CAC CORAL LIMITED ν. ΝΙΚΗΤΑ κ.α., Αγωγή αρ. 5285/2012, 29/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5285/2012 CAC CORAL LIMITED Ενάγουσα v.
- XXXX ΝΙΚΗΤΑ
- XXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Γ. Αντωνίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τον Εναγόμενο 1: Κ. Βλαδιμήρου (κα) για Σούλα Ιακωβίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Εναγόμενη 2: αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα και επίδικα θέματα Την αγωγή κίνησε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ («η Τράπεζα») και συνέχισε η CAC Coral Limited («η Ενάγουσα») βάσει ειδοποίησης υποκατάστασης που καταχωρίστηκε την 29.01.2019, δυνάμει του άρθρου 18 § 4 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015, που δεν προσβλήθηκε. Η Ενάγουσα, με την αγωγή της, ισχυρίζεται πως η Τράπεζα, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ασκούσε τραπεζικές εργασίες, με βάση συμφωνία ημερομηνίας 19.12.2006, συμφώνησε να παραχωρήσει στον Εναγόμενο 1 όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, ύψους £5.000,00 (Λίρες Κύπρου) που αντιστοιχεί σε €8.543,01, υπό τους όρους που περιλήφθηκαν στη γραπτή συμφωνία ορίου. Περαιτέρω, με νέα συμφωνία ημερομηνίας 27.11.2008, συμφώνησε να παραχωρήσει στον Εναγόμενο 1 και δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €10.000,00, το οποίο θα αποπληρώνονταν με 48 μηνιαίες δόσεις εκ €250,36, από την 01.01.2009 και ακολούθως την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης, υπό τους όρους που περιλήφθηκαν στη γραπτή συμφωνία δανείου. Η Εναγόμενη 2, σε αντάλλαγμα της χορήγησης των προαναφερόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον Εναγόμενο 1, με συμφωνίες ημερομηνιών 19.12.2006 και 27.11.2008, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 που απορρέουν από τις πιστωτικές συμφωνίες, μέχρι £7.500,00 που αντιστοιχεί σε €12.814,51 για το όριο, και μέχρι €10.000,00 για το δάνειο, πλέον τους τόκους και τα έξοδα της Τράπεζας. Περαιτέρω, ως αντάλλαγμα για τη χορήγηση των δύο πιστωτικών διευκολύνσεων, συμφωνήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 η παραχώρηση της υποθήκης ΥXXXX/06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού επί του ακινήτου τους με αριθμό εγγραφής XXXX, Φ./Σχ.XXXX, Τεμ.XXXX στον XXXX, στην Επαρχία Λεμεσού, για ποσό εγγραφής CHF435.000,00 (Ελβετικά Φράγκα) πλέον τόκους. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως, παρότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο 1 και έγινε χρήση τους, υπήρξε υπέρβαση του ορίου και καθυστέρηση στην πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων του δανείου. Με επιστολές ημερομηνίας 24.02.2012 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, η Τράπεζα κάλεσε σε εξόφληση των ληξιπρόθεσμων ποσών και ομαλοποίηση των λογαριασμών. Δεν υπήρξε ανταπόκριση, οπότε με νέες επιστολές ημερομηνιών 20.06.2012 και 11.07.2012, η Τράπεζα τερμάτισε τις δύο συμφωνίες, και απαίτησε την εξόφληση όλων των χρεωστικών υπολοίπων, ενημερώνοντας τους Εναγόμενους 1 και 2 ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών θα φέρουν τόκο 14%. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ανταποκρίθηκαν και η Ενάγουσα αξιώνει το σύνολο των χρεωστικών υπολοίπων των δύο λογαριασμών, που κατά τη θέση της είναι €12.234,64, πλέον τόκο προς 14% ετησίως επί του ποσού των €9.783,43 από την 11.07.2012 και επί του ποσού των €2.451,18 από την 20.06.2012 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, πλέον τα έξοδα, πλέον διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο Εναγόμενος 1 δεν αρνείται τη σύναψη των πιστωτικών συμφωνιών. Ισχυρίζεται, όμως, πως είναι άκυρες ή ακυρώσιμες, γιατί περιέχουν όρους που αντίκεινται στον νόμο ή συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες και γιατί εξαναγκάστηκε στη σύναψή τους, ως προς την οποία δεν είχε την ελεύθερη βούληση, και για την οποία η Τράπεζα είχε παραβεί τα καθήκοντά της έναντί του, ως πελάτη της, μη ενημερώνοντάς τον πλήρως, ενώ δεν του επέτρεψε και να διαπραγματευτεί το περιεχόμενο των συμφωνιών, που ήταν κυρίως προδιατυπωμένο. Ο Εναγόμενος 1 αναφέρεται στους όρους για τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών χωρίς προειδοποίηση, το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του επιτοκίου ή άλλης μεταβολής του περιεχομένου των συμφωνιών μονομερώς, τη δυνατότητα χρέωσης τόκου υπερημερίας, προμήθειας, τραπεζικών δικαιωμάτων και άλλων χρεώσεων, και τη δυνατότητα κεφαλαιοποίησης. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται την παραχώρηση των εξασφαλίσεων της προσωπικής εγγύησης της Εναγόμενης 2 και της υποθήκης, και ισχυρίζεται πως τα κατ' ισχυρισμό έγγραφα των εξασφαλίσεων είναι άκυρα γιατί ήταν χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς ελεύθερη βούληση και χωρίς προειδοποίηση σε σχέση με τις συνέπειες της υπογραφής τους, περιέχουν όρους ετεροβαρείς και επαχθείς που είναι αντίθετοι με τα συναλλακτικά ήθη και δεν ήταν το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης, ενώ, άνευ βλάβης των προαναφερόμενων, πρόκειται για υπερβολικές εγγυήσεις. Ειδικότερα όσον αφορά την υποθήκη, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως εκείνη η υποθήκη σε ξένο νόμισμα δεν αφορά στις δύο επίδικες πιστωτικές συμφωνίες και, σε κάθε περίπτωση, πέραν του ότι σε όλες τις συμφωνίες με την Τράπεζα υπήρξε κακή μεταχείριση του Εναγόμενου 1, για την παραχώρηση της υποθήκης υπήρξαν ψευδείς παραστάσεις ή διαβεβαιώσεις από μέρους της Τράπεζας, στις οποίες οι λειτουργοί της Τράπεζας προέβησαν εν γνώσει τους ότι ήταν ψευδείς, όπως το ότι οι συναλλαγές σε ξένο νόμισμα είναι η καλύτερη και η πιο συμφέρουσα επιλογή, με ελάχιστο έως ανύπαρκτο κίνδυνο γιατί το Ελβετικό φράγκο αποτελούσε ανέκαθεν σταθερό νόμισμα, δίδοντας μια επιλογή χαμηλού κόστους, και αποκρύπτοντας τον κίνδυνο που σχετίζεται με την αλλαγή στην ισοτιμία σε σχέση με το ευρώ. Σε κάθε περίπτωση, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως το έγγραφο της υποθήκης που αναφέρει η Ενάγουσα δεν ενσωματώθηκε στη σύμβαση υποθήκης. Παράλληλα, ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι υπήρξαν ληξιπρόθεσμες δόσεις ή καθυστερήσεις ή μη ικανοποιητική λειτουργία των λογαριασμών του και ότι έλαβε οποιαδήποτε εκ των επιστολών που αναφέρει η Ενάγουσα, αμφισβητεί τα απαιτούμενα χρεωστικά υπόλοιπα και ισχυρίζεται πως αυτά περιέχουν παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις τόκων και εξόδων και κεφαλαιοποιήσεις, για τις οποίες δεν είχε ενημερωθεί. Ο Εναγόμενος 1 βάσει των υπερασπίσεών του ζητά την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας και ανταπαιτεί αναγνωριστική απόφαση και διάταγμα ακύρωσης των επίδικων συμφωνιών ή ορισμένων εκ των όρων τους, αναγνωριστική απόφαση ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα είναι αποτέλεσμα παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων, αποζημιώσεις λόγω οικονομικού εξαναγκασμού αλλά και λόγω ζημιάς που υπέστη, εξαιτίας της προσθήκης των στοιχείων του στο σύστημα «Άρτεμις». Η Εναγόμενη 2, με το δικό της δικόγραφο, αρνείται την ιδιότητα της Τράπεζας, ότι συνάφθηκαν οι συμφωνίες που αναφέρει και ότι η ίδια παραχώρησε προσωπικές εγγυήσεις ή υποθήκη ή ότι εστάλησαν και παραλήφθηκαν οι επιστολές που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Απορρίπτει την απαίτηση της Ενάγουσας στο σύνολό της, ενώ διαζευκτικά ισχυρίζεται πως τα χρεωστικά υπόλοιπα περιέχουν παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις. Η Ενάγουσα, με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1, αλλά και με απαντητικό της δικόγραφο στην υπεράσπιση της Εναγόμενης 2, αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων 1 και 2, και επαναλαμβάνει τη δική της εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Οι επίδικες συμφωνίες, είναι η θέση της, υπογράφθηκαν με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων, κατόπιν αιτημάτων των Εναγόμενων, και είναι έγκυρες, αντίγραφα δόθηκαν σε όλους, και υπάρχει και κώλυμα λόγω συμπεριφοράς ή και των εγγράφων αυτών να προβάλλονται οι υπερασπίσεις που έχουν προβληθεί. Ως προς την υποθήκη, η Ενάγουσα ισχυρίζεται θετικά πως είχε παραχωρηθεί και ως εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών συμφωνιών. Η Ενάγουσα θεωρεί ότι τηρούσε τους λογαριασμούς με βάση τις συμφωνίες και δεν παρανόμησε όσον αφορά οποιαδήποτε χρέωση, και ότι δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή της. Επίδικα θέματα, εκ των δικογράφων, είναι η ιδιότητα της Τράπεζας (αμφισβήτηση από Εναγόμενη 2) και εάν συνάφθηκαν οι πιστωτικές συμφωνίες που δικογραφεί η Ενάγουσα και την υπογραφή των οποίων παραδέχεται μεν ο Εναγόμενος 1 αλλά όχι η Εναγόμενη 2· εάν συνάφθηκαν, κατά πόσον υπάρχει ελάττωμα εκ των όσων αναφέρει ο Εναγόμενος 1 που δημιουργεί ακυρότητα ή ακυρωσία. Έπειτα, κατά πόσο συνάφθηκαν καθόλου, έγκυρα και δεσμευτικά οι συμφωνίες εγγύησης και υποθήκευσης που δικογραφεί η Ενάγουσα, αλλά αρνούνται αμφότεροι οι Εναγόμενοι 1 και 2· εάν συνάφθηκαν έγκυρα και δεσμευτικά, κατά πόσον εξασφαλίζουν και τις επίδικες πιστωτικές συμφωνίες ή όχι. Επίδικο θέμα είναι και το κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 παράβηκε κάποιες συμβατικές του υποχρεώσεις, εάν αυτές ήθελαν αποδειχθεί έγκυρα αναληφθείσες, που δίδουν δικαίωμα στις αξιώσεις της Ενάγουσας, και το ύψος των χρεωστικών υπολοίπων που αξιώνει. Είναι επίδικο θέμα και κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 υπέστη οποιαδήποτε ζημιά εξαιτίας αντισυμβατικής ή παράνομης πράξης της Τράπεζας στο πλαίσιο της συμβατικής τους σχέσης, για την οποία να δικαιούται σε αποζημιώσεις, ως αξιώνει. Διαδικασία Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από την κυρία XXXX (ΜΕ1), την κυρία XXXX (ΜΕ2) και την κυρία XXXX (ΜΕ3), οι οποίες αντεξέταστηκαν από τους Εναγόμενους 1 και
- Για την απόδειξη της υπεράσπισης και της ανταπαίτησής του, ο Εναγόμενος 1 παρείχε ο ίδιος μαρτυρία (ΜΥ1), ενώ προσκόμισε και μαρτυρία του κυρίου XXXX (ΜΥ2)· σε αντεξέτασή τους προέβη η πλευρά της Ενάγουσας, ενώ δικαίωμα αντεξέτασης δόθηκε και στην Εναγόμενη 2 (που δεν ασκήθηκε). Η Εναγόμενη 2 προσέφερε και η ίδια τη μαρτυρία της (ΜΥ3), σε αντεξέτασή της προέβη η πλευρά της Ενάγουσας, ενώ δικαίωμα αντεξέτασης δόθηκε και στην πλευρά του Εναγόμενου 1 (που δεν ασκήθηκε). Η Ενάγουσα δεν χρειάστηκε να προσφέρει περαιτέρω μαρτυρία για σκοπούς υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, όπως εξελίχθηκε η διαδικασία στη βάση της μαρτυρίας της πλευράς των Εναγόμενων. Οι μάρτυρες προσκόμισαν έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη από συνολικά 52 τεκμήρια. Για την προφορική μαρτυρία τηρήθηκαν πρακτικά. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται στον φάκελο της δικογραφίας. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του τα επίδικα θέματα, τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, και την επιχειρηματολογία που εκτέθηκε δια των αγορεύσεων, ακόμα και εάν δεν προβαίνει σε αναφορά στο περιεχόμενό τους με όλη τη λεπτομέρειά του. Για τους σκοπούς της υπόθεσης αυτής, είναι σκόπιμο να γίνει πρώτα αναφορά στις νομικές πτυχές και μετά στη μαρτυρία. Νομικές πτυχές Σε υποθέσεις αυτής της φύσης, η Ενάγουσα φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τη σύναψη των επίδικων πιστωτικών συμφωνιών, τους όρους τους, την παραβίαση συγκεκριμένων συμβατικών όρων από τους εναγόμενους, τον επακόλουθο τερματισμό, και το οφειλόμενο υπόλοιπο[1]· επίσης, τη σύναψη και το περιεχόμενο των συμφωνιών εξασφαλίσεων. Υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνονταν[2]. Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός εάν τα μέρη της συμφωνίας εγγύησης καταστήσουν αναγκαία την παροχή, ειδοποίησης από το πιστωτή στον εγγυητή για την ανάκτησή του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση, η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησής του[3]. Με τούτη την προσέγγιση, και η επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος αγωγής συνιστά από μόνη εκδήλωση της πρόθεση τερματισμού των συμβάσεων και ειδοποίηση απαίτησης πληρωμής[4]. Σήμερα, ισχύει ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος 112(Ι)/2021 που ενοποιεί εκσυγχρονιστικά προηγούμενους νόμους, περιλαμβανομένου του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/1996, προς συνεχή εναρμόνιση, μεταξύ άλλων, με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Σύμφωνα με το άρθρο 75 του Νόμου 112(Ι)/2021, οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον Νόμο 112(Ι)/2021, εφαρμόζονται αναφορικά και με συμβάσεις οι οποίες συνάφθηκαν ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (12.05.2021), εκτός εάν συνάφθηκαν πριν και από την έναρξη της ισχύος των καταργηθέντων νόμων. Οι επίδικες πιστωτικές συμφωνίες συνάφθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου 93(Ι)/1996, μεταξύ εμπορευόμενου (της Τράπεζας) και του Εναγόμενου 1 που τις συμβλήθηκε ως καταναλωτής (δεν υπάρχουν δεδομένα ότι πρόκειται για συμφωνίες που σχετίζονταν με την επαγγελματική του δραστηριότητα), και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου 112(Ι)/
- Σύμφωνα με τον Νόμο 112(Ι)/2021, η εκτίμηση σε σχέση με τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ή το ανάλογο ή μη μεταξύ του τιμήματος ή και της αμοιβής των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Αποτελεί υποχρέωση του εμπορευόμενου να διασφαλίσει ότι οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο, ενώ σε περίπτωση αμφιβολίας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. «Καταχρηστική ρήτρα» είναι κάθε ρήτρα που, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα, εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή, και ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή. Το Παράρτημα IV του νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν καταχρηστικές. Σε αυτό τον κατάλογο, περιλαμβάνονται ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα να επιβάλλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα ψηλή αποζημίωση, να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, ενώ η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, καθώς και να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμα παρασχεθεί από αυτόν στην περίπτωση που τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος ο εμπορευόμενος, να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να καταγγέλλει χωρίς εύλογη προειδοποίηση σύμβαση αόριστης διάρκειας, εκτός αν συντρέχει σοβαρός λόγος, να συνάγουν αμετάκλητα την εκ μέρους του καταναλωτή αποδοχή ρητρών τις οποίες δεν είχε καμία πραγματική δυνατότητα να γνωρίζει πριν συνάψει τη σύμβαση, να επιτρέπουν στον εμπορευόμενο να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση, να επιτρέπουν σε πιστωτικό ίδρυμα να απαιτεί μονομερώς άμεση εξόφληση πιστωτικής διευκόλυνσης χωρίς οποιεσδήποτε συγκεκριμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή σε οποιαδήποτε νομοθεσία (εξαιρούνται όλες οι συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης που προνοούν όρια υπερανάληψης, αφού δοθεί προειδοποίηση τριάντα 30 ημερών), να επιφέρουν χρεώσεις επιπρόσθετες των επιτοκιακών χρεώσεων ή και άλλες χρεώσεις συναφείς με τη λειτουργία της πιστωτικής διευκόλυνσης και οι οποίες προνοούν την ένταξη των εν λόγω χρεώσεων στη δόση αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης (σε περίπτωση που οι εν λόγω χρεώσεις προβλέπονται στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης επιβαρύνουν τον οφειλέτη και καθίστανται πληρωτέες κατά τη χρέωση, και σε περίπτωση που η ως άνω χρέωση δεν καταβάλλεται κατά τη χρέωση από τον οφειλέτη, το πιστωτικό ίδρυμα χρεώνει το λογαριασμό της πιστωτικής διευκόλυνσης ή άλλο λογαριασμό του οφειλέτη και επιβάλλεται σε αυτή χρεωστικό επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο της πιστωτικής διευκόλυνσης), κ.λπ.. Σύμφωνα και με το άρθρο 50, ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διατάξεις «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται και κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Η κύρια συνέπεια που έχει η κήρυξη μιας ρήτρας ως καταχρηστικής είναι ότι αυτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Κατά τα λοιπά, η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δεν μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Το Δικαστήριο ελέγχει και αυτεπάγγελτα εάν μια ρήτρα είναι καταχρηστική[5]. Μια ρήτρα είναι σαφής και διαφανής, άρα μη καταχρηστική, όχι μόνον εάν είναι διατυπωμένη με γραμματικά κατανοητό τρόπο, αλλά όταν εκθέτει με διαφανή τρόπο την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού στον οποίο παραπέμπει ή και σχετικά με άλλες ρήτρες, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει ο καταναλωτής τις απορρέουσες για τον ίδιο οικονομικές συνέπειες, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, περιλαμβανομένων της διαφήμισης ή της πληροφόρησης στην οποία προβαίνει ο πιστωτής κατά τη διαπραγμάτευση, και του επιπέδου προσοχής που αναμένεται από τον μέσο καταναλωτή που λαμβάνει συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος[6]. Εάν η Τράπεζα γνωστοποίησε στον καταναλωτή επαρκή στοιχεία για να λάβει γνώση του περιεχομένου και της λειτουργίας της ρήτρας που επιβάλλει καταβολή συγκεκριμένων εξόδων και τον ρόλο της στο πλαίσιο της σύμβασης, και ο καταναλωτής είχε επίγνωση των λόγων που δικαιολογούν την αμοιβή που αντιστοιχεί στα σχετικά έξοδα, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει το συνολικό κόστος της σύμβασης, εξετάζεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα. Όσον αφορά την ατομική διαπραγμάτευση, δεν αρκεί πριν από την υπογραφή της σύμβασης η σημείωση ή υπογραφή ότι είχε κατανοήσει μια ρήτρα, για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ρήτρα αυτή αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ότι ο καταναλωτής μπόρεσε πράγματι να επηρεάσει το περιεχόμενό της[7]. Θεωρείται πάντοτε ότι μια ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της. Εάν ο εμπορευόμενος ισχυρίζεται ότι για μια τυποποιημένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, φέρει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού αυτού. Η ακριβής τιμή του επιτοκίου που είναι κυμαινόμενο δεν μπορεί να καθοριστεί σε μία πιστωτική συμφωνία για όλη τη διάρκεια ισχύος της. Επομένως, δεν μπορεί να απαιτείται από την Τράπεζα η παροχή επακριβών πληροφοριών σχετικά με τις οικονομικές συνέπειες που συνδέονται με τις διακυμάνσεις του επιτοκίου κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καθόσον οι διακυμάνσεις αυτές εξαρτώνται από μελλοντικά γεγονότα μη προβλέψιμα και ανεξάρτητα από τη βούληση της Τράπεζας. Η εφαρμογή κυμαινόμενου επιτοκίου συνεπάγεται μακροπρόθεσμα, ως εκ της φύσης της, διακύμανση, λόγου χάριν των ποσών των μελλοντικών δόσεων δανείου, οπότε η Τράπεζα δεν μπορεί να είναι σε θέση να διευκρινίσει τις ακριβείς συνέπειες της εφαρμογής σχετικής ρήτρας επιτοκίου στις δόσεις αυτές. Εντούτοις, παρά το ότι η Τράπεζα δεν μπορεί να ευθύνεται για παράλειψη ενημέρωσης του καταναλωτή για μελλοντικά γεγονότα, η παροχή πληροφοριών σχετικά με την παρελθούσα εξέλιξη του δείκτη βάσει του οποίου υπολογίζεται το εφαρμοστέο επιτόκιο συνιστά ιδιαιτέρως κρίσιμο στοιχείο[8]. Το νομικό πλαίσιο που ισχύει σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες δεν φτάνει στο σημείο να καταστήσει υποχρεωτικό για τους καταναλωτές και υπέρ τους το σύστημα προστασίας από τη χρήση καταχρηστικών ρητρών. Όταν ο καταναλωτής προτιμά να μην επικαλεστεί αυτό το σύστημα προστασίας, αυτό δεν εφαρμόζεται[9]. Το δικαίωμα του καταναλωτή σε αποτελεσματική δικαστική προστασία εμπεριέχει και τη δυνατότητα να μην επικαλεστεί τα δικαιώματά του. Λαμβάνεται υπόψη η εκφρασμένη βούληση του καταναλωτή όταν, αν και γνωρίζει ότι πρόκειται για μη δεσμευτική καταχρηστική ρήτρα, αντιτίθεται στη μη εφαρμογή της, δίδοντας ελεύθερη και εγνωσμένη συναίνεση σε αυτήν[10]. Δεν εμποδίζονται τα συμβαλλόμενα μέρη να άρουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας με τροποποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, η παραίτηση του καταναλωτή από το δικαίωμά του να επικαλεστεί τον καταχρηστικό χαρακτήρα απορρέει από την ελεύθερη και εγνωσμένη συναίνεσή του και, αφετέρου, η νέα τροποποιητική ρήτρα δεν είναι η ίδια καταχρηστική. Όταν μια ρήτρα κρίνεται ως καταχρηστική, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα επαναφοράς του στην κατάσταση που θα βρίσκονταν εάν αυτή η ρήτρα ουδέποτε υπήρχε στη συμφωνία[11]. Πρέπει να υπάρχει διάκριση ανάμεσα στις συμβατικές ρήτρες που αφορούν στον καθορισμό τόκου υπερημερίας και τις ρήτρες που καθορίζουν άλλο συμβατικό τόκο. Γιατί οι συμβατικοί τόκοι επιτελούν τη (σημαντική) λειτουργία του ανταλλάγματος για τη διάθεση του χρηματικού ποσού από τον πιστωτή μέχρι την επιστροφή του. Οι τόκοι υπερημερίας δυνατόν να αποσκοπούν στην επιβολή κυρώσεων λόγω μη εκπλήρωσης από τον οφειλέτη της υποχρέωσής του να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου εντός των προβλεπόμενων από τη σύμβαση προθεσμιών ή αντίστοιχα να διατηρεί το χρεωστικό υπόλοιπό του εντός συμφωνημένου ορίου, στην αποτροπή του οφειλέτη αυτού από το να καταστεί υπερήμερος στην εκτέλεση των υποχρεώσεών του, καθώς και, ενδεχομένως, στην αποζημίωση του πιστωτή για τη ζημία που υπέστη λόγω της υπερημερίας. Η ακύρωση ρήτρας περί καθορισμού του επιτοκίου υπερημερίας ως καταχρηστικής (όπως κι αν επιβάλλεται το επιτόκιο υπερημερίας, ως προσαύξηση του συμβατικού επιτοκίου ή ως ξεχωριστή χρέωση) δεν συνεπάγεται μη εφαρμογή της ρήτρας περί του καθορισμού του συμβατικού επιτοκίου[12]. Δεν αποκλείεται, η σώρευση συμβατικών τόκων και τόκων υπερημερίας να παρέχει στην Τράπεζα δυνατότητα να επιτύχει κάτι περισσότερο από την αποκατάσταση της προκληθείσας σε αυτήν ζημιάς, πλεονέκτημα που μπορεί να την παρακινεί στην εύκολη λύση των πιστωτικών συμβάσεων[13], περίπτωση στην οποία χρειάζεται ανάλογη προσοχή. Όπως προαναφέρθηκε, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Στην έννοια του «κύριου αντικειμένου της σύμβασης» εμπίπτουν οι ρήτρες με τις οποίες καθορίζονται οι ουσιώδεις παροχές της οικείας σύμβασης οι οποίες, ως τέτοιες, χαρακτηρίζουν τη σύμβαση. Οι ρήτρες που έχουν «παρεπόμενο χαρακτήρα» σε σχέση με εκείνες που καθορίζουν αυτή καθαυτή την ουσία της συμβατικής σχέσης δεν εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια[14]. Για την εκτίμηση ως προς το εάν μια ρήτρα άπτεται του κύριου αντικειμένου της σύμβασης, αν συνιστά ουσιώδες στοιχείο της κύριας σύμβασης, λαμβάνονται υπόψη η φύση, η όλη οικονομία και τα όσα ορίζουν οι διατάξεις της οικείας σύμβασης, καθώς και το νομικό και πραγματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η σύμβαση. Το «κύριο αντικείμενο» και «τίμημα», δεν μπορεί να καθοριστεί βάσει της έννοιας του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή[15]. Το εύρος των συμβατικών ρητρών που δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας, επειδή αφορούν αποκλειστικά το ανάλογο ή μη μεταξύ του τιμήματος ή της αμοιβής και των υπηρεσιών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα ερμηνεύεται στενά επειδή δεν υπάρχει κάποιος δείκτης ή νομικό κριτήριο δυνάμενο να πλαισιώσει και να κατευθύνει τον έλεγχο περί ανάλογου χαρακτήρα. Είναι δυνατόν οι καταναλωτές να αγνοούν τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας, περιλαμβανομένης σε πιστωτική συμφωνία, ή να μην αντιλαμβάνονται την έκταση των δικαιωμάτων τους[16]. Το να υπόκειται σε παραγραφή η άσκηση αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας, δεν απαγορεύεται, υπό την προϋπόθεση ότι το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής καθώς και η διάρκειά της δεν καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος του καταναλωτή να ζητήσει θεραπεία, περιλαμβανομένης της επιστροφής τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Δεν είναι επιτρεπτό να επιβαρύνεται ο καταναλωτής με μέρος των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το ύψος των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που του επιστρέφονται κατόπιν της αναγνώρισης της ακυρότητας συμβατικής ρήτρας λόγω καταχρηστικού χαρακτήρα, εάν αυτή η επιβάρυνση συνιστά σημαντικό εμπόδιο ικανό να αποτρέψει τους καταναλωτές από το να ασκήσουν το δικαίωμα σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών. Μαρτυρία Το Δικαστήριο ακούει μόνο την μαρτυρία που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και ό,τι καλείται να αποφασίσει. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποίαν μπορεί να βασιστεί, για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[17], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[18]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή την σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στην ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Η ΜΕ1, επικεφαλής της υποδιεύθυνσης οριστικών καθυστερήσεων της Τράπεζας, κατέθεσε γραπτή δήλωση για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής της[19] (Έγγραφο Α). Κατά την κυρίως εξέτασή της, αναφέρθηκε εισαγωγικά στη μεταβίβαση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες στην Ενάγουσα, κατέθεσε τα Τεκμήρια 1, 2 και 3, και εξήγησε πως υπάρχει συμφωνία υπηρεσιών μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας σχετικά με τις πιστώσεις και τις εξασφαλίσεις που, ενώ μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα, είναι και επίδικες· υπηρεσίες που παρέχονται από το τμήμα στο οποίο εργάζεται, εξ ου και παρέχει η ίδια μαρτυρία προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας, εφόσον γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, λόγω του χειρισμού της από τη στιγμή που μεταφέρθηκε στις οριστικές καθυστερήσεις και μέχρι σήμερα, από τα έγγραφα που φακέλου που έχει στην κατοχή της και περιέχουν τις επίδικες συμφωνίες και από το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας στο οποίο τηρούνται οι επίδικοι λογαριασμοί. Η Τράπεζα, όπως εξήγησε, σε όλο τον ουσιώδη χρόνο, ήταν και είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, κάτοχος άδειας τραπεζικών εργασιών, και η Ενάγουσα είναι επίσης εγγεγραμμένη στην Κύπρο ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, κάτοχος άδειας λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων. Η μάρτυρας προσκόμισε σχετικά έγγραφα που σημειώθηκαν μαζί ως Τεκμήριο
- Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην ύπαρξη και τους όρους της συμφωνίας ορίου ημερομηνίας 19.12.2006, την οποία προσκόμισε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Θεωρώντας το Τεκμήριο 5, είναι πιστωτική συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού που ρυθμίζονταν από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001 (τότε). Στον εισαγωγικό πίνακα πληροφοριών, αναφέρεται το ποσό της παραχωρηθείσας πίστωσης Λ.Κ.5.000,00 και το Συνολικό Ετήσιο Ποσοστό Επιβάρυνσης 8,42% και υπάρχει έντονη σημείωση: «μπορείτε να αποδεσμευθείτε από τη συμφωνία αυτή οποτεδήποτε μέσα σε δέκα
(10)ημέρες από τη λήψη της συμφωνίας αυτής ή του αντιγράφου της». Υπάρχουν υπογραφές εκ μέρους της Τράπεζας, δύο λειτουργών της, καθώς και του Εναγόμενου 1, που αναφέρεται ως «ο πελάτης». Ακολουθεί το έγγραφο της συμφωνίας, το οποίο υπογράφεται από τα ίδια πρόσωπα, ενώπιον δύο κατονομαζόμενων μαρτύρων, και στο οποίο περιέχονται οι όροι της συμφωνίας σε 19 παραγράφους. Σε σχέση με τα επίδικα θέματα, στην παράγραφο 2 της συμφωνίας, προβλέπεται ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο της πίστωσης θα επιβαρύνεται με το βασικό επιτόκιο προς 4,50% και με πρόσθετο επιτόκιο 3,75%, συνολικά με 8,25% ετησίως επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων που θα καταλογίζεται ή θα πληρώνεται την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, εκτός εάν υπάρξει άλλη γνωστοποίηση. Θα χρεώνεται και με τραπεζικά δικαιώματα που δεν προσδιορίζονται στο κείμενο, και με οποιαδήποτε άλλα έξοδα ή δικαιώματα ή φόρους ή επιβαρύνσεις θα αποφασίζει η Τράπεζα μετά από ενημέρωση του Εναγόμενου
- Στην ίδια παράγραφο, προβλέπεται ανατοκισμός σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία, και το δικαίωμα της Τράπεζας να καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του και τυχόν αλλαγές, ειδοποιώντας σχετικά γραπτώς τον Εναγόμενο 1 ή ανακοινώνοντας σχετικά στον ημερήσιο τύπο. Για τον υπολογισμό του τόκου, γίνεται χρήση εμπορικού έτους με 365 ημέρες, ενώ προβλέπεται πως ο τοκισμός είναι και επί των εξόδων που χρεώνονται στον λογαριασμό. Όπως εξηγείται στην παράγραφο 3, επειδή η πίστωση είναι αόριστης χρονικής διάρκειας, η Τράπεζα μπορεί να την ανακαλεί με γραπτή ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο 1 σύμφωνα με την παράγραφο 5, που ρυθμίζει την περίπτωση μη ικανοποιητικής χρήσης του τρεχούμενου λογαριασμού από τον Εναγόμενο
- Στην ίδια παράγραφο 3, προβλέπεται πως ο Εναγόμενος 1 πρέπει να προβαίνει σε ικανοποιητική χρήση και λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού, όπου, εάν είναι ικανοποιητική ή όχι, είναι κάτι που κρίνει η Τράπεζα, όχι ο ίδιος. Η χρήση του λογαριασμού γίνεται είτε με αποδείξεις λήψης χρημάτων απευθείας από τον Εναγόμενο 1 ή με επιταγές σε διαταγή που εκδίδονται από τον Εναγόμενο 1 επί της Τράπεζας ή με γραπτή εντολή του για πληρωμή τρίτων ή με οποιοδήποτε έγγραφο που κατά την κρίση της Τράπεζας περιέχει εντολή ή εξουσιοδότηση στην Τράπεζα να πληρώνει οποιαδήποτε ποσά σε τρίτους για λογαριασμό του Εναγόμενου
- Για κάθε πράξη ή ενέργεια της Τράπεζας, όπως προβλέπεται στην ίδια παράγραφο, θα χρεώνονται έξοδα, σύμφωνα με τον πίνακα χρεώσεων που ισχύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας, όπως τα έξοδα αυτά θα μεταβάλλονται κατά καιρούς κατά την κρίση της Τράπεζας και η γνωστοποίηση προς τον Εναγόμενο 1 για τέτοιες μεταβολές θα είναι είτε δια της κατάστασης λογαριασμού είτε με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο. Όπως προβλέπει η παράγραφος 4, που είναι επίσης σχετική με τα επίδικα θέματα, ο Εναγόμενος 1 δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το όριο και η υπέρβασή του δίδει το δικαίωμα (όχι την υποχρέωση) στην Τράπεζα να ανακαλέσει την πίστωση για μη ικανοποιητική χρήση σύμφωνα με την παράγραφο 5 και να κλείσει τον λογαριασμό. Τέτοια υπέρβαση, δίδει στην Τράπεζα το δικαίωμα χρέωσης και πρόσθετης επιβάρυνσης 5,00% ετησίως, ενώ σε περίπτωση μεταβολής των επιβαρύνσεων λόγω υπέρβασης πέραν των τριών συνεχών μηνών, η ενημέρωση για τις μεταβολές είναι όπως σε κάθε περίπτωση είτε δια της κατάστασης λογαριασμού είτε με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 της συμφωνίας, σε περίπτωση μη ικανοποιητικής χρήσης, λειτουργίας και κίνησης του τρεχούμενου λογαριασμού ή παράβασης της ή υπέρβασης του ορίου ή ακόμα και εάν η Τράπεζα θεωρήσει επισφαλή την πίστωση, μπορεί, με γραπτή ειδοποίησή της προς τον Εναγόμενο 1, να του γνωστοποιήσει ότι, εάν μέσα σε 10 ημέρες δεν προβεί σε ικανοποιητική χρήση και λειτουργία ή δεν άρει τις παραβάσεις ή την υπέρβαση, τότε αυτόματα, με τη λήξη των 10 ημερών, θα θεωρήσει ότι ανακλήθηκε η πίστωση και όλο το υπόλοιπο ποσό της μαζί με το κόστος πίστωσης και την πρόσθετη επιβάρυνση και τις χρεώσεις του πίνακα θα είναι αμέσως πληρωτέα και απαιτητά. Αντίστοιχα, ο Εναγόμενος 1, όπως προβλέπει η παράγραφος 6 της συμφωνίας, δικαιούται και ο ίδιος, σε οποιονδήποτε χρόνο, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από τη συμφωνία (να εξοφλήσει) και να επιδώσει γραπτή ειδοποίηση τερματισμού της πίστωσης προς την Τράπεζα, που η Τράπεζα υποχρεούται να την δεχθεί. Σχετικές με τα επίδικα θέματα είναι και άλλες παράγραφοι της συμφωνίας, όπως οι παράγραφοι 11, 12, 14, 15, 17 και
- Στην παράγραφο 14, ο Εναγόμενος 1 δηλώνει πως έλαβε κατά την υπογραφή της συμφωνίας αντίγραφό της υπογεγραμμένο και γνωρίζει πως μπορεί να υπαναχωρήσει εντός 10 ημερών. Στην παράγραφο 15, προβλέπεται η υποχρέωση του Εναγόμενου 1, προς εξασφάλιση της αποπληρωμής και εξόφλησης του ποσού και του κόστους της πίστωσης να παραχωρήσει ή να φροντίσει να παραχωρηθούν στην Τράπεζα οι εξασφαλίσεις που περιγράφονται στο Παράρτημα Α που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Στην παράγραφο 17, προβλέπεται πως η συμφωνία δεσμεύει τον Εναγόμενο 1 και σε περίπτωση που επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή στη νομική υπόσταση της Τράπεζας ή συγχωνευθεί ή το ενεργητικό της εκχωρηθεί ή άλλως πώς. Είναι το περιεχόμενο της παραγράφου 18 της συμφωνίας πως κάθε ειδοποίηση/κοινοποίηση δυνάμει της συμφωνίας μπορεί να αποστέλλεται με συστημένη επιστολή ή να επιδίδεται στον Εναγόμενο 1 δια χειρός, με χρήση της διεύθυνσης που δήλωσε στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Στο Τεκμήριο 5 περιέχονται και τα δύο αναπόσπαστα μέρη της συμφωνίας στα οποία παραπέμπει το κείμενό της, ο Πίνακας Χρεώσεων τρεχούμενων λογαριασμών και το Παράρτημα Α στο οποίο αναφέρονται οι εξασφαλίσεις. Στο Παράρτημα Α, υπάρχει ο ίδιος τίτλος πιστωτικής συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού και αναφέρονται ως εξασφαλίσεις η εγγραφή υπέρ της Τράπεζας πρώτης υποθήκης για ποσό CHF435.000,00 επί του ½ μεριδίου ακινήτου στο XXXX με αριθμό εγγραφής XXXX, Φ./Σχ.XXXX, Τμήμα 0, Τεμάχιο XXXX στα ονόματα των Εναγόμενων 1 και 2 και η προσωπική εγγύηση της Εναγόμενης
- Σημειώνεται ότι οι εξασφαλίσεις αυτές θα συνασφαλίζουν στεγαστικό δάνειο και προσωπικό δάνειο του Εναγόμενου 1 για Λ.Κ.115.000,00 και Λ.Κ.15.000,00 αντίστοιχα (ισόποσα σε CHF). Το Παράρτημα Α φέρει υπογραφές των δύο προαναφερόμενων προσώπων εκ μέρους της Τράπεζας, ενώ σε αυτό φέρονται υπογραφές του Εναγόμενου 1 και της Εναγόμενης
- Η ΜΕ1 ανέφερε επίσης πως για την υπογραφή του Τεκμηρίου 5 είχε δοθεί στον Εναγόμενο 1 και επιστολή ημερομηνίας 19.12.2006, γραπτής επιβεβαίωσής της, που προσκόμισε και σημειώνεται ως Τεκμήριο 6, στην οποία αναφέρονται οι βασικοί όροι της, σχετικά με το ποσό της πίστωσης, τον τοκισμό και τη χρέωση εξόδων, το δικαίωμα και τον τρόπο μεταβολής τους, τον τρόπο χρήσης του λογαριασμού και τη δυνατότητα ανάκλησης της πίστωσης σε περίπτωση μη ικανοποιητικής χρήσης, τον τρόπο ανάκλησης και τη δυνατότητα χρήσης της διαδικασίας ανάκλησης και χρέωσης πρόσθετων επιβαρύνσεων σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου, καθώς και το δικαίωμα του Εναγόμενου 1 να εξοφλήσει και να λύσει τη συμφωνία οποτεδήποτε επιθυμεί ή να υπαναχωρήσει σε 10 ημέρες από τη λήψη της. Η ΜΕ1 αναφέρθηκε, επίσης, στη συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης, που, σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, υπέγραψε η Εναγόμενη 2 προς εξασφάλιση της αποπληρωμής και της εξόφλησης της πίστωσης του τρεχούμενου λογαριασμού, την 19.12.2006, που προσκόμισε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 7 φέρει υπογραφή των λειτουργών της Τράπεζας και της Εναγόμενης 2 και περιέχει 15 όρους. Μεταξύ αυτών, αναφέρεται πως η συμφωνία εγγύησης συνιστά αντάλλαγμα για την αποδοχή από την Τράπεζα της παραχώρησης πιστωτικής διευκόλυνσης προς τον Εναγόμενο
- Δι' αυτής, η Εναγόμενη 2 φέρεται να εγγυήθηκε τον Εναγόμενο 1 προς την Τράπεζα και να ανέλαβε αλληλέγγυα και προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς την Τράπεζα, καθώς και να πληρώσει, σε πρώτη ζήτηση της Τράπεζας, οποιοδήποτε υπόλοιπο δυνάμει της πιστωτικής συμφωνίας καταστεί πληρωτέο, περιλαμβανομένου του κόστους πίστωσης και οποιωνδήποτε εξόδων, δικαιωμάτων ή επιβαρύνσεων καταστούν οφειλόμενα και απαιτητά, δηλώνοντας δέσμευσή της από τους όρους της πιστωτικής συμφωνίας. Η εγγύηση συμφωνήθηκε ως μια συνεχής ασφάλεια προς την Τράπεζα και πρόσθετη οποιωνδήποτε άλλων εξασφαλίσεων, χωρίς βλάβη του δικαιώματος της Τράπεζας να διαφοροποιεί τυχόν άλλες εξασφαλίσεις, και τηρουμένης οποιασδήποτε νόμιμης υποχρέωσής της να ενημερώνει την εγγυήτρια. Με ίδια επιφύλαξη υπέρ του νόμου, ειδικότερα του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001 (ως ίσχυε) και του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/2003, η συμφωνία προβλέπει το δικαίωμα της Τράπεζας να τερματίζει την πιστωτική συμφωνία ή να δίδει πίστωση χρόνου στον πρωτοφειλέτη ή άλλες διευκολύνσεις ή να προβαίνει σε τροποποιήσεις ή διευθετήσεις, χωρίς επηρεασμό της εγγυητικής ευθύνης. Με την παράγραφο 9, φαίνεται να συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, πως, με εξαίρεση τυχόν λάθη ή παραλείψεις, πιστοποιητικό που εκδίδεται από την Τράπεζα και δείχνει τα ποσά που οφείλονται στην Τράπεζα κατά την ημέρα της έκδοσής του, συνιστά εκ πρώτης όψεως μαρτυρία της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής. Η υποχρέωση της εγγυήτριας για πληρωμή, ως προβλέπεται στην παράγραφο 10, αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνει γραπτή ζήτηση από την Τράπεζα για τον σκοπό αυτό με ειδοποίηση που παραδίδεται δια χειρός στην εγγυήτρια ή αποστέλλεται με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή της διεύθυνση. Στην παράγραφο 11, προβλέπεται πως παραπέρα και επιπρόσθετα, η εγγυήτρια αναλαμβάνει την υποχρέωση κάλυψης και αποζημίωσης της Τράπεζας πλήρως μέχρι του ποσού των Λ.Κ.7.500,00, πλέον τόκους, προμήθειες, δικαιώματα, επιβαρύνσεις και έξοδα όπως καθορίζονται στο Παράρτημα, για οποιαδήποτε απώλεια ή ζημιά ήθελε υποστεί η Τράπεζα ως συνέπεια της παράλειψης τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων και πληρωμής των οφειλόμενων ποσών. Στην παράγραφο 13, προβλέπεται η δεσμευτικότητα του εγγράφου, ασχέτως διαφορών ή μεταβολών στη νομική υπόσταση της Τράπεζας λόγω συγχώνευσης ή εκχώρησης ή άλλως πώς. Μετά τους όρους, υπάρχει ενυπόγραφη δήλωση της εγγυήτριας «δηλώνω/ουμε ότι πριν από την υπογραφή της πιο πάνω Εγγυήσεως, μου/μας επιδόθηκαν αυτοπροσώπως και έλαβα/ελάβαμε γνώση του περιεχομένου της Επιστολής προς Προτιθέμενο Εγγυητή και της Γραπτής Δήλωσης Προτιθέμενου Πρωτοφειλέτη». Στο έγγραφο εγγύησης, υπάρχει συνημμένο Παράρτημα, όπου προβλέπεται πως οι χρεώσεις στις οποίες υπόκειται το ποσό της εγγύησης, ο τόκος, πλέον τραπεζικά δικαιώματα και οποιαδήποτε άλλα έξοδα ή δικαιώματα αποφασίζονται κατά καιρούς. Προβλέπεται το δικαίωμα μεταβολής και ο τρόπος υπολογισμού του τόκου. Η ΜΕ1 προσκόμισε στο Δικαστήριο και επιστολή προς την Εναγόμενη 2, ημερομηνίας 19.12.2006, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 8, στην οποία αναφέρονται η εγκριθείσα διευκόλυνση ορίου, το ύψος και η αόριστη χρονική διάρκεια με δικαίωμα ανάκλησης, ο τοκισμός της διευκόλυνσης και ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, τα έξοδα και ο τόκος υπερημερίας, καθώς και το δικαίωμα μεταβολής και το όριο της εγγυητικής ευθύνης. Υπάρχει στο τέλος του Τεκμηρίου 8 ενυπόγραφη δήλωση της εγγυήτριας ότι παρέλαβε αυτοπροσώπως την επιστολή αυτή μαζί με τη γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη. Εκτός από το όριο, όπως ανέφερε η ΜΕ1, η Τράπεζα χορήγησε στον Εναγόμενο 1 δάνειο, βάσει συμφωνίας δανείου που υπογράφθηκε την 27.11.2008, για ποσό ύψους €10.000,00, στον λογαριασμό δανείου με αριθμό XXXX. Προσκόμισε τη συμφωνία δανείου, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 9, και ανέφερε τους ουσιώδεις όρους της. Θεωρώντας το Τεκμήριο 9, είναι πιστωτική συμφωνία που διέπεται επίσης από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001 (τότε). Στο εξώφυλλο της συμφωνίας, υπάρχει συνοπτικός πίνακας που αναφέρει τους ουσιώδεις όρους της συμφωνίας, το ποσό της πίστωσης (€10.000,00), την περίοδο της συμφωνίας (48 μήνες), τον αριθμό των δόσεων αποπληρωμής
(48), το ποσό της κάθε δόσης (€250,36), το συνολικό πληρωτέο ποσό (€12.117,28), το κόστος πίστωσης (€2.117,28) και το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης (10,31%), ενώ υπάρχει σημείωση με κεφαλαία γράμματα «μπορείτε να αποδεσμευθείτε από τη συμφωνία αυτή οποτεδήποτε μέσα σε δέκα
(10)ημέρες από τη λήψη της συμφωνίας αυτής ή του αντιγράφου της», υπάρχουν υπογραφές των ίδιων λειτουργών της Τράπεζας και του Εναγόμενου 1 και οι όροι της συμφωνίας περιέχονται σε 17 παραγράφους. Μεταξύ αυτών, προβλέπεται ότι το δάνειο θα χρεώνονταν με τόκο, που θα αποτελούνταν από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, που κατά τον χρόνο της συμφωνίας ήταν 5,75% ετησίως, πλέον πρόσθετο επιτόκιο 3,75% ετησίως, που έδιδαν σύνολο χρεωστικού τόκου 9,50% ετησίως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, με τραπεζικά δικαιώματα (€100,00), και με οποιαδήποτε άλλα έξοδα ή δικαιώματα και επιβαρύνσεις αποφασίζοντας από την Τράπεζα, με προηγούμενη ενημέρωση του Εναγόμενου 1, που προσδιορίζεται στη συμφωνία ως «ο πελάτης». Προβλέπεται δικαίωμα ανατοκισμού στο πλαίσιο της νομοθεσίας και μεταβολής των επιτοκίων και των εξόδων, με ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο 1 ή με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο. Αναφέρεται ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, με χρήση ως διαιρέτη του εμπορικού έτους με 365 ημέρες. Το δάνειο θα πληρώνονταν με 48 μηνιαίες δόσεις των €250,36 η κάθε μία, αρχίζοντας από την 01.01.2009 και ούτω καθεξής, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα. Ο Εναγόμενος 1, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3(β), είχε το δικαίωμα, σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από τη λήψη της πίστωσης, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από τη συμφωνία, με επίδοση γραπτής ειδοποίησης τερματισμού, να εξοφλήσει το χρέος και το ανάλογο κόστος πίστωσης και να αποδεσμευτεί από τη συμφωνία. Αντίστοιχα, με βάση την παράγραφο 4, σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία που θα ήταν πληρωτέα, η Τράπεζα θα μπορούσε να αποστείλει γραπτή ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο 1, γνωστοποιώντας του ότι, σε περίπτωση που εντός 10 ημερών από την ειδοποίηση δεν αρθεί η παράβαση ή δεν καταβληθούν οι καθυστερημένες δόσεις, αυτόματα, με τη λήξη των 10 ημερών, ολόκληρο το ποσό της πίστωσης μαζί με το κόστος πίστωσης θα είναι άμεσα πληρωτέα και απαιτητά. Τότε σε περίπτωση εξόφλησης, η Τράπεζα θα προέβαινε σε ανάλογη μείωση του κόστους πίστωσης. Στην παράγραφο 4(β), προβλέπεται το δικαίωμα χρέωσης πρόσθετης επιβάρυνσης 5% ετησίως, ή ως καθορίζεται κατά καιρούς, επί των καθυστερήσεων. Επιπλέον, εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει καθυστέρηση για περίοδο 40 ημερών, το ποσό και το κόστος πίστωσης θα χρεώνονται κάθε μήνα με €15,00 και για περίοδο ίση ή μεγαλύτερη των 70 ημερών με €35,00, μέχρι εξόφλησης. Στην παράγραφο 10, προβλέπεται η επιβάρυνση του Εναγόμενου 1 με όλα τα έξοδα της Τράπεζας συνεπεία ή σε εκτέλεση της συμφωνίας δανείου (π.χ. έξοδα χαρτοσήμανσης), και η δυνατότητα χρέωσής τους σε οποιονδήποτε λογαριασμό του Εναγόμενου
- Στην παράγραφο 12, περιέχονται δηλώσεις του Εναγόμενου 1, ότι του παραδόθηκε από την Τράπεζα αντίγραφο της συμφωνίας, και ότι έλαβε γνώση του δικαιώματός του να υπαναχωρήσει εντός των 10 ημερών. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 13, στο Παράρτημα, αναφέρονται οι εξασφαλίσεις που ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να παραχωρήσει ή να φροντίσει να παραχωρηθούν, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας. Η συμφωνία, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 15, θα δεσμεύει ασχέτως των μεταβολών που δυνατόν να επέλθουν στη νομική υπόσταση της Τράπεζας λόγω συγχώνευσης ή εκχώρησης ή άλλως πώς. Κάθε ειδοποίηση ή κοινοποίηση δυνάμει της συμφωνίας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 16, μπορεί να αποστέλλεται στον Εναγόμενο 1 με συστημένη επιστολή ή να επιδίδεται σε αυτόν δια χειρός στη διεύθυνση που δήλωσε ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Στο Παράρτημα των εξασφαλίσεων, αναφέρεται η προσωπική εγγύηση της Εναγόμενης 1 και η υφιστάμενη υποθήκη ΥXXXX/06, υπάρχουν υπογραφές των λειτουργών της Τράπεζας και του Εναγόμενου
- Όπως εξήγησε η ΜΕ1, η Εναγόμενη 2, με συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης ημερομηνίας 27.11.2008, σε αντάλλαγμα της δανειοδότησης του Εναγόμενου 1, εγγυήθηκε τον Εναγόμενο 1 και ανέλαβε να πληρώσει κάθε οφειλόμενο ποσό μέχρι €10.000,00 πλέον τόκους και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα. Προσκόμισε τη συμφωνία εγγύησης, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 10 φέρεται ως συμφωνία, υπογεγραμμένη από τους λειτουργούς της Τράπεζας και την Εναγόμενη
- Αναφέρεται πως υπογράφεται ως αντάλλαγμα της παραχώρησης προς τον Εναγόμενο 1 της πιστωτικής διευκόλυνσης, και δι' αυτής η Εναγόμενη 2 εγγυάται τον Εναγόμενο 1 και αναλαμβάνει αλληλέγγυα και προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις του δυνάμει της πιστωτικής συμφωνίας και σε πρώτη ζήτηση της Τράπεζας να πληρώσει οποιοδήποτε υπόλοιπο δυνάμει της πιστωτικής συμφωνίας που είναι πληρωτέο, περιλαμβανομένου και του κόστους πίστωσης και οποιωνδήποτε εξόδων, δηλώνοντας δέσμευση προς τους όρους της πιστωτικής συμφωνίας. Η συμφωνία εγγύησης προβλέπεται ως συνεχής εγγύηση και πρόσθετη εξασφάλιση, την οποία δεν επηρεάζουν τυχόν διαφοροποιήσεις των εξασφαλίσεων ή τροποποιήσεις αναφορικά με την πιστωτική συμφωνία, με επιφύλαξη υπέρ του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001 (τότε) ή του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/
- Με βάση τον όρο της παραγράφου 9, η υποχρέωση της εγγυήτριας αρχίζει από τη στιγμή της γραπτής ζήτησης από την Τράπεζα για τον σκοπό αυτό, με ειδοποίηση που θα παραδοθεί δια χειρός στην εγγυήτρια ή θα αποσταλεί με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση που έχει δηλώσει ή στην τελευταία γνωστή της διεύθυνση. Όπως προβλέπεται στην παράγραφο 10, παραπέρα και επιπρόσθετα, η εγγυήτρια συμφωνεί και αναλαμβάνει την υποχρέωση να κρατά αποζημιούμενη την Τράπεζα μέχρι €10.000,00 για οποιαδήποτε απώλεια ή ζημιά συνεπεία συμβατικής παράλειψης ή παράλειψης πληρωμής, πλέον οι τόκοι και τα έξοδα. Το Τεκμήριο 10 περιέχει ενυπόγραφη δήλωση της εγγυήτριας «δηλώνω ότι πριν την υπογραφή της πιο πάνω Εγγυήσεως, μου/μας επιδόθηκαν αυτοπροσώπως και έλαβα/ελάβαμε γνώση του περιεχομένου της Επιστολής προς Προτιθέμενο Εγγυητή και της Γραπτής Δήλωσης Προτιθέμενου Πρωτοφειλέτη». Στο ενυπόγραφο Παράρτημα του Τεκμηρίου 10 αναφέρονται λεπτομέρειες σχετικά με τον τοκισμό και τα έξοδα. H ME1 προσκόμισε και την επιστολή ημερομηνίας 27.11.2008 προς την προτιθέμενη εγγυήτρια, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 11 αναφέρονται οι πληροφορίες σε σχέση με το δάνειο, το ύψος του, τη διάρκεια, τον τοκισμό και την αποπληρωμή του, και στο τέλος υπάρχει ενυπόγραφη δήλωση της εγγυήτριας «παρέλαβα αυτοπροσώπως την παρούσα επιστολή της Τράπεζας μαζί με τη γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη/προτιθέμενου πρωτοφειλέτη». Η ΜΕ1 ανέφερε πως, δυνάμει Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου με αριθμό ΥXXXX/2006 και εγγράφου υποθήκης, αμφότερα ημερομηνίας 19.12.2006, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ως αντάλλαγμα της συμφωνίας της Τράπεζας να παρέχει ή να συνεχίσει να παρέχει στον Εναγόμενο 1 πιστωτικές διευκολύνσεις, υποθήκευσαν το όλο μερίδιο στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXX, Φ./Σχ.XXXX, Τεμάχιο XXXX, στον XXXX, στην Επαρχία Λεμεσού. Προσκόμισε το αντίγραφο της δήλωσης και της σύμβασης υποθήκευσης, εξηγώντας ότι το πρωτότυπο χρησιμοποιήθηκε για άλλη δικαστική διαδικασία, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 12 συνιστά δήλωση υποθήκευσης (Τύπος Ν.271), ημερομηνίας 19.12.2006, υπό τους όρους εγγράφου στο οποίο γίνεται παραπομπή στη δήλωση, με αριθμό ΥXXXX/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, αναφορικά με το προαναφερόμενο ακίνητο, για την καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του ποσού CHF435.000,00 πλέον τόκους και έξοδα (ποσό εγγραφής). Περιλαμβάνεται σε αυτό, το έγγραφο υποθήκης ιδίας ημερομηνίας. Τα έγγραφα υποθήκευσης υπογράφονται από τον Εναγόμενο 1 προσωπικά και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 2 δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. Σύμφωνα τους όρους του εγγράφου υποθήκης, η υποθήκη συνιστά πρόσθετη και παραπέρα εξασφάλιση για κάθε υποχρέωση των ενυπόθηκων οφειλετών αυτήν προς την Τράπεζα, υφιστάμενη ή μελλοντική, ως συνοφειλέτες ή εγγυητές, σε οποιοδήποτε νόμισμα, και παραμένει έγκυρη και ισχυρή μέχρι να εξοφληθούν όλες οι οφειλές τους προς την Τράπεζα, η οποία δικαιούται να προβεί στην απαίτηση του ποσού εγγραφής πλέον τους τόκους ως θα έχουν προκύψει και κεφαλαιοποιηθεί σύμφωνα με τον όρο 10, που προβλέπει πως το χρεωστικό υπόλοιπο της οφειλής θα χρεώνεται με τόκο προς κυμαινόμενο επιτόκιο 6-μηνών Libor πλέον 3,00% περιθώριο, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, και με 5,00% επί των ληξιπρόθεσμων ποσών των δόσεων, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης και μεταβολών. Όπως ανέφερε η ΜΕ1, λόγω παράβασης των όρων των συμφωνιών ορίου και δανείου, υπέρβασης του ορίου και ύπαρξης καθυστερήσεων στο δάνειο, και μη ικανοποιητικής λειτουργίας των λογαριασμών, η Τράπεζα, με επιστολές της ημερομηνίας 24.05.2012 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, ενημέρωσε ότι, εάν εντός 10 ημερών δεν αίρονταν οι παραβάσεις, οι συμφωνίες ορίου και δανείου θα ανακαλούνταν. Η μάρτυρας προσκόμισε αντίγραφα των επιστολών ημερομηνίας 24.05.2012, που σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Στην επιστολή ημερομηνίας 24.05.2012 αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό, γίνεται αναφορά πως δεν γίνεται ικανοποιητική χρήση του και η Τράπεζα θεωρεί πως η παραχώρηση της πίστωσης κατέστη επισφαλής αλλά και υπάρχει υπέρβαση του ορίου κατά €477,
- Στην επιστολή ημερομηνίας 24.05.2012 αναφορικά με το δάνειο, γίνεται αναφορά σε δύο καθυστερημένες δόσεις συνολικού ύψους €500,
- Σε αμφότερες τις επιστολές γίνεται αναφορά πως, ως αποτέλεσμα, εκτός του κόστους πίστωσης, το ποσό της υπέρβασης και αντίστοιχα της καθυστέρησης χρεώνεται με 5,00% ως προβλέπεται στις συμφωνίες. Εάν μέσα σε 10 ημέρες δεν αρθεί η παράβαση ή η επιφύλαξη της Τράπεζας, αυτόματα με τη λήξη των 10 ημερών η κάθε πίστωση θα ανακληθεί, ενώ η Τράπεζα θα λάβει δικαστικά μέτρα εάν εντός 21 ημερών δεν υπάρξει εξόφληση. Λόγω μη ανταπόκρισης των Εναγόμενων 1 και 2 στις επιστολές ημερομηνίας 24.05.2012, η Τράπεζα έστειλε στους Εναγόμενους 1 και 2 επιστολές με ημερομηνίες 20.06.2012 και 11.07.2012, με τις οποίες τερμάτισε τις συμφωνίες δανείου και ορίου, και ζήτησε την εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων, με την προειδοποίηση της χρέωσης αυξημένου επιτοκίου 14%. Η μάρτυρας προσκόμισε αντίγραφα των επιστολών αυτών, που σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Στην επιστολή ημερομηνίας 11.07.2012 αναφορικά με το όριο, και στην επιστολή ημερομηνίας 20.06.2021 αναφορικά με το δάνειο γίνεται αναφορά σε βασικό επιτόκιο 6,25% και πρόσθετο 7,75% που έδιδαν σύνολο χρεωστικού τόκου 14% και σε χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού €9.783,46 και χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού δανείου €2.451,18, καθώς και ότι αυτά μεταφέρονται σε λογαριασμούς οριστικών καθυστερήσεων με νέους αριθμούς XXXX για το όριο και XXXX για το δάνειο. Γίνεται σαφής αναφορά σε τερματισμό των συμφωνιών. Γίνεται απαίτηση πληρωμής προς την εγγυήτρια για το όριο και το δάνειο. Η ΜΕ1 προσκόμισε επίσης καταστάσεις λογαριασμού, συνοδευόμενες από πιστοποιητικά[20]. Η δέσμη των καταστάσεων των τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 15) ξεκινά με μηδενικό υπόλοιπο και καταχωρίσεις από την 19.12.2006 και καταλήγει σε χρεωστικό υπόλοιπο €9.783,46 την 11.07.2012, που γίνεται πίστωση με χρέωση του λογαριασμού XXXX. Η δέσμη των καταστάσεων του λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 16) ξεκινά με μηδενικό υπόλοιπο και καταχωρίσεις από την 27.11.2008 και καταλήγει σε χρεωστικό υπόλοιπο €2.451,18 την 20.06.2012, που γίνεται πίστωση με χρέωση του λογαριασμού XXXX. Όπως ανέφερε η ΜΕ1, λόγω της αλλαγής του μηχανογραφικού συστήματος της Τράπεζας, οι λογαριασμοί καθυστερήσεων άλλαξαν αριθμούς, έτσι ο λογαριασμός καθυστερήσεων για το όριο XXXX έλαβε αριθμό PDPDXXXX και ο λογαριασμός καθυστερήσεων για το δάνειο XXXX έλαβε αριθμό PDPDXXXX. Οι δύο λογαριασμοί και οι εξασφαλίσεις τους μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα (Τεκμήριο 19). Η μάρτυρας ανέφερε πως οι χρεώσεις στους λογαριασμούς είναι νόμιμες και ορθές και ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε είχε επικοινωνήσει με την Τράπεζα για να διαμαρτυρηθεί για οποιοδήποτε θέμα, παρόλο που λάμβανε ανελλιπώς καταστάσεις λογαριασμών, δια των οποίων ενημερώνονταν για την κίνηση των λογαριασμών του. Το οφειλόμενο, με βάση τη συμφωνία ορίου, είναι, κατά τη μάρτυρα, €9.783,46 πλέον 14% ετησίως από την 11.07.2012, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως. Προσκόμισε, η μάρτυρας, πίνακα μεταβολών επιτοκίων για τον τρεχούμενο λογαριασμό με δέσμη δημοσιεύσεων και επιστολών σε σχέση με τις μεταβολές, που σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 17, για τις μεταβολές στο βασικό επιτόκιο (21.12.2007, 22.04.2008, 01.07.2008, 04.07.2008, 02.04.2012) έγιναν δημοσιεύσεις στον τύπο και για τις μεταβολές στο περιθώριο (01.07.2011, 09.01.2012) στάλθηκαν επιστολές στον Εναγόμενο 1, στην Τ.Θ.XXXX. Η πορεία του συνολικού επιτοκίου ήταν ανοδική, ώστε, ενώ η συμφωνία συνάφθηκε την 19.12.2006 με συνολικό επιτόκιο 8,25% ετησίως, την 02.04.2012 ανήλθε σε 11,00% ετησίως. Το ποσοστό επιβάρυνσης μειώθηκε από το 5,00% στο 3,00% την 01.07.2012, εξ ου και κατά τον τερματισμό απαιτήθηκε τόκος 14,00% ετησίως. Το οφειλόμενο με βάση τη συμφωνία δανείου, κατά τη μάρτυρα, είναι €2.451,18 πλέον τόκοι προς 14,00% ετησίως από την 20.06.2012, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως. Προσκόμισε, η μάρτυρας, και πίνακα μεταβολών επιτοκίου αναφορικά με το δάνειο (Τεκμήριο 18) από τον οποίο φαίνεται πως υπήρξε μόνο μία μεταβολή, την 02.04.2012, του βασικού επιτοκίου, από το 5,75% στο 6,25%, για την οποία έγινε δημοσίευση στον τύπο (ίδια που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 17). Το ποσοστό επιβάρυνσης έμεινε στο 5,00%, ώστε κατά τον τερματισμό, την 20.06.2012, το βασικό επιτόκιο ήταν 6,25%, το περιθώριο ήταν 3,75% και το ποσοστό επιβάρυνσης 5,00%, δίδοντας σύνολο τόκου 14,00%. Μετά τον τερματισμό των δύο πιστωτικών συμφωνιών, όπως αναφέρει η ΜΕ1, δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή, και εξακολουθούν σήμερα να οφείλονται τα ποσά που έχει εξηγήσει. Περαιτέρω, η μάρτυρας προσκόμισε και Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών, έκδοση Ιουνίου 2008 (Τεκμήριο 20Α) και Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών, έκδοση Ιανουαρίου 2009 (Τεκμήριο 20Β), έγγραφα στα οποία φαίνονται τα έξοδα της Τράπεζας κατά τους χρόνους ισχύος τους. Η μαρτυρία της ΜΕ1 βασίζεται σε έγγραφα, περιλαμβανομένων των συμφωνιών που φέρουν τις υπογραφές των Εναγόμενων 1 και 2, η αυθεντικότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε είτε προδικαστικά, κατά την αποκάλυψη, είτε κατά την κατάθεση. Κατά την εκτεταμένη αντεξέταση της ΜΕ1, έγινε προσπάθεια να τύχει αμφισβήτησης η γνώση της ΜΕ1 σε σχέση με την υπόθεση, ωστόσο η μάρτυρας αυτή ουδέποτε ανέφερε πως δίδει μαρτυρία υπό την ατομική της ιδιότητα, σε σχέση με γεγονότα που βίωσε και γνωρίζει εξ ιδίων. Ανέφερε πως δίδει μαρτυρία καθηκόντως, υπό τη θέση που κατέχει στο νομικό πρόσωπο της Τράπεζας, που εξακολουθεί να διαχειρίζεται τις επίδικες διευκολύνσεις για λογαριασμό της Ενάγουσας, εξήγησε και από πού αντλεί τη γνώση της για την υπόθεση, και όσα ανέφερε στη μαρτυρία της συνάδουν με τα έγγραφα που κατέχει και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Όσον αφορά τη συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας, η οποία της ζητήθηκε κατά την αντεξέταση, προσκομίστηκε το Τεκμήριο 23, ενώ το δεδομένο είναι πως οι πιστωτικές διευκολύνσεις είχαν παραχωρηθεί από την Τράπεζα, η οποία είχε αρχικά κινήσει και την αγωγή, επομένως θεωρώ άστοχη την προσπάθεια να διαφανεί ότι η ΜΕ1 δεν είναι «αρμόδιο πρόσωπο» για να καταθέσει, όπως της υποβλήθηκε. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να μην δεχθεί τη μαρτυρία της ΜΕ1 ως σχετική. Έντονη ήταν η προσπάθεια των Εναγόμενων 1 και 2 να αμφισβητήσουν την ορθότητα της ταχυδρομικής διεύθυνσης που κατείχε η Τράπεζα και της οποίας έκανε χρήση. Τούτο γιατί στα Τεκμήρια 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12 αναγράφεται ως διεύθυνση των Εναγόμενων 1 και 2 η διεύθυνση «ΧΧΧΧφ 1, XXXX, XXXX», στις επιστολές των Τεκμηρίων 13 και 14 αναφέρεται η διεύθυνση «ΧΧΧΧρ 1, ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ», για την ενδιάμεση γραπτή επικοινωνία της Τράπεζας με τον Εναγόμενο 1, για ενημερώσεις και καταστάσεις λογαριασμών, γίνονταν χρήση της Τ.Θ. ΧΧΧΧ. Οι ως ένα βαθμό αντικρουόμενες υποβολές που δέχθηκε η μάρτυρας ήταν ότι ο Εναγόμενος 1 είχε δηλώσει πως άλλαξε διεύθυνση (Τεκμήριο 21), πως ουδέποτε διέμενε στη διεύθυνση «ΧΧΧΧφ 1» ή «ΧΧΧΧρ 1», πως η διεύθυνση «ΧΧΧΧρ 1» δεν υπάρχει στον ταχυδρομικό χάρτη, παράλληλα και πως ο τερματισμός ήταν πρόωρος και δεν ισχύει. Η ΜΕ1, διαφωνώντας με τις υποβολές αυτές, εξήγησε, με σταθερότητα, πως η Τ.Θ. ΧΧΧΧ χρησιμοποιούνταν για την αλληλογραφία και, όπως γνωρίζει, ήταν η ταχυδρομική θυρίδα του λογιστικού γραφείου του Εναγόμενου
- Η διεύθυνση διαμονής που δηλώθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 στην Τράπεζα ήταν αυτή που αναγράφθηκε στα έγγραφα των συμφωνιών, που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, και που υπάρχει στον ταχυδρομικό χάρτη (Τεκμήριο 28), και ουδέποτε οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν ενημερώσει την Τράπεζα για κάποιαν αλλαγή. Ήταν έγγραφα, οι συμφωνίες, που είχαν παραδοθεί δια χειρός στους Εναγόμενους 1 και 2, όπως υπογράφουν και σχετικές δηλώσεις παραλαβής τους επί αυτών, άρα δεν τίθεται θέμα να μην έλαβαν γνώση των συμφωνιών. Οι προειδοποιητικές επιστολές και επιστολές τερματισμού στάλθηκαν στη διεύθυνση των Εναγόμενων 1 και 2 η οποία λόγω τυπογραφικού λάθους αναγράφθηκε στις επιστολές ως «ΧΧΧΧρ 1», δηλαδή το «ΧΧΧΧφ» αναγράφθηκε ως «ΧΧΧΧρ», αλλά η θέση της ΜΕ1 ήταν ότι η αποστολή τους έγινε πράγματι, έγινε με βάση τις συμφωνίες, και οι επιστολές, που όσον αφορά τις επιστολές του Τεκμηρίου 13 στάλθηκαν και με απλό ταχυδρομείο και με συστημένη αποστολή, παραλήφθηκαν. Στο Τεκμήριο 28 περιέχεται κατάσταση αλληλογραφίας με αποδείξεις συστημένης αποστολής. Εν τέλει, η υποβολή της Εναγόμενης 2 ήταν ότι η Τράπεζα γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν διέμενε στη «ΧΧΧΧφ» και δεν θα λάμβανε γνώση. Η μάρτυρας απάντησε πως δεν έγινε κάποια αλλαγή διεύθυνσης και έλαβε γνώση ότι είχε προβλήματα στη σχέση του με την Εναγόμενη 2 τον Ιούλιο του 2012, από μια ένορκη δήλωση σε άλλη αγωγή. Το ίδιο και όσον αφορά την Εναγόμενη 2, δεν είχε γίνει κάποια αλλαγή διεύθυνσης. Η μάρτυρας διαφώνησε με τις υποβολές ότι η αποστολή ειδοποιήσεων με απλό ταχυδρομείο είναι αντισυμβατική. Η ΜΕ1 επίσης απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις και υποβολές σε σχέση με τους όρους των επίδικων συμφωνιών και τις χρεώσεις τόκων (π.χ. ότι έπρεπε να χρησιμοποιείται το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και όχι το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας) και εξόδων, με αναφορά στα υφιστάμενα έγγραφα, διαφωνώντας ότι υπήρξαν όροι ή χρεώσεις καταχρηστικές. Εν τέλει, ανάμεσα σε σωρεία αντικρουόμενων και χωρίς λογική σειρά υποβολών επί παντός θέματος, η μάρτυρας δέχθηκε και υποβολή θέσης από την κυρία Βλαδιμήρου, ως η θέση του Εναγόμενου 1, ότι «υπάρχει διαφορά στο υπόλοιπο €186,50», ότι «το υπόλοιπο (του δανείου) ήταν €2.264,68» κατά τον τερματισμό ή υποβολή της κυρίας Νικολάου ότι «τα χρεωστικά υπόλοιπα . . ξεπερνούν το όριο κάλυψης της ευθύνης της εγγυήτριας». Η μάρτυρας εξήγησε ότι τα έξοδα του λογαριασμού δανείου είναι περιορισμένα στα έξοδα αποστολής καταστάσεων λογαριασμού και στα έξοδα των επιστολών. Η μάρτυρας απάντησε σε όποια ερώτηση ή υποβολή της τέθηκε και από την Εναγόμενη 2 αναφορικά με τις χρεώσεις, πάντοτε τεκμηριώνοντας τις απαντήσεις της, με αναφορά στα υφιστάμενα έγγραφα. Δεν επιτράπηκε βεβαίως στην Εναγόμενη 2 να υποβάλει τη μάρτυρα στη διαδικασία που επιχείρησε κατ' επανάληψη, να εξηγήσει μία-προς-μία όλες τις χρεώσεις εξόδων που περιλήφθηκαν στις πολυσέλιδες καταστάσεις λογαριασμών, που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχοντας υπόψη και το ότι δεν αμφισβητήθηκαν δικογραφικά συγκεκριμένες χρεώσεις, για να στρέψουν τη δίκη σε τέτοια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Επιτράπηκε ενδεικτική παραπομπή και αναφορά ομαδοποιημένα σε κατηγορίες ή είδη εξόδων που τυγχάνουν αμφισβήτησης, για επεξήγηση του τρόπου των χρεώσεων, ο οποίος, όμως, εξηγήθηκε με σαφήνεια στο Δικαστήριο από την ΜΕ1, ακόμα κι αν είχε εξ αρχής αναφέρει ότι για το λογιστικό μέρος της διαφοράς θα μαρτυρούσε άλλη λειτουργός. Ανέφερε, η ΜΕ1, πως για τις χρεώσεις των εξόδων ή για τις μεταβολές τους δεν υπήρχε υποχρέωση ενημέρωσης της Εναγόμενης 2, ενώ ο Εναγόμενος 1 ενημερώνονταν σύμφωνα με όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγόμενου 1, και ότι η εγγυήτρια δεσμεύεται σε κάθε περίπτωση με βάση την εγγύησή της. Με την υπόμνηση ότι ουδείς εκ των Εναγόμενων ισχυρίζεται ή υποδεικνύει δικογραφικά συγκεκριμένες χρεώσεις ως λανθασμένες που έχουν να κάνουν με την κίνηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από τον Εναγόμενο 1 (π.χ. εντολή για πληρωμή των δόσεων ή των εξόδων του στεγαστικού δανείου με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού ή εντολή για πληρωμή επιταγών, κ.λπ.), ως προς τις οποίες δεν υπάρχει σαφής ισχυρισμός ότι η Τράπεζα χρέωσε στους λογαριασμούς του Εναγόμενου 1 με συγκριμένες συναλλαγές που δεν έγιναν από τον Εναγόμενο 1 στην πραγματικότητα ή συναλλαγές ως προς τις οποίες δεν υπήρχε εξουσιοδότηση από τον Εναγόμενο
- Ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε τη διενέργεια οποιασδήποτε εκ των συναλλαγών του, όπως επισήμανε η μάρτυρας, ωστόσο η Εναγόμενη 2 επέμεινε να αμφισβητεί τον τρόπο κίνησης του ορίου από τον Εναγόμενο
- Η μάρτυρας αναγκάστηκε να προσκομίσει τα Τεκμήρια 24-27, για να εξηγήσει στην Εναγόμενη 2 ότι δεν ισχύουν οι υποβολές της. Η ΜΕ1 εξήγησε και μέσα από τις καταστάσεις λογαριασμών που προσκόμισε πώς προέκυψε η καθυστέρηση στο δάνειο και η υπέρβαση στο όριο, και γιατί προέβη η Τράπεζα στον τερματισμό των διευκολύνσεων. Η μάρτυρας ήταν πειστική και ως προς την απάντηση που έδωσε στην Εναγόμενη 2, όταν της υπέβαλε ότι το Παράρτημα που είναι συνημμένο στο Τεκμήριο 5 λήφθηκε από άλλη συμφωνία και προστέθηκε εκ των υστέρων. Δεν προσκομίστηκε ούτε αντικρουστική μαρτυρία ότι το Παράρτημα έπρεπε να ήταν άλλο από αυτό που προσκομίστηκε από την ΜΕ1, με δεδομένο ότι και στο κείμενο της συμφωνίας γίνεται αναφορά στο Παράρτημα των εξασφαλίσεων. Η μάρτυρας απάντησε πως την ίδια ημέρα που είχε χορηγηθεί το όριο είχε χορηγηθεί και στεγαστικό δάνειο σε ελβετικά φράγκα, και η υποθήκη παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση και των δύο πιστωτικών διευκολύνσεων, εξ ου και στο Παράρτημα, το οποίο προσδιορίζεται ως Παράρτημα στη συμφωνία ορίου, γίνεται ξεκάθαρη αναφορά σε συνασφάλιση με το στεγαστικό δάνειο. Η Εναγόμενη 2 υπέβαλε στη μάρτυρα ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 1 να υπογράψει εκ μέρους της την επίδικη υποθήκευση, όμως προσκομίστηκε και κατατέθηκε χωρίς ένσταση σχετική με την αυθεντικότητά του το Τεκμήριο 22, ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, δια του οποίου εξουσιοδοτήθηκε η πράξη αυτή, που επίσης δεν προσβλήθηκε ως άκυρη, ούτε η Εναγόμενη 2 πρόβαλε απαίτηση εναντίον του Εναγόμενου 1 σε σχέση με την εν λόγω πληρεξουσιότητα. Η ίδια η Εναγόμενη ανέφερε τελικά στο Δικαστήριο ότι δεν αμφισβητεί την υπογραφή της επί του πληρεξουσίου, αλλά ότι δεν καλύπτει η πληρεξουσιότητα την υποθήκευση και γι' αυτή την υπόθεση. Η μάρτυρας εξήγησε κατ' επανάληψη πως το ποσό εγγραφής της υποθήκης δεν έχει να κάνει με το ύψος της κάθε διευκόλυνσης που εξασφαλίζει. Η μαρτυρία της ΜΕ1 θεωρώ πως, παρά την πολύωρη και πιεστική αντεξέτασή της, ιδίως από την Εναγόμενη 2, δεν κλονίστηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Η ΜΕ1 μαρτυρούσε με πολλή υπομονή, και τα λεγόμενά της ήταν επεξηγηματικά, πλήρη και συνεχώς τεκμηριωμένα με την έγγραφη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Η μαρτυρία της ΜΕ1 και η έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε είναι αποδεκτή στο σύνολό της, ως μαρτυρία επί της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Η ΜΕ2, λειτουργός της Τράπεζας που μέχρι τον Νοέμβριο του 2011 εργάζονταν στο κατάστημα 540 Λεμεσού, από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι τον Οκτώβριο του 2013 ως διευθύντρια στο κατάστημα 553 Κολωνακίου και μετέπειτα στο κατάστημα 540 Λεμεσού, κατέθεσε γραπτή δήλωση για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής της[21] (Έγγραφο Β). Ανέφερε γνώση των γεγονότων εκ της θέσης της, ενώ υπέγραψε και τις επιστολές των Τεκμηρίων 13 και
- Η ΜΕ2 περιέγραψε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αποστολή των επιστολών. Όσον αφορά τις επιστολές του Τεκμηρίου 13, αφού τις υπόγραψε, τις τοποθέτησε σε φάκελο με το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη όπως σε κάθε επιστολή και τις παρέδωσε στον κλητήρα της Τράπεζας με οδηγίες να τις ταχυδρομήσει με συστημένο ταχυδρομείο. Έγινε η ταχυδρόμηση και η ενημέρωση του Τεκμηρίου 28 και οι επιστολές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο. Με τις επιστολές του Τεκμηρίου 14, ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία, με τη διαφορά ότι στάλθηκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο (Τεκμήριο 32). Η διαφορά στο τελευταίο γράμμα της λέξης «ΧΧΧΧφ» δεν επηρέασε την ταχυδρόμησή τους από το ταχυδρομείο. Εκτός από το ότι δεν επιστράφηκαν, δεν υπάρχει άλλη διεύθυνση «ΧΧΧΧρ 1, ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ», ώστε να υπάρχει περίπτωση να παραδόθηκαν σε άλλη διεύθυνση. Ως προς την υποβολή θέσης που είχε γίνει στην ΜΕ1 ότι δεν διέμεναν στην οδό «ΧΧΧΧφ 1» οι Εναγόμενοι 1 και 2, η ΜΕ2 παρουσίασε τα Τεκμήρια 29-31, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για διεύθυνση που δηλώθηκε και σε άλλες χρονικές στιγμές, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2010, ως διεύθυνση των Εναγόμενων 1 και 2, και στα έγγραφα αυτά γίνεται επίσης αναφορά στο γεγονός ότι η επίδικη υποθήκη συνασφάλιζε και τον τρεχούμενο λογαριασμό, που ήταν σε κάθε χρόνο γνωστό στους Εναγόμενους 1 και
- Η Εναγόμενη 2, επειδή ήταν και η ίδια πρωτοφειλέτρια στο στεγαστικό δάνειο, γνώριζε πως η υποθήκη θα συνασφάλιζε και τον τρεχούμενο λογαριασμό που ανοίχθηκε την ίδια ημέρα. Η ίδια η ΜΕ2, ενόσω ήταν στο υποκατάστημα Κολωνακίου, είχε επαναλαμβανόμενες συνομιλίες με τους Εναγόμενους 1 και 2, κατ' ιδίαν και τηλεφωνικώς, και πριν από τον τερματισμό, οι Εναγόμενοι 1 και 2, όπως αναφέρει, γνώριζαν σε κάθε χρόνο πως είχαν οφειλές και υπόσχονταν να τις διευθετήσουν. Κατά την αντεξέτασή της, η μάρτυρας επέμεινε στην πραγματική της εκδοχή, ότι ήταν υπεύθυνη των επίδικων λογαριασμών ως διευθύντρια στο υποκατάστημα Κολωνακίου και ήλεγξε τους λογαριασμούς πριν υπογράψει τα Τεκμήρια 13 και
- Η Εναγόμενη 2 υπέβαλε στη μάρτυρα τη θέση της ότι επειδή είχε ανεχθεί η Τράπεζα υπερβάσεις του ορίου και σε άλλες περιπτώσεις, δεν υπήρχε υπέρβαση που να καθιστά μη ικανοποιητική τη λειτουργία του, και η μάρτυρας εξήγησε πως δεν σημαίνει πως θα πρέπει να είναι πάντοτε ανεχτές οι υπερβάσεις. Η μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο που γίνεται η επικοινωνία όταν υπάρχει υπέρβαση, οι επιστολές βγαίνουν αυτόματα από το σύστημα ενώ διενεργούνται και τηλεφωνικές κλήσεις. Η ίδια είχε τηλεφωνήσει κάποιες φορές στον Εναγόμενο 1, αρνούμενη σχετική υποβολή της Εναγόμενης 2 περί του αντιθέτου. Η μάρτυρας ανέφερε πως είχε μιλήσει και με την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 2 υπέβαλε και στη μάρτυρα αυτή θέση ότι δεν έπρεπε να τερματίσει τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού γιατί ήταν ικανοποιητική η λειτουργία του και ότι ο τερματισμός του παραβιάσει τη συμφωνία της Τράπεζας με τον Εναγόμενο 1 και ήταν εκδικητικός, και η μάρτυρας απάντησε με φυσικότητα, ότι δεν είχε κάποιος λόγο να εκδικηθεί τον Εναγόμενο 1 ή οποιονδήποτε πελάτη και απλώς όταν υπάρχουν υπερβάσεις που υπό τις περιστάσεις δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές, ασκούνται συμβατικά δικαιώματα. Η ίδια η Εναγόμενη 2 υπέβαλε, επίσης, στη μάρτυρα ότι μετά τον τερματισμό την επισκέφθηκε, για υποθέσεις της Τράπεζας που χειρίζονταν η Εναγόμενη 2 ως δικηγόρος της, και ότι ήταν γνωστό στην Τράπεζα πως δέχονταν αλληλογραφία στη διεύθυνση της ταχυδρομικής θυρίδας του γραφείου της, και η μάρτυρας εξήγησε πως για τις δικές της οφειλές δεν μπορούσε να γίνει χρήση ταχυδρομικής θυρίδας, και δεν ενδιαφέρει την Τράπεζα πού μένει η Εναγόμενη 2, αλλά η διεύθυνση που δηλώνει στην Τράπεζα ως διεύθυνσή της, που ήταν η «ΧΧΧΧφ 1», ενώ αρκετές φορές υπήρξαν συνομιλίες με τους Εναγόμενους 1 και 2 για τις οφειλές τους. Η Εναγόμενη 2 συνέχισε με υποβολές επί των καταστάσεων λογαριασμού και των χρεωστικών υπολοίπων, ότι είναι εσφαλμένα τα χρεωστικά υπόλοιπα ή ότι δεν έπρεπε να τερματιστεί η λειτουργία του τρεχούμενου, από τον οποίο λαμβάνονταν και η δόση του δανείου, δημιουργώντας έτσι και καθυστέρηση στο δάνειο, οπότε και η ίδια η μάρτυρας, κάποια στιγμή, συγκεχυμένη από τις προφανώς αντιφατικές υποβολές, ρώτησε τη μάρτυρα «αν δεν υπογράψατε τη σύμβαση γιατί συζητούμε τα υπόλοιπα;». Σε κάθε περίπτωση και αυτή η μάρτυρας εξήγησε, όπως και η ΜΕ1, πώς προέκυψε η μη ικανοποιητική λειτουργία των λογαριασμών. Η μάρτυρας αρνήθηκε τις υποβολές της Εναγόμενης 2 ότι οι επιστολές που στάλθηκαν ταχυδρομικώς ήταν κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, και ανέφερε πως, σε κάθε περίπτωση, και μετά που στάλθηκαν οι επιστολές, είχαν επικοινωνήσει και τηλεφωνικώς για την τακτοποίηση των οφειλών. Εξήγησε με τον ίδιο τρόπο που εξήγησε και η ΜΕ1 όλα τα ζητήματα που ήγειρε και στην ΜΕ2 εκ νέου η Εναγόμενη
- Και η μαρτυρία της ΜΕ2 είναι συμβατή και με τη μαρτυρία της ΜΕ1 και με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ΜΕ2 απαντούσε με καθαρή λογική, αμεσότητα, προφανή φυσικότητα και δεν κλονίστηκαν οι θέσεις και η αξιοπιστία της μέσα από την επίσης επίμονη αντεξέτασή της. Είναι, επίσης, μια μαρτυρία επί της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια. Η ΜΕ3, λειτουργός της Τράπεζας, στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων, προσκόμισε επίσης γραπτή κατάθεση, για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής της[22] (Έγγραφο Γ). Μελέτησε τα υφιστάμενα έγγραφα, με σκοπό την ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών, χωρίς η Ενάγουσα να εγκαταλείπει οποιοδήποτε μέρος της αξίωσής της, ως «εναλλακτικά σενάρια» σε σχέση με την χρέωση του τόκου και των εξόδων, σε περίπτωση που το Δικαστήριο χρειαστεί κάποια σχετική βάση. Για τον τρεχούμενο λογαριασμό, παρουσίασε την αναδομημένη κατάσταση Α1 (Τεκμήριο 33), υπολογίζοντας τον τόκο υπερημερίας με 2,00%, την αναδομημένη κατάσταση Α2 (Τεκμήριο 34), υπολογίζοντας τον τόκο υπερημερίας με 0,00%, την αναδομημένη κατάσταση Α3 (Τεκμήριο 35) με τόκο υπερημερίας 2,00% και αφαίρεση των εξόδων προμήθειας συναλλάγματος, και την αναδομημένη κατάσταση Α4 (Τεκμήριο 36) με τόκο υπερημερίας 0,00% και αφαίρεση των ίδιων εξόδων προμήθειας συναλλάγματος. Για το δάνειο, παρουσίασε την αναδομημένη κατάσταση Β1 (Τεκμήριο 37), υπολογίζοντας τον τόκο υπερημερίας με 2,00%, την αναδομημένη κατάσταση Β2 (Τεκμήριο 38), υπολογίζοντας τον τόκο υπερημερίας με 0,00%, την αναδομημένη κατάσταση Β3 (Τεκμήριο 39), υπολογίζοντας τον τόκο υπερημερίας με 2,00% και με αφαίρεση όλων των εξόδων, και την αναδομημένη κατάσταση Β4 (Τεκμήριο 40), υπολογίζοντας τον τόκο υπερημερίας με 0,00% και με αφαίρεση όλων των εξόδων. Ανέφερε ότι έγινε χρήση κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, εμπορικού έτους με 365 ημέρες, ενώ οι αναδομημένες καταστάσεις πρέπει να διαβάζονται συνδυαστικά με τις καταστάσεις λογαριασμών των Τεκμηρίων 15 και 16, για να είναι κατανοητές. Η μάρτυρας ανέφερε τον τρόπο που προέβη στις αναδομήσεις, βάσει των Τεκμηρίων 15 και 16, με τη χρήση του λογισμικού Excel, και επαλήθευση. Βασίστηκε στο περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών. Παρουσίασε και τιμολόγιο εργασιών εκδόσεων Ιουλίου 2007 (Τεκμήριο 41) και Δεκεμβρίου 2009 (Τεκμήριο 42), που δείχνουν τα έξοδα κατά τις περιόδους ισχύος τους. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ3 ανέφερε πως δεν έχει εμπλοκή με την υπόθεση, απλώς της προέβη στην αναδόμηση, για τη διευκόλυνση της διαδικασίας, με βάση τις οδηγίες των δικηγόρων, αναλόγως της αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει ορθή και λάθος αναδόμηση, αλλά είναι διαφορετικά τα δεδομένα της κάθε μίας, κατά τα λοιπά η απαίτηση της Ενάγουσας είναι στη βάση των Τεκμηρίων 15 και
- Η ΜΕ3 απάντησε με πληρότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σχετικά με τον τρόπο ετοιμασίας των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, καθώς και στους λόγους που δεν αφαιρέθηκαν άλλες κατηγορίες εξόδων από τον τρεχούμενο λογαριασμό. Τα έξοδα συναλλάγματος αφαιρέθηκαν κατά την αναδόμηση γιατί ήταν έξοδα που χρεώνονταν στον τρεχούμενο λογαριασμό λόγω άλλης διευκόλυνσης σε ξένο νόμισμα, απλώς γιατί δεν αναφέρονταν στις κατηγορίες εξόδων διευκόλυνσης του τρεχούμενου λογαριασμού. Η συνήγορος του Εναγόμενου 1 υπέβαλε αντιφατικά στη μάρτυρα ότι υπάρχουν €186,50 αυθαίρετες χρεώσεις στο δάνειο, και ότι δεν οφείλεται κανένα ποσό από τον Εναγόμενο 1, υποβολές που η μάρτυρας αρνήθηκε. Η ΜΕ3 αρνήθηκε και την υποβολή της Εναγόμενης 2 ότι βασίστηκε σε λανθασμένα δεδομένα για τις αναδομήσεις, όπως είναι τα Τεκμήρια 15 και 16 και έκανε χρήση λανθασμένης μεθοδολογίας. Η ΜΕ3 εξήγησε στο Δικαστήριο τι ακριβώς έπραξε και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καθιστά αναξιόπιστη τη μαρτυρία της. Βεβαίως, και η συνήγορος του Εναγόμενου 1 δικαιολογημένα έθετε και ερωτήσεις ως προς τη σκοπιμότητα του να εκτεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσες αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών με διαφορετικά δεδομένα σε κάθε περίπτωση, χωρίς η ΜΕ3 και κατ' επέκταση η Ενάγουσα να περιορίζει καθόλου την απαίτησή της, απλώς από ανασφάλεια, μήπως το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε επιμέρους χρέωση και τότε απορρίψει ολόκληρη την αγωγή της, επειδή δεν θα έχει κάποια βάση για να υπολογίσει τη ζημιά. Το Δικαστήριο δεν αναμένει, για την απόδειξη τέτοιων απαιτήσεων, την κατάθεση πολλαπλών καταστάσεων λογαριασμών, για να καλύψουν όλα τα ενδεχόμενα, κάτι που θα ήταν ούτως ή άλλως ανέφικτο (τα ενδεχόμενα είναι πάντοτε περισσότερα). Δεν είναι ούτε αυτός ο ρόλος των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, σύμφωνα με τη νομολογία[23]. Εν πάση περιπτώσει, εάν η μαρτυρία της ΜΕ3 είναι καθόλου χρήσιμη, θα διαφανεί στην πορεία. Ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ1), κατά την κυρίως εξέτασή του, αναγνώρισε το Τεκμήριο 5, και το Τεκμήριο 9, ωστόσο, παρόλο που και το Τεκμήριο 5 και το Τεκμήριο 9 κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, ανέφερε πως τα Παραρτήματα, που αναφέρονται στις εξασφαλίσεις, δεν ανήκουν στις συμφωνίες αλλά μόνον στο στεγαστικό δάνειο, επίσης μη προσκομίζοντας οποιοδήποτε άλλο Παράρτημα εξασφαλίσεων. Το επιχείρημά του ήταν ότι δεν μπορεί, για το όριο, να υπάρχει ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης 8,42% και επιπλέον υποθήκη, ή για το δάνειο, να υπάρχει τέτοιο επιτόκιο και προσωπική εγγύηση και να χρειάζεται υποθήκη, το οποίο, όμως, δεν εξηγείται λογικά, με δεδομένο πως άλλος είναι ο ρόλος του ΣΕΠΕ και άλλος ο ρόλος της εξασφάλισης, ενώ δεν απορρέει από οπουδήποτε ότι η εξασφάλιση της υποθήκης δεν δίδεται όταν υπάρχει προσωπική εγγύηση. Δεν ήταν καθόλου πειστική η θέση του - πέραν του ότι δεν δικογραφεί δόλο - ότι πρόκειται για έγγραφα που τοποθετήθηκαν εσκεμμένα στη συμφωνία ορίου ή στην επίδικη συμφωνία δανείου, που συνάφθηκαν και σε διαφορετικούς χρόνους. Κυρίως, δεν εξηγήθηκε από τον Εναγόμενο 1, όπως ούτε από την Εναγόμενη 2, η λογική της ανάγκης της Τράπεζας να επικαλεστεί ψευδώς εξασφάλιση και των επίδικων συμφωνιών με την υποθήκη αυτή, εάν μπορεί ούτως ή άλλως να εκποιήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για το ποσό εγγραφής και σε περίπτωση τυχόν περισσεύματος από το εκπλειστηρίασμα, να μην αφήσει περιθώριο για προσδοκία ότι θα διατεθεί στους Εναγόμενους 1 και 2 για χρήση άλλη από την ικανοποίηση ανεξασφάλιστων χρεών. Ο τρεχούμενος λογαριασμός, όπως ανέφερε, ανοίχθηκε μαζί με τον λογαριασμό στεγαστικού δανείου, για να πληρώνεται και το στεγαστικό δάνειο από αυτόν, πήγαιναν μαζί. Ο Εναγόμενος 1 θεωρεί πως ο ίδιος δεν παράβηκε τους όρους των συμφωνιών του, αλλά είναι η Τράπεζα που συμπεριφέρθηκε αντισυμβατικά γιατί ουδέποτε τον ενημέρωνε, και χρέωνε τον λογαριασμό όπως ήθελε και κατά το δοκούν. Ουδέποτε, κατά τη θέση του, υπήρξε υπέρβαση ορίου. Οι χρεώσεις για υπερβάσεις ορίου ήταν, όπως είπε, λανθασμένες. Παρά τις θέσεις του αυτές, που εκφράζονταν και με τρόπο κάπως απόλυτο, ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει λεπτομερώς τα λεγόμενά του και σε ό,τι είχε να κάνει με χρεωστικά υπόλοιπα παρέπεμψε σε μαρτυρία που θα δώσει ο οικονομικός του σύμβουλος. Από τις 29.01.2003, όπως ανέφερε, έχει δηλώσει σε έντυπο της Τράπεζας ποια είναι η διεύθυνση που θέλει να του στέλνει οτιδήποτε, αναφερόμενος στο Τεκμήριο
- Όμως, ο Εναγόμενος 1, δεν εξηγεί πώς σε μεταγενέστερες συμφωνίες, την υπογραφή των οποίων δεν αρνείται, όπως και στις επίδικες πιστωτικές συμφωνίες, δήλωσε, κατ' επανάληψη, τη διεύθυνση «ΧΧΧΧφ 1» ως διεύθυνσή του. Δεν απάντησε στην αντίστοιχη θέση των μαρτύρων της Ενάγουσας ότι η ταχυδρομική θυρίδα μπορεί να χρησιμοποιείται για ειδοποιήσεις στο πλαίσιο λειτουργίας της συμφωνίας, ενημερωτικής φύσης, αλλά όχι για ειδοποιήσεις που διαπλάθουν την κατάσταση των συμβαλλομένων, όπως η ανάκληση της παροχής ή ο τερματισμός της συμφωνίας. Ο λόγος, όπως είπε, που δήλωσε την ταχυδρομική θυρίδα του, είναι επειδή αλλάζει πολύ συχνά τόπο διαμονής, κάποτε μένει και σε ξενοδοχεία. Εξάλλου, όπως είπε, η διεύθυνση που ήταν σχετική δεν ήταν η «ΧΧΧΧφ 1» αλλά η «ΧΧΧΧφ 5», και πάλι, μη εξηγώντας γιατί υπέγραψε συμφωνίες, σε διάρκεια τόσων ετών, με δηλωμένη διεύθυνση τη «ΧΧΧΧφ 1». Δεν προσκόμισε κάποιο στοιχείο που να δείχνει ότι διέμενε ή διαμένει στη διεύθυνση «ΧΧΧΧφ 5», ενώ θα ήταν ένας σχετικά βολικός ισχυρισμός οποιουδήποτε οφειλέτη να λέει ότι δεν διαμένει στη διεύθυνση που συμβατικά δεσμεύεται να αποδέχεται ως διεύθυνσή του. Παρά το ότι ανέφερε πως ήθελε να λαμβάνει αλληλογραφία στην ταχυδρομική του θυρίδα, ανάφερε πως δεν έλαβε οποιαδήποτε επιστολή για την υπόθεση αυτή στην ταχυδρομική του θυρίδα. Καθόλου πειστικό επιχείρημα, με δεδομένο ότι παραδέχεται τη σύναψη των συμφωνιών, κατ' επέκταση θα αναμένονταν ότι θα λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού και αλληλογραφία, και να το να μην λαμβάνονταν θα έπρεπε, λογικά, να τον κινητοποιήσει, εφόσον έκανε και πολυετή χρήση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Βεβαίως, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ανέφερε πως κάποτε λάμβανε, κάμπτοντας την απολυτότητα με την οποία προηγουμένως είχε πει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όσον αφορά το δάνειο, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε πως πληρώνονταν κανονικά μέχρι την τελευταία στιγμή, με εντολή πληρωμής από τον τρεχούμενο λογαριασμό (standing order). Όταν η Τράπεζα αποφάσισε να τερματίσει, λανθασμένα κατά τη γνώμη του, το υπόλοιπο ήταν €2.330,47, ήταν θέμα ορισμένων μηνών να εξοφληθεί ο λογαριασμός αυτός. Όπως ο τρεχούμενος ήταν στα όριά του και το δάνειο πληρώνονταν κανονικότητα. Όμως τη θέση αυτή, δεν την εξήγησε με βάση τις καταστάσεις λογαριασμών. Όσον αφορά το Τεκμήριο 22, το πληρεξούσιο έγγραφο, του το έδωσε, όπως είπε, η Εναγόμενη 2 για το ακίνητο στο ΧΧΧΧ, και δεν αφορά στο επίδικο δάνειο, αλλά μόνο στο στεγαστικό δάνειο, και ήταν δόλος και κατασκεύασμα η παρουσίαση του από την Τράπεζα. Ο Εναγόμενος 1 ανάφερε πως δεν συμφωνεί με τα ποσά που διεκδικεί η Τράπεζα και πλέον η Ενάγουσα, ούτε του έχουν κοινοποιηθεί τιμολόγια εργασιών. Η επικοινωνία του ήταν με την κυρία ΧΧΧΧ μόνον, υπεύθυνη των λογαριασμών του, ουδέποτε ενημερώθηκε για υπερβάσεις ή καθυστερήσεις γιατί, όπως ανέφερε, ήταν πολύ συνεπής. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως είναι έμπειρος λογιστής. Όταν του υποβλήθηκε ότι, με την μόρφωση και την πείρα που είχε θα μπορούσε να αρνηθεί, εάν δεν ήθελε τρεχούμενο λογαριασμό, ανέφερε πως δεν ήταν δυνατόν, εφόσον θα πληρώνονταν το στεγαστικό δάνειο που χρειάζονταν αλλά και χρειάζονταν τον τρεχούμενο λογαριασμό και για άλλους σκοπούς. Τα έγγραφα, όπως είπε, «υπογράφθηκαν αστραπιαία», γι' αυτό δεν είδε τη διεύθυνση που αναγράφονταν, μη απαντώντας ικανοποιητικά ότι έδωσε τη διεύθυνση αυτή και σε άλλες συμφωνίες. Ενώ στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε πως δεν παρέλαβε οτιδήποτε στην ταχυδρομική του θυρίδα, κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε πως καταστάσεις λογαριασμού που αποστέλλονταν στην ταχυδρομική του θυρίδα τις παραλάμβανε. Ωστόσο, όπως είπε, δεν κοίταζε τις καταστάσεις λογαριασμών. Όταν έγινε η αγωγή, και παρέδωσε τα έγγραφα στους συμβούλους του να τα ελέγξουν, τότε διαπίστωσαν ότι υπήρχαν υπερχρεώσεις. Διαμαρτυρήθηκε γιατί το όριο του ήταν εντός του πλαισίου και ο λογαριασμός του πληρώνονταν κανονικά, η διαφορά ήταν με το δάνειο στα ελβετικά φράγκα και οι λογαριασμοί αυτοί «πήγαν θύμα», όπως είπε. Ήταν εκδικητικός ο τερματισμός. Όταν του υποβλήθηκε ότι για πολλά χρόνια, από το 2006 μέχρι το 2012, δεν είχε παράπονο, απάντησε πως είχε τόσο πολλά πράγματα, η σκέψη του ήταν να είναι εντάξει με τις υποχρεώσεις του έναντι της Τράπεζας, να ήταν μέσα στα πλαίσια του ορίου και όσο αφορά το δάνειο να είναι συνεπής, κάτι που φαίνεται από τις καταστάσεις. Δεν του είπαν ποτέ το όριο είναι ψηλά, να φέρει κατάθεση. Δέχεται ότι οφείλει το υπόλοιπο που θα αναφέρει ο λογιστής του. Όσον αφορά την υποθήκη δεν θυμάται, όπως είπε, αν πήγε στο Κτηματολόγιο, αλλά η υποθήκη έχει την υπογραφή του. Οι επίδικες συμφωνίες λειτούργησαν κανονικά για αρκετά χρόνια χωρίς να έχει τεθεί θέμα κύρους, για λόγους που έχουν να κάνουν με τη βούληση των συμβαλλομένων. Πέραν του ότι ο Εναγόμενος 1 είχε δικογραφήσει με πολλή αοριστία και γενικότητα «εξαναγκασμό», στη μαρτυρία του δεν έδωσε κάποια πραγματική βάση για τέτοιο «εξαναγκασμό», δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες δια των οποίων εξαναγκάστηκε να υπογράψει τις επίδικες συμβάσεις· με δεδομένο ότι η οικονομική ανάγκη εντός προσώπου να λάβει πίστωση από εμπορικό πιστωτή δεν συνιστά εξαναγκασμό από τον πιστωτή στο να ληφθεί η πίστωση. Δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα όπως ποιος προσέγγισε ποιον, με ποια αφορμή, τι λέχθηκε, πέραν του ότι, μέσα από την μαρτυρία της ΜΕ1, προκύπτει ότι προηγήθηκαν αιτήσεις ή αιτήματα από μέρους του Εναγόμενου 1, που εγκρίθηκαν από την Τράπεζα, υπό προϋποθέσεις παροχής εγγυήσεων που δόθηκαν οικειοθελώς, για να οδηγηθούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, και δη σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε, κατά τη μαρτυρία του, ότι χρειάζονταν ο τρεχούμενος λογαριασμός για να πληρώνεται δι' αυτού το στεγαστικό δάνειο με ευκολία, αλλά και για άλλες συναλλαγές του, που όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 15, όντως, γίνονταν από τον ίδιο, τακτικά. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έθεσαν θέσεις πως δεν υπήρχε υπέρβαση και ότι πληρώνονταν κανονικά και οι δόσεις του δανείου, εξ ου και δεν ανέμεναν και «τερματισμό» των δύο πιστωτικών συμφωνιών· θέσεις που δεν συνάδουν με ισχυρισμούς που έχουν να κάνουν με το κύρος των συμφωνιών, συναρτώμενες με ελαττώματα βούλησης του Εναγόμενου
- Το Δικαστήριο, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία του Εναγόμενου 1, πραγματικά, δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ότι, οποιαδήποτε εκ των επίδικων συμφωνιών πάσχει για λόγους που έχουν να κάνουν με τη βούληση των Εναγόμενων 1 και 2, στο να συναφθεί. Η δε μαρτυρία που από τη μία θέτει ζητήματα κύρους των συμφωνιών, από την άλλη τις επικαλείται ως βάση θέσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί από το Δικαστήριο και ως μια αξιόπιστη μαρτυρία. Ειδικότερα, η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν γενική και αόριστη σε μεγάλο βαθμό, χωρίς να τεκμηριώνεται με βάση και την παραδεκτή έγγραφη μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και συνιστούσε κοινό σημείο αναφοράς. Για παράδειγμα, με βάση τις επίδικες συμφωνίες, η Τράπεζα μπορούσε να ανακαλέσει τις πιστώσεις ακόμα και εάν η εξακολούθησή τους καθίστατο επισφαλής. Τέτοια επισφάλεια ευλόγως υφίσταται όταν υπάρχουν καθυστερήσεις σε άλλο λογαριασμό δανείου, όπως το στεγαστικό δάνειο. Άρα, το ότι «πήγαν θύμα» οι λογαριασμοί, λόγω της διαφοράς με το δάνειο στο ξένο νόμισμα, δεν εξηγήθηκε ως αντισυμβατική συμπεριφορά της Τράπεζας, η οποία, σε αντίθεση με τον Εναγόμενο 1 και τις γενικές αναφορές του σε εκδικητικότητα, εξήγησε πρόσθετα και γιατί δεν ήταν ικανοποιητική η λειτουργία των δύο επίδικων λογαριασμών, γιατί ο τρεχούμενος λογαριασμός υπερέβη το όριο και δεν υπήρχε πλέον λόγος ανοχής, υπό τις περιστάσεις, και γιατί δεν καταβλήθηκαν δύο δόσεις δανείου (λόγω του τερματισμού της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού από τον οποίο εξυπηρετούνταν). Η υπεκφυγή του Εναγόμενου 1 ήταν πρόδηλη, όταν αποδέχεται το χρεωστικό υπόλοιπο στο οποίο καταλήγει ο λογιστής του, αλλά ταυτόχρονα υποβάλλεται θέση του ότι δεν οφείλει κανένα ποσό· παράλληλα αναγνωρίζοντας πως δεν αποπληρώθηκε τελικά το δάνειο ή ότι υπήρχε όριο που χρησιμοποιήθηκε και δεν καλύφθηκε. Το Δικαστήριο, πέραν των όσων συνιστούν παραδοχές του Εναγόμενου 1, δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 με ασφάλεια, για να διαγνώσει αμφισβητούμενα γεγονότα. Σημειώνεται πως ο ΜΥ1 δεν προσκόμισε μαρτυρία για κάποια ζημιά που υπέστη, σε σχέση με την ένταξή του στο Άρτεμις, που να συνδέεται αιτιωδώς με αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά της Ενάγουσας, αφήνοντας τους σχετικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς, χωρίς κάποια πραγματική βάση. Ο ΜΥ2, επίσης έμπειρος λογιστής και οικονομικός σύμβουλος του Εναγόμενου 1, στη μαρτυρία του οποίου παρέπεμψε ο Εναγόμενος 1, ανέφερε πως πήρε τα στοιχεία από τον Εναγόμενο 1, συμφωνίες και καταστάσεις, έκανε μελέτες και ετοίμασε καταστάσεις λογαριασμών, με ανάλογες προσαρμογές, εκεί που θεωρούσε ότι έπρεπε να γίνουν. Προσκόμισε έκθεση ευρημάτων σχετικά με την ανάλυση του δανείου (Τεκμήριο 43) και έκθεση ευρημάτων σχετικά με την ανάλυση του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 44). Στο Τεκμήριο 43, ο μάρτυρας ανέφερε πως, κατά την άποψή τους, οι συμφωνίες έχουν καταχρηστικές ρήτρες, μεταξύ των οποίων είναι και η πρόνοια ότι η Τράπεζα δικαιούται να χρεώνει τόκους και έξοδα και να προβαίνει σε ανατοκισμό κατά την κρίση της. Η Τράπεζα, κατά τον μάρτυρα αυτό, προχωρούσε στη χρέωση εξόδων χωρίς να αιτιολογήσει και καταχρηστικά κεφαλαιοποιούσε. Με την κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ο ΜΥ2 για το δάνειο, προκύπτει υπόλοιπο €2.264,68 αντί €2,451,18 και η διαφορά είναι της τάξης των €186,
- Στο Τεκμήριο 44, ο ΜΥ2 ανέφερε πως θεωρεί καταχρηστικούς τους ίδιους όρους σχετικά με τη χρέωση εξόδων κατά την κρίση της Τράπεζας και τον ανατοκισμό, την χρέωση τόκων καθυστέρησης και εξόδων καθυστέρησης κατά την κρίση της και χωρίς αιτιολογία και την κεφαλαιοποίησή τους, και την αλλαγή του περιθωρίου δύο φορές. Με την επαναδημιουργία του υπολοίπου, προκύπτει υπόλοιπο €1.826,88 αντί €9,875,46 και η διαφορά είναι της τάξης των €8.048,
- Στις καταστάσεις του ΜΥ2, το επιτόκιο χρεώνονταν από την αρχή της λειτουργίας των λογαριασμών ως στις συμφωνίες, χωρίς μεταβολές. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2, ανέφερε πως δεν είναι νομικός. Δεν έδωσε σαφή εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους θεώρησε καταχρηστικές ορισμένες ρήτρες ή ενέργειες της Τράπεζας, και είπε πως έδωσε απλώς την άποψή του. Δεν γνωρίζει εάν υπήρξε ενημέρωση του Εναγόμενου 1, αλλά εάν υπήρχαν αυξήσεις εξόδων, θα έπρεπε να είχαν δοθεί εκ των προτέρων στον Εναγόμενο 1, με επιστολή. Του ζητήθηκε κατάλογος με τις χρεώσεις που θεωρεί ότι δεν δικαιούται η Τράπεζα, αλλά αναφέρθηκε γενικά στα έξοδα υπέρβασης. Σε αρκετές περιπτώσεις που ερωτήθηκε συγκεκριμένα, απάντησε «ό,τι γράφει η έκθεση μας μέσα». Εξήγησε, σε κάποιο άλλο σημείο της αντεξέτασής του, ότι υπήρχε ένα χρονικό διάστημα τριών ή τεσσάρων ημερών μέχρι το ξεκαθάρισμα των επιταγών, που «η Τράπεζα χρέωνε ό,τι ήθελε». Υπάρχουν ήδη, όπως ανέφερε, αποφάσεις για τις 360 ημέρες (στην προκειμένη περίπτωση, χρησιμοποιούνταν οι 365), ενώ οι Τράπεζες συνήθως αλλάζουν το βασικό επιτόκιο και όχι το περιθώριο. Στην υποβολή ότι όσον αφορά το δάνειο υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις, ο μάρτυρας απάντησε πως η ουσία είναι η διαφορά στο επιτόκιο και στα έξοδα, ενώ οι δόσεις πληρώνονταν κανονικά μέχρι τον Μάρτιο του
- Του υποβλήθηκε ότι η διαφορά στις καταστάσεις που ετοίμασε ο ίδιος με αυτές της Τράπεζας είναι γιατί ο ίδιος αφαίρεσε χρεώσεις που ο ίδιος θεωρούσε «παράνομες». Ο μάρτυρας ανέφερε πως βασίστηκε στις συμφωνίες, ωστόσο, στην υποβολή ότι δεν αντικατοπτρίζονται τα συμφωνηθέντα, δεν εξήγησε, και απάντησε «αυτή είναι η γνώμη σας». Η μαρτυρία του ΜΥ2 βασίζεται στις πιστωτικές συμφωνίες και στις καταστάσεις λογαριασμών της Ενάγουσας. Ωστόσο ο ΜΥ2, λόγω του τρόπου που απαντούσε (π.χ. «η Τράπεζα χρέωνε ό,τι ήθελε»), με διάθεση γενικά εναντίον της Τράπεζας, και των μη επαρκών εξηγήσεων που έδωσε για τον τρόπο που ο ίδιος ετοίμασε τα Τεκμήρια 43 και 44, γιατί δεν χρέωσε συγκεκριμένα έξοδα και γιατί θεώρησε καταχρηστικούς συγκεκριμένους όρους από μόνος του, δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στη μαρτυρία του, για να διαγνώσει το ύψος των χρεωστικών υπολοίπων των δύο επίδικων λογαριασμών. Πέραν τούτου, το Δικαστήριο διερωτήθηκε, εάν εξ αρχής η διαφορά του Εναγόμενου 1 με την Ενάγουσα ήταν λογιστική (τι ποσά οφείλονται, που όμως οφείλονται), γιατί δεν τέθηκε σε τέτοια δικογραφική βάση, για να εστιαστεί εξ αρχής η δίκη σε συγκεκριμένες χρεώσεις ως προς τις οποίες θα μπορούσε να υπάρχει διάσταση θέσεων. Η ΜΥ3, Εναγόμενη 2, κατέθεσε γραπτή δήλωση για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής της[24] (Έγγραφο Δ). Σε αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις της, στη μαρτυρία της, παραδέχθηκε πως υπέγραψε τις επίδικες προσωπικές εγγυήσεις «αδιαπραγμάτευτα», αλλά επέμεινε στη θέση της ότι η επίδικη υποθήκη δεν εξασφαλίζει το λαβείν της Ενάγουσας, επειδή υπογράφθηκε δυνάμει πληρεξουσίου που δόθηκε στον Εναγόμενο 1 για την υποθήκευσή του για σκοπούς λήψης στεγαστικού δανείου, που δεν σχετίζεται με τις επίδικες διευκολύνσεις. Η Εναγόμενη 2 αναφέρθηκε γενικά σε «αδιαπραγμάτευση» σύναψη των επίδικων συμφωνιών αλλά και σε μεταβολή όρων των συμφωνιών κατά το δοκούν και σε παραβιάσεις. Δεν υπέδειξε κάτι συγκεκριμένο. Γενική ήταν και η αναφορά της πως δεν ενημερώνονταν για χρεώσεις από την Τράπεζα ή για καθυστερήσεις και υπερβάσεις. Θεωρεί ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να διεκδικεί βάσιμα εναντίον της τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών του Εναγόμενου
- Ισχυρίζεται γενικά πως έλαβε κάποιες ειδοποιήσεις της Τράπεζας, γιατί ουδέποτε διέμενε στην οδό «ΧΧΧΧφ 1» ενώ δεν υπάρχει οδός «ΧΧΧΧρ 1», αλλά διέμενε και διαμένει στην οδό «ΧΧΧΧφ 5», ενώ η Τράπεζα γνώριζε πως λάμβανε επικοινωνία στην επαγγελματική της ταχυδρομική θυρίδα, εφόσον είχε επί σειρά ετών επικοινωνία μαζί της στο πλαίσιο συνεργασίας επαγγελματικής συνεργασίας τους. Θίγει πως δεν έγινε έγκυρα απαίτηση πληρωμής εναντίον της, αλλά και η Τράπεζα δεν τήρησε νόμιμες υποχρεώσεις έναντί της, ως εγγυήτρια. Τέλος, αναφέρεται εξίσου γενικά σε παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις εξόδων, τόκων, προμηθειών, ώστε να είναι αναπόδεικτα τυχόν εναπομείναντα χρεωστικά υπόλοιπα, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρεί ότι ξεπερνούν τις εγγυήσεις της, καθώς και σε παράνομες και καταχρηστικές ρήτρες. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, η ΜΥ3 κατέθεσε πιστοποιητικό εγγραφής του ενυπόθηκου ακινήτου (Τεκμήριο 45), παλαιές εκθέσεις εκτίμησης της αγοραίας αξίας του (Τεκμήρια 46 και 47), καταστάσεις λογαριασμών της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου αναφορικά με ένα υποστατικό στην οδό «ΧΧΧΧφ 5» στο όνομα της Εναγόμενης 2, με αναφορά ημερομηνίας σύνδεσης το 2004 (Τεκμήριο 48), επιστολή τερματισμού κάποιας άλλης συμφωνίας στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 49), ανακοίνωση της Τράπεζας στον τύπο στην οποία γίνεται αναφορά σε δάνεια που εκταμιεύθηκαν πριν την 01.01.2008 και σε μείωση του βασικού επιτοκίου κατά 0,75%, έχοντας υπόψη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 50), ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (αποφάσεις νομισματικής πολιτικής) ημερομηνίας 21.12.2007 (Τεκμήριο 51), και κατάλογο επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από την ιστοσελίδα της (Τεκμήριο 52). Η μάρτυρας, και κατά την αντεξέτασή της, ενώ είναι, όπως ανάφερε, έμπειρη δικηγόρος, που ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα τα τελευταία 30 χρόνια, με εμπειρία και σε υποθέσεις Τραπεζών, δεν εξήγησε τις αναφορές της σε καταχρηστικές ή παράνομες ρήτρες και χρεώσεις, ή και τις θέσεις της ότι θα έπρεπε να ενημερώνεται για τα πάντα, με σημείο αναφοράς την υφιστάμενη έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, που ενώ αρχικά αμφισβητούσε, όπως λόγου χάριν τις συμφωνίες εγγύησής της, εν τέλει δέχθηκε. Παρότι κατέθεσε το Τεκμήριο 48 για να δείξει ότι διέμενε πάντοτε στην οδό «ΧΧΧΧφ 5», δεν εξήγησε γιατί η ίδια, κατ' επανάληψη, δήλωσε στην Τράπεζα, σε όλα τα έγγραφα που παραδέχεται τελικά ότι υπέγραψε, ότι η διεύθυνσή της είναι η «ΧΧΧΧφ 1», αποφεύγοντας να αναφέρει εάν σχετίζεται καθόλου με τη διεύθυνση αυτή, ασχέτως πού διαμένει, που είναι και αδιάφορο. Η ίδια, ως δικηγόρος, θα έπρεπε να γνωρίζει τη σημασία της διεύθυνσης που δηλώνεται σε συμφωνίες. Το επιχείρημά της ότι δεν είχε δει τα έγγραφα, παρά το πλαίσιο της αγωγής, δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της, από τη στιγμή που την δεσμεύουν οι ενυπόγραφες δηλώσεις της, και δεν είναι καθόλου πιστευτό. Δεν εξήγησε τη θέση της για τη μη κάλυψη από την υποθήκη και των επίδικων διευκολύνσεων, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, που παραδέχεται ότι συμβλήθηκε δια του Τεκμηρίου
- Το ζήτημα της πληρεξουσιότητας του Εναγόμενου 1 και σε σχέση με την υποθήκευση γενικά δεν εξαντλείται στο Τεκμήριο 22 και δεν κατέστη ποτέ επίδικο. Οι όροι της υποθήκευσης είναι αυτοί που περιέχονται στο Τεκμήριο
- Ούτε η Εναγόμενη 2 εξήγησε, όπως ούτε και ο Εναγόμενος 1, τη θέση ότι τα Παραρτήματα των Τεκμηρίων 5 και 9 τέθηκαν δολίως, εκ των υστέρων. Ισχύουν και για την Εναγόμενη 2 τα ίδια που αναφέρθηκαν σε σχέση με την ίδια εκδοχή του Εναγόμενου
- Η όλη εντύπωση που η ΜΥ3 έδωσε στο Δικαστήριο μέσα από τη μαρτυρία της είναι η προσπάθειά της να απεμπλακεί από τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, πρώην συζύγου της· και τούτη η ανάγκη κατέστη φυσικά, εκτός από ορατή, ένεκα της φόρτισής της σε διάφορα σημεία της διαδικασίας, και κατανοητή σε κοινωνικό επίπεδο, όμως η έγγραφη μαρτυρία που υπάρχει και από τους ίδιους τους Εναγόμενους 1 και 2 έτυχε επίκλησης, δεν υποστηρίζει τις θέσεις της ΜΥ3, οι οποίες, εν πολλοίς, είχαν έντονο βαθμό αοριστίας και γενικότητας, που σε συνάρτηση με τη γνώση και εμπειρία της ΜΥ3 στα υπό συζήτηση θέματα, δεν ήταν δυνατόν να πείσουν το Δικαστήριο ότι η ΜΥ3 έχει δώσει μιαν αξιόπιστη μαρτυρία. Τα Τεκμήρια 45, 46, 47 και 49 που προσκόμισε δεν χρησιμεύουν σε οτιδήποτε, σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Το Τεκμήριο 50 αναφέρεται σε δάνεια που εκταμιεύθηκαν πριν από την 01.01.2008 και σε απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που λαμβάνεται υπόψη, και δεν έχει σχέση με το επίδικο δάνειο και τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 27.11.
- Τα Τεκμήρια 51 και 52 δεν υποστηρίζουν κάποια θέση ότι η Τράπεζα έπρεπε να εφαρμόζει επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ή κάποιο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και όχι το συμφωνηθέν επιτόκιο. Δεν φαίνεται από τη μαρτυρία να ζήτησε οποιοσδήποτε εκ των Εναγόμενων τροποποίηση των Τεκμηρίων 5 και 9, για λόγους που έχουν να κάνουν με το συμβατικό επιτόκιο, ότι δεν τους ικανοποιεί και έπρεπε να καθοριστεί διαφορετικά. Δεν εντοπίζεται κάποια ενέργεια της Τράπεζας σε σχέση με το δάνειο, είτε κατά τη σύναψή του είτε κατά τη λειτουργία του, που να παραβιάζει τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197(Ι)/2003, και να οδηγεί σε απαλλαγή της εγγυήτριας, όπως είναι η θέση της ΜΥ
- Λόγω των ουσιωδών αντιφάσεων και της γενικότητας και αοριστίας σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της ΜΥ3, αλλά και της προσπάθειάς της να εκθέσει στο Δικαστήριο δεδομένα που, με απλή ανάγνωση, μπορεί να διαπιστωθεί πως δεν ισχύουν όσον αφορά τα επίδικα θέματα, το Δικαστήριο, δυστυχώς, δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στη μαρτυρία αυτή, για να επιλύσει τη διαφορά. Εξέταση Η μαρτυρία της ΜΕ1 σε σχέση με την ιδιότητα της Τράπεζας (Τεκμήριο 4) δεν έχει αμφισβητηθεί και επαρκεί για την απόδειξη του ότι η Τράπεζα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρείχε τραπεζικές εργασίες. Όσον αφορά τη συμφωνία ορίου (Τεκμήρια 5, 6) και τη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 9), δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο 1 πως υπογράφθηκαν, ούτε η Εναγόμενη 2, κατά την ακροαματική διαδικασία, επέμεινε σε κάποια θέση ότι δεν υπογράφθηκαν από τον Εναγόμενο 1 οι δύο πιστωτικές συμφωνίες. Δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι οι όροι των δύο πιστωτικών διευκολύνσεων είναι άλλοι από αυτούς που περιέχονται στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί. Υπογράφθηκαν οι δύο πιστωτικές συμφωνίες και ότι οι όροι τους είναι αυτοί που περιέχονται στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί. Ομοίως, οι συμφωνίες εγγύησης (Τεκμήρια 7 και 10), όπως και τα Τεκμήρια 8 και 11, φέρουν υπογραφές της Εναγόμενης 2, που δεν αμφισβητήθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο, και η ίδια η Εναγόμενη 2 υπέβαλε θέσεις με επίκληση των εγγράφων αυτών, τελικά υποβάλλοντας, δια της μαρτυρίας της, και παραδοχή. Υπογράφθηκαν τα έγγραφα που σχετίζονται με τις προσωπικές εγγυήσεις της Εναγόμενης
- Το Τεκμήριο 12, έντυπο του Κτηματολογίου δια του οποίου δηλώνεται η σύσταση υποθήκης, φέρεται υπογεγραμμένο από τον Εναγόμενο 1 προσωπικά και εκ μέρους της Εναγόμενης 2, με χρήση του Τεκμηρίου
- Το Τεκμήριο 12 παραπέμπει το ίδιο σε έγγραφο υποθήκης. Το μόνο έγγραφο υποθήκης που προσκομίστηκε είναι αυτό που περιέχεται στο Τεκμήριο 12, και κατατέθηκε από την ΜΕ1 χωρίς ένσταση ως προς την αυθεντικότητα του εγγράφου ή οποιουδήποτε μέρους του. Δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο υποθήκης ως το έγγραφο υποθήκης στο οποίο παραπέμπει και η δήλωση υποθήκης, ούτε ανέφεραν, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ότι το έγγραφο υποθήκης που προσκόμισε η ΜΕ1 μαζί με το Τεκμήριο 12, υπογεγραμμένο, ως αναφέρθηκε, ανήκει σε κάποιαν άλλη δήλωση υποθήκης, και σε ποιαν. Έχοντας αποδεχθεί και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς της Ενάγουσας (ΜΕ1 και ΜΕ2) το Τεκμήριο 12 υπογράφθηκε από τον Εναγόμενο 1 και την Εναγόμενη 2 (δια του Τεκμηρίου 22) συστήνοντας την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2006 προς όφελος της Τράπεζας. Όπως προκύπτει σαφώς από την ανάγνωση του Τεκμηρίου 12, η εξασφάλιση της υποθήκης που παραχωρήθηκε αφορά σε οποιαδήποτε υποχρέωση των Εναγόμενων 1 και 2 προς την Τράπεζα και όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 5 και 9, η υποθήκη του Τεκμηρίου 12 εξασφαλίζει και τις επίδικες διευκολύνσεις. Βάσει των επίδικων συμφωνιών, και δια των καταστάσεων λογαριασμών (Τεκμήρια 15 και 16), έχει αποδειχθεί πως η Τράπεζα όντως παραχώρησε τις πιστωτικές διευκολύνσεις ορίου και δανείου στον Εναγόμενο
- Αυτό εξάλλου δεν τυγχάνει αμφισβήτησης από τους Εναγόμενους 1 και
- Δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 ζήτησε να αλλάξει κάποια συμβατική ρήτρα και ότι δεν επιτράπηκε η συζήτηση ή δεν είχε τη δυνατότητα να ανατρέψει κάποιο διαπραγματεύσιμο όρο. Δεν υποδείχθηκαν συγκεκριμένοι όροι που δεν έτυχαν ατομικής διαπραγμάτευσης, που ήταν επιθυμητή. Απεναντίας, αυτό που κατέστη πρόδηλο, μέσα και από τα λεγόμενα του ΜΥ1, είναι πως ο Εναγόμενος 1, επειδή είχε ανάγκη τις πιστωτικές διευκολύνσεις, απλώς δέχθηκε τους όρους που του πρότεινε η Τράπεζα, χωρίς ιδιαίτερη έγνοια ως προς το τι μέλλει γενέσθαι. Για αυτή την επιλογή, όπως και την αντίστοιχη της Εναγόμενης 2 να παράσχει προσωπικές εγγυήσεις για να διευκολύνει την έγκριση των πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον Εναγόμενο 1, δεν είναι υπόλογη η Τράπεζα, για απουσία ατομικής διαπραγμάτευσης· επιχείρημα που φαίνεται να επιστρατεύθηκε όταν ανακλήθηκαν πλέον οι πιστώσεις, οι οποίες, παράλληλα, δεν ήταν επιθυμία των Εναγόμενων 1 και 2 να ανακληθούν. Υπό τέτοιες περιστάσεις, δεν τίθεται ζήτημα απουσίας ατομικής διαπραγμάτευσης, απορρέον απλώς από την κατά τα λοιπά συνήθη εμπορική πρακτική της χρήσης προτύπων εγγράφων για την κατάρτιση συμφωνιών που απαιτούν, μάλιστα, με βάση μάλιστα τη νομοθεσία, να περιέχουν συγκεκριμένα στοιχεία. Οι επίδικες συμβάσεις, όπως φαίνεται από τους όρους τους, περιέχουν ενυπόγραφες δηλώσεις των Εναγόμενων 1 και 2, ότι κατανοούσαν τι υπογράφουν και τι συνεπάγονται οι υπογραφές τους. Μέσα από τη μαρτυρία, επίσης, είναι προφανές ότι έγινε χρήση και του ορίου και του δανείου, και οι συμφωνίες λειτούργησαν επί σειρά ετών. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε άσκησαν αγωγή πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής για να ζητήσουν δικαστική προστασία με σκοπό να κηρυχθεί ως καταχρηστική και άκυρη οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα. Μετά που δια των ενυπόγραφων δηλώσεών τους έδωσαν την υπόσχεση ή διαβεβαίωση στην Τράπεζα ότι ήταν ικανοποιημένοι και κατανόησαν όλους τους συμβατικούς όρους και η Τράπεζα στηρίχθηκε σε αυτές για να παράσχει το αντάλλαγμα του οποίου έγινε χρήση, και ενώ ισχυρίζονται παράλληλα ότι δεν έπρεπε να τερματιστούν οι συμφωνίες, επιχειρούν, με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, να εγείρουν ότι στην πραγματικότητα δεν κατανόησαν πλήρως τους συμβατικούς όρους που συμβλήθηκαν προ ετών ή ότι εκείνοι ήταν καταχρηστικοί. Είναι γνωστό και ισχύει και στην παρούσα περίπτωση πως, όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή, με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του, προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτήν, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβη στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτήν[25]. Ο ΜΥ1, λογιστής, ή η ΜΥ3, δικηγόρος, δεν έδωσαν κάποια λογική εξήγηση γιατί ανέχθηκαν για τόσα χρόνια την εφαρμογή συμβατικών όρων με τους οποίους διαφωνούν ή τους οποίους θεωρούν καταχρηστικούς. Το Δικαστήριο δεν ελέγχει σε υποθετική ή ακαδημαϊκή βάση τυχόν καταχρηστικότητα. Ήταν αρκετά συνεκτική και συγκεκριμένη και συμβατή με την έγγραφη μαρτυρία η μαρτυρία της ΜΕ1 για τις μεταβολές των επιτοκίων των δύο λογαριασμών και για τις σχετικές ενημερώσεις που έγιναν, όπως και για τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, σε κάθε περίπτωση με χρήση ως διαιρέτη του εμπορικού έτους με 365 ημέρες. Δεν υπήρξε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατήγγειλαν οποτεδήποτε τις επίδικες συμβάσεις τους λόγω παράβασης κάποιου όρου τους σε σχέση με τον τοκισμό. Ούτε θα μπορούσε να είχε τεθεί θέμα καταχρηστικότητας των όρων συμβατικού τοκισμού, εφόσον άπτονται του κύριου αντικειμένου των επίδικων συμβάσεων, του τιμήματος για το προσφερθέν αντάλλαγμα, και εφόσον η διαφάνεια ως προς την εφαρμογή τους εξασφαλιζόταν μέσω των δημοσιεύσεων στον ημερήσιο τύπο. Μέσα από τα Τεκμήρια 17 και 18 επιβεβαιώνεται ότι η Τράπεζα εφάρμοζε την συμβατική της υποχρέωση με διαφανή τρόπο. Όσον αφορά το επιτόκιο υπερημερίας, η ΜΕ1 αναφέρθηκε στους όρους των επίδικων συμφωνιών, υποδεικνύοντας ότι, κατά τη συνομολόγησή τους, ο τόκος υπερημερίας είχε καθοριστεί στο 5,00% πέραν του συμβατικού επιτοκίου, με δικαίωμα της Τράπεζας να μεταβάλει το 5,00% οποτεδήποτε, νοουμένου ότι θα έδιδε ειδοποίηση στον ημερήσιο τύπο για την πρόθεσή της αυτή. Έγινε μία μεταβολή σχετικά με το όριο, περιορισμός στο 3,00%, για την οποία υπήρξε δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο, που προσκόμισε. Σε περίπτωση υπέρβασης του συμφωνημένου ορίου ή καθυστέρησης στην αποπληρωμή των δόσεων του δανείου, το κόστος για τον πιστωτή, εύλογα, υπερβαίνει το αρχικά υπολογισμένο κόστος πίστωσης. Η υπερημερία δεν συνιστά ομαλή εξέλιξη της συμβατικής σχέσης και η ρήτρα που διασφαλίζει τη δυνατότητα χρέωσης τόκου υπερημερίας είναι αναγκαίος μηχανισμός στο πλαίσιο αυτού του είδους των συμφωνιών, για να μπορεί ο πιστωτής, χρεώνοντας πρόσθετα, ποσοστό αναλόγως του πρόσθετου κόστους ή της ζημιάς που υπόκειται, να διασώσει και τη συμφωνία. Η ρήτρα αυτή, ως τέτοια προσπάθεια, δεν είναι καταχρηστική. Από την άλλη, είναι αρκετά δύσκολο για τον πιστωτή να προκαθορίσει με ακρίβεια τι θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, για την αντιμετώπιση της ζημιάς του ή για το πρόσθετο κόστος θα τύχει στο μέλλον, όταν συμβεί υπερημερία, ενώ ένα ποσοστό ζημιάς υπάρχει εγγενώς στην υπερημερία. Ακόμα κι αν η ίδια η ρήτρα για χρέωση τόκου υπερημερίας δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική από μόνη της ή ότι τίθεται τιμωρητικά, και για όλους τους λόγου που προαναφέρθηκαν, από την άλλη, η εφαρμογή της στην πράξη, δεν αποκλείεται, να προκαλεί δυσχέρεια, ιδίως εάν εφαρμόζεται κατά τρόπο που δεν ανταποκρίνεται με διαφάνεια ή ξεκάθαρα σε πραγματική ζημιά της Ενάγουσας. Όσον αφορά το περιεχόμενο των συμφωνιών, τις συμβατικές ρήτρες, δεν υπάρχει κάποια ρήτρα σχετική με τα επίδικα θέματα, η οποία να θεωρείται καταχρηστική από την ανάγνωση των συμφωνιών μόνον, και να θέτει θέμα κύρους, και δη συνολικά. Στον τρόπο εφαρμογής των ρητρών που αφορούν στον τοκισμό ή στα έξοδα, ή ειδοποιήσεων, εάν στην πράξη έχουν απολήξει σε κατάχρηση, θα επανέλθω, στο πλαίσιο εξέτασης και των υπόλοιπων ζητημάτων. Αναφερόμενη πρώτα στις ειδοποιήσεις, είναι το περιεχόμενο της παραγράφου 18 του Τεκμηρίου 5 και της παραγράφου 16 του Τεκμηρίου 9 πως κάθε ειδοποίηση/κοινοποίηση στον Εναγόμενο 1 δυνάμει της συμφωνίας ορίου και δυνάμει της συμφωνίας δανείου μπορεί να αποστέλλεται σε αυτόν με συστημένη επιστολή ή να επιδίδεται δια χειρός, με χρήση της διεύθυνσης που δήλωσε στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, οι επιστολές ημερομηνίας 24.05.2022 (Τεκμήριο 13) που στάλθηκαν στον Εναγόμενο 1 σύμφωνα με την παράγραφο 5 του Τεκμηρίου 5 και σύμφωνα με την παράγραφο 4(α) του Τεκμηρίου 9, ως ειδοποιήσεις βάσει των πιστωτικών συμφωνιών, ήταν συστημένες (ME1, ME2, Τεκμήριο 28) και στάλθηκαν με χρήση της διεύθυνσης «ΧΧΧΧφ 1» που ο Εναγόμενος 1 δήλωσε στην Τράπεζα και αναγράφθηκε στα έγγραφα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Η αναγραφή, στις ειδοποιήσεις, της λέξης «ΧΧΧΧρ» αντί «ΧΧΧΧφ», σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία (ΜΕ1, ΜΕ2), δεν επηρέασε την ταχυδρόμησή τους, εφόσον δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο και δεν υπάρχει κάποια διεύθυνση «ΧΧΧΧρ 1» στη ΧΧΧΧ, όπου θα μπορούσαν να είχαν παραληφθεί από άλλον. Οι ίδιες ειδοποιήσεις ημερομηνίας 24.05.2012 (Τεκμήριο 13), που με τον ίδιο τρόπο στάλθηκαν, προς κοινοποίηση, στην Εναγόμενη 2, δεν ήταν απαίτηση πληρωμής από την Εναγόμενη 2, σύμφωνα με την παράγραφο 10 του Τεκμηρίου 7 και την παράγραφο 9 του Τεκμηρίου
- Τελούσαν υπό την αίρεση μη άρσης των παραβάσεων από τον πρωτοφειλέτη εντός της δοθείσας προθεσμίας, ενώ η ζήτηση της πληρωμής, για τους σκοπούς της ενεργοποίησης της εγγυητικής ευθύνης, θα πρέπει να είναι οριστική, χωρίς οποιεσδήποτε αιρέσεις ως προς την απαίτηση, βέβαιη. Συνακόλουθα, σε αυτό το σημείο, δεν θα συμφωνήσω με την αγόρευση του κύριου Αντωνίου ότι οι ειδοποιήσεις του Τεκμηρίου 13 συνιστούσαν και απαίτηση πληρωμής προς την Εναγόμενη
- Ως απλές προειδοποιητικές επιστολές, προς ενημέρωση της Εναγόμενης 2 για την ύπαρξη υπέρβασης και καθυστέρησης, στάλθηκαν επίσης συστημένες, στη διεύθυνση που η Εναγόμενη 2 δήλωσε στην Τράπεζα, στα έγγραφα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, χωρίς η αναγραφή της λέξης «ΧΧΧΧρ», αντί «ΧΧΧΧφ», σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, να είχε επηρεάσει την ταχυδρόμησή τους, για τους ίδιους προαναφερόμενους λόγους, και το Δικαστήριο θεωρεί ότι απλώς παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη 2, στη διεύθυνση που η ίδια δήλωσε. Όπως προκύπτει από τη διατύπωση των προαναφερόμενων συμβατικών όρων των Τεκμηρίων 5 και 9, σε σχέση με τις ειδοποιήσεις, η ουσία των οποίων είναι να λαμβάνει πράγματι γνώση ο παραλήπτης, ο χρόνος της προθεσμίας για το αποτέλεσμα της ανάκλησης των πιστώσεων είναι από την (αποδεδειγμένη) αποστολή των σχετικών ειδοποιήσεων (on dispatch), και όχι από την παραλαβή τους (on receipt), η οποία τεκμαίρεται, εάν αποδειχθεί η ταχυδρόμηση. Δεν είναι δυνατόν να εναπόκειται στον παραλήπτη η ενεργοποίηση του χρόνου άσκησης των δικαιωμάτων του πιστωτή, και να εξαρτάται από δεδομένα που βρίσκονται στη σφαίρα ελέγχου του οφειλέτη. Το τεκμήριο είναι μαχητό, όμως το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την μαρτυρία των Εναγόμενων 1 και 2, ότι δεν σχετίζονται με τη «ΧΧΧΧφ 1» (επειδή σχετίζονται με τη «ΧΧΧΧφ 5»), που κατ' επανάληψη και για διάρκεια ετών δήλωναν, ως αξιόπιστη. Ούτως ή άλλως, δεν θα ήταν ούτε επαρκής, για την ανατροπή του τεκμηρίου, εφόσον δεν ενδιαφέρει πού διέμεναν οι Εναγόμενοι 1 και 2, αλλά η διεύθυνση που δήλωσαν στην Τράπεζα, για τους σκοπούς των επίδικων συμφωνιών. Εφόσον παρήλθαν οι 10 ημέρες από την 31.05.2012 που ταχυδρομήθηκαν οι ειδοποιήσεις ημερομηνίας 24.05.2012, χωρίς ο Εναγόμενος 1 να έχει άρει την υπέρβαση του ορίου ή να έχει πληρώσει τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου, επήλθε η ανάκληση, χωρίς άλλη ενέργεια, και τα χρεωστικά υπόλοιπα των δύο λογαριασμών ήταν πληρωτέα και απαιτητά στο σύνολό τους. Ειδικότερα, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 15, ενώ το συμφωνημένο όριο ήταν σε κάθε χρόνο €8.543,01 (αντίστοιχο Λ.Κ.5.000,00), μέχρι και την 10.06.2012, ενώ έγιναν κάποιες πιστώσεις, δεν ήταν εφικτό να επαναφέρουν το χρεωστικό υπόλοιπο εντός του εγκεκριμένου ορίου. Ο τρεχούμενος λογαριασμός είχε αρχίσει να κινείται εκτός ορίου ήδη από την 19.04.
- Όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 16, δεν έγινε κάποια πίστωση μετά την 31.05.
- Η τελευταία πίστωση στον λογαριασμό δανείου ήταν την 09.03.2012, ποσού €530,80, για τις δόσεις Φεβρουαρίου 2012 και Μαρτίου 2012, και τότε δεν είχαν πληρωθεί οι δόσεις Απριλίου 2012 και Μαΐου 2012, λόγω των οποίων είχε σταλεί και η ειδοποίηση ανάκλησης ημερομηνίας 24.05.
- Το δικαίωμα της Τράπεζας να ανακαλέσει τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού με βάση την παράγραφο 5 του Τεκμηρίου 5 και τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου με βάση την παράγραφο 4(α)(β) του Τεκμηρίου 9 είναι συμβατικό δικαίωμα, και ασκήθηκε όπως ακριβώς προβλέπουν οι πιστωτικές συμφωνίες, με διαφάνεια και έναντι στην εγγυήτρια, που ενημερώθηκε. Μέχρι την 10.06.2012, που επήλθε το αποτέλεσμα της ανάκλησης, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 15 και 16 αντίστοιχα, το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν €9.345,55 και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ήταν €2.330,47, περιλαμβανομένων των εξόδων που είχαν χρεωθεί μέχρι τότε. Επειδή ανακλήθηκε η λειτουργία του λογαριασμού, η επιταγή ΧΧΧΧ που εξέδωσε ο Εναγόμενος 1 την 06.06.2012 ακυρώθηκε και γι' αυτήν όπως και για τις επιταγές ΧΧΧΧ και ΧΧΧΧ και ΧΧΧΧ χρειάστηκαν πιστώσεις δια καταθέσεων για να τιμηθούν, μέχρι και το κλείσιμο του λογαριασμού και τη μεταφορά σε λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων, την 11.07.2012, ημερομηνία μέχρι την οποία χρεώθηκαν οι τόκοι και τα έξοδα, δίδοντας χρεωστικό υπόλοιπο €9.783,
- Μετά την ανάκληση της διευκόλυνσης δανείου, χρεώθηκαν οι τόκοι και τα έξοδα, δίδοντας χρεωστικό υπόλοιπο €2.451,18 την 20.06.2012, που έγινε μεταφορά σε λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων. Ευλόγως, λόγω και των προαναφερόμενων, ο Εναγόμενος 1 γνώριζε ότι δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιεί το όριο. Οι συμφωνίες (Τεκμήρια 5 και 9) δεν ρυθμίζουν δικαίωμα τερματισμού από την Τράπεζα ή και τρόπο τερματισμού τους. Ο τερματισμός της ισχύος τους δεν φαίνεται να ταυτίζεται με την άσκηση του προβλεπόμενου συμβατικού δικαιώματος της ανάκλησης των πιστώσεων και κλεισίματος των λογαριασμών. Εκείνο ασκήθηκε με την αποστολή των ειδοποιήσεων ημερομηνίας 24.05.2012 (Τεκμήριο 13). Τούτο ασφαλώς δεν σημαίνει πως μένουν σε αναγκαστική ισχύ και ότι απαγορεύεται στην Τράπεζα να τις τερματίσει, εάν δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση του αντισυμβαλλομένου της να πληρώσει· εάν η Τράπεζα αυτό επιλέξει ως αντίδραση στη μη εκπλήρωση[26]. Η Τράπεζα εν προκειμένω επέλεξε να τερματίσει την ισχύ των πιστωτικών συμφωνιών, αποστέλλοντας ειδοποιήσεις τερματισμού ημερομηνιών 20.06.2012 για το δάνειο και 11.07.2012 (Τεκμήριο 14). Για την πρόθεσή της να μην ανεχθεί τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 είχε ήδη ενημερώσει και με τις ειδοποιήσεις του Τεκμηρίου
- Ο τερματισμός ήταν μια εύλογη, υπό τις περιστάσεις, επιλογή, εφόσον δεν φαίνεται να υπήρχε δυνατότητα διάσωσης των συμφωνιών, και ενδεχομένως να περιόριζε σε κάποιο βαθμό και το κόστος της Τράπεζας η αποδέσμευσή της από τις πιστωτικές συμβάσεις. Το Τεκμήριο 14 συνιστά και απαίτηση πληρωμής προς την Εναγόμενη 2, προς ενεργοποίηση της εγγυητικής της ευθύνης, σύμφωνα με την παράγραφο 10 του Τεκμηρίου 7 και την παράγραφο 9 του Τεκμηρίου
- Υπάρχει σχετικό λεκτικό στις επιστολές του Τεκμηρίου 14, που απευθύνεται ξεκάθαρα προς την Εναγόμενη 2 και της ζητά πληρωμή, με βάση τις προσωπικές εγγυήσεις της. Οι ειδοποιήσεις τερματισμού δεν είναι μεν ειδοποιήσεις στο πλαίσιο λειτουργίας των συμφωνιών ή δυνάμει των πιστωτικών συμφωνιών, συνιστούν τερματισμό λόγω παράβασης (termination for breach), ήτοι μη εκπλήρωσης της ουσιώδους συμβατικής υποχρέωσης πληρωμής του ανταλλάγματος με τον συμφωνημένο τρόπο, αλλά θα έπρεπε να είχαν επίσης σταλεί όπως και οι ειδοποιήσεις που αποστέλλονται δυνάμει των πιστωτικών συμφωνιών, δηλαδή με επίδοση δια χειρός ή με συστημένο ταχυδρομείο. Θα έπρεπε, εξάλλου, και ως απαιτήσεις πληρωμής προς την εγγυήτρια, Εναγόμενη 2, να σταλούν σύμφωνα με τις συμφωνίες εγγύησής της, δηλαδή με συστημένο ταχυδρομείο, ή να επιδοθούν δια χειρός. Θα έπρεπε, επίσης, να δίδεται εύλογος χρόνος, για ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι οι ειδοποιήσεις τερματισμού του Τεκμηρίου 14, που συνιστούν και την απαίτηση πληρωμής προς την Εναγόμενη 2, στάλθηκαν με απλό ταχυδρομείο. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενό τους, δόθηκε χρόνος 7 ημερών, για την εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων των δύο λογαριασμών. Η αποστολή με απλό ταχυδρομείο δεν είναι σύμφωνη με τον τρόπο αποστολής ειδοποιήσεων στους Εναγόμενους 1 και 2 και ο χρόνος που δόθηκε δεν ήταν επαρκής. Αυτή η ασυμφωνία, όμως, δεν επιδρά επί της ουσίας, υπό τις περιστάσεις, στην υποχρέωση του Εναγόμενου 1 να πληρώσει τα ποσά που ήδη κατέστησαν πληρωτέα και με την ανάκληση, ή στην υποχρέωση της Εναγόμενης 2 βάσει των συμφωνιών εγγύησής της. Αφενός, ως είναι και το εύρημα του Δικαστηρίου σχετικά με την αποστολή των ειδοποιήσεων του Τεκμηρίου 13, οι ειδοποιήσεις του Τεκμηρίου 14 είχαν ακολουθήσει την ανάκληση, για την οποία υπήρξε δέουσα ενημέρωση των Εναγόμενων 1 και 2, και είχαν επίσης σταλεί με χρήση της διεύθυνσης που δηλώθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2, χωρίς το λάθος στην αναγραφή της λέξης «ΧΧΧΧρ» αντί «ΧΧΧΧφ» να έχει επηρεάσει τη διαδικασία της ταχυδρόμησης, κατ' επέκταση ελήφθη ουσιαστικά γνώση από μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 για τον τερματισμό και εξυπηρετήθηκε ο σκοπός, αφετέρου καταχωρίστηκε και επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 και η υπό εξέταση αγωγή, δια της οποίας, αδιαμφισβήτητα, η Ενάγουσα απαιτεί τα χρεωστικά υπόλοιπα των δύο λογαριασμών από τους Εναγόμενους 1 και
- Ως προς τον χρόνο τερματισμού, που θα μπορούσε να έχει σημασία, με βάση τη διαπίστωση ότι οι ειδοποιήσεις του Τεκμηρίου 14 δεν στάλθηκαν δεόντως, εν τέλει, και πάλι, δεν έχει, για τον λόγο που θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Να λεχθεί καταρχάς ότι ο τερματισμός των συμφωνιών (παράλληλα με την απαίτηση πληρωμής εναντίον της Εναγόμενης 2) έχει και την έννοια, όπως άλλωστε σε κάθε συμφωνία, της επιλογής, από την Τράπεζα, του αποτελέσματος της παύσης της νομικής ισχύος των πιστωτικών συμφωνιών για το μέλλον, χωρίς βλάβη βεβαίως των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που είχαν δημιουργηθεί μέχρι και τον τερματισμό, με σκοπό τη θεραπεία[27]. Μετά τον τερματισμό των πιστωτικών συμφωνιών, δεν είναι δυνατόν η Τράπεζα να εξακολουθεί να διεκδικεί πληρωμή με βάση τις πιστωτικές συμφωνίες, εκτός εάν οι συμφωνίες περιέχουν ρήτρες που μπορούν να επιβιώνουν και μετά από τον τερματισμό τους, όπως για παράδειγμα αναφορικά με τον τοκισμό, να ισχύει μέχρι την εξόφληση των οφειλόμενων, βάσει των συμφωνιών, ποσών. Το σύνολο της μαρτυρίας της Ενάγουσας επαρκεί για να αποδείξει ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, λόγω παράβασης των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, που απορρέουν από τη συμφωνία ορίου και τη συμφωνία δανείου. Όσον αφορά τα χρεωστικά υπόλοιπα, το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμών που προσκόμισε ο ΜΥ2 εκ μέρους του Εναγόμενου 1, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, ενώ η Εναγόμενη 2 δεν προσκόμισε κάποια κατάσταση λογαριασμού. Μέσα από τα Τεκμήρια 15 και 16, όπως προαναφέρθηκε, φαίνεται η πορεία των δύο επίδικων λογαριασμών και πού καταλήγουν. Συναφές με το τι δικαιούται ακριβώς η Τράπεζα, και κατ' επέκταση η Ενάγουσα, είναι και το ζήτημα που παρέμεινε να εξεταστεί, της χρέωσης τόκου υπερημερίας και των εξόδων, που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως είναι αυθαίρετα και καταχρηστικά. Ως προς τον τόκο υπερημερίας, η Ενάγουσα εξήγησε τον τρόπο και τους λόγους που η Τράπεζα χρέωσε έξοδα υπέρβασης στον τρεχούμενο λογαριασμό, αλλά δεν κατέστη σαφές εάν χρέωσε και ο τρόπος και ο λόγος με τον οποίον έγινε τυχόν χρέωση τόκου υπερημερίας, και σε τι ποσοστό μεταφράζονται συγκεκριμένα ποσά τόκου, εάν περιλαμβάνουν και τόκο υπερημερίας, πλην των εξόδων υπέρβασης (τα οποία περιλαμβάνονται επίσης στην έννοια του τόκου υπερημερίας). Παρόλο που η Ενάγουσα δεν δέχθηκε να περιορίσει την αξίωσή της βάσει κάποιας αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, έχει εκδώσει αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με την οποία υπολογίζει το χρεωστικό υπόλοιπο με την εφαρμογή τόκου υπερημερίας 2,00%, ως τα Τεκμήρια 33 και
- Προφανώς, το 2,00% είναι για να συνάδει η θεραπεία με το άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/1999 που θεσπίζει επίσης υποχρέωση για διαφάνεια στις χρεώσεις, και σε συνάρτηση με αυτή την υποχρέωση, προβλέπει ότι η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2,00% απαγορεύεται. Πρόκειται για πρόνοια που προέκυψε από νομοθετική τροποποίηση, χωρίς να αποκλείει περιθώριο ερμηνευτικών αποκλίσεων. Το 2,00% πάντως, που χρησιμοποιείται και στο νομοθετικό κείμενο, αποδίδει και το προαναφερόμενο εγγενές κόστος που τεκμαίρεται πως υπάρχει σε κάθε υπερήμερη πίστωση· με αφετηρία συλλογισμού ότι το κόστος πίστωσης δεν μένει το ίδιο όταν η πίστωση εξυπηρετείται κανονικά και όταν η ίδια δεν εξυπηρετείται, αλλά δεν αποδεικνύεται και ευχερώς η πρόσθετη επιβάρυνση του πιστωτή που προκαλείται από την υπερημερία. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Ενάγουσα για συγκεκριμένη πρόσθετη πραγματική ζημιά πέραν του 2,00%, αλλά ούτε και μαρτυρία από οποιονδήποτε εκ των Εναγόμενων ότι η υπερημερία, που ξεκάθαρα φαίνεται να υπήρξε, μέσα από τα Τεκμήρια 15 και 16, δεν προκάλεσε καμία απολύτως ζημιά στην Τράπεζα, ούτε καν στο 2,00%. Θεωρώ ότι ασφαλέστερη βάση για να στηριχθεί το Δικαστήριο, για να προσεγγίσει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών, είναι αυτή των Τεκμηρίων 33 και
- Η χρήση των Τεκμηρίων 33 και 37, για τον προσδιορισμό τυχόν χρεωστικών υπολοίπων στα οποία δικαιούται η Ενάγουσα, δεν επηρεάζει τη διαπίστωση πως υπήρξε υπέρβαση ή καθυστέρηση με βάση τα Τεκμήρια 15 και
- Ευλόγως, δεν μπορεί να αναδράμει η διαπίστωση αυτή ή να αλλάξει, με χρήση αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών. Η χρήση των Τεκμηρίων 33 και 37 καθιστά άνευ σημασίας και τον προσδιορισμό του χρόνου του τερματισμού, για τον επακόλουθο προσδιορισμό του ύψους του χρέους κατά τον τερματισμό. Όσον αφορά την έξοδα προμήθειας πώλησης συναλλάγματος που χρεώθηκαν στον τρεχούμενο λογαριασμό (09.03.2007, 12.06.2007, κ.λπ.), δεν συνιστούν έξοδα για την παραχώρηση του ορίου, κόστος αυτής της πίστωσης. Είναι χρήση του ορίου. Όπως εξήγησε το Δικαστήριο και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, θεωρεί επίδικες τις χρεώσεις εξόδων της διευκόλυνσης, ακόμα και στο πλαίσιο της γενικής δικογράφησης που υπάρχει, αλλά όχι συγκεκριμένες καταχωρίσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό που συνιστούν συναλλαγές ή χρεώσεις που κίνησαν το όριο (αναλήψεις, επιταγές, χρεώσεις εξόδων δυνάμει άλλων συμφωνιών να χρεώνεται ο τρεχούμενος λογαριασμός για τα έξοδά τους, κ.λπ.), στο κύρος των οποίων δεν μπορεί να υπεισέλθει χωρίς συγκεκριμένο πλαίσιο δίκης, εφόσον δεν έχουν αμφισβητηθεί εξ αρχής, δικογραφικά, αλλά και συγκεκριμένα. Πέραν τούτου, και οι διάφορες χρεώσεις εξόδων διευκόλυνσης που συνθέτουν ό,τι συνιστά το κόστος πίστωσης είναι χρεώσεις που, από τη διατύπωσή τους, είναι κατανοητό σε τι αφορούν. Εύκολα θα μπορούσε να ενστεί ο Εναγόμενος 1 στην επιβολή τους, εάν το επίπεδο χρέωσης θεωρούσε ότι ήταν υπερβολικό ή ότι αύξανε ανεπίτρεπτα το συνολικό κόστος των πιστώσεων. Δεν είναι λογικό να ανέμενε τόσα χρόνια χρήσης των λογαριασμών, για να κρίνει εάν ήταν καταχρηστικές τέτοιες χρεώσεις, ούτε το Δικαστήριο να μπορεί να πειστεί ότι ο Εναγόμενος 1 ή ακόμα και η Εναγόμενη 2 αμφισβητούν σήμερα τη χρέωση εξόδων κατάστασης λογαριασμού που χρεώθηκαν λόγου χάριν την 30.06.2007 ή έξοδα υπέρβασης που χρεώθηκαν προ ετών και συνέχισε να λειτουργεί ο τρεχούμενος λογαριασμός. Η ΜΕ1 εξήγησε με επάρκεια όλες τις χρεώσεις εξόδων για τις οποίες ερωτήθηκε, με αναφορά και στα τιμολόγια βασικών εργασιών της Τράπεζας, και στους όρους των συμφωνιών. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι η Ενάγουσα έπρεπε να αποστέλλει καταστάσεις λογαριασμών, που ήταν το κύριο μέσο ενημέρωσης του Εναγόμενου 1 για την κίνηση των λογαριασμών του και τις διάφορες χρεώσεις, και στην Εναγόμενη 2, όπως η Εναγόμενη 2 επιτακτικά υπέβαλε στους μάρτυρες της Ενάγουσας. Οι κλονισμένες προσωπικές σχέσεις αναμεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2, ακόμα κι αν γίνονταν γνωστές στην Τράπεζα, που η ΜΕ2 ανέφερε πως δεν ήταν, δεν θα πρόσθετε συμβατική υποχρέωση στην Τράπεζα να ενημερώνει για την κίνηση των λογαριασμών του Εναγόμενου 1 την Εναγόμενη 2, επειδή είναι εγγυήτρια. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι και η Εναγόμενη 2 ζήτησε οποτεδήποτε ενημέρωση από την Τράπεζα για τις οφειλές του Εναγόμενου 1, για να γνωρίζει την κατάσταση αναφορικά με τις εγγυήσεις της, και ότι δεν της δόθηκε και επικράτησε αδιαφάνεια. Με βάση το Τεκμήριο 33, το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενο λογαριασμού την 11.07.2012 ήταν €9.513,27 και με βάση τη μαρτυρία της ΜΕ1 από την 11.07.2012 και μετέπειτα δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι, ενώ μέχρι και την καταχώριση της αγωγής, ο συμβατικός τόκος για το όριο ήταν 11,00% (βασικό επιτόκιο 6,25% πλέον 4,75% περιθώριο), που με το επιτόκιο υπερημερίας 2,00% δίδει 13,00% ετησίως. Με βάση το Τεκμ