← Κύπρος

Αίτηση από τους CLAPPAS TRADING HOUSE LIMITED ν. Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία, D.H. CYPROTELS PLC, Γενική Αίτηση αρ. 256/14, 10/2/2022

Αίτηση από τους CLAPPAS TRADING HOUSE LIMITED ν. Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία, D.H. CYPROTELS PLC, Γενική Αίτηση αρ. 256/14, 10/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ. 256/14 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία, D.H. CYPROTELS PLC (HE12211) -και- Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αίτηση από τους CLAPPAS TRADING HOUSE LIMITED, εκ Τεύκρου Ανθία 21, 2251 Λευκωσία Αιτήτρια ------------------------ Αίτηση ημερ. 20.9.2019 Ημερομηνία: 10.2.2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Δ. Κούτρας (για ν' ακούσει απόφαση κ. Χρ. Τιμοθέου) Για τον Επίσημο Παραλήπτη: κ. Στ. Σκουφάρης Για την Πιστωτή Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση κ. Γ. Μαυρόγιαννης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εταιρεία CLAPPAS TRADING HOUSE LIMITED (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Αιτήτρια) με την υπό εξέταση Αίτηση της αξιώνει την ακύρωση της επαλήθευσης η οποία έγινε προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Τράπεζα Κύπρου) από τον Επίσημο Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της εταιρείας D.H. CYPROTELS PLC (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Καθ' ης η Αίτηση) για το ποσό των €18.350.531,33, καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται το ισχυριζόμενο χρέος ή η ισχυριζόμενη απαίτηση ύψους €19.337.531,33 της Τράπεζας Κύπρου, την οποία αποδέχτηκε ο Επίσημος Παραλήπτης. Διαζευκτικά αξιώνεται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Επίσημος Παραλήπτης όπως καταβάλει προσωπικά προς όφελος και για λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση το ποσό των €19.337.531,

  1. Αξιώνεται επίσης διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Επίσημος Παραλήπτης όπως ετοιμάσει και καταθέσει στο Δικαστήριο έκθεση αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση, σύμφωνα με το Άρθρο 225 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  2. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXX Κλάππα, διευθυντή της Αιτήτριας, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Την 21.2.2017 εξεδόθη διάταγμα εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση, με το οποίο διορίστηκε ως εκκαθαριστής της ο Επίσημος Παραλήπτης, ο οποίος επαλήθευσε την απαίτηση της Αιτήτριας για το ποσό των €115.034, κάτι το οποίο δίνει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να εξετάζει τις επαληθεύσεις άλλων πιστωτών. Όταν παρέλαβε τον κατάλογο των επαληθεύσεων της Καθ' ης η Αίτηση διαπίστωσε ότι στις 28.7.2017 είχε γίνει αποδεκτή από τον Επίσημο Παραλήπτη επαλήθευση προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, ημερ. 27.7.2017, για το ποσό των €18.350.531,33, κάτι το οποίο είναι εναντίον των ανεξασφάλιστων πιστωτών της Καθ' ης η Αίτηση. Υπεβλήθη ένσταση εκ μέρους της Αιτήτριας για ακύρωση από τον Επίσημο Παραλήπτη της επαλήθευσης της Τράπεζας Κύπρου. Ο Επίσημος Παραλήπτης, στις 26.7.2019 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο απέρριψε την ένσταση της Αιτήτριας. Έχει ζητήσει από την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας και έχει παραλάβει την έκθεση που υπέβαλε ο XXX Δράκος, διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση και διαπίστωσε ότι αντί να καλύπτει το χρονικό διάστημα μέχρι την 18.7.2018 που υπεβλήθη η σχετική ένορκη δήλωση, καλύπτει το διάστημα μέχρι την 10.1.2014, με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζεται πραγματική εικόνα για τις υποθέσεις της Καθ' ης η Αίτηση. Την 10.5.2019 κατατέθηκε τροποποιημένη έκθεση, χωρίς όμως να δίνονται λεπτομέρειες για τις τροποποιήσεις, τον αριθμό και να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα. Ο Επίσημος Παραλήπτης δεν έχει ακόμα υποβάλει έκθεση, σύμφωνα με το Άρθρο 225 του περί Εταιρειών Νόμου, για την αιτία χρεωκοπίας της Καθ' ης η Αίτηση και κατά πόσο είναι επιθυμητή περαιτέρω έρευνα για οποιοδήποτε θέμα σχετιζόμενο με την προαγωγή, σύσταση ή χρεωκοπία της Καθ' ης η Αίτηση. Όπως γνωρίζει, η Καθ' ης η Αίτηση δραστηριοποιείται με ξενοδοχεία και άλλες εργασίες συνεχίζοντας κανονικά τη λειτουργία της, χωρίς να υπάρχει σχέδιο εξόφλησης των πιστωτών της. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ Ο Επίσημος Παραλήπτης με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρισε προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  3. Η αποδοχή της επαλήθευσης της Τράπεζας Κύπρου ορθά έγινε αποδεκτή.
  4. Ο εξασφαλισμένος πιστωτής δικαιούται να υποβάλει επαλήθευση χρέους στον Επίσημο Παραλήπτη, εντός της προβλεπόμενης από τη νομοθεσία προθεσμίας, αφού αφαιρέσει από το χρέος την αξία των ενυπόθηκων ακίνητων.
  5. Ο εξασφαλισμένος πιστωτής δεν επαληθεύει το χρέος του μόνο μετά τη διάθεση των ενυπόθηκων ακινήτων.
  6. Ο Επίσημος Παραλήπτης δεν έχει προσωπική ευθύνη έναντι οποιουδήποτε προσώπου είτε είναι πιστωτής είτε είναι η υπό εκκαθάριση εταιρεία είτε ενδιαφερόμενο μέρος, ενεργώντας με την επίσημη ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της εταιρείας ή να καταβάλει χρήματα προσωπικά προς όφελος οποιουδήποτε.
  7. Η Αίτηση είναι "νόμω και ουσία αβάσιμη" και δεν έχει νομικό έρεισμα και/ή νομική βάση σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο κεφ.113 και τους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς.
  8. Η έκθεση που ετοιμάζει ο Επίσημος Παραλήπτης σύμφωνα με το άρθρο 225 του περί Εταιρειών Νομού Κεφ. 113 αφορά την περίπτωση που ορίζεται η Πρώτη Συνέλευση Πιστωτών και τους αποστέλλεται για ενημέρωση τους αφού υποβληθεί η Έκθεση Καταστάσεως της περιουσίας της εταιρείας από τους διευθυντές.
  9. Η Αιτήτρια δεν παραθέτει στην Αίτηση της οποιαδήποτε στοιχεία και/ή αποδείξεις που να δικαιολογούν ότι λανθασμένα ο Επίσημος Παραλήπτης αποδέχτηκε την επαλήθευση της Τράπεζας Κύπρου.
  10. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος για την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης από την ημερομηνία αποδοχής της επαλήθευσης της Τράπεζας Κύπρου από τον Επίσημο Παραλήπτη.
  11. Κανένας από τους λόγους που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μ. Ψαρά, υπαλλήλου του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η Τράπεζα Κύπρου υπέβαλε αρχικά την επαλήθευση της στις 20.6.2017, αλλά ο Επίσημος Παραλήπτης την επέστρεψε με επιστολή του ημερ. 29.6.2017 για τους ακόλουθους λόγους: (α) το ποσό του χρέους στο σημείο δ του εντύπου έπρεπε να ήταν το ποσό που προκύπτει μετά την αφαίρεση των εξασφαλίσεων και (β) είχε αφαιρεθεί από το συνολικό χρέος η αξία ενυπόθηκης εξασφάλισης η οποία δεν ανήκε στην Καθ' ης η Αίτηση. Έγιναν υποδείξεις προς την Τράπεζα Κύπρου ώστε να υποβάλει εκ νέου το έντυπο της επαλήθευσης χρέους κατά τον ορθό τρόπο. Στις 27.7.2017 η Τράπεζα Κύπρου υπέβαλε νέα επαλήθευση, η οποία είναι σύμφωνη με τις υποδείξεις του Επίσημου Παραλήπτη. Η εν λόγω επαλήθευση αφορά διάφορους λογαριασμούς της Καθ' ης η Αίτηση με συνολικό χρωστικό υπόλοιπο €19.337.531,
  12. Για τους ανωτέρω λογαριασμούς επισυνάφθηκαν καταστάσεις λογαριασμών. Στη συνέχεια, αφαιρέθηκε από το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ποσό ύψους €987.000, το οποίο αντιστοιχεί στην αγοραία αξία της εξασφάλισης, σύμφωνα με εκτίμηση αδειούχου εκτιμητή, η οποία επισυνάφθηκε στην επαλήθευση. Συνεπώς το ανεξασφάλιστο χρέος που διεκδικεί η Τράπεζα Κύπρου ανέρχεται σε €18.350.531,
  13. Κατόπιν εξέτασης όλων των στοιχείων που προσκομίστηκαν διαπιστώθηκε ότι τα χρέη ήταν στο όνομα της Καθ' ης η Αίτηση και οι οφειλόμενοι τόκοι υπολογίστηκαν μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης, περαιτέρω δε ότι η περιουσία που εκτιμήθηκε ανήκει στην Καθ' ης η Αίτηση και η Τράπεζα Κύπρου είναι ενυπόθηκος πιστωτής σύμφωνα με την υποθήκη υπ' αρ. Υ3641/
  14. Την 10.1.2014 διορίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου παραλήπτης/διαχειριστής της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, και από εκείνη την ημερομηνία διαχειρίζεται την περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση. Η Εκθεση που ετοιμάζει ο Επίσημος Παραλήπτης, σύμφωνα με το Άρθρο 225 του Κεφ.113, αφορά την περίπτωση κατά την οποία ορίζεται η πρώτη συνέλευση των πιστωτών. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις 10.1.2014 ενεργεί για την περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση ο παραλήπτης/διαχειριστής, ο οποίος δεν έχει παραδώσει στον Επίσημο Παραλήπτη οποιαδήποτε στοιχεία ή περιουσία, αφού φαίνεται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η διαχείριση. Περαιτέρω, όπως ενημερώνεται από τον αρμόδιο για την εκτέλεση του διατάγματος εκκαθάρισης λειτουργό, η Καθ' ης η Αίτηση δεν διεξάγει εργασίες μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Η Τράπεζα Κύπρου με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρησε προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 , των περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η Αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική και η ένορκος δήλωση βρίθει από σοβαρότατες ανακρίβειες και αδικαιολόγητους ισχυρισμούς. (γ) Η Αίτηση δεν παρουσιάζει λόγους και/ή βάσιμους λόγους για να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Είναι παντελώς αβάσιμη και ατεκμηρίωτη και ως τέτοια απορριπτέα. (δ) Η καταχώρηση της Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων των πιστωτών/Τράπεζα Κύπρου και περιέχει, εκτός από γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αναλήθειες και ανακρίβειες. (ε) Ορθά ο Επίσημος Παραλήπτης αποδέχτηκε την επαλήθευση χρέους της. (στ) Η Αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, υποβάλλεται πολύ καθυστερημένη και γίνεται εκδικητικά με σκοπό τη διαγραφή της επαλήθευσης των μεγαλύτερων πιστωτών της Καθ' ης η Αίτηση, εφόσον δεν παρουσιάζονται λόγοι και/ή επαρκείς λόγοι για να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μ. Στυλιανού, υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Ο Επίσημος Παραλήπτης αρχικά δεν έκαμε αποδεκτή την επαλήθευση χρέους της Τράπεζας Κύπρου, η οποία καταχωρίστηκε την 20.6.
  15. Με επιστολή ημερ. 29.6.2017 ο Επίσημος Παραλήπτης επέστρεψε την επαλήθευση χρέους στην Τράπεζα Κύπρου και την κάλεσε να την υποβάλει εκ νέου, σύμφωνα με τις υποδείξεις του, αναφορικά με το ποσό του χρέους και την εξασφάλιση. Η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησε εκ νέου την επαλήθευση της στις 27.7.2017 και ο Επίσημος Παραλήπτης την έκαμε αποδεκτή στις 28.7.
  16. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 39-63 και 92 των Περί Εταιρειών (εκκαθάρισης) Κανονισμών του 1933-1999, στον Κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών του 1951, στη Δ.48 θ.θ 1-9 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα, 203

(1)(α), 209-210, 224, 225, 234
(5), 233
(2)(γ),
(3), 251
(5),
(10),
(13), 251 (Α), 298, 298 (Β),299
(1)-
(6)και 312 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 και στους Κανονισμούς 10-14 του Δεύτερου Παραρτήματος του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
  1. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών, διαφαίνεται ως κοινός τόπος το ότι η Αιτήτρια είναι πιστωτής της Καθ' ης η Αίτηση και επαλήθευσε την απαίτηση της για το ποσό των €115.
  2. Η επαλήθευση της έγινε αποδεκτή από τον Επίσημο Παραλήπτη. Η Τράπεζα Κύπρου είναι εξασφαλισμένη πιστωτής της Καθ' ης η Αίτηση και υπέβαλε την επαλήθευση της, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Επίσημο Παραλήπτη την 28.7.2017 για το ποσό των €18.350.531,
  3. Η Αιτήτρια με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 4.7.2019 υπέβαλε ένσταση προς τον Επίσημο Παραλήπτη εν σχέση με την από μέρους του αποδοχή της επαλήθευσης της Τράπεζας Κύπρου. Η ένσταση της Αιτήτριας απορρίφθηκε με την επιστολή του Επίσημου Παραλήπτη ημερ. 26.7.2019, η οποία στάληκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Εν πρώτοις, θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί το δικαίωμα της Αιτήτριας να υποβάλει την υπό εξέταση Αίτηση, με την οποία εξαιτείται, μεταξύ άλλων την ακύρωση της επαλήθευσης της Τράπεζας Κύπρου η οποία, ως έχει ήδη αναφερθεί αμέσως πιο πάνω, έγινε αποδεκτή από τον Επίσημο Παραλήπτη την 28.7.
  4. Το δικαίωμα της Αιτήτριας να υποβάλει την υπό εξέταση αίτηση βρίσκει νομικό έρεισμα στο Άρθρο 234 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα:
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, ο εκκαθαριστής εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση από το Δικαστήριο, κατά τη διαχείριση του ενεργητικού της εταιρείας και κατά τη διανομή της μεταξύ των πιστωτών της, λαμβάνει υπόψη οποιεσδήποτε οδηγίες που δυνατό να δοθούν με ψήφισμα από τους πιστωτές ή συνεισφορείς σε οποιαδήποτε γενική συνέλευση ή από την επιτροπή επιθεώρησης, και σε περίπτωση διαφωνίας οποιεσδήποτε οδηγίες που δίδονται από τους πιστωτές ή συνεισφορείς σε οποιαδήποτε γενική συνέλευση λογίζονται ότι υπερισχύουν οποιωνδήποτε οδηγιών που δίδονται από την επιτροπή επιθεώρησης. .....................................
(5)Αν οποιοδήποτε πρόσωπο είναι δυσαρεστημένο από οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση του εκκαθαριστή, το πρόσωπο εκείνο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο, και το Δικαστήριο δύναται να επικυρώσει ανατρέψει ή τροποποιήσει την πράξη ή την απόφαση για την οποία υπάρχει παράπονο, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα σε σχέση με τα πιο πάνω όπως θεωρεί δίκαιο. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι στο Σύγγραμμα του Δρα Ανδρέα Π. Ποιητή «Η εκκαθάριση Εταιρειών» Β έκδοση, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα: «Όταν μια απαίτηση πιστωτή γίνει αποδεκτή είναι δυνατό να μειωθεί ή να απαλειφθεί εντελώς με απόφαση του Δικαστηρίου. Τη σχετική απόφαση δύναται να την προσβάλει είτε ο Επίσημος Παραλήπτης ή εκκαθαριστής, όταν αυτός πιστεύει ότι η επαλήθευση λανθασμένα έγινε αποδεκτή ή πρέπει να μειωθεί, είτε οποιοσδήποτε άλλος πιστωτής. Παρά το ότι ο νόμος αναφέρεται γενικά σε πιστωτή, πρέπει να αναφερθεί ότι ο πιστωτής αυτός πρέπει να επηρεάζεται άμεσα στα συμφέροντά του. Έτσι, ένας πλήρως εξασφαλισμένος πιστωτής δε δικαιούται να υποβάλει τέτοια αίτηση, διότι δεν έχει locus standi.» Η Αιτήτρια, βασιζόμενη στο Άρθρο 251
(13)του Κεφ. 113, ψέγει τον Επίσημο Παραλήπτη ότι λανθασμένα έκαμε αποδεκτή την επαλήθευση της Τράπεζας Κύπρου για το λόγο ότι ως εξασφαλισμένη πιστωτής, θα έπρεπε να είχε διαθέσει την εξασφάλιση της, πριν προβεί στην επαλήθευση του χρέους, ή να την παραδώσει. Από πλευράς της η Τράπεζα Κύπρου, μέσω της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της, διατείνεται ότι σε καμιά περίπτωση η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να επιβάλει «υποχρέωση» σε εξασφαλισμένο πιστωτή να ρευστοποιήσει την εξασφάλιση του, πριν καταχωρήσει επαλήθευση του χρέους. Κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας, αυτό θα ήταν κάτι το ασύλληπτο και παράλογο. Στη γραπτή αγόρευση του Επίσημου Παραλήπτη υιοθετούνται τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από την Τράπεζα Κύπρου και υποστηρίζεται περαιτέρω ότι από την ερμηνεία του συγκεκριμένου άρθρου δεν συνάγεται ότι απαγορεύεται ή θεωρείται παράνομη η υποβολή επαλήθευσης εξασφαλισμένου πιστωτή, ο οποίος δεν διέθεσε την εξασφάλιση του. Όπως συνάγεται από την παρουσιασθείσα μαρτυρία, η Τράπεζα Κύπρου δεν προέβηκε σε διάθεση της εξασφάλισης της, πριν υποβάλει την επαλήθευση της στον Επίσημο Παραλήπτη. Αυτό το οποίο επεσυνέβηκε στην προκείμενη περίπτωση είναι ότι, κατόπιν οδηγιών του Επίσημου Παραλήπτη, αφαιρέθηκε από το συνολικά οφειλόμενο από την Καθ' ης η Αίτηση υπόλοιπο η αξία της εξασφάλισης την οποία κατέχει η Τράπεζα Κύπρου επί της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση και έγινε επαλήθευση για το υπόλοιπο ποσό του οφειλόμενου χρέους. Όπως επιμαρτυρεί δε το παρουσιασθέν υλικό, η αξία της εξασφάλισης, και συγκεκριμένα της Υποθήκης Υ3641/2005, η οποία ενεγράφη προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, με βάση την εκτίμηση ιδιώτη εκτιμητή, ανέρχεται σε €987.000, ποσό το οποίο αφαιρέθηκε από το χρεωστικό υπόλοιπο των €19.337.531,33 και έγινε επαλήθευση για το υπόλοιπο και ανεξασφάλιστο χρέος, το οποίο ανέρχεται σε €18.350.531,33. Το Άρθρο 251 του Κεφ. 113 καθορίζει ρητά ότι «πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι πιστωτής της εταιρείας και επιθυμεί να ανακτήσει το χρέος του στο σύνολο ή μερικώς, πρέπει να υποβάλει επαλήθευση γραπτώς στον εκκαθαριστή ...». Περαιτέρω η επίμαχη παράγρ. 13 του ιδίου άρθρου προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: «Εξασφαλισμένος πιστωτής, ο οποίος έχει διαθέσει την εξασφάλισή του, δύναται να επαληθεύσει για το υπόλοιπο ποσό χρέους, αφότου αφαιρεθεί το ποσό το οποίο έλαβε με τη διάθεση της εξασφάλισης και, αν ο εξασφαλισμένος πιστωτής παραδώσει την εξασφάλιση του, δύναται να επαληθεύσει για ολόκληρο το χρέος ως να ήταν μη εξασφαλισμένος.» Το λεκτικό με το οποίο είναι διατυπωμένη η ανωτέρω παράγραφος δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ή ασάφειας ότι ο εξασφαλισμένος πιστωτής θα πρέπει πρώτα να διαθέσει την εξασφάλιση του και ακολούθως να επαληθεύσει για το υπόλοιπο ποσό του χρέους, το οποίο θα προκύψει από την αφαίρεση του ποσού το οποίο έλαβε από τη διάθεση της εξασφάλισης του. Δικαιούται όμως, εφόσον πρώτα παραδώσει την εξασφάλιση του, να επαληθεύσει για ολόκληρο το ποσό του χρέους, με αποτέλεσμα να μην θεωρείται πλέον ως εξασφαλισμένος πιστωτής. Θα πρέπει να επισημάνω ότι, όπως είναι νομολογημένο, όπου το λεκτικό του νόμου είναι σαφές, τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοια τους (Ghalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ.528 και Μακεδόνας ν. Δημοκρατίαας
(1998)3 Α.Α.Δ.162). Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η ερμηνεία που δίνεται στο άρθρο 251
(13)από τον επίσημο παραλήπτη, συγκεκριμένα ότι το άρθρο αυτό αναφέρει μόνο τον τρόπο επαλήθευσης εξασφαλισμένου πιστωτή ο οποίος έχει ήδη διαθέσει την εξασφάλιση του πριν την υποβολή επαλήθευσης στον εκκαθαριστή, χωρίς να απαγορεύει την υποβολή επαλήθευσης από εξασφαλισμένο πιστωτή ο οποίος δεν διέθεσε την εξασφάλιση του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Τράπεζα Κύπρου δεν έχει διαθέσει την εξασφάλιση της, αλλά ούτε και την έχει παραδώσει. Απλά προέβηκε σε επαλήθευση του χρέους της Καθ' ης η Αίτηση, από το οποίο αφαιρέθηκε η αξία της εξασφάλισης της. Θεωρώ ότι η από μέρους του Επίσημου Παραλήπτη αποδοχή της επαλήθευσης της Τράπεζας Κύπρου αντίκειται στις διατάξεις του Άρθρου 251
(13)του Κεφ.
  1. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι το συγκεκριμένο άρθρο αναδομήθηκε εκ βάθρων με την τροποποίηση που επέφερε σ' αυτό ο Νόμος 63(I)/2015, ημερ. 7.5.
  2. Η προσθήκη δε της παραγράφου 13 στο άρθρο ήταν μία εκ των τροποποιήσεων που επέφερε ο ανωτέρω Νόμος. Πριν την τροποποίηση το Άρθρο 251 προέβλεπε απλά ότι «το Δικαστήριο δύναται να ορίσει προθεσμία ή προθεσμίες μέσα στις οποίες οι πιστωτές θα επαληθεύσουν τις οφειλές ή απαιτήσεις τους ή θα αποκλείονται από το όφελος οποιασδήποτε διανομής που γίνεται πριν από την επαλήθευση των χρεών αυτών». Συνεπώς, ως νεότερος νόμος, υπερισχύει, κατά την άποψη μου, οποιωνδήποτε κανονισμών που προϋπήρχαν της θέσπισης του και αντίκεινται στις πρόνοιες του, οι οποίες εισήχθηκαν με την ανωτέρω τροποποίηση, όπως του Κ.18 των Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών 1933-1938, ο οποίος μνημονεύεται στην ένορκη δήλωση της κας Ψαρά, ο οποίος προνοεί ότι η ένορκη δήλωση επαλήθευσης χρέους θα πρέπει να αναφέρει κατά πόσο ο πιστωτής είναι η δεν είναι εξασφαλισμένος, να καθορίζει τις εξασφαλισθείσες εγγυήσεις και να περιέχει εκτίμηση της αξίας τους. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην επιστολή του Επίσημου Παραλήπτη, ημερ. 26.7.2019, με την οποία απέρριψε την ένσταση της Αιτήτριας (Τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Κλάππα), όπως επίσης και στην ένορκη δήλωση της XXX Ψαρά που υποστηρίζει την ένσταση του Επίσημου Παραλήπτη, γίνεται επίκληση του άρθρου 299(3-6) του Κεφ.
  3. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Ψαρά, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου αυτού, ο εξασφαλισμένος πιστωτής, αφού ζητήσει εκτίμηση της εξασφαλισμένης περιουσίας, αφαιρεί την αξία της εξασφάλισης του από το οφειλόμενο χρέος και επαληθεύει για τη διαφορά, για την οποία κατατάσσεται ως μη εξασφαλισμένος πιστωτής. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι, όπως προκύπτει από τη λεκτική διατύπωση του, το άρθρο αυτό ρυθμίζει τις περιπτώσεις εγγυητών που είναι φυσικά πρόσωπα και η ευθύνη που ανέλαβαν, δυνάμει της σύμβασης εγγύησης, δεν υπερβαίνει το ποσό των €500.
  4. Τα πρόσωπα αυτά τυγχάνουν μεταχείρισης σύμφωνα με τις διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου «σε σχέση με εγγυήσεις που έδωσαν για επαληθεύσιμα χρέη εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση». Στη γραπτή αγόρευση του Επίσημου Παραλήπτη γίνεται επίκληση και του άρθρου 251Α του Κεφ. 113, το οποίο έχει ως ακολούθως: 251Α.-
(1)Εξασφαλισμένος πιστωτής, εντός δέκα
(10)ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατάγματος εκκαθάρισης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, υποβάλλει στον επίσημο παραλήπτη ή εκκαθαριστή και, όπου εφαρμόζεται, σε εγγυητή προκαταρκτική εκτίμηση της αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση.
(2)Το αργότερο εντός δέκα
(10)ημερών από την ημέρα υποβολής της προκαταρκτικής εκτίμησης από τον πιστωτή δυνάμει του εδαφίου
(1), ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής και, όπου εφαρμόζεται, ο εγγυητής- (α) συμφωνούν μεταξύ τους και με τον πιστωτή ως προς την αξία της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση, και σε τέτοια περίπτωση η εν λόγω εκτίμηση είναι δεσμευτική για όλους, ή (β) διορίζουν ανεξάρτητο εκτιμητή, ή (γ) αποτείνονται στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας για να διορίσει η ίδια ανεξάρτητο εκτιμητή.
(3)Ανεξάρτητος εκτιμητής που διορίζεται είτε δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2), είτε δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(2), καθορίζει εντός το αργότερο δέκα
(10)ημερών από το διορισμό του, την αξία της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση, και, η εκτίμηση που γίνεται από τον εν λόγω εκτιμητή θα είναι δεσμευτική για τον επίσημο παραλήπτη ή εκκαθαριστή, τον εξασφαλισμένο πιστωτή και, όπου εφαρμόζεται, τον εγγυητή.
(4)Τα έξοδα της εκτίμησης που γίνεται δυνάμει του εδαφίου
(3), καταβάλλονται κατ' αναλογία από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, τον επίσημο παραλήπτη ή εκκαθαριστή και, όπου εφαρμόζεται, τον εγγυητή: Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής ή, όπου εφαρμόζεται, ο εγγυητής, αποδέχεται την προκαταρκτική εκτίμηση της αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση που υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1)από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, εξαιρείται από την υποχρέωση καταβολής εξόδων των εκτιμήσεων: Νοείται περαιτέρω ότι, τα έξοδα που καταβάλλονται από τον επίσημο παραλήπτη ή εκκαθαριστή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, θεωρούνται ως έξοδα και δαπάνες της εκκαθάρισης. .........................................» Στην προκείμενη περίπτωση δεν φαίνεται να τυγχάνει εφαρμογής ούτε αυτό το άρθρο, αφού δεν υπεβλήθη από την Τράπεζα Κύπρου εντός της ανωτέρω τασσόμενης προθεσμίας προκαταρκτική εκτίμηση της αξίας της εξασφάλισης της. Αντίθετα, η μόνη έκθεση εκτίμησης η οποία κατατέθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη από την Τράπεζα Κύπρου, όπως τουλάχιστον διαφάνηκε από το μαρτυρικό υλικό που παρουσίασε ο Επίσημος Παραλήπτης, είναι αυτή που συνοδεύει την επαλήθευση της, με ημερομηνία 20.7.
  1. Για τους λόγους που έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι η ρηθείσα επαλήθευση της Τράπεζας Κύπρου θα πρέπει να ακυρωθεί. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Αιτήτρια αξιώνει, διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Επίσημος Παραλήπτης όπως καταβάλει αποζημίωση στην Καθ' ης η Αίτηση για το ποσό των €19.337.531,
  2. Στην ένορκη δήλωση του κ. Κλάππα υποστηρίζεται ότι ο Επίσημος Παραλήπτης υπέχει προσωπική ευθύνη για αποζημίωση της Καθ' ης η αίτηση για τη ζημιά την οποία της προκάλεσε λόγω της αποδοχής της επαλήθευσης της Τράπεζας Κύπρου. Είμαι της άποψης ότι από τη στιγμή που η ρηθείσα επαλήθευση έχει ακυρωθεί από το Δικαστήριο, δεν τίθεται ζήτημα καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη. Εν πάση περιπτώσει θα ήθελα να αναφέρω ότι, πέραν του ότι δεν καθορίζεται η συγκεκριμένη ζημιά που προέκυψε, δεν γίνεται παραπομπή σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου, η οποία παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τον Επίσημο Παραλήπτη όπως καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση για ζημιά που προέκυψε από πράξεις ή ενέργειες οι οποίες έγιναν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Όσον αφορά την αξίωση της Αιτήτριας για έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Επίσημος Παραλήπτης όπως ετοιμάσει και καταθέσει στο Δικαστήριο έκθεση αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση, με βάση το Άρθρο 225 του Κεφ.113, θα ήθελα να επισημάνω ότι, με βάση το ανωτέρω Άρθρο η υποχρέωση για υποβολή της εν λόγω έκθεσης αναφύεται πριν την πρώτη γενική συνέλευση των πιστωτών της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, δεν έχει καθοριστεί ακόμα η ημερομηνία της πρώτης συνέλευσης των πιστωτών της Αιτήτριας. Συνεπώς η σχετική αξίωση είναι, κατά την άποψη μου, πρόωρη. Ένας εκ των λόγων ένστασης του Επίσημου Παραλήπτη είναι το ότι η υπό εξέταση αίτηση υπεβλήθη μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία αποδοχής της επαλήθευσης της Τράπεζας Κύπρου. Είναι γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση πέραν των δύο ετών στην καταχώρηση της Αίτησης, χωρίς μάλιστα να δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία από πλευράς Αιτήτριας. Από την άλλη όμως, δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός περί δυσμενούς επηρεασμού του Επίσημου Παραλήπτη, η ακόμα της Τράπεζας Κύπρου από την καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Είναι φανερό ότι η καθυστέρηση εγείρεται γενικά και αόριστα, χωρίς να συνδέεται με οποιαδήποτε βλάβη η οποία τυχόν προκάλεσε στους αντιδίκους της Αιτήτριας. Κατά συνέπεια, η καθυστέρηση δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της Αίτησης. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει αναφορικά με την αξίωση της Αιτήτριας για ακύρωση της υποβληθείσας στον Επίσημο Παραλήπτη και αποδοχή της επαλήθευσης της Τράπεζας Κύπρου. Οι υπόλοιπες αξιώσεις της, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί, δεν μπορούν να πετύχουν. Όσον αφορά τα έξοδα, ενόψει του ότι πρόκειται για νεοφανές ζήτημα, θεωρώ ορθότερο όπως μη εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή και η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η επαλήθευση η οποία υπεβλήθη από την Τράπεζα Κύπρου και εγκρίθηκε από τον Επίσημο Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση, κατά την 28.7.2017, ακυρώνεται. Καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........................................ Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.