ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΣΠΕ) ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΡΟΥ ν. ΤΡΥΦΩΝΟΣ κ.α., Γενική Αίτηση 681/1998, 18/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 681/1998 Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 και τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 ως τροποποιήθηκε και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87, Θεσμός 79 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΣΠΕ) ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΡΟΥ Αιτήτρια και
- ΧΧΧΧ ΤΡΥΦΩΝΟΣ
- ΧΧΧΧ ΓΙΑΝΝΗ
- ΧΧΧΧ ΚΑΠΝΙΣΗΣ
- ΧΧΧΧ ΚΑΤΣΑΡΑΣ
- ΧΧΧΧ ΤΣΟΛΙΑΣ Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 23.02.2021 από την ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ημερομηνία: 18 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Γεώργιος Διογένους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η αίτηση 2: Χαρίλαος Μ. Χρυσάνθου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στη διαφορά μεταξύ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίου Ιωάννη (Αγρού) («ΣΠΕ Αγρού») και των προσώπων που κατονομάζονται ως οι Καθ' ων η αίτηση στον τίτλο, περιλαμβανομένου του Καθ' ου η αίτηση 2 ως ενός εκ των πρωτοφειλετών χρέους, την 04.02.1998, εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον όλων των Καθ' ων η αίτηση, για το ποσό των £16.203,00 (Λίρες Κύπρου), πλέον τόκος προς 9% ετησίως από την 01.01.1997 μέχρι εξόφλησης, πλέον για τα έξοδα έκδοσης της διαιτητικής απόφασης. Επιφυλάχθηκαν τα δικαιώματα που απέρρεαν από υποθήκη. Την 21.12.1998, η διαιτητική απόφαση εγγράφθηκε ως απόφαση δικαστηρίου δια της Γενικής Αίτησης 681/1998, και τα έξοδα εγγραφής της επιδικάστηκαν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης, η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής «η Αιτήτρια»), με την υπό εξέταση αίτησή της, ημερομηνίας 23.02.2021, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση αρχικά αναφορικά με όλους τους Καθ' ων η αίτηση, λόγω παρέλευσης 12 ετών από την έκδοση του διατάγματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Η αίτηση της Αιτήτριας συνοδεύεται από ένορκη δήλωση λειτουργού στις υπηρεσίες εταιρείας που διαχειρίζεται το χρέος αυτό εκ μέρους της Αιτήτριας, που αναφέρει τα πιο πάνω γεγονότα και προσκομίζει αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης και του διατάγματος εγγραφής της. Εξηγεί πώς η Αιτήτρια έχει αποκτήσει τα δικαιώματα που πηγάζουν από τη διαιτητική υπόθεση και την εγγραφή της, και αναφέρει, επίσης, πως την 14.02.2000 εκδόθηκε και διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 2 και την 18.11.2008 εκδόθηκε διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 κατόπιν άδειας εκτέλεσης που είχε δοθεί την 21.09.2007, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί η είσπραξη του χρέους. Προσκομίζει αντίγραφα των προαναφερόμενων διαταγμάτων. Ισχυρίζεται πως η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων εκτέλεσης οφείλεται σε χειρισμούς των δικηγόρων που προηγούμενα χειρίζονταν την υπόθεση και στις αλλαγές που έλαβαν χώρα στον συνεργατισμό και συνέβαλαν στην έλλειψη σαφώς οδηγιών προς τους δικηγόρους για εκτέλεση. Υπάρχει χρέος που, κατά τη θέση της, με βάση κατάσταση λογαριασμού που προσκομίζει, ανέρχεται σε €140.977,05 την 31.12.
- Σημειώνεται πως ο φάκελος της Γενικής Αίτησης 681/1998 δεν υφίσταται πλέον, λόγω της παρόδου τόσων ετών, και έγινε χρήση υποκατάστατου φακέλου για τους σκοπούς της διαδικασίας. Για τους λόγους που εξηγούνται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.03.2021, το Δικαστήριο κατέστησε την αίτηση δια κλήσεως και την όρισε για επίδοση στους Καθ' ων η αίτηση. Στο πλαίσιο της προσπάθειας επίδοσης της αίτησης, διαπιστώθηκε πως οι Καθ' ων η αίτηση 4 και 5 έχουν αποβιώσει. Διενεργήθηκε επίδοση στους Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και
- Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 υπέβαλε ένσταση. Στην ένστασή του, ο Καθ' ου η αίτηση 2, ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια δεν μπορεί να ζητά την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης που αφορά στη ΣΠΕ Αγρού, ότι δεν παρουσίασε μαρτυρία που να συνδέει όλα τα δεδομένα και να απολήγει σε δικό της δικαίωμα εκτέλεσης, και πέραν αυτού, δεν αναφέρει οποιεσδήποτε ενέργειες με σκοπό την εκτέλεση αναφορικά με τον Καθ' ου η αίτηση 2 μετά και την άδεια εκτέλεσης που είχε δοθεί την 21.09.2007, χωρίς να εξηγείται ικανοποιητικά ή επαρκώς η αδράνεια, η οποία, κατά τον Καθ' ου η αίτηση 2, επηρεάζει τα δικαιώματά του. Η Αιτήτρια, επίσης, δεν εξηγεί τι μέτρα εκτέλεσης προτίθεται να λάβει. Στην ένορκη του δήλωση, ο Καθ' ου η αίτηση 2, αναφέρει τα γεγονότα που τον οδήγησαν στην εξασφάλιση πίστωσης από την ΣΠΕ Αγρού, από το 1991, τα προβλήματα που αντιμετώπισε στην επαγγελματική του ζωή, ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 είναι η σύζυγός του, οικοκυρά, και ότι πλέον είναι συνταξιούχος. Ο δε Καθ' ου η αίτηση 3 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων την 14.02.2000 δεν λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης, ενώ ο ίδιος πλήρωσε, μέχρι την 2004, συνολικά Λ.Κ.4.500,
- Την 21.09.2007 δόθηκε άδεια εκτέλεσης, την 04.10.2011 συνελήφθη και οδηγήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές για την είσπραξη χρηματικών ποσών που σχετίζονται με την υπόθεση αυτή, όπου παρέμεινε μέχρι την 05.10.2011, όταν ο υιός του πλήρωσε το ποσό των €10.827,02 για την αποφυλάκισή του. Αναφέρει πως βρίσκεται σε άσχημη οικονομική κατάσταση και εκθέτει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πρέπει να δοθεί στην Αιτήτρια άδεια για λήψη περαιτέρω μέτρων σήμερα. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η πλευρά της Αιτήτριας, εξηγεί το δικαίωμά της στην απαίτηση της ΣΠΕ Αγρού, εκ των αλλαγών που έγιναν στον συνεργατισμό, προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία, και πως ο Καθ' ου η αίτηση 2 δεν είχε κάνει οποιοδήποτε διάβημα για τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ενώ δεν ευσταθούν οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση. Είναι η θέση της Αιτήτριας, που προβάλλει συμπληρωματικά, πως δεν υπέδειξε αδιαφορία για το χρέος, και αναφέρεται πρόσθετα σε επιστολές ημερομηνίας 22.06.2015 και 13.02.2017 και σε εγγραφή ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση
- Εξαιτίας της παράλειψης των οφειλετών να ανταποκριθούν στο χρέος, αυτό δεν εξοφλήθηκε και υπάρχει υπόλοιπο, και εάν υπάρχει οικονομική ικανότητα ή όχι μπορεί να διαφανεί μόνο μέσα από αίτηση έρευνας. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 επέμεινε στη δική του εκδοχή. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί στην αίτηση, στην ένσταση και στην επιχειρηματολογία των δικηγόρων, ακόμα κι αν δεν εκτίθεται εδώ με την ίδια λεπτομέρεια. Η Δ.40,κ.8, ως τροποποιήθηκε και από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2020, προνοεί ότι:
- Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι. Πριν από τη θέση σε ισχύ του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.1) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2020, την 09.09.2011 είχε τεθεί σε ισχύ ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποιητικός) (Αρ.1) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2011, που είχε μετατρέψει το χρονικό διάστημα εκτελεστότητας μιας δικαστικής απόφασης από τα 6 χρόνια, που ήταν ως τότε, στα 10 χρόνια. Στην προγενέστερη αγγλική διατύπωσή της η Δ.40,κ.8 αναφέρονταν σε "leave to issue execution". Η έκφραση "leave to issue execution" είναι σχετική και με τις ιστορικές καταβολές της διαδικασίας εξασφάλισης άδειας για λήψη μέτρων εκτέλεσης (to issue writs or warrants for execution to enforce), μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της δικαστικής απόφασης· περιγράφεται λεπτομερώς στη Duer v. Frazer [2001] 1 All ER
- Στην ίδια απόφαση εξηγείται η πρακτική της αντίστοιχης αγγλικής O. 46, r 2, ως περαιτέρω επεξηγείται στην Civil Procedure (White Book)[1], ότι η μαρτυρία που προσκομίζεται για την υποστήριξη τέτοιας αίτησης, θα πρέπει να αναφέρει: (α) την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, (β) το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους, (γ) το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους, (δ) τις αιτίες της καθυστέρησης, (ε) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση (π.χ. δεν μεσολάβησαν αλλαγές συμφέροντος ή άλλες)[2]. Αν και το δικαίωμα εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης δεν παραγράφεται και διακρίνεται από το δικαίωμα έγερσης αγωγής επί της απόφασης (bringing action on a judgment), όπως εξηγήθηκε και στην αγγλική νομολογία, η λογική του να υπάρχει πάντως ένα χρονικό όριο στη δυνατότητα εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης δεν απέχει από τη λογική του να υπάρχει ένα χρονικό όριο στη δυνατότητα να οδηγηθεί μια υπόθεση στο δικαστήριο. Και στις δύο περιπτώσεις ο λόγος είναι για χρονικούς περιορισμούς στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Θεμιτά υπάρχουν είτε στον νόμο είτε στους διαδικαστικούς κανονισμούς, μάλιστα με τις απαραίτητες δικλείδες που επιτρέπουν στο Δικαστήριο η εφαρμογή τους στην πράξη να μένει σε ένα πλαίσιο αναλογικότητας. Οι χρονικοί περιορισμοί δεν εξαλείφουν το ίδιο το δικαίωμα, αλλά τον αγώγιμο, στη μία περίπτωση, και τον καταναγκαστικό, στην άλλη περίπτωση, χαρακτήρα της αξίωσης. Η χορήγηση από το Δικαστήριο άδειας εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο των 12 ετών από την έκδοσή της συνιστά εξαίρεση στον θεσμικό χρονικό περιορισμό, και άρα επιστροφή στον κανόνα ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα που διασφαλίζει το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη, εν προκειμένω με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η εξήγηση που χρειάζεται για τους λόγους καθυστέρησης είναι ακριβώς εκείνος ο μηχανισμός που βοηθά το Δικαστήριο να δρασκελίσει τον χρονικό περιορισμό (12 χρόνια εν προκειμένω) και τους λόγους ύπαρξής του και να μεταβεί πίσω στον κανόνα του δικαιώματος εκτέλεσης. Η εξήγηση που θα πρέπει να δίδεται πρέπει και να καταδεικνύει ότι είναι αποδεδειγμένα δίκαιο (demonstrably just) να δοθεί άδεια εκτέλεσης. Δεν χρειάζεται να συντρέχουν εξαιρετικές ή ειδικές περιστάσεις, όπως υποδείχθηκε και στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά., Πολική Έφεση 122/2009, ημερομηνίας 07.06.2012 και στην Κτωρίδη ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 290/2010, ημερομηνίας 19.06.2014, αλλά και η πάροδος του χρόνου δεν συνιστά από μόνη της τέτοια εξήγηση. Όπως ευθέως τέθηκε στην πιο πρόσφατη Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ κ.α. ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 179/2013, ημερομηνίας 27.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:A492, δεν συνιστά δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή να εκτελέσει την απόφασή του μετά την έλευση της χρονικής περιόδου των 10 τότε και 12 σήμερα ετών. Θα πρέπει να δικαιολογείται λογικά η πάροδος του χρόνου σε συνάρτηση πάντα με τις δυνατότητες εκτέλεσης. Θα πρέπει να προκύπτει βασικά ότι δεν μπορούσε να ασκηθεί το δικαίωμα εκτέλεσης, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με ηθελημένη αδράνεια ή αμέλεια του εξ αποφάσεως πιστωτή. Είναι αυτή που πρέπει να αποκλείεται στη βάση της δικονομικής αρχής ότι ουδείς θα πρέπει να υποφέρει από την καθυστέρηση του άλλου. Επομένως, μέσα στο ίδιο πλαίσιο, λαμβάνεται υπόψη και το πώς η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης έχει ήδη επηρεάσει ή ενδέχεται να επηρεάσει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Η Κτωρίδη (ανωτέρω) χαρακτήρισε αυτή την αναγκαιότητα, να μην επηρεάζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, ως τη «λύδια λίθο». Είναι βασικά ο λόγος για τον οποίον υφίσταται θεσμοθετημένος ο χρονικός περιορισμός, η ουσία του. Αυτή που, όπως κατέδειξε με τον δικό της τρόπο η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση 47/13, ημερομηνίας 10.06.2019, θα πρέπει να αναζητείται, γιατί ο χρονικός περιορισμός δεν πρέπει να εφαρμόζεται μηχανιστικά ή τυπολατρικά· ως ο κανόνας αντί ο περιορισμός. Όσο μεγαλύτερη ή και αδικαιολόγητη είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο πιθανόν είναι να υπάρχει επηρεασμός του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Το βάρος να πείσει το Δικαστήριο ότι πρέπει να επιτραπεί η λήψη μέτρου εκτέλεσης της απόφασης μετά την πάροδο των πλέον 12 ετών από την έκδοσή της (χρονικό διάστημα που καθορίστηκε λαμβάνοντας ούτως ή άλλως υπόψη την Κυπριακή πραγματικότητα σε σχέση με τις δυνατότητες εκτέλεσης) το έχει ο αιτητής, ενώ κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων. H Duer (ανωτέρω) εφαρμόστηκε και στην Patel v. Singh [2002] EWCA Civ
- Στην Patel (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι το "demonstrably just" απαιτεί κάτι παραπάνω από το απλά δίκαιο· μια προσέγγιση που έχει περισσότερο την έννοια ότι για να αρθεί ο κανονισμός χρονικός περιορισμός (που πάντως υπάρχει και εφαρμόζεται) και να επιστρέψουμε στον κανόνα του δικαιώματος εκτέλεσης, χωρίς να καταργούμε και την ανάγκη ύπαρξης του χρονικού περιορισμού, χρειάζεται μια αποδεικτική προσπάθεια που να επιτρέπει να ζυγιστούν τα πιο πάνω αναφερόμενα δεδομένα: από τη μια, οι συνθήκες που εμπόδισαν τον πιστωτή να εκτελέσει την απόφασή του σε ένα δεδομένο χρονικό πλαίσιο, και από την άλλη, η κατάσταση του εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την καθυστέρηση. Και η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Μιχαήλ κ.ά, Πολ. Εφ. 459/2011, ημερομηνίας 17.07.2012, ερμηνεύοντας την ίδια Αγγλική νομολογία, δεν λέει κάτι διαφορετικό. Σε αυτή την άσκηση ισορροπίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται και η παράμετρος ότι συνιστά πρώτιστα υποχρέωση του εξ αποφάσεως οφειλέτη να ανταποκριθεί στο εξ αποφάσεως χρέος του και το δικαίωμα σε εκτέλεση ασκείται λόγω τέτοιας μη οικειοθελούς συμμόρφωσής του με τη δικαστική απόφαση. Όπως ούτε και η ανάγκη να διασφαλίζεται ότι οι εξ αποφάσεως οφειλέτες θα πρέπει να συμμορφώνονται οικειοθελώς με τις δικαστικές αποφάσεις και να μην αντλούν αδικαιολόγητο πλεονέκτημα εξαιτίας της τυχαίας έλευσης του χρόνου ή της αδυναμίας του πιστωτή να τους εντοπίσει ή να τους εξαναγκάσει σε συμμόρφωση με τα διαθέσιμα μέτρα εκτέλεσης. Εάν δεν είναι εύκολο να θεωρηθούν όλα τα δεδομένα, παρά το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρίζεται μονομερώς, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα να διαταχθεί η επίδοση είτε της αίτησης είτε του διατάγματος δια του οποίου ήδη επιτρέπεται η εκτέλεση, ούτως ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον καθ' ου η αίτηση να ακουστεί. Στην Patel (ανωτέρω), το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να εντοπιστεί και αναμφισβήτητα απουσίαζε στο εξωτερικό θεωρήθηκε αρκετό για να επιτραπεί κατ' έφεση η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Η οικονομική αδυναμία του εξ αποφάσεως οφειλέτη είναι επίσης σχετική, σε συνάρτηση με τη θεμελίωση της δυνατότητας εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης σήμερα (λόγου χάριν γιατί ο εξ αποφάσεως οφειλέτης απέκτησε περιουσία). Όπως προκύπτει και από την Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε107/2013, ημερομηνίας 21.02.2019 και οι προσπάθειες των εξ αποφάσεως οφειλετών να διευθετήσουν το χρέος τους. Το συνολικά δίκαιο της υπόθεσης είναι τελικά αυτό που προσεγγίζεται. Στη Lowsley v Forbes (t/a LE Design Services) [1998] 3 All ER 897, HL, είχε προστεθεί ένα άλλο δεδομένο, ότι όταν επιτρέπεται η εκτέλεση της απόφασης μετά τη χρονική περίοδο ισχύος της, δεν επιτρέπεται και η ανάκτηση τόκου εκ της απόφασης πέραν της αρχικής χρονικής περιόδου ισχύος της. Η υπόδειξη αυτή δεν είναι όμως άσχετη με την προσπάθεια της διάκρισης των "writs and warrants for execution" από τα νέα δικαστικά διαβήματα (fresh actions) που υπόκεινται σε παραγραφή, σε συνάρτηση με τη φύση του επιδικαζόμενου τόκου και τους σκοπούς που εξυπηρετεί η επιδίκασή του, που είναι η αποζημίωση από την καθυστέρηση στη συμμόρφωση με τη δικαστική απόφαση. Συνιστά δυνατότητα του δικαστηρίου που επιτρέπει την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης μετά τη χρονική περίοδο των 12 ετών να περιορίζει τον τόκο, εάν αυτό δικαιολογούν οι υπό κρίση περιστάσεις. Από όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση, δεν δημιουργείται αμφιβολία ότι υπάρχει η απόφαση/εγγραφή ημερομηνίας 21.12.1998, για το χρέος που αναφέρεται στη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 04.02.
- Αυτό δεν ήταν μόνον Λ.Κ.10.000,00, όπως κατ' επανάληψη αναφέρει ο Καθ' ου η αίτηση
- Το Δικαστήριο, σε αυτή τη διαδικασία, δεν εξετάζει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Όπως προκύπτει από τα λεγόμενα τόσο της Αιτήτριας όσο και του Καθ' ου η αίτηση 2, υφίσταται ακόμα χρέος, γιατί δεν εξοφλήθηκε. Οι πληρωμές που αναφέρει ο Καθ' ου η αίτηση 2, ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι όντως δόθηκαν για το υπό αναφορά χρέος, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να εξοφλούν τα αρχικά ποσά που επιδικάστηκαν, χωρίς τους επιπλέον τόκους (Λ.Κ.16.203,00 που αντιστοιχεί σε €27.545,10, πλέον τα έξοδα διαιτησίας και εγγραφής, Λ.Κ.20,00 που αντιστοιχεί σε €34,00 και Λ.Κ.105,00 που αντιστοιχεί σε €178,50, αντίστοιχα). Η Αιτήτρια φαίνεται πως είναι το πρόσωπο που επωφελείται σήμερα της απόφασης που εκδόθηκε με πιστώτρια τη ΣΠΕ Αγρού. Εξήγησε δηλαδή επαρκώς το δικαίωμά της αυτό. Με βάση τα δεδομένα που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια, και με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, έχοντας υπόψη το σύνολο των συνθηκών, εξηγείται η καθυστέρηση στη λήψη περαιτέρω μέτρων εκτέλεσης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 2, κατ' επέκταση στο να επιδιωχθεί άδεια για εκτέλεση μετά την πάροδο της χρονικής περιόδου εντός της οποίας η πιστώτρια μπορούσε τυπικά να εκτελέσει την προς όφελός της απόφαση αναφορικά με τον Καθ' ου η αίτηση
- Δεν πρόκειται για περίπτωση όπου η πιστώτρια δεν έδειξε κανένα απολύτως ενδιαφέρον να χρησιμοποιήσει την προς όφελός της απόφαση για να εξαναγκάσει τους Καθ' ων η αίτηση να συμμορφωθούν με αυτήν, ενώ ο Καθ' ου η αίτηση 2 γνώριζε σε κάθε χρόνο για την ύπαρξη της απόφασης αυτής, και η μη ανταπόκρισή του, όπως και ο ίδιος αναφέρει, αρκετά περιγραφικά, ήταν λόγω οικονομικών προβλημάτων του. Δεν είχε δηλαδή τη δυνατότητα να εισπράξει η πιστώτρια και δεν την χρησιμοποίησε, ηθελημένα ή εσκεμμένα, για να βλάψει τους Καθ' ων η αίτηση. Από την άλλη, η χρονική καθυστέρηση που αναμφίβολα υπήρξε, δεν θα ήταν και δίκαιο να επενεργεί εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση για σκοπούς αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς τον παραμικρό επηρεασμό της Αιτήτριας και ως να μην μεσολάβησε ο χρόνος. Η Αιτήτρια, παρατηρείται, χρέωσε σε λογαριασμό που τηρεί για το χρέος αυτό δεκάδες χιλιάδες ευρώ ως τόκους και έξοδα, περιλαμβανομένων ποσών εξόδων που δεν φαίνονται να σχετίζονται με ό,τι επιδικάστηκε, με ισχυρισμό σήμερα ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι €140.977,
- Ο Καθ' ου η αίτηση 2 αναφέρει ότι είναι πλέον ένας άνθρωπος που λαμβάνει σύνταξη, με οικονομικά προβλήματα. Λαμβάνεται υπόψη και η παράμετρος αυτή, ως απόλυτα σχετική με το ζητούμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά η οικονομική ικανότητα του Καθ' ου η αίτηση 2 μπορεί να διαπιστωθεί ευχερέστερα με διαδικασία εξέτασης· έχοντας πάντοτε υπόψη πως οι πιθανότητες να είναι επιτυχές το μέτρο ενδεχομένως να έχουν πλέον μειωθεί δραστικά, λόγω της παρόδου του χρόνου, στον βαθμό που αυτός επιδρά φυσιολογικά στην ικανότητα του Καθ' ου η αίτηση 2, σε συνάρτηση με την ηλικία του. Εξισορροπώντας τα δικαιώματα της Αιτήτριας και του Καθ' ου η αίτηση 2 στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο θα δώσει περιορισμένη άδεια εκτέλεσης αναφορικά με τον Καθ' ου η αίτηση
- Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία για να αμφισβητήσουν το αίτημα της Αιτήτριας να της δοθεί άδεια εκτέλεσης, παρόλο που τους δόθηκε η δυνατότητα αυτή. Είναι επίσης στη μαρτυρία πως η απόφαση εγγράφθηκε ήδη στο Κτηματολόγιο επί ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση 3 (ΜΕΜΟ). Ο Καθ' ου η αίτηση 2 δεν εκπροσωπεί άλλα άτομα, για να προβάλλει τον δικό τους ενδεχόμενο επηρεασμό, σε περίπτωση που δοθεί άδεια εκτέλεσης εναντίον τους. Εάν είναι οφειλέτες χωρίς οικονομική ικανότητα, μπορεί να διαπιστωθεί μέσα από σχετική διαδικασία εξέτασης. Επειδή, όμως, δεν αλλάζει το δεδομένο ότι πρόκειται για ένα χρέος πολύ παλαιό, για το οποίο δόθηκε ήδη άδεια εκτέλεσης σε προηγούμενο χρόνο, θα τεθεί ο ίδιος περιορισμός όσον αφορά τον χρόνο και τη δυνατότητα ανάκτησης και των τόκων με περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης. Η Αιτήτρια θα πρέπει να φροντίσει να ολοκληρώσει τις προσπάθειες αναγκαστικής εκτέλεσης εντός του διαθέσιμου χρόνου. Δίδεται άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 04.02.1998 που εγγράφθηκε ως δικαστική απόφαση την 21.12.1998 από την Αιτήτρια εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3, για περίοδο 3 (τριών) ετών από σήμερα, με σκοπό τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου εκτέλεσης. Η άδεια για τη λήψη περαιτέρω μέτρων εκτέλεσης αφορά μόνον στα ποσά που είχαν επιδικαστεί με την απόφαση ημερομηνίας 04.02.1998 και την εγγραφή της ημερομηνίας 21.12.1998, χωρίς οποιουσδήποτε τόκους. Το χρέος που δεν μπορεί να ανακτηθεί με μέτρα εκτέλεσης (π.χ. τόκοι), δεν σημαίνει πως παύει να είναι οφειλόμενο και ότι δεν μπορεί να ανακτηθεί διαφορετικά (π.χ. εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου). Λόγω της φύσης της διαδικασίας, δεν θα επιβαρυνθεί οποιοσδήποτε εκ των Καθ' ων η αίτηση με έξοδα του αιτήματος αυτού της Αιτήτριας, να της δοθεί εκ νέου η δυνατότητα εκτέλεσης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Κάθε πλευρά τα έξοδά της. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Έκδοση Οκτωβρίου 1999, σημ. 46.2.
- [2] Βλ. και Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου, Πολιτική Έφεση 11/2013, ημερομηνίας 01.06.2018, ECLI:CY:AD:2018:A264 και Σταυρινίδη ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 367/2012, ημερομηνίας 17.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:A
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο