← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.1928/2019, 18/4/2022

ΑΝΔΡΕΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α. ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.1928/2019, 18/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ.1928/2019

  1. ΧΧΧΧ ΑΝΔΡΕΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
  2. ΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ενάγοντες v.
  3. ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
  4. ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΛΕΜΕΣΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 18 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Σ. Γ. Κωνσταντίνου Για Εναγόμενο 1: Σ. Ευριπίδου Για Εναγόμενη 2: Μ. Ιακώβου για Μάριος Χαρτσιώτης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης ΧΧΧΧ Παναγιώτου που απεβίωσε την 26.10.2011 («η αποβιώσασα»), με την αγωγή που καταχώρισαν την 04.09.2019, ενάγουν τον πατέρα της αποβιωσάσης, Εναγόμενο 1, και την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, Εναγόμενη 2, με αξιώσεις σχετικά με τον τίτλο ιδιοκτησίας του τάφου στον οποίο ενταφιάστηκε η αποβιώσασα, στο Κοιμητήριο Σφαλαγγιώτισσας, στον Άγιο Αθανάσιο. Είναι η δικογραφημένη θέση τους πως, με παραστάσεις του Εναγόμενου 1, που είναι ιερέας, η Εναγόμενη 2, ως αρμόδια αρχή για την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας επί τάφων, εν αγνοία των Εναγόντων, την 02.01.2012, εξέδωσε τον τίτλο του τάφου με αριθμό ΧΧΧΧΔ, ενώ ήταν ήδη ενταφιασμένη σε αυτόν η αποβιώσασα, στο όνομα του Εναγόμενου
  5. Συνεπεία αυτής της εγγραφής, όπως είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, ο Εναγόμενος 1, ετσιθελικά και παραγνωρίζοντας τους Ενάγοντες, ιδίως τον σύζυγο της αποβιωσάσης, Ενάγοντα 1, και τα τέκνα της, διαμόρφωσε τον τάφο όπως ο ίδιος ήθελε, γράφοντας επί αυτού το όνομα και το πατρικό επίθετο της αποβιωσάσης ωσάν να ήταν ανύπανδρη. Οι προσπάθειες των Εναγόντων να ανατρέψουν αυτή την εξέλιξη δεν καρποφόρησαν, οπότε και ήγειραν αυτή την αγωγή. Οι Ενάγοντες θεωρούν ότι, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης, μπορούν να διεκδικούν τον τίτλο ιδιοκτησίας του τάφου, στον οποίο δίδουν αξία €2.500,00, με σκοπό να τον μεταβιβάσουν στους κληρονόμους της. Αξιώνουν διατάγματα που να διατάσσουν την Εναγόμενη 2 να ακυρώσει τον τίτλο αυτό και να εκδώσει και να μεταβιβάσει τίτλο στο όνομά τους. Διαζευκτικά, αξιώνουν εκταφή των λειψάνων της αποβιωσάσης και μεταφορά και ταφή τους σε τάφο ιδιοκτησίας του συζύγου ή των κληρονόμων της αποβιωσάσης. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως οι Ενάγοντες δεν έχουν κάποιο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, ενώ, σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε αξίωση έχει παραγραφεί, λόγω της παρόδου αρκετών ετών, αλλά και η επίδειξη ολιγωρίας από τους Ενάγοντες πλήττει τα δικαιώματα του Εναγόμενου
  6. Άνευ βλάβης αυτών των ισχυρισμών, ισχυρίζεται πως, επειδή ουδέποτε από την ημερομηνία θανάτου της αποβιώσασας ο Ενάγων 1 είχε ενδιαφερθεί να αγοράσει τάφο για να ενταφιαστεί η σύζυγός του, αναγκαστικά στην ενέργεια αυτή προέβη ο Εναγόμενος 1, αποκτώντας τον τάφο νόμιμα. Επειδή ο τάφος είναι διπλός οικογενειακός και η διαδικασία απόκτησής του έγινε από τον ίδιο, δικαίως ο τίτλος εγγράφθηκε στο όνομα του ίδιου. Οι Ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ότι στο μνήμα αναγράφεται το πατρικό επώνυμο, αλλά το έπραξαν μετά την πάροδο ετών, όταν οι σχέσεις αναμεταξύ του Ενάγοντος 1 και του Εναγόμενου 1 οξύνθηκαν για άλλους λόγους. Ο Εναγόμενος 1 δεν αρνείται πως το επώνυμο που αναγράφθηκε είναι το πατρικό επώνυμο της αποβιωσάσης, αυτό, όμως, όπως αναφέρει, είναι και το όνομα που αναγράφονταν στην πολιτική της ταυτότητα, κατ' επέκταση το ορθό και ακριβές όνομά της. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως η αξίωση των Εναγόντων, οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο της αποβιωσάσης, που να περιλαμβάνει μάλιστα και αξίωση για εκταφή λειψάνων, είναι καταχρηστική, έγινε με σκοπό την εκδίκηση και την πρόκληση ψυχικού πόνου στον Εναγόμενο 1, ο οποίος αρνείται τις αξιώσεις των Εναγόντων. Είναι η καταληκτική θέση του Εναγόμενου 1 πως, με την αγορά και σύσταση του οικογενειακού τάφου στο όνομά του, ο τίτλος του τάφου ανήκει στον ίδιο και ότι η θυγατέρα του μπορούσε να ενταφιαστεί σε αυτόν. Σε απαντητικό δικόγραφο, οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1 περί παραγραφής ή ολιγωρίας ή έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος, και επικαλούνται αλληλογραφία και μαρτυρία στο πλαίσιο υποθέσεων στο Οικογενειακό Δικαστήριο, δια των οποίων γίνονταν προσπάθειες εξώδικης επίλυσης αυτής της διαφοράς. Επιμένουν στην εκδοχή τους. Η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται, επίσης, πως δεν υπάρχει ούτε εναντίον της αγώγιμο δικαίωμα και σε κάθε περίπτωση έχει παραγραφεί ο αγώγιμος χαρακτήρας οποιασδήποτε αξίωσης. Πέραν, όμως, αυτών, αγνοεί όσα αναφέρουν οι Ενάγοντες και προβάλλει τη θέση πως ο τάφος αγοράστηκε νόμιμα από τον Εναγόμενο 1, οπότε και μεταβιβάστηκε στο όνομά του· δεν ήταν εγγεγραμμένος στο όνομα της αποβιωσάσης για να προκύπτουν κληρονομικά δικαιώματα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί πως λανθασμένα η Εναγόμενη 2 τον μεταβίβασε στον Εναγόμενο 1, δεν ενδιαφέρουν την Εναγόμενη 2 οι οικογενειακές διαφορές αναμεταξύ του Ενάγοντος 1 και του Εναγόμενου 1, και αρνείται τις αξιώσεις των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες απαντούν και στην Εναγόμενη 2 πως, πέραν του ότι γίνονταν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης και με την Εναγόμενη 2 και ουδέποτε εγκατέλειψαν την αξίωση, από τη στιγμή που αποβιώσασα ήταν ήδη ενταφιασμένη, δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί τίτλος του τάφου σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο εκτός από τους κληρονόμους της ή τους διαχειριστές της περιουσίας της, συνεπώς επιμένουν στις αξιώσεις τους και εναντίον της Εναγόμενης
  7. Ακολουθήθηκε η διαδικασία ταχείας εκδίκασης που προνοεί η Δ.30,κκ.6,7 των Δικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Έτσι, προσκομίστηκε μαρτυρία δια ενόρκων δηλώσεων, από τον Ενάγοντα 1 (ΜΕ1), εκ μέρους των Εναγόντων, από τον Εναγόμενο 1 (ΜΥ1), και από τον κύριο ΧΧΧΧ, υπεύθυνο των κοιμητηρίων εντός της Επαρχίας Λεμεσού (ΜΥ2), εκ μέρους της Εναγόμενης
  8. Ο ΜΕ1, με τη μαρτυρία του, αναφέρει πως η αποβιώσασα ενταφιάστηκε την 27.10.2011 σε τάφο που δεν είχε τίτλο. Αφού έγινε η ταφή της, ο ΜΕ1 είχε ρωτήσει τον Εναγόμενο 1 να του αναφέρει πόσα πλήρωσε για τον τάφο, για να του καταβάλει το σχετικό τίμημα, και ο Εναγόμενος 1 απέφυγε κατ' επανάληψη να δώσει απάντηση, χωρίς ο Ενάγων 1 να γνωρίζει πως προόριζε τον τάφο της αποβιωσάσης για οικογενειακό τους τάφο. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκε πως - όπως λέει - «οι τάφοι έχουν τίτλο ιδιοκτησίας όπως τα σπίτια» και πως ο Εναγόμενος 1 είχε εξ αρχής ζητήσει διπλό τάφο στο όνομά του, επιδεικνύοντας στη συνέχεια συμπεριφορά ως ο Ενάγων 1 και τα παιδιά της να μην ήταν οικογένειά της, πληγώνοντάς τους. Στάλθηκαν επιστολές προς την Εναγόμενη 2 ότι ήταν λάθος που, ενώ ήταν ενταφιασμένη η αποβιώσασα, ο τίτλος του τάφου εκδόθηκε στο όνομα του Εναγόμενου 1, ωστόσο δεν λύθηκε το πρόβλημα. Προσκομίζονται το διάταγμα διαχείρισης (Τεκμήριο 1), επιστολή του Εναγόμενου 2 ημερομηνίας 16.04.2014 προς τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Λεμεσού μαζί με απόδειξη αποστολής της (Τεκμήριο 2) και δικόγραφο από διαδικασία ενώπιον Οικογενειακού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3). Ο ΜΥ1 αναφέρει πως αποτάθηκε στην Εναγόμενη 2 για να αγοράσει τον τάφο όπου θα κηδεύονταν η θυγατέρα του επειδή δεν υπήρξε κάποιο ενδιαφέρον από τον Ενάγοντα 1, ούτε και μετά την κηδεία. Όταν απεβίωσε η θυγατέρα του, πήγε στον τότε υπεύθυνο του κοιμητηρίου για να διεκπεραιώσουν τα θέματα ταφής και του έδωσε έναν αριθμό τάφου με βάση σχετική διαδικασία που τηρείτο, για να αποταθεί στη συνέχεια στη Μητρόπολη, να δώσει τον συγκεκριμένο αριθμό και να πληρώσει για τον τάφο. Ο ΜΥ1 αναφέρει πως, λόγω της ιδιότητάς του ως ιερέας, δεν χρειάστηκε τελικά να καταβάλει κάποιο ποσό, ενώ του παραχωρήθηκε διπλός ενιαίος τάφος, για τον οποίο εκδόθηκε ο τίτλος στο όνομα του και της οικογένειάς του (Τεκμήριο 4). Εξηγεί πως στον τίτλο αναγράφεται η αξία €1.538,00, ασχέτως εάν παραχωρήθηκε σε αυτόν χωρίς την πληρωμή της, όχι προς επίδειξη εύνοιας. Η απόκτηση του τάφου ήταν, όπως αναφέρει, νόμιμη. Δεν υπήρξε διαμαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο αναγραφής του ονόματος της αποβιωσάσης, παρά μετά από αρκετό καιρό, όταν οξύνθηκαν οι σχέσεις, αναφέρεται και ο ίδιος σε συμπεριφορά και λόγια που τον πίκραναν. Το όνομα είχε αναγραφεί όπως ήταν στην ταυτότητά της και στο πιστοποιητικό θανάτου της, εφόσον δεν το είχε αλλάξει μετά τον γάμο της με τον Ενάγοντα
  9. Ο Εναγόμενος 1 αναγνωρίζει πως τον υπό αναφορά τάφο μπορούν να χρησιμοποιήσουν και ο Ενάγων 1 και τα εγγόνια του. Επαναλαμβάνει ενόρκως και τη θέση του σε σχέση με την αγωγή των Εναγόντων, που θεωρεί καταχρηστική. Ο ΜΥ2, εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 2, ως προς τα σχετικά γεγονότα, αναφέρει πως ο Εναγόμενος 1 απέκτησε νόμιμα τον τίτλο του τάφου, χωρίς να έχει ευνοϊκή μεταχείριση. Το σύνολο του μαρτυρικού υλικού βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την καταχώριση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν, δια αγορεύσεων σε γραπτή μορφή, επιχειρηματολογώντας προς υποστήριξη των θέσεων τους, και οι αγορεύσεις τους βρίσκονται επίσης στον φάκελο της διαδικασίας. Το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του, για την έκδοση της οποίας έχουν ληφθεί υπόψη όσα έχουν εκτεθεί ενώπιον του, ακόμα κι αν δεν γίνεται λεπτομερής αναφορά στο περιεχόμενό τους. Δεν αμφισβητούνται τα περισσότερα από τα γεγονότα που ενδιαφέρουν. Ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 1 αιτήθηκε από την Εναγόμενη 2 την απόκτηση τάφου, στον οποίον ενταφιάστηκε η αποβιώσασα, θυγατέρα του Εναγόμενου 1, ότι ο τίτλος του τάφου αυτού εκδόθηκε από την Εναγόμενη 2 στο όνομα του Εναγόμενου 1, και ότι στο μνήμα αναγράφθηκε το πατρικό επώνυμο της αποβιωσάσης. Τα υπόλοιπα είναι ζητήματα νομικά. Οι αναφορές στις σχέσεις αναμεταξύ του Ενάγοντος 1 ή και της αποβιωσάσης με τον Εναγόμενο 1 δεν χρησιμεύουν για την επίλυση αυτής της διαφοράς. Σύμφωνα με τον περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμο 257(Ι)/2004, τα κοιμητήρια, κατ' επέκταση οποιοδήποτε τμήμα τους, είναι πράγματα εκτός συναλλαγής. Μπορεί να αποκτάται από τον ιδιώτη ιδιαίτερο δικαίωμα (ειδικό δικαίωμα / sue proptium) σε ορισμένο χώρο ταφής. Αυτό το δικαίωμα δυνατόν να περιλαμβάνει το δικαίωμα επίβλεψης του τάφου, επισκέψεων, ανέγερσης μνημείου, διενέργειας τελετουργιών εις μνήμη των ενταφιασμένων, συχνότερα με βάση σχετικό κανονισμό λειτουργίας του κοιμητηρίου. Tα μνήματα ή τα μνημεία που δημιουργούνται επί των τάφων συνιστούν εκδηλώσεις θρησκευτικού περιεχομένου και σκοπού. Η διοικητικής φύσης παραχώρηση άδειας χρήσης και ο ορισμένος χώρος για τον οποίον δίδεται το περιορισμένο δικαίωμα χρήσης κινούνται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Δεν αποτελούν περιουσιακά στοιχεία αυτού στον οποίον παραχωρήθηκαν. Ο «τίτλος» που εκδίδεται για κάποιον τάφο δεν συστήνει ιδιοκτησιακό ή περιουσιακό δικαίωμα επί συγκεκριμένης έκτασης μέσα στο κοιμητήριο. Συνιστά τον έγγραφο φορέα που ενσωματώνει το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του συγκεκριμένου χώρου, για τον ενταφιασμό συγκεκριμένων προσώπων· οιονεί νομή, που επίσης συνιστά εκδήλωση θρησκευτικού σκοπού, χωρίς εμπράγματο χαρακτήρα. Ένας τάφος, εφόσον δεν συνιστά πράγμα που υπόκειται σε συναλλαγή, δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί, να μεταβιβαστεί, να υποθηκευθεί ή να κατασχεθεί ή και να μεταβληθεί ο προορισμός του (να χρησιμοποιηθεί ως κάτι άλλο), όπως ούτε και να αποτελέσει το αντικείμενο σύμβασης ή αγωγής δια των οποίων να συμφωνούνται ή να αξιώνονται τα ίδια. Δεν τυγχάνουν εφαρμογής διατάξεις που σχετίζονται με την κτήση ή την απώλεια ιδιωτικών δικαιωμάτων, όπως οι διατάξεις περί παραγραφής ή χρησικτησίας. Συναλλαγές και κατ' επέκταση διεκδικήσεις τίτλων τάφων, ενέχουν, μάλιστα, το στοιχείο της έλλειψης σεβασμού προς τους νεκρούς και τους χώρους των κοιμητηρίων, που εξυπηρετούν ειδικό δημόσιο σκοπό. Δεν αποκλείεται αγωγή από τον δικαιούχο σε σχέση με το δικαίωμα χρήσης, για την αναγνώριση ή για θεραπείες σχετικές με την προσβολή του. Πρόκειται για ιδιόρρυθμο, διφυές δικαίωμα. Το δικαίωμα χρήσης του τάφου μπορεί να είναι προσωπικό ή οικογενειακό, με αναφορά στο εύρος των δικαιούχων χρήσης. Ο οικογενειακός τάφος μπορεί να χρησιμοποιείται τόσο από το πρόσωπο στο οποίο παραχωρήθηκε το δικαίωμα, και, εκτός εάν το πρόσωπο αυτό αποφασίσει γραπτώς διαφορετικά, από τον/την σύζυγό του, τους κατευθείαν γραμμή ανιόντες και κατιόντες του περιλαμβανομένων των συζύγων και των απογόνων τους, τους γονείς του/της συζύγου του, και τα αδέλφια του που δεν έχουν δική τους οικογένεια. Δεν επιτρέπεται η εκταφή πτώματος ή λειψάνου χωρίς διάταγμα από αρμόδιο Δικαστήριο που εκδίδεται έπειτα από αίτηση του ενδιαφερόμενου προς την αρμόδια αρχή τοπικής διοίκησης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή αυτή δεν εγείρεται από δικαιούχο τάφου σε σχέση με την αναγνώριση ή την προσβολή δικαιώματος χρήσης. Δεν εγείρεται ούτε από τον Ενάγοντα 1 προσωπικά για παράβαση κάποιας συμφωνίας του με τους Εναγόμενους. Δεν αμφισβητείται πως ο αποκτών το δικαίωμα χρήσης του τάφου στον οποίον ενταφιάστηκε η αποβιώσασα είναι ο Εναγόμενος 1 στο όνομα του οποίου εκδόθηκε η σχετική πράξη (Τεκμήριο 4), που δεν προσβλήθηκε, και ότι, βάσει του νόμου, υπήρχε δικαίωμα χρήσης του τάφου και για τον ενταφιασμό της αποβιωσάσης, θυγατέρας του παραχωρησιούχου, επειδή ο τάφος συστάθηκε ως οικογενειακός. Δεν αμφισβητείται πως ο λόγος γίνεται για πράγμα (τάφο) που βρίσκεται σε κοιμητήριο που δεν έχει αποκαθιερωθεί και εξακολουθεί να φέρει την ιδιότητα του πράγματος εκτός συναλλαγής, δοσμένο σε κοινή χρήση, για την εξυπηρέτηση του ειδικού δημόσιου σκοπού. Οι επουσιώδεις αντιφάσεις των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν αλλάζουν τα γεγονότα που αδιαμφισβήτητα τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, και δεν είναι εξαρτάται από την αξιοπιστία των μαρτύρων επί διαφόρων άλλων θεμάτων η κατάληξη. Αντιλήψεις που εκπηγάζουν από τη μαρτυρία του ΜΕ1, πως μια γυναίκα που τελεί γάμο υποχρεωτικά προσθέτει στο όνομά της το πλήρες ονοματεπώνυμο ή το επώνυμο του συζύγου της και προσδιορίζεται εν ζωή και μετά θάνατον με αυτό, ή ότι ο ενταφιασμός γυναίκας συζευγμένης είναι υποχρεωτικά σε τάφο που συστήνεται για την ίδια, τον σύζυγο και τα τέκνα τους, με σημασία που αντανακλά μάλιστα τις εν ζωή σχέσεις, δεν απηχούν εφαρμοστέο δίκαιο. Δεν έχουν να κάνουν, επίσης, με περιουσιακό δικαίωμα που μπορούν να ασκούν οι Ενάγοντες ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης, ιδιότητα υπό την οποίαν ενάγουν. Η αγωγή των Εναγόντων που συνιστά διεκδίκηση του τίτλου του τάφου ως αυτός να ήταν περιουσιακό στοιχείο, για να περιληφθεί στην κληρονομητέα περιουσία, ή δια της οποίας ζητείται διαζευκτικά διάταγμα εκταφής, βρισκόμενη σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Νόμου 257(Ι)/2004, δεν παρέχει έγκυρη νομική βάση. Ιδωμένη και ως διεκδίκηση του αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης του τάφου, δεν βρίσκει έρεισμα σε μαρτυρία ότι τέτοιο δικαίωμα συμφωνήθηκε ή αποκτήθηκε οποτεδήποτε από την αποβιώσασα ή τους Ενάγοντες και ότι υπήρξε παράβαση, εκ του ότι η σχετική πράξη εκδόθηκε επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 αντί άλλου προσώπου, για την οποία να δημιουργείται και περιουσιακή αξίωση προς όφελος της κληρονομιάς. Η πράξη με την οποία παραχωρείται το δικαίωμα χρήσης του τάφου εκδίδεται στο όνομα του αιτούντος την έκδοσή της. Ούτε κάποια παράβαση νόμου υφίσταται, ως ήταν θέση των Εναγόντων, πως, όταν υπάρχει ήδη ενταφιασμένο πρόσωπο, ο τίτλος εκδίδεται στους κληρονόμους του ενταφιασμένου ή στους διαχειριστές της περιουσίας του, που θα πρέπει να υπάρχουν και να αναζητούνται. Πέραν του ότι δεν προσβλήθηκε η πράξη παραχώρησης, ο συνήγορος των Εναγόντων δεν υποδεικνύει με την αγόρευσή της συγκεκριμένη νομική βάση για τη θέση αυτή, που κατ' επανάληψη έχει προβληθεί, και μάλιστα καλεί το Δικαστήριο, πέρα από όσα προνοεί ο Νόμος 257(Ι)/2004, να ασκήσει σύμφυτη εξουσία. Το Δικαστήριο δεν ασκεί σύμφυτη εξουσία εκεί όπου το υπό εξέταση ζήτημα ρυθμίζεται συγκεκριμένα, για να αποκλίνει από τις υφιστάμενες ρυθμίσεις. Όπως ορθά έχει αναφέρει και ο ΜΥ1, δικαίωμα χρήσης του ένδικου οικογενειακού τάφου έχουν, εκτός εάν αυτό αποκλεισθεί εγγράφως από το ίδιο, και ο Ενάγων 1 και τα τέκνα της αποβιωσάσης. Δεν φαίνεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία να τίθεται σε κίνδυνο τέτοιο δικαίωμα που να είναι σχετικό με κάποιαν αξίωση των Εναγόντων. Συνακόλουθα των όσων έχουν εξηγηθεί, η αγωγή αυτή δεν μπορεί αν έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται, με έξοδα - ακολουθώντας τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει - υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.