Χριστοδούλου ν. Βιόλα, Αρ. Αγωγής: 1953/2020, 11/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A57 Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1953/2020 Μεταξύ: XXX Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό Ενάγων - και - XXX Βιόλα Εναγόμενης Ημερομηνία: 11.02.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: Αποστολίδης (κος) Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: Μαυρόγιαννης (κος) Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 30.10.20 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή 1. Ο Ενάγοντας καταχώρισε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο στις 18.9.20 με το οποίο αξιώνει από την Εναγόμενη διάταγμα να του παραδώσει την ελεύθερη κατοχή διαμερίσματος το οποίο ισχυρίζεται ότι του ανήκει, να του καταβάλει ποσό €4,500 ως δεδουλευμένα ενοίκια συγκεκριμένης περιόδου, να του καταβάλει ενδιάμεσα κέρδη, νόμιμους τόκους και έξοδα. Η Εναγόμενη καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης δια δικηγόρου στις 14.10.20 και εντός σύντομου χρονικού διαστήματος και σε κάθε περίπτωση πριν την καταχώριση Υπεράσπισης από πλευράς της Εναγόμενης, ο Ενάγων καταχώρισε την παρούσα Αίτηση. Η Αίτηση 2. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.18, θεσμό 1(
- a)και 2, Δ.48 θεσμοί 1, 2 και 3 και στην συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Ο Ενάγων αιτείται όπως εκδοθεί υπέρ του συνοπτική απόφαση ως η αξίωσή του στο Κλητήριο. 3. Ο ίδιος υποστηρίζει την Αίτησή του με ένορκη δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας λαμβάνεται υπόψη εις ολόκληρο και δεν επαναλαμβάνεται αυτολεξεί, εκτός όταν η επανάληψη κρίνεται σκόπιμη. Συνοπτικά, ο Ενάγων αναφέρει ότι, όντας ιδιοκτήτης του επίδικου διαμερίσματος (Τεκμήριο 1) το εκμίσθωσε στην Εναγόμενη περί το έτος 2015 με τριετές ενοικιαστήριο (Τεκμήριο 2) και μετά τη λήξη του η Εναγόμενη παρέμεινε στο μίσθιο και πλήρωνε μηνιαίως ενοίκιο μέχρι και τον Ιανουάριο του 2020, οπόταν και δεν κατέβαλε ενοίκια για 10 μήνες και δεν πλήρωσε για συγκεκριμένους λογαριασμούς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (Τεκμήριο 3). Ισχυρίζεται δε ότι μετά την μη πληρωμή κάποιου αριθμού εκ των, μέχρι και την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης, οφειλόμενων ενοικίων, ο δικηγόρος του απέστειλε στην Εναγόμενη επιστολή τερματίζοντας την εκμίσθωση και απαιτώντας τα μέχρι τότε οφειλόμενα, αλλά και την επιστροφή της κατοχής του μίσθιου (Τεκμήριο 4) η οποία και παραλήφθηκε από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 5). Η Ένσταση 4. Με σχετική ειδοποίηση βασιζόμενη στις Διαταγές 18, θεσμούς 1-9 και 48, θεσμούς 1-4, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, στο Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στη νομολογία, σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη ενίσταται στην έκδοση απόφασης εναντίον της χωρίς να ακουστεί. Προτάσσει 10 συνολικά λόγους ένστασης με τους οποίους αμφισβητεί τα τυπικά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά της Αίτησης, τα κίνητρα για την καταχώρησή της και το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται, αναφέροντας ότι η ίδια έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην Αγωγή. 5. Προς υποστήριξη της Ένστασης, ορκίζεται η ίδια η Εναγόμενη. Τα όσα ενόρκως δηλώνει, όπως και στην περίπτωση του Ενάγοντος, λαμβάνονται υπόψη εις ολόκληρο. Όπου απαιτείται για σκοπούς της παρούσας απόφασης γίνονται αναφορές σε συγκεκριμένα σημεία της ένορκης δήλωσης. Περιληπτικά, η Εναγόμενη επιβεβαιώνει ότι ενοικιάζει από τον Ενάγοντα το επίδικο ακίνητο από το έτος 2015 (Τεκμήριο 1 ένστασης). Ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων μηχανεύτηκε να εκδίδει αποδείξεις είσπραξης ενοικίων (Τεκμήριο 2 ένστασης) με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να εισπράττει περισσότερα εκ των οφειλόμενων ενοικίων και παραπέμπει σε σχετικά παραδείγματα προς τούτο στο Τεκμήριο 2 της ένστασης. Προσθέτει ότι ο Ενάγων αρνήθηκε να ανανεώσει τη συμβατική σχέση και ότι εκείνος ανησυχούσε για πιθανή επιβολή φορολογίας επί των ενοικίων. Μεταγενέστερα, αναφέρει η Εναγόμενη, ο Ενάγων αξίωνε αδικαιολόγητα πληρωμή για ενοίκια, ενώ στην πραγματικότητα ουδέν εκκρεμούσε προς πληρωμή. Υποστηρίζει επίσης ότι στις αρχές Απριλίου του 2020, οι διάδικοι σύναψαν προφορικώς συμφωνία με την οποία το μηνιαίο ενοίκιο θα μειωνόταν στο μισό, την οποία ο Ενάγων δεν τήρησε και αντίθετα τερμάτισε την ενοικίαση. Εν ολίγοις, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έγιναν υπερπληρωμές προς τον Ενάγοντα και άρα ουδέν ποσό οφείλεται και η Αγωγή είναι απορριπτέα. Παρά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος εκείνη πληρώνει τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας (Τεκμήριο 3 ένστασης) και όταν ο Ενάγων απέκοψε την παροχή ρεύματος τον κατήγγειλε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 4 ένστασης). Ακρόαση 6. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και υποστήριξαν τις θέσεις των πελατών τους με αναφορές στη νομολογία. Η πλευρά του Ενάγοντος θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της σχετική Διάταξης του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και ότι η Εναγόμενη δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει, έστω και στο βαθμό που οι νομολογιακές αρχές επιτάσσουν, ικανοποιητική υπεράσπιση. Ο δικηγόρος της Εναγόμενης διαφώνησε και ανέφερε ότι αιτήσεις όπως η υπό κρίση εγκρίνονται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου δεν παρουσιάζεται υπεράσπιση. Η παρούσα, κατά το συνήγορο, δεν είναι μια από αυτές. Σημειώνεται ότι ουδείς εκ των ομνυόντων (Ενάγων και Εναγόμενη) αντεξετάστηκαν από το δικηγόρο της άλλης πλευράς και δεν ζητήθηκε άδεια καταχώρισης απαντητικής συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την πλευρά του Ενάγοντος. Νομική Πτυχή 7. H Διάταξη 18 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, η οποία όπως θα αναφέρω πιο κάτω έχει ερμηνευθεί σε σωρεία σχετικών αποφάσεων τόσο σε πρωτοβάθμιο όσο και σε δευτεροβάθμιο δικαστικό επίπεδο, μεταξύ άλλων αναφέρει: «1. (
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [...] 3. (
- a)The defendant may show cause against such application by affidavit, or the Court may allow the defendant to be examined upon oath. (
- b)The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
- so)to what part of the plaintiff's claim. 8. Στην υπόθεση RCK Sports ως έχει μετονομασθεί από Palinex Sports Ltd. v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, τέθηκαν οι ακόλουθες αρχές: «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R.198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray v. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth's Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262, H.L.; Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». 9. Έπειτα, στην υπόθεση Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818, το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτηριστικά ανέφερε ότι: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου [...]» 10. Τα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιηθούν από τον αιτούντα Ενάγοντα και τα οποία η Νομολογία καθιέρωσε ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη σχετική δικονομική πρόνοια είναι πρώτον, ότι το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δεύτερον ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και τρίτον ότι η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης πρέπει να γίνεται από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και του βάσιμου της αξίωσης καθώς και να δηλώνει ρητά ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση σε αυτή. Τα Δικαστήρια, αναγνωρίζοντας ότι ο χαρακτήρας της παρούσας διαδικασίας αποτελεί δικονομικά θεσμοθετημένο τρόπο απόκλισης από κανόνα φυσικής δικαιοσύνης που εξυπακούει το δικαίωμα υπεράσπισης, εξετάζουν το ζήτημα με ιδιαίτερη προσοχή. Στην Κώστας Κυριάκου v Θεράποντα Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ.148, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε ότι «[...] το μόνο ουσιαστικό που έχει να κάμει ο αιτητής είναι να επιβεβαιώσει την απαίτηση με αναφορά στα γεγονότα, που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό και δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση [...]», και έπειτα ότι «[...] η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ.1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων [...]». Καταδεικνύεται επίσης από τη σχετική Νομολογία ότι με την ικανοποίηση των ως άνω αναφερόμενων προϋποθέσεων από πλευράς του Ενάγοντα, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου, ο οποίος καλείται να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση. 11. Στην BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Πολ. Έφεση 504/2012, απόφαση ημερομηνίας 17ης Μαΐου 2018 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Κατά πάγια νομολογία (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ. 418 που παραπέμπει στην CYEMS CO v. Central Co- operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897) «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». Όπου όμως το βάρος τεκμηρίωσης ύπαρξης Υπεράσπισης μετέρχεται στον εναγόμενο - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - αυτός θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για διεξαγωγή δίκης (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Κριτήριο που δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση της Δ.17 (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912).»
- Στην L.C.A Domiki Limited v. Ice Developers Ltd, Πολ. Έφεση 473/2011, απόφαση ημερομηνίας 28ης Σεπτεμβρίου 2017 ειπώθηκε ότι: «[...] εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη [...]».
- Από τη στιγμή που το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου, χαρακτηριστικές είναι οι επί του σημείου αναφορές του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 όπου σε σχετικό απόσπασμα λέχθηκε: «[...] Ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει είτε ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Το βάρος βρίσκεται επί των ώμων του εναγόμενου (Kyprianides ν. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, 269) και το δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα, ύστερα από ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση (Christodoulou ν. Erotocritou ΧΧΙ C.L.R. 175). Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Άδεια για καταχώρηση εμφάνισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα κι' όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (Jacobs v. Booth's Distillery Co [1901] 85 L.T. 262). Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης ((Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω)». 14. Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999 λέχθηκε ότι «...όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Κρίση Δικαστηρίου και κατάληξη
- Εφαρμόζοντας τις σχετικές νομολογιακές αρχές επί των ζητημάτων της υπό κρίσης αίτησης, διαφαίνεται πως η πλευρά του Ενάγοντος ικανοποιεί τις προϋποθέσεις και κατά συνέπεια απέσεισε το βάρος που της αντιστοιχεί, πάντοτε στο δικονομικά και νομολογιακά καθιερωμένο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο Ενάγων ορκίζεται την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση και σε αυτή αναφέρει ρητώς την πεποίθησή του ότι η Εναγόμενη δεν έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην Αγωγή (παράγραφοι 6, 7 και 16 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 30.10.2020). Ως είναι εμφανές από το φάκελο του Δικαστηρίου η Αγωγή ξεκίνησε με την καταχώριση ειδικά οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και στις 14.10.2020 η Εναγόμενη καταχώρισε, δια μέσου των δικηγόρων της Σημείωμα Εμφάνισης στη διαδικασία. Λόγω των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγων ικανοποίησε εν προκειμένω τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
- Συνεπεία του πιο πάνω συμπεράσματος, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Εναγόμενη, με τα όσα η ίδια πρόβαλε ως λόγους για τους οποίους πρέπει να της επιτραπεί να υπερασπιστεί με την ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 30.11.21, έχει καταδείξει ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα στην υπό κρίση Αγωγή. Για τους λόγους που προχωρώ ευθύς αμέσως να εξηγήσω, κρίνω πως η Εναγόμενη κατάφερε να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία που, χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα επί αυτών ή να τα αξιολογώ, θεωρώ ότι της επιτρέπουν να προβάλει στο Δικαστήριο την υπεράσπισή της. Και εξηγώ:
- Στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την Ένσταση, η Εναγόμενη δέχεται ότι ενοικίασε από τον Ενάγοντα το επίδικο διαμέρισμα στη βάση εγγράφου η διάρκεια του οποίου έληξε το έτος 2018, για μηνιαίο ενοίκιο €500 μηνιαίως (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης της). Η θέση που προωθεί έπειτα η Εναγόμενη είναι ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό και συμπερασματικά δεν δικαιούτο να τερματίσει την ενοικίαση. Παραθέτει τις εξής λεπτομέρειες προς υποστήριξη:
- Ο Ενάγοντας εκδίδοντας αποδείξεις είσπραξης ενοικίων ανέγραφε σε αυτές λανθασμένες πληροφορίες δηλαδή ότι τα χρήματα αφορούσαν σε άλλους μήνες από εκείνους εις τους οποίους αντιστοιχούσαν (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης της) και ότι τούτο αποτελούσε ένα ευρύτερο σχέδιο προκειμένου ο Ενάγοντας να διατείνεται ότι υπάρχουν εκκρεμείς οφειλές (παράγραφοι 6, 18 και 19 της ένορκης της δήλωσης). Παραθέτει και αριθμό αποδείξεων (Τεκμήριο 2 στην ένορκη της δήλωση) και παραπέμπει το Δικαστήριο ειδικά σε συγκεκριμένες εξ αυτών με σκοπό να υποστηρίξει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό της. Αναφέρει επιπρόσθετα ότι η απαίτηση του Ενάγοντος δια της επιστολής του δικηγόρου του (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος), δηλαδή €3300 για 6 μηνιαία ενοίκια, συνάδει με τον ισχυρισμό της ότι, κατόπιν πιέσεων του Ενάγοντος (παράγραφος 16 της ένορκης της δήλωσης), η ίδια συμφώνησε να του καταβάλλει 2, κατ' ισχυρισμό καθυστερημένα, ενοίκια, με μηνιαίες δόσεις ύψους €50 έκαστη. Εκεί έγκειται, κατά την Εναγόμενη, και η εκ μέρους της απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντος. Ότι δηλαδή, μετά τις προστριβές και διαφωνίες που είχε με τον Ενάγοντα, η ίδια ανέτρεξε και μάζεψε τις αποδείξεις που τις εξέδιδε ο Ενάγοντας κατά καιρούς και κατόπιν μελέτης διαπίστωσε ότι είχε προβεί σε υπερπληρωμές (παράγραφοι 18 και 19 της ένορκης της δήλωσης). Περαιτέρω, αλλά επίσης κρίσιμα για την Εναγόμενη, προωθείται η θέση ότι με την απόφαση της κυβέρνησης για επιβολή περιοριστικών μέτρων προς αντιμετώπιση της εξάπλωσης της πανδημίας που προκάλεσε η ασθένεια Covid-19, η ίδια και ο Ενάγων κατήλθαν σε προφορική συμφωνία μείωσης του μηνιαίου ενοικίου κατά το ήμισυ (παράγραφος 17 της ένορκης της δήλωσης). Συνδυαστικά, η Εναγόμενη προκρίνει ότι, αφενός η προφορική συμφωνία μείωσης του ενοικίου και αφετέρου οι υπερπληρωμές εις τις οποίες διατείνεται ότι προέβη, όχι μόνο δεν δικαιολογούν απαίτηση του Ενάγοντος αλλά δεικνύουν και ότι του κατέβαλε επιπλέον ποσά (παράγραφος 20 της ένορκης της δήλωσης). Όσον αφορά το ζήτημα του ισχυρισμού του Ενάγοντος περί μη πληρωμής των λογαριασμών κοινής οφέλειας από την Εναγόμενη, η ίδια αναφέρει ότι ο ίδιος ο Ενάγων επιθυμούσε να μην μεταφερθούν αυτοί επ' ονόματι της Εναγόμενης και εισέπραττε από αυτή τα αντίστοιχα ποσά (παράγραφοι 23 και 24 της ένορκης της δήλωσης).
- Έχοντας διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα η Εναγόμενη προβάλλει ως λόγους για της επιτραπεί να καταχωρίσει Υπεράσπιση όπως καταγράφονται πιο πάνω, διακρίνω ότι αυτά περιέχουν τέτοιες λεπτομέρειες, οι οποίες δεν περιορίζονται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά ενδεχομένως να χρήζουν δικαστικής κρίσης. Χωρίς να υπεισέρχομαι στα γεγονότα της υπόθεσης ή να σταθμίζω την μία εκδοχή των γεγονότων σε σχέση με την άλλη, θεωρώ ότι, με τα όσα καταγράφονται, η Εναγόμενη στο παρόν στάδιο απλώς ικανοποιεί το ελάχιστο εκείνων των κριτηρίων που θέτει η Νομολογία προκειμένου η αγωγή να οδηγηθεί σε κανονική δίκη. Ο ισχυρισμός περί παρεμβολής προφορικής συμφωνίας στη σχέση των διαδίκων για μείωση του ενοικίου, ενώ κοινός τους τόπος είναι ότι η γραπτή τους συμφωνία έχει λήξει, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς περί υπερπληρωμών και τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τις πληρωμές για λογαριασμούς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας δεν θα πρέπει, φρονώ, να αποκλειστούν a priori, ανεξαρτήτως των πιθανοτήτων να αποδειχθούν κατά τη δίκη.
- Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται και δίδεται άδεια στην Εναγόμενη να καταχωρίσει Υπεράσπιση εντός 15 ημερών από σήμερα. Έπειτα να ακολουθηθούν οι θεσμοί.
- Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, εν όψει της φύσης της διαδικασίας και της κατάληξης μου, που οδηγεί την υπόθεση σε κανονική δίκη και αλλά και βάσει των εξουσιών που παρέχονται στο Δικαστήριο από τη Διαταγή 18.9(α), κρίνω ορθότερο όπως διατάξω αυτά να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης. (Υπ.) .................................... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο