγή ή αν αναφέρεται στο «bonus». Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι υπό το φως των νέων στοιχείων δεν έχουν και τόση σημασία τα ηλεκτρονικά μηνύματα, γιατί ο Δράκου πάντα ήθελε αν αποδείξει ότι πλήρωσε να του δώσουν τα λεφτά, σημειώνοντας ότι, σε ένδειξη καλής θέλησης το 2011 του έδωσαν τις τρεις επιταγές. Εκ των υστέρων όμως, ως ανέφερε, οι €30.000 που του δόθηκαν ήταν λάθος, αφού αποδεικνύεται σήμερα ότι πήρε πίσω τα λεφτά, αν έδωσε και δεν απόδειξε ότι έδωσε οτιδήποτε. Διευκρίνισε στη συνέχεια ότι οι τρεις επιταγές εκδόθηκαν η πρώτη από την εταιρεία Astarti Development Plc και οι άλλες δύο από την εταιρεία CADS Holdings Ltd. Ερωτηθείς, γιατί τότε τις €30.000 τις ανταπαιτεί η Εναγόμενη αφού είναι άλλη εταιρεία που πλήρωσε είπε ότι είναι λάθος. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.14.500 (€24.774,72) και το Τεκμήριο 41 ανέφερε ότι πρόκειται για μία χρεωστική σημείωση ημερομηνίας 2.11.2005 την οποία έκδωσε το λογιστήριο της Εναγόμενης, σημειώνοντας ότι, παρόλο που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι τα χρήματα αυτά τα έβαλε ο ίδιος από προσωπικά του χρήματα, στην εγγραφή των λογιστικών βιβλίων της Εναγόμενης δεν αναφέρεται ο Ενάγων και η χρεωστική σημείωση δεν είναι αποδεικτικό στοιχείο ότι τα χρήματα αυτά όντως «μπήκαν» από τον Ενάγοντα. Διευκρίνισε ωστόσο ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι πληρώθηκε το ποσό αυτό προς την Libra Holiday Αγγλίας. Κληθείς να πει τότε πώς η Εναγόμενη πλήρωσε, αυτό το ποσό σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είπε ότι το βάρος να αποδείξει ότι τα πλήρωσε το έχει ο Ενάγων ο οποίος απαιτεί τα λεφτά και όχι η Εναγόμενη. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.5.500 (€9.397,31) και το Τεκμήριο 44 ανέφερε ότι πρόκειται για αντίγραφο κατάθεσης της Λαϊκής Τράπεζας, στο οποίο φαίνεται ότι καταθέτει ο Ενάγων τα χρήματα, πλην όμως στην εγγραφή στα λογιστικά βιβλία της Εναγόμενης δεν αναφέρεται ότι ο Ενάγων πλήρωσε αυτά τα χρήματα, λέγοντας περαιτέρω ότι ο Ενάγων εκ της θέσεως του είχε πρόσβαση σε μετρητά της Εναγόμενης και ως εκ τούτου τα χρήματα αυτά είναι από χρήματα της Εναγόμενης και ο Ενάγων απλώς είναι ο καταθέτης. Ερωτηθείς πώς τότε πλήρωσε η Εναγόμενη το εν λόγω ποσό, είπε και πάλι ότι το βάρος απόδειξης είναι στον Ενάγοντα και όχι στην Εναγόμενη. Σε σχέση με το ποσό των €14.000 και το Τεκμήριο 45 είπε ότι δεν αμφισβητείτε ότι έγινε η πληρωμή του εν λόγω ποσού στον ΧΧΧ Αντωνίου, πλην όμως η θέση του είναι ότι τα χρήματα αυτά ήταν της Εναγόμενης και το βάρος απόδειξης ως προς το ποιος πλήρωσε τα χρήματα αυτά είναι στον Ενάγοντα. Παρά το γεγονός ότι αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 45 που αφορά τις εγγραφές στα λογιστικά βιβλία της Εναγόμενης που επικαλέστηκε για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι τα χρήματα αυτά ήταν της Εναγόμενης και όχι του Ενάγοντα, το είχαν στην κατοχή τους από τις 6.7.2011, δηλαδή μετά την πληρωμή της πρώτης επιταγής των €10.000 που δόθηκε στον Ενάγοντα και πριν την έκδοση της δεύτερης επιταγής των €10.000, που επίσης δόθηκε στον Ενάγοντα, ερωτηθείς κατά πόσο δεν έλεγξαν τις εγγραφές ούτως ώστε να δικογραφηθούν οι ισχυρισμοί τους, αλλά επίσης προχώρησαν να εκδώσουν δύο ακόμη επιταγές, είπε ότι είχαν τις αμφιβολίες τους, αλλά δεν ήταν σίγουροι και τις αποδείξεις τις βρήκαν όταν έκαναν την τελική γραπτή κατάθεση του. Όσον αφορά το ποσό των Λ.Κ.800 (€1.366,88) ανέφερε ότι στην εγγραφή (Τεκμήριο 47) καταγράφεται ότι τα χρήματα αυτά τα έβαλε ο Ενάγων πλην όμως και σε αυτή την περίπτωση είπε ότι αμφισβητεί ότι είναι ο Ενάγων που έβαλε αυτά τα χρήματα και θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι από δικά του χρήματα. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.4.000 (€6.834,41) που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι δόθηκε στον ΧΧΧ Ηροδότου για να το καταθέσει σε λογαριασμό της Εναγόμενης, επέμεινε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 46 το ποσό αυτό δόθηκε πίσω στον Ενάγοντα με επιταγή που εκδόθηκε επ' ονόματι του ΧΧΧ Ηρόδοτου την οποία εξαργύρωσε και τα χρήματα τα έδωσε στον Ενάγοντα. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.10.665,25 (€18.500) ανέφερε ότι με βάση την ειδοποίηση της Τράπεζας το πρόσωπο που έκανε τη μεταφορά στο λογαριασμό της Libra Europe ήταν ο Ενάγων, υποστηρίζοντας όμως ότι μετά από επτά ημέρες εξοφλήθηκε το ποσό αυτό σύμφωνα με τις εγγραφές στα λογιστικά βιβλία των εταιρειών. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.16.893,50 (€28.864,26)που αφορούσε την αγορά εισιτηρίων επιβεβαίωσε ότι με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού του Ενάγοντα πλήρωσε για 43 εισιτήρια, πλην όμως επέμεινε ότι 60 εισιτήρια πληρώθηκαν από την κάρτα της Εναγόμενης που είχε ο Ενάγων και ο λογαριασμός της εν λόγω κάρτας εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη, ενώ για τα άλλα 30 εισιτήρια είπε ότι δεν ξέρουν ποιος τα πλήρωσε. Ενώ επέμεινε, παρά τη θέση του ότι η πληρωμή αυτή αφορούσε την A Jet Aviation Ltd πως οι εγγραφές στις σελίδες 15 και 20 του Τεκμηρίου 42 αφορούσαν τα 60 εισιτήρια, παρόλο που οι εγγραφές αυτές αναφέρουν ότι αφορούν την Libra Europe, διαφωνώντας ότι το ποσό των €8.970 που αναφέρεται στο Τεκμήριο 42 αφορούσε εισιτήρια άλλης πτήση τα οποία πληρώθηκαν όντως με λεφτά της Εναγόμενης. Αναφορικά με τα κέρματα επανέλαβε ότι αυτά ήταν ιδιοκτησία της A Jet Aviation Ltd. Ενώ υποστήριξε περαιτέρω ότι εάν γινόταν πώληση των κερμάτων προς τον Ενάγοντα ως ο ίδιος υποστήριξε τότε θα έπρεπε να είχε γίνει εγγραφή στα βιβλία. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή και τους δύο μάρτυρες και εξέτασα τα λεχθέντα τους σε συνδυασμό με την έγγραφη μαρτυρία, τα δικόγραφα και τις εισηγήσεις των μερών με σκοπό την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων και ευρημάτων, με περαιτέρω στόχο την επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, για σκοπούς περιορισμού των επίδικων θεμάτων, ως έχει ήδη διαφανεί μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών τα ακόλουθα γεγονότα είναι κοινώς αποδεκτά, τα οποία υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται αμέσως ευρήματα αυτού: Ø Η Εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής, ήταν δημόσια εταιρεία, εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα των εργασιών της στην Λεμεσό. Ασχολείτο με την οργάνωση πακέτων εκδρομών και διακοπών, την αγορά και πώληση αεροπορικών θέσεων, τη λειτουργία αεροπορικής εταιρείας, τη διαχείριση και εκμετάλλευση ξενοδοχείων περιλαμβανομένων τοκοφόρων δραστηριοτήτων. Ø Ο Εναγόμενος ενάγεται υπό την ιδιότητα του προσωρινού εκκαθαριστή και ή παραλήπτη της περιουσίας της Εναγόμενης. Ø Ο Δράκου ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής, διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου εταιρειών Libra και εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Εναγόμενης. Ø Ο Ενάγων μεταξύ 2000 και 2007 εργοδοτείτο από την Εναγόμενη ως οικονομικός διευθυντής και ήταν υπεύθυνος για τις καταχωρήσεις και έλεγχο των καταχωρήσεων στα λογιστικά βιβλία της Εναγόμενης. Ø Ως αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων, μεταξύ των οποίων και της συντριβής του αεροσκάφους της εταιρείας Helios Airways Ltd, κατά ή περί τον Αύγουστο του 2005, η Εναγόμενη και οι διάφορες συνδεδεμένες και θυγατρικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων η ιδιωτική εταιρεία A Jet Aviation Ltd (πρώην Helios Airways Ltd), η εταιρεία Libra Holidays Ltd και η εταιρεία Libra Europe Ltd, οι οποίες ασχολούνταν με αεροπορικές δραστηριότητες, τη διαχείριση διαφόρων αεροσκαφών και τη διοργάνωση τουριστικών πακέτων από και προς την Κύπρο, αντιμετώπισαν διάφορα, σοβαρά οικονομικά και άλλα προβλήματα στη λειτουργία των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Ø Η Εναγόμενη έδωσε στον Ενάγοντα τρεις επιταγές πληρωτέες στις 13.5.2011,12.8.2011 και 26.8.2011, αντίστοιχα, συνολικού ποσού €30.000. Εισερχόμενη στην αξιολόγηση της μαρτυρίας προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων, επισημαίνω πως η αξιολόγηση θα περιοριστεί σε γεγονότα τα οποία κρίνονται απαραίτητα για την επίλυση ζητημάτων της υπόθεσης και ότι θα αγνοηθεί αχρείαστη μαρτυρία την οποία ατυχώς και οι δύο πλευρές προσκόμισαν για διάφορα θέματα τα οποία αφορούν είτε τις αξιώσεις του Ενάγοντα που αποτέλεσαν αντικείμενο άλλης αγωγής είτε επί μέρους ζητήματα που σχετίζονταν με την εργοδότηση του Ενάγοντα. Η αξιολόγηση θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών που αφορούν την παρούσα υπόθεση, με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Κάνοντας αρχή από τον Ενάγοντα (Μ.Ε.1), το πρώτο που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι ο μάρτυρας αυτός μου έκαμε γενικά πολύ καλή εντύπωση. Mου έδωσε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου και σχημάτισα την εντύπωση ότι περιέγραφε τα γεγονότα όπως τα είχε βιώσει. Ήταν πηγαίος, φυσικός και ετοιμόλογος στις τοποθετήσεις του και δεν δυσκολεύτηκε να απαντήσει με ευθύτητα και πειστικότητα όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Παρέμεινε σταθερός καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, παρά την μακράν αντεξέταση, χωρίς αμφιταλαντεύσεις και χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ουσίας και ούτε έδειξε σε καμία στιγμή να επιχειρεί να συσκοτίσει γεγονότα ή να αποκρύψει την αλήθεια. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω τον Ενάγοντα αξιόπιστο και δέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Ο Μ.Υ.1 κος ΧΧΧ Γεωργίου από την άλλη δεν μου προξένησε καλή εντύπωση και χωρίς δισταγμό, απορρίπτω τη μαρτυρία του, στο βαθμό και την έκταση που διαφέρει από τη μαρτυρία του Ενάγοντα. Η εικόνα η οποία αναδύεται από την παρουσία του στο Δικαστήριο και τη μαρτυρία του είναι πως οι απαντήσεις που έδιδε σε ερωτήματα κατά την αντεξέταση του, χαρακτηριζόταν από έλλειψη σαφήνειας και θετικότητας. Δεν μου προκάλεσε γενικά την εντύπωση ανθρώπου ο οποίος με καλή πίστη παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να πει την αλήθεια. Αντίθετα δεν έχω τον παραμικρό δισταγμό να πω ότι σκοπός της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήταν πάση θυσία να μην επιτύχει ο Ενάγων στην αξίωση του. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να προωθήσει την οποιαδήποτε εκδοχή έκρινε ότι μπορεί να βοηθήσει την υπεράσπιση, ακόμα και θέσεις οι οποίες κάποιες ήταν εκτός δικογράφων, κάποιες αντιφατικές και κάποιες άλλες μη πειστικές. Ενώ, περαιτέρω, θέσεις του οι οποίες κρίνονται ουσιώδεις πέραν του ότι δεν δικογραφούνται, δεν τέθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στον Ενάγοντα ενόσω εκείνος κατέθετε. Δεν μπορώ επομένως να δεχθώ τη μαρτυρία του σε όποιο μέρος αυτή διαφέρει από την αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα. Για να γίνει αντιληπτή η εικόνα που οι δύο μάρτυρες έδωσαν στο Δικαστήριο και η ποιότητα της μαρτυρίας τους κρίνω ορθό όπως αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας τους. Κάνοντας αρχή από τον ισχυρισμό του Ενάγοντα περί πληρωμής από προσωπικά του χρήματα μεταξύ Νοεμβρίου 2005 και Δεκεμβρίου 2007, του συνολικού ποσού των Λ.Κ.60.858,75 (€104.260,69) εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης, εν πρώτοις σημειώνεται ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι το ποσό των Λ.Κ.14.500 (€24.774,72) αποτελούσε μέρος πολύ μεγαλύτερου ποσού που πληρώθηκε στις 2.11.2005, για να ναυλωθεί αεροπλάνο που θα ταξίδευε προς την Αγγλία, καλύπτοντας ουσιαστικά ανάγκες της Libra Holidays Ltd, ότι το ποσό των Λ.Κ.16.893,50 (€28.864,26) πληρώθηκε την 31.10.2006 για την αγορά εισιτηρίων για την επιστροφή πελατών της Libra Europe στην Πολωνία, ότι το ποσό των Λ.Κ.10.665,25 (€18.500) με εντολή πληρωμής του Ενάγοντα στις 28.12.2006 πιστώθηκε σε λογαριασμό της Libra Europe, ότι το ποσό των Λ.Κ.5.500 (€9.397,31) κατατέθηκε στις 28.12.2006 σε λογαριασμό της Εναγόμενης, ότι το ποσό των Λ.Κ.8.500 (€14.523,11) δόθηκε στις 15.5.2007 στον ΧΧΧ Αντωνίου για να μεταφερθεί στην Πολωνία για να καλυφθούν ανάγκες της Πολωνικής θυγατρικής της Libra Europe, ότι το ποσό των Λ.Κ.4.000 (€6.834,41) δόθηκε στον ΧΧΧ Ηροδότου ο οποίος το κατέθεσε στις 29.6.2007 σε λογαριασμό της Εναγόμενης και ότι το ποσό των Λ.Κ.800 (€1.366,88) δόθηκε στις 7.12.2007 στο λογιστήριο της Εναγόμενης το οποίο κατατέθηκε σε λογαριασμό της για να καλυφθούν μικρές ανάγκες της, δεν έχει αμφισβητηθεί. Πέραν όμως και ανεξάρτητα τούτου αξίζει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη και επίσης επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 - 17 τα οποία κατέθεσε ο Ενάγων στο Δικαστήριο. Ως έχει διαφανεί από την αντεξέταση του Ενάγοντα, εκείνο που αμφισβητείται από την υπεράσπιση, σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό του Ενάγοντα, είναι ότι οι πιο πάνω συναλλαγές διενεργήθηκαν με χρήματα του Ενάγοντα και όχι ότι όντως είχαν διενεργηθεί. Επί τούτου του ισχυρισμού του Ενάγοντα, σημειώνω ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγόμενου, είναι ότι ο Ενάγων δεν πλήρωσε τα χρήματα που ισχυρίζεται και δεν ενημέρωσε ότι προέβηκε στις εν λόγω πληρωμές. Η μαρτυρία του Ενάγοντα επί τούτου του ζητήματος υπήρξε αταλάντευτα σταθερή καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Ο Ενάγων υπήρξε κατηγορηματικός και αμετακίνητος στη θέση του ότι ήταν σε θέση οικονομικά να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις του Δράκου να πληρώσει αναγκαίες υποχρεώσεις της Εναγόμενης έναντι τρίτων και υποχρεώσεις θυγατρικών της εταιρειών. Προς τεκμηρίωση μάλιστα αυτού του ισχυρισμού του προσδιόρισε από πού προέρχονταν τα χρήματα του, παρουσιάζοντας και σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια. Η προσπάθεια της Υπεράσπισης να καταρρίψει τον ισχυρισμό του ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει τα χρήματα που αφορούσαν οι πιο πάνω συναλλαγές και ότι έλαβε χρήματα τον Σεπτέμβριο του 2005 από την πώληση του αυτοκίνητου, ότι τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2006 προχώρησε σε αναλήψεις μετρητών από το λογαριασμό δανείου που συνήψε με την Σ.Π.Ε. Κυπερούντα για την ανέγερση της κατοικίας και ότι είχε κατατεθειμένα χρήματα σε λογαριασμό της Τράπεζα Κύπρου τα οποία χρησιμοποίησε, έπεσαν στο κενό, αφού πέραν της πειστικής μαρτυρίας του Ενάγοντα, οι θέσεις της Υπεράσπισης χαρακτηρίζονταν από γενικότητα και αοριστία και παρέμειναν σε επίπεδο υποβολών. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά την αρχική αμφισβήτηση από πλευράς Υπεράσπισης, της οικονομικής δυνατότητας του Ενάγοντα να πληρώσει με προσωπικά του χρήματα για τις πιο πάνω συναλλαγές, αντεξεταζόμενος στη συνέχεια για κάθε μία χωριστά συναλλαγή, φάνηκε να μην αμφισβητείται ουσιαστικά η θέση του αυτή, πλην σε μια περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρώ ότι σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.14.500 (€24.774,72) δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του ότι πλήρωσε αυτά τα χρήματα στις 2/11/2015 με μετρητά. Ουσιαστικά κατά την αντεξέταση του ζητήθηκε να αναφέρει την προέλευση των χρημάτων που πλήρωσε, κατά πόσο είχε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης για να δανείσει αυτά τα χρήματα και τον τρόπο που η συναλλαγή παρουσιαζόταν στα βιβλία της Εναγόμενης. Ο Ενάγων έδωσε όλες τις λεπτομέρειες που αφορούσαν την προέλευση των χρημάτων του με σταθερό και πειστικό. Ενώ αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι πειστική ήταν επίσης και η εξήγηση που δόθηκε από τον Ενάγοντα ως προς λόγο που δεν παρουσιάζεται στα βιβλία της Εναγόμενης ότι είναι αυτός που έβαλε τα χρήματα αυτά, ότι δηλαδή δεν θα έκανε ποτέ δάνειο στην Libra Holidays Ltd και ότι η πρόθεση του ήταν να βοηθήσει τις εταιρείες της Κύπρου με τις δεσμεύσεις του Δράκου. Από την άλλη, ο Μ.Υ.1 για το συγκεκριμένο ποσό, ενώ προέβαλε τη θέση ότι η εγγραφή στα βιβλία της Εναγόμενης δεν αναφέρει πουθενά ότι ο Ενάγων είναι αυτός που έβαλε αυτά τα χρήματα, αλλά, ούτε η χρεωστική σημείωση αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο ότι τα χρήματα αυτά τα έδωσε ο Ενάγων γι' αυτό αμφισβητεί ότι τα πλήρωσε, κατά την αντεξέταση του προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι τα χρήματα αυτά τα πλήρωσε η Εναγόμενη. Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του Μ.Υ.1 πέραν του ότι δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.551) δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η πιο πάνω εκδοχή του Μ.Υ.1 δεν τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ώστε να τοποθετηθεί επί τούτης. Αυτή η στάση του Μ.Υ.1 είναι πλήρως αποκαλυπτική της προσπάθειας του να βοηθήσει την υπεράσπιση και καταδεικνύει ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του αποτελεί προϊόν εκ των υστέρων σκέψης του ο οποίος δεν γίνεται αποδεκτός. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.16.893,50 (€28.864,26) η θέση του Ενάγοντα ότι πλήρωσε ένα μέρος αυτού με μετρητά και άλλο μέρος με πιστωτική κάρτα παρέμεινε σταθερή, κατηγορηματική και αναντίλεκτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά την δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου, που πιο πάνω σημειώνεται, κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα σε σχέση με αυτή τη συναλλαγή, τέθηκαν ερωτήσεις που αποσκοπούσαν απλά στην εξασφάλιση περαιτέρω λεπτομερειών ως προς την προέλευση των χρημάτων που ο Ενάγων πλήρωσε. Ο Ενάγων έδωσε όλες τις λεπτομέρειες και για τη συγκεκριμένη συναλλαγή κατά τρόπο πηγαίο, σταθερό και αταλάντευτό. Από την άλλη ο Μ.Υ.1 αποδέχτηκε τον ισχυρισμό του Ενάγοντα σε σχέση με τα χρήματα που πληρώθηκαν με την πιστωτική του κάρτα και αφορούσε τα 43 εκ των 113 εισιτηρίων που ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε. Ενώ σε σχέση με τα υπόλοιπα εισιτήρια προέβαλε για πρώτη φορά στη δική του μαρτυρία τον ισχυρισμό ότι τα 60 εισιτήρια πληρώθηκαν με κάρτα της Εναγόμενης ενώ τα υπόλοιπα 30 (αφού αναφερόταν σε 133 συνολικά εισιτήρια ότι πληρώθηκαν αντί 113 που ο Ενάγων ανέφερε ότι πλήρωσε) δεν ξέρει ποιος τα πλήρωσε. Πέραν του ότι ούτε αυτή η θέση του Μ.Υ.1 δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν δύναται να ληφθεί υπόψη, δεν τέθηκε ούτε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ώστε να τοποθετεί επί τούτης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, σημειώνεται επίσης ότι όσα ανέφερε ο Μ.Υ.1 στην προσπάθεια του να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι τα 60 εισιτήρια πληρώθηκαν από την Εναγόμενη με αναφορά στο Τεκμήριο 42 δεν έπεισαν το Δικαστήριο, αφού καμία λογική εξήγηση έδωσε ως προς το πώς η πληρωμή των 60 εισιτηρίων με την κάρτα της Εναγόμενης η οποία χρεώθηκε στην Libra Poland μέσω της Libra Europe σχετίζεται με την πληρωμή των εισιτηρίων που πλήρωσε ο Ενάγων και για τα οποία χρεώθηκε η A Jet Aviation Ltd. Επισημαίνω ότι ο Μ.Υ.1 παραδέχτηκε ότι η πληρωμή των εισιτηρίων στα οποία αναφερόταν ο Ενάγων αφορούσαν την A Jet Aviation Ltd. Μελετώντας το Τεκμήριο 42 σε συνάρτηση με την μαρτυρία του Μ.Υ.1 το μοναδικό εύλογο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι επικαλέστηκε την πληρωμή άλλων εισιτηρίων από αυτά που ο Ενάγων πλήρωσε και αυτό δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το έπραξε συνειδητά στην απέλπιδα προσπάθεια του, ανεπιτυχή βεβαίως, να υποστηρίξει ότι ο Ενάγων δεν πλήρωσε από προσωπικά του χρήματα την αγορά όλων των εισιτηρίων που ισχυρίζεται. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.10.665,25 (€18.500) αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του ότι πλήρωσε ο ίδιος το εν λόγω ποσό με μεταφορά από λογαριασμό του στο λογαριασμό της Εναγόμενης. Από πλευράς υπεράσπισης τέθηκαν στον Ενάγοντα μόνο κάποιες διευκρινιστικές κυρίως ερωτήσεις ως προς το κατά πόσο είχε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης για να δανείσει αυτά τα λεφτά και κλήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν παρουσιάζεται ο ίδιος στους «άλλους πιστωτές» της εταιρείας Libra Holidays Ltd. Από την άλλη ο Μ.Υ.1 προέβαλε για πρώτη φορά στη δική του μαρτυρία τον μη δικογραφημένο ισχυρισμό ότι το εν λόγω ποσό εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη μία εβδομάδα αργότερα. Ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 αφού επιβεβαίωσε ότι ο Ενάγων είναι ο πελάτης που αναφέρεται στην ειδοποίηση της τράπεζας (Τεκμήριο 43) ότι έδωσε την εντολή για να εκτελεστεί η μεταφορά του συγκεκριμένου ποσού, αφού ερωτήθηκε εάν η θέση του είναι ότι ο Ενάγων ζήτησε από την τράπεζα να μεταφέρει το ποσό αυτό από το λογαριασμό κάποιου άλλου και να τα βάλει στο λογαριασμό της Libra Europe, απέφυγε να απαντήσει, απαντώντας με την ερώτηση «Γιατί δεν μας λέει τον λογαριασμό τον δικό του;». Ενώ αφού επέμεινε η συνήγορος στην ερώτηση της, δέχτηκε τελικά ότι ο Ενάγων έβαλε τα χρήματα, όμως θυμήθηκε να πει ότι δεν έχει καμία σημασία αφού 7 ημέρες μετά ο λογαριασμός αυτός εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη. Τα όσα δε ανέφερε προς αιτιολόγηση του ισχυρισμού του περί εξόφλησης του ποσού από την Εναγόμενη με αναφορά στο Τεκμήριο 43 δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Μ.Υ.1 είναι αποκαλυπτικοί της προσπάθειας του να βοηθήσει την υπεράσπιση ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι δεν καλύπτονται από τις δικογραφημένες θέσεις του Εναγόμενου και ως εκ τούτου δεν δύναται να ληφθούν υπόψη. Ενώ περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι πιο πάνω θέσεις του δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και για τον πρόσθετο λόγο ότι πρόκειται για ουσιώδεις ισχυρισμούς που δεν τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ώστε να τοποθετηθεί επί αυτών. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.5.500 (€9.397,31) ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι αυτό το ποσό κατατέθηκε σε μετρητά σε λογαριασμό της Εναγόμενης δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του η οποία περιορίστηκε ουσιαστικά στην ερώτηση κατά πόσο είχε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης για αυτή την πληρωμή. Από την άλλη, ο Μ.Υ.1 ενώ δέχθηκε ότι τα χρήματα αυτά έγιναν κατάθεση από τον Ενάγοντα, παρόλο που η θέση του αυτή δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου, προέβαλε και πάλι μη δικογραφημένο ισχυρισμό και συγκεκριμένα ότι τα χρήματα αυτά ήταν χρήματα της Εναγόμενης. Ενώ περαιτέρω επιχείρησε να τεκμηριώσει τον τελευταίο ισχυρισμό του, αναφέροντας ότι ο Ενάγων είχε πρόσβαση σε μετρητά της Εναγόμενης, επίσης ότι πήγαινε στην Πολωνία και την Ρωσία και έφερνε χρήματα από τις εταιρείες Libra Poland και Libra Russia και πιθανών να είναι από τα χρήματα που είχε πρόσβαση. Όλα αυτά βεβαίως ανεξαρτήτως του ότι δεν δικογραφούνται, αποτελούν εικασίες του ίδιου, ατεκμηρίωτες χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία για κάτι τέτοιο και οι οποίες δεν είναι ικανές να αντικρούσουν την αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα. Η μόνη συναλλαγή για την οποία η Υπεράσπιση φάνηκε να αμφισβητεί την εκδοχή του Ενάγοντα καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του αφορά το ποσό των Λ.Κ.8.500 (€14.523,11). Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ήταν ότι αυτό δόθηκε σε μετρητά από δικά του χρήματα στον ΧΧΧ Αντωνίου, ενώ υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι το ποσό αυτό το έδωσε η Εναγόμενη μέσω του Δράκου. Πέραν του ότι ούτε αυτή η θέση της Υπεράσπισης δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν δύναται να ληφθεί υπόψη, αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι παρέμεινε σε επίπεδο απλής υποβολής χωρίς ίχνος μαρτυρίας που να την τεκμηριώνει και να αντικρούει την κατηγορηματική και καθ' όλα πιστευτή θέση του Ενάγοντα ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν από τον ίδιο σε μετρητά στον ΧΧΧ Αντωνίου. Από την άλλη, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 σε σχέση με αυτή τη συναλλαγή δεν ήταν σταθερή. Συγκεκριμένα σημειώνεται ότι κατά την κυρίως εξέταση ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι αυτά τα χρήματα δεν τα πλήρωσε ο Ενάγων και πρέπει να αποδείξει ότι τα πλήρωσε από δικά του χρήματα, χωρίς ουσιαστικά να ισχυρίζεται ότι είναι η Εναγόμενη που πλήρωσε αυτά τα χρήματα. Ενώ στην αντεξέταση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τα χρήματα αυτά ήταν της Εναγόμενης. Ερωτηθείς πώς τότε έδωσε η Εναγόμενη τα χρήματα αυτά, είπε ότι το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του Ενάγοντα. Ο Ενάγων από την άλλη υπήρξε συνεπής στη θέση του ότι τα χρήματα αυτά τα έδωσε στον ΧΧΧ Αντωνίου από προσωπικά του χρήματα, προσδιορίζοντας από που προέρχονταν τα χρήματα αυτά και δίδοντας πολλές λεπτομέρειες για το σκοπό της συγκεκριμένης συναλλαγής, πείθοντας το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.4.000 (€6.834,41) το οποίο ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι έδωσε στον ΧΧΧ Ηροδότου σε μετρητά τα οποία κατέθεσε σε λογαριασμό της Εναγόμενης, σημειώνω ότι η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση η οποία περιορίστηκε σε μία ερώτηση αναφορικά με την προέλευση του εν λόγω ποσού. Από την άλλη ο Μ.Υ.1 προέβαλε και πάλι μη δικογραφημένους ισχυρισμούς ήτοι ότι το ποσό αυτό επιστράφηκε στον Ενάγοντα με επιταγή που εκδόθηκε επ' ονόματι του ΧΧΧ Ηροδότου την οποία εξαργύρωσε και έδωσε τα χρήματα στον Ενάγοντα. Ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός αυτός του Μ.Υ.1 δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν δύναται να ληφθεί υπόψη, ούτε τέθηκε στον Ενάγοντα για να τοποθετηθεί. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω επίσης ότι ο Μ.Υ.1 δεν ανέφερε πως μίλησε ή έλαβε οιανδήποτε πληροφόρηση από τον ΧΧΧ Ηροδότου για το εν λόγω ζήτημα και ως εκ τούτου η μαρτυρία του Μ.Υ.1, σε σχέση με μία άλλη επιταγή που δόθηκε στον ΧΧΧ Ηροδότου η οποία εξαργυρώθηκε και κατ' ισχυρισμό του Μ.Υ.1 το ποσό της εν λόγω επιταγής δόθηκε στον Ενάγοντα, παραπέμποντας προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του σε εγγραφές που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 46, είναι προφανές πως απέβλεπε να υποστηρίξει, ανεπιτυχώς βεβαίως, ότι ο Ενάγων έλαβε πίσω το εν λόγω ποσό, χωρίς να έχει προσωπική γνώση για τα όσα ισχυριζόταν. Δεν μπορώ βέβαια να δεχθώ τις εικασίες αυτές, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία για κάτι τέτοιο, ιδιαίτερα όταν αυτές αντιστρατεύονται της αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα. Τέλος αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.800 (€1.366,88) σημειώνω ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι αφορά χρήματα που έδωσε σε μετρητά στο λογιστήριο της Εναγόμενης παρέμεινε αναντίλεκτος, ενώ ο Μ.Υ.1 αρκέστηκε να πει ότι ο Ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι από δικά του λεφτά. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να σημειώσω ότι η δικαιολογία που ο Μ.Υ.1 προέβαλε στην αντεξέταση του για την μη δικογράφηση όλων των πιο πάνω ισχυρισμών του στην υπεράσπιση του Εναγόμενου, στερείται λογικού ερείσματος και δεν γίνεται αποδεκτή. Η αντίθεση των ισχυρισμών που προέβαλε ο Μ.Υ.1 με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αλλά και οι νέοι ισχυρισμοί εκτός δικογράφου, όχι μόνο αφήνουν τους εν λόγω ισχυρισμούς έκθετους σε απόρριψη (βλ. Σχίζα ν. Αδάμου κ.α., Πολ. Έφ. Αρ.7/11, ημερ. 3.11.2016), αλλά επηρεάζουν και την ίδια την αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ. Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd, Πολ. Έφ. Αρ.217/2008, ημερ. 21.2.2017). Είναι δε καλά γνωστή η αρχή ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών (βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Εν κατακλείδι θεωρώ πως το σύνολο των θέσεων του Μ.Υ.1 επί αυτού του ζητήματος καταδεικνύουν χωρίς δυσκολία την αδυναμία του να προσφέρει συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις, οι ισχυρισμοί του ήταν αστήρικτοι, μη πειστικοί και σαφέστατα συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Αποτελεί επομένως εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εφτά πιο πάνω αναφερόμενες συναλλαγές διενεργήθηκαν ως η καταγραφείσα πιο πάνω εκδοχή του Ενάγοντα την οποία αναγάγω σε ευρήματα του Δικαστήριο προς αποφυγή επανάληψης. Δεν έχω επίσης καμία αμφιβολία και καθίσταται εύρημα μου ότι ο Ενάγων για τη διενέργεια κάθε μίας από τις εν λόγω συναλλαγές πλήρωσε με προσωπικά του χρήματα αφού πρώτα συμφωνούσε με τον Δράκου ότι το συγκεκριμένο ποσό της κάθε μίας συναλλαγής που θα πλήρωνε θα του επιστρεφόταν σε πρώτη ζήτηση. Ο Μ.Υ.1 προσπάθησε επίσης, ανεπιτυχώς βεβαίως, να υποστηρίξει τη θέση του Εναγόμενου ότι η Εναγόμενη δεν συμφώνησε μέσω του Δράκου με τον Ενάγοντα όπως ο τελευταίος καταβάλει προς αυτή και/ή για λογαριασμό της και προς όφελος θυγατρικών της εταιρειών χρήματα για κάλυψη οικονομικών τους υποχρεώσεων. Προς τούτο, ισχυρίστηκε ότι ο Δράκου είχε βάλει προσωπικά στην Εναγόμενη περί τα €15.000.
- Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός πέραν του ότι είναι γενικός και αόριστος, δεν θεωρώ ότι μπορεί να καταρρίψει την αλήθεια του ισχυρισμού του Ενάγοντα περί συμφωνίας του μετά του Δράκου ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της Εναγόμενης, για καταβολή χρημάτων προς την Εναγόμενη και ή για λογαριασμό της και προς όφελος θυγατρικών της εταιρειών. Ο Ενάγων υπήρξε σταθερός, σαφής και κατηγορηματικός στη θέση του ότι σε αρκετές περιπτώσεις κατά τα έτη 2005 - 2007 κλήθηκε από τον Δράκου να συνεισφέρει οικονομικά για υποχρεώσεις τόσο της Εναγόμενης όσο και θυγατρικών της εταιρειών που αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, κυρίως μετά τη συντριβή του αεροσκάφους της Helios. Επίσης σταθερός, σαφής και κατηγορηματικός υπήρξε και ως προς τη θέση του ότι ο Δράκου δεσμευόταν, σε κάθε κάλεσμα του, ότι θα του επιστρέφονταν όλα τα χρήματα που θα κατέβαλε. Άλλωστε αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη και οι διάφορες συνδεδεμένες και θυγατρικές της εταιρείες αντιμετώπισαν διάφορα, σοβαρά οικονομικά και άλλα προβλήματα στη λειτουργία των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων κυρίως μετά τη συντριβή του αεροσκάφους της Helios. Ενώ αξίζει να σημειωθεί πως παρά την έντονη άποψη του Μ.Υ.1 ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του Ενάγοντα δεν είναι αλήθεια, στη δική του μαρτυρία και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι δεν είχε προσωπική γνώση αν ο Δράκου έδωσε εντολή στον Ενάγοντα να πληρώσει τα ποσά που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι πλήρωσε, παρόλο που στην κυρίως εξέταση δήλωσε ότι γνώριζε προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Ούτε και ανέφερε ότι είχε έστω εξ ακοής γνώση ως προς αυτό το θέμα. Είναι υποβοηθητικό για την περαιτέρω αξιολόγηση να λεχθεί πως η αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τον Ενάγοντα προς τον Δράκου αλλά και προς τον Μ.Υ.1 με τα οποία αξίωνε την επιστροφή των χρημάτων που είχε πληρώσει, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, δεν έχει αμφισβητηθεί. Ούτε επίσης έχει αμφισβητηθεί ότι ούτε ο Δράκου ούτε ο Μ.Υ.1 δεν απαντούσαν σε αυτά, πλην στις 24.8.2010 που απέστειλε ο Δράκου δύο ηλεκτρονικά μηνύματα στον Ενάγοντα σε απάντηση δικών του ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Η δικαιολογία, του Μ.Υ.1 ότι δεν απαντούσαν στα ηλεκτρονικά μηνύματα του Ενάγοντα γιατί αντιλήφθηκαν ότι ο Ενάγων με τον τρόπο που έγγραφε προσπαθούσε να «στήσει υπόθεση» για να κινήσει αγωγή, αντιστρατεύεται της λογικής και ουδόλως πείθει. Δεν είναι καθόλου λογικό, ενώ δεν υπήρξε ποτέ η συμφωνία που ο Ενάγων ισχυρίζεται μεταξύ του Δράκου και του Ενάγοντα και ενώ δεν είχε γνώση κανείς για τις ισχυριζόμενες από πλευράς του Ενάγοντα πληρωμές, ως ισχυρίζεται ο Μ.Υ.1 και ενώ διεκδικείτο ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό, να μην απαντούν στα ηλεκτρονικά μηνύματα του, απορρίπτοντας κατηγορηματικά και ξεκάθαρα τις αξιώσεις του, όταν μάλιστα ισχυρίζονται ότι είχαν αντιληφθεί ότι πρόθεση του Ενάγοντα ήταν να κινήσει αγωγή. Υπέρ της αυθεντικότητας της πιο πάνω εκδοχής του Ενάγοντα συνηγορεί ένα ακόμη στοιχείο μαρτυρίας. Αυτό αφορά τα ηλεκτρονικά μηνύματα που απέστειλε ο Δράκου στις 24.8.2010 στον Ενάγοντα. Προσεκτική μελέτη του περιεχόμενου του ηλεκτρονικού μηνύματος που απέστειλε στις 24.8.2010 και ώρα 7:55:47 (Τεκμήριο 23) καταδεικνύει ότι σε αυτό ο Δράκου δεν αρνείται την οφειλή της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα. Αντίθετα, δηλώνεται η αδυναμία της Εναγόμενης κατά το συγκεκριμένο στάδιο να πληρώσει οτιδήποτε και ότι η Εναγόμενη βασίζεται στη δική του υποστήριξη, την οποία θα δίδει όταν μπορεί. Σημειώνοντας μάλιστα ότι ήταν πραγματικά στεναχωρημένος γι' αυτό και ότι οποιεσδήποτε εισηγήσεις του Ενάγοντα ήταν ευπρόσδεκτες. Η μη άρνηση της οφειλής της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα από τον Δράκου προκύπτει και από το ηλεκτρονικό μήνυμα του ίδιας ημερομηνίας και ώρας 15:43:50 το οποίο απέστειλε σε απάντηση ηλεκτρονικού μηνύματος του Ενάγοντα ίδιας ημερομηνίας και ώρας 10:47:25 στο οποίο ο Ενάγων αναφέρεται τόσο στα χρήματα που αφορούσαν το «bonus» όσο και στα χρήματα που δάνεισε στην Εναγόμενη. Ο Δράκου ούτε στο προαναφερόμενο ηλεκτρονικό του μήνυμα δεν αρνείται την οφειλή της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα και καλεί τον Ενάγοντα σε συνάντηση. Σαφέστατα, το περιεχόμενο των προαναφερόμενων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, οδηγεί σε ένα και μόνο ασφαλές συμπέρασμα, αυτό της αναγνώρισης από πλευράς του Δράκου της οφειλής της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα. Ο Μ.Υ.1 είπε ότι δεν ήταν σίγουρος ότι ο Δράκου αναφερόταν στα χρήματα που ζητά ο Ενάγων με την παρούσα αγωγή ή αν αναφέρεται στο «bonus» που επίσης διεκδικούσε. Επί τούτου, πέραν των ανωτέρω, αξίζει να σημειώσω ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα του Δράκου αποτελούν μέρος πολυσέλιδου εγγράφου, στο οποίο περιλαμβάνεται μία σειρά από ηλεκτρονικά μηνύματα που ο Ενάγων απέστειλε στον Δράκου με κοινοποίηση στον Μ.Υ.1, στα οποία γίνεται αναφορά τόσο στα χρήματα που ο Ενάγων πλήρωσε και θα έπρεπε να του είχαν καταβληθεί όσο και στην αξίωση του για «bonus». Προσεκτική μελέτη του περιεχόμενου των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι πρόκειται για μία σειρά μηνυμάτων που αφορούν και τις δύο πιο πάνω απαιτήσεις του Ενάγοντα. Αποτελεί επομένως εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα του Δράκου ημερομηνίας 24.8.2010 αναφέρονταν και στα χρήματα που ο Ενάγων πλήρωσε υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις για την Εναγόμενη, χωρίς να αρνείται την ύπαρξη οφειλής της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα και την υποχρέωση της για την καταβολή της και χωρίς η καταβολή του οφειλόμενου ποσού να τελεί υπό την αίρεση προσκόμισης οποιωνδήποτε αποδεικτικών στοιχείων από πλευράς του Ενάγοντα. Το λογικό αλλά και το αναμενόμενο θα ήταν, αν όντως ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 περί ύπαρξης όρων και προϋποθέσεων για την επιστροφή των χρημάτων προς τον Ενάγοντα, ανταποκρινόταν στην αλήθεια, αυτό να καταγραφόταν στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα του Δράκου ή σε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μήνυμα που η λογική λέει ότι θα έπρεπε να έστελνε είτε αυτός είτε ο Μ.Υ.1 σε απάντηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων του Ενάγοντα. Αποδέχομαι επομένως τη θέση του Ενάγοντα ότι ο Δράκος αναγνώρισε την οφειλή της Εναγόμενης προς αυτόν και ουδέποτε του ζητήθηκε η προσκόμιση οποιωνδήποτε αποδεικτικών στοιχείων για την καταβολή του ποσού που αξίωνε. Ενώ ο Ενάγων με δική του πρωτοβουλία παρέδωσε στον Δράκου και τον Μ.Υ.1 όλα τα έγγραφα που είχε και αφορούσαν στις σχετικές συναλλαγές για τις οποίες κατέβαλε προσωπικά χρήματα αλλά και καταστάσεις λογαριασμών του χωρίς ποτέ να ζητήσουν περισσότερα στοιχεία ή να του αναφέρουν ότι αυτά που τους παρουσίασε δεν τους ικανοποιήσαν. Πέραν των ανωτέρω, είναι άξιο επισήμανσης και το γεγονός ότι οι θέσεις του Μ.Υ.1, περί μη αναγνώρισης από πλευράς του Δράκου της οφειλής της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα και περί ύπαρξης όρων και προϋποθέσεων για την επιστροφή των χρημάτων προς τον Ενάγοντα, δεν συνάδει ούτε με τη μεταγενέστερη ενέργεια του Δράκου, ήτοι της έκδοσης και παράδοσης στον Ενάγοντα τριών επιταγών για το ποσό των €10.000 εκάστη, εκδομένες από εταιρείες του Δράκου. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν και δόθηκαν στον Ενάγοντα υπό όρους και προϋποθέσεις και σε ένδειξη καλής θέλησης. Δεν είναι λογικό να εκδίδεται όχι μία, όχι δύο αλλά τρεις επιταγές σε ένδειξη καλής θέλησης συνολικού ύψους €30.
- Ούτε είναι επίσης λογικό να εκδίδεται επιταγή πληρωτέα στις 13.05.2011, που σύμφωνα με την μη αμφισβητούμενη θέση του Ενάγοντα την παρέλαβε την ίδια ημέρα και ακολούθως να εκδίδονται άλλες δύο επιταγές μεταχρονολογημένες, αφού παραλήφθηκαν η μία στις 12.8.2011 και η άλλη 27.10.2011, οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 26.8.2011 και 2.11.2011 αντίστοιχα, ενώ υπήρχαν όροι και προϋποθέσεις με τις οποίες δεν είχε συμμορφωθεί ο Ενάγων και να αφήνονται να εξαργυρωθούν οι επιταγές. Το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν εάν όντως ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ανταποκρινόταν στην αλήθεια, να μην εκδίδετο καμία επιταγή. Παρέλκει βέβαια η ενασχόληση μου με την δήλωση του Δράκου σε σχέση με την αναγνώριση του χρέους της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα, η οποία έγινε στα πλαίσια της αγωγής 2131/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με δεδομένη την αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία του Ενάγοντα. Αυτό το οποίο συνάγεται με βεβαιότητα είναι πως ο Δράκου προχώρησε στην έκδοση και παράδοση των τριών επιταγών μετά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 9.5.2011 μεταξύ αυτού, του Ενάγοντα και του Μ.Υ.1, κατά την οποία ο Δράκου μετά του Ενάγοντα συμφώνησαν ότι το οφειλόμενο ποσό από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα συμπεριλαμβανομένων τόκων μέχρι τις 31.12.2010 ανέρχεται στις €130.
- Δεν υπήρχε κανένας λόγος να προβεί ο Δράκου στην έκδοση των επιταγών, από εάν δεν αναγνώριζε την οφειλή της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα και δεν συμφωνούσε το ποσό που αφορά η οφειλή αυτή. Δέχομαι συνεπώς και τη θέση του Ενάγοντα πως μετά τη συνάντηση κατέγραψε όσα συμφωνήθηκαν και το κείμενο το έδωσε στον Μ.Υ.1 κατά την παραλαβή της πρώτης επιταγής στις 13.5.
- Ένα άλλο στοιχείο μαρτυρίας το οποίο επιβεβαιώνει ότι η έκδοση των επιταγών έλαβε χώρα μετά που συμφωνήθηκε το ύψος του ποσού που πλήρωσε ο Ενάγων στην Εναγόμενη μαζί με τους τόκους και του τρόπου αποπληρωμή, είναι και το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο Ενάγων στον Δράκου στις 16.6.2011 (Τεκμήριο 27) με το οποίο τον υπενθύμιζε ότι ανέμενε να οριστικοποιηθεί η συμφωνία την οποία του επισύναπτε, στο οποίο ο Δράκου δεν απάντησε. Το λογικό και αναμενόμενο βεβαίως ήταν αν δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια όσα κατέγραψε ο Ενάγων στο κείμενο της συμφωνίας να απαντούσε απορρίπτοντας κατηγορηματικά το περιεχόμενο της. Αντί αυτού σύμφωνα με την καθόλα πειστική μαρτυρία του Ενάγοντα, κλήθηκε μετά από δύο περίπου μήνες για να παραλάβει τη δεύτερη επιταγή ύψους €10.
- Προκαλεί δε ιδιαίτερη εντύπωση ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι ο Ενάγων εισέπραξε διάφορα ποσά από την Εναγόμενη τα οποία αποτελούν επιστροφή των χρημάτων που ισχυρίζεται ότι πλήρωσε εκ μέρους της Εναγόμενης εάν ο Ενάγων αποδείξει ότι τα πλήρωσε. Ενώ εάν δεν αποδείξει ότι τα πλήρωσε τότε τα λεφτά που εισέπραξε από την Εναγόμενη, αποτελούν ποσά που εισέπραξε αδικαιολόγητα από την Εναγόμενη για τα οποία ίσως σε μελλοντικό χρόνο να τα διεκδικήσουν. Εν πρώτοις σημειώνω ότι οι προαναφερόμενες θέσεις του Μ.Υ.1 δεν δικογραφούνται και ως εκ τούτου δεν δύναται να εξεταστούν. Το γεγονός πως καμία ερώτηση σε σχέση με τα προαναφερόμενα δεν τέθηκε στον Ενάγοντα στο στάδιο αντεξέτασης του ο οποίος ήταν το πλέον αρμόδιο πρόσωπο για να απαντήσει επί τούτων αλλά και ότι δεν καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, οδηγούν το Δικαστήριο στο να μην αποδεχτεί τους εν λόγω ισχυρισμούς του Μ.Υ.1 ως μη ανταποκρινόμενους στην αλήθεια. Ενώ επίσης ενδυναμώνουν την πεποίθηση του Δικαστήριο ότι αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του, οι οποίοι και δεν γίνονται αποδεκτοί. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω οι ισχυρισμοί του ότι τα έγγραφα περιήλθαν σε γνώση του όταν ετοίμαζε την γραπτή του δήλωση γι' αυτό ούτε οι εν λόγω ισχυρισμοί του δεν περιλήφθηκαν στην Υπεράσπιση, είναι παράλογοι, αστήρικτοι, μη πειστικοί και σαφέστατα συνιστούν και αυτοί εκ των υστέρων σκέψεις. Αναφορικά με την αξίωση του Εναγόμενου για επιστροφή του ποσού των κερμάτων αξίας GBP30.000 αρκεί να λεχθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Είναι σημαντικό και σημειώνεται ότι ενώ ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγόμενου είναι ότι τα κέρματα αυτά ήταν στην ιδιοκτησία τους, στην μαρτυρία του ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι αποτελούν περιουσία της A Jet Aviation Ltd και ότι η αξίωση του εν λόγω ποσού από τον Εναγόμενο είναι λάθος. Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να πω περισσότερα, ούτε να δώσω περισσότερα παραδείγματα της μαρτυρίας του Ενάγοντα και του Μ.Υ.
- Είναι κατά την άποψη μου, έκδηλο από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 ότι δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο, ενώ η εκδοχή του επί των ουσιωδών της υπόθεσης γεγονότων ήταν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων και κατασκευάσματα με σκοπό να μην επιτύχει ο Ενάγων στην αγωγή του και να βοηθήσει έτσι την Υπεράσπιση του Εναγόμενου και κυρίως να μην επιτύχει ο Ενάγων στην αξίωση του. Αντίθετα ο Ενάγων σεβόμενος τον όρκο του ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Νομική Πτυχή Η βάση της αγωγής είναι προφορική συμφωνία δανείου. Στο σύγγραμμα Chiitty on Contracts, (Τόμος 2), 27η Έκδοση
(1994), παράγραφος 36 -202, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: "A contract of loan of money is a contract whereby one person lends or agrees to lend a sum of money to another, in consideration of a promise express or implied to repay that sum on demand, or at a fixed or determinable future time, or conditionally upon an event which is bound to happen, with or without interest". Σε ελεύθερη μετάφραση: "Η σύμβαση δανείου χρημάτων αποτελεί σύμβαση στην οποία ένα πρόσωπο συμφωνεί να δανείσει ένα ποσό χρημάτων σε άλλο, με αντάλλαγμα υπόσχεση ρητή η εξυπακουόμενη για αποπληρωμή του ποσού αυτού σε πρώτη ζήτηση, ή σε καθορισμένο ή προσδιοριστέο μέλλοντα χρόνο, ή υπό την προϋπόθεση συμβάντος που πρόκειται οπωσδήποτε να συμβεί, με ή χωρίς επιτόκιο". Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου κατόπιν επτά προφορικών συμφωνιών μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης, ο Ενάγων δάνεισε στην Εναγόμενη το συνολικό ποσό των Λ.Κ.60.858,75 (€104.260,69) το οποίο η Εναγόμενη υποσχέθηκε να αποπληρώσει σε πρώτη ζήτηση. Με βάση περαιτέρω τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνάντηση που έλαβε χώρα στις 9.5.2011 συμφωνήθηκε ότι η πιο πάνω οφειλή της Εναγόμενης προς Ενάγοντα με τους τόκους μέχρι τις 31.12.2010 ανήλθε στο ποσό των €130.000. Με βάση επίσης τα ευρήματα του Δικαστηρίου πληρώθηκε έναντι της οφειλής της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα το ποσό των €30.000. Σύμφωνα, περαιτέρω με την αποδεκτή μαρτυρία ο Ενάγων απαίτησε την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού αρχικά στις 29.10.2009 και μετά την παράδοση και της τρίτης επιταγής ύψους €10.000 απαίτησε κατ' επανάληψη την επιστροφή του ποσού των €100.000 μέχρι και τις 18.11.2011, ωστόσο η Εναγόμενη μέχρι σήμερα δεν επέστρεψε το εν λόγω ποσό, το οποίο παραμένει οφειλόμενο. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η Εναγόμενη δεσμεύεται έναντι του Ενάγοντα από τις συμφωνίες δανείου που συνομολόγησε εκ μέρους της και για λογαριασμό της ο Δράκου με τον Ενάγοντα. Το άρθρο 33Α
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 προνοεί τα ακόλουθα: «33Α.
(1)Η εταιρεία δεσμεύεται έναντι τρίτων από πράξεις ή συναλλαγές των αξιωματούχων της, έστω και εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εκτός εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές τελούνται καθ' υπέρβαση των εξουσιών, που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στους συγκεκριμένους αξιωματούχους: Νοείται ότι, η εταιρεία δε δεσμεύεται έναντι τρίτων σε περίπτωση που τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εάν και εφόσον, η εταιρεία αποδείξει ότι το τρίτο πρόσωπο γνώριζε ότι οι πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας ή δεν ήταν δυνατό λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να το αγνοεί: Νοείται περαιτέρω, ότι η δημοσίευση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας δεν αποτελεί, από μόνη της, επαρκή απόδειξη γνώσης από μέρους τρίτου προσώπου.
(2)Οι εκ του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού ή οι εξ αποφάσεως των συμβούλων ή της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, περιορισμοί στις εξουσίες των αξιωματούχων της Εταιρείας, δε δύναται να αντιταχθούν έναντι τρίτων προσώπων, ακόμα και εάν έχουν δημοσιευτεί.» Στην υπόθεση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co Ltd v. Λώρη Ηρακλέους
(2003)1Β Α.Α.Δ. 722, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. όταν ένας διευθυντής ή αξιωματούχος μιας εταιρείας που διορίζεται νόμιμα ενεργεί καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχονται, η εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις του, σύμφωνα με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand[1856] E and B 327 [1843 - 1860] All E.R.435). ....... Ένα πρόσωπο που συναλλάττεται με μια εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να διερευνά και να βεβαιώνεται ότι οι εσωτερικές διαδικασίες έχουν ακολουθηθεί κανονικά. Αντίθετα μπορεί να βασισθεί στον κανόνα ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα. (Omnia praesumuntur rite et solemniter esse acta). (Βλ. Palmers "Company Law" 21η Έκδοση, σελ. 245). Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586
(592), ". . persons contracting with a company and dealing in good faith may assume that acts within its constitution and powers have been properly and duly performed and are not bound to inquire whether acts of internal management have been regular." (Βλ. επίσης Garrand v. James [1925] 1 Ch. 616). Σε ελεύθερη μετάφραση, "... πρόσωπα που συμβάλλονται με μια εταιρεία που ενεργούν με καλή πίστη μπορούν να υποθέσουν ότι πράξεις που τυγχάνουν εξουσιοδότησης από τους κανονισμούς και τις εξουσίες της εταιρείας έχουν εκτελεσθεί σωστά και δεν είναι υπόχρεοι να εξετάσουν κατά πόσο πράξεις εσωτερικής διοίκησης είναι κανονικές." Η εφεσίβλητη δεν είχε υπορέωση να βεβαιωθεί ότι η σχετική εγγύηση δόθηκε σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς της εφεσείουσας. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας ενέργειας θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των εμπορικών δραστηριοτήτων. Όπως έχει πει ο Δικαστής Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586
(592), "The wheels of business will not go smoothly round unless it may be assumed that that is in order which appears to be in order." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Οι τροχοί του εμπορίου δεν θα γυρίζουν ομαλά εκτός αν υποτεθεί ότι βρίσκεται σε τάξη, αυτό που θα έπρεπε να ήταν σε τάξη."». Στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Δράκου ήταν ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Εναγόμενης. Επίσης σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Ενάγοντα, ο Δράκου ήταν το πρόσωπο πίσω από τον Όμιλο Εταιρειών Libra και ήταν το πρόσωπο που τον διαχειριζόταν. Έχει επίσης καταδειχθεί ότι ο Δράκου ήταν και μέτοχος της Εναγόμενης. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Ενάγων προέβη στην πληρωμή χρημάτων στην Εναγόμενη και για λογαριασμό της και για λογαριασμό θυγατρικών της εταιρειών έχοντας γνώση τη θέση και το ρόλο του Δράκου τόσο στην Εναγόμενη όσο και σε ολόκληρο τον Όμιλο εταιρειών της Libra. Δεν έχει ωστόσο προσφερθεί μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη αποφάσεων είτε του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης είτε των θυγατρικών εταιρειών για την εξουσιοδότηση του Δράκου να προχωρήσει με τη σύναψη των συμφωνιών αυτών. Ούτε έχει προκύψει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία ότι ο Ενάγων είχε γνώση ή υπήρχε οτιδήποτε που να του θέτει σε γνώση ύπαρξης οποιουδήποτε θέματος που να αφορά την εξουσία του Δράκου να διεκπεραιώσει εκ μέρους της Εναγόμενης ως εκτελεστικός διευθυντής της τις επίδικες συμφωνίες. Αντίθετα ως έχει καταδειχθεί και είναι εύρημα του Δικαστηρίου, καθ' όλη τη διάρκεια της εργοδότησης του Ενάγοντα αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια που ο Ενάγων προέβαινε στην πληρωμή χρημάτων προς την Εναγόμενη και για λογαριασμό της αλλά και για λογαριασμό θυγατρικών της εταιρειών, ο Δράκου διαβεβαίωνε τον Ενάγοντα ότι θα του επιστρέφοντα από την Εναγόμενη όλα τα χρήματα που θα πλήρωνε. Έχει επίσης καταδειχθεί και είναι εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο Δράκου ήταν ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Εναγόμενης και μέτοχος αυτής και ήταν το πρόσωπο πίσω από όλο τον Όμιλο. Κατ' επέκταση, στη βάση όλων όσων έχουν αναφερθεί και αναλυθεί ανωτέρω, οι επίδικες συμφωνίες δανείου δεν μπορεί παρά να θεωρούνται έγκυρες και δεσμευτικές για την Εναγόμενη έναντι του Ενάγοντα. Ο Ενάγων δεν είχε λόγο ή υποχρέωση, να ανατρέξει στο καταστατικό της Εναγόμενης ή να αναζητήσει αποφάσεις ή γραπτές εξουσιοδοτήσεις προς τον Δράκου από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης. Κατάληξη Αποτελεί συνεπώς κατάληξη μου πως ο Ενάγων έχει αποδείξει την υπόθεση του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όσον αφορά την ανταπαίτηση περιορίζομαι να αναφέρω ότι είναι έκθετη σε απόρριψη καθώς δεν προσφέρθηκε αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία για τεκμηρίωση της. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εις βάρος του Εναγόμενου για το ποσό των €100.000, πλέον νόμιμο τόκο από 1.1.2011. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εις βάρος του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Λόγω του ότι η ανταπαίτηση εκδικάστηκε μαζί με την απαίτηση, θεωρώ ορθό όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά με την ανταπαίτηση (Υπ.) ............. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟN ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο