G. KYTHREOTIS TRADING LTD ν. ΑΝΤΩΝΗΣ Α. ΚΟΥΜΟΥΡΟΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2235/2013, 18/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2235/2013 Μεταξύ: G. KYTHREOTIS TRADING LTD Ενάγουσας και ΑΝΤΩΝΗΣ Α. ΚΟΥΜΟΥΡΟΣ ΛΤΔ Εναγόμενης 18 Μαρτίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Σ. Πούγιουρος Για Εναγόμενη: κα Ε. Ιωάννου δια Μιχάλης Β. Ιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή/Δικογραφημένες θέσεις. Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ποσό €7.936,39 πλέον τόκο ως οφειλόμενο προς αυτήν υπόλοιπο για εμπορεύματα που πώλησε. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα εταιρεία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την πώληση υαλοπίνακων και η Εναγόμενη εταιρεία με την κατασκευή αλουμινένιων πορτοπαραθύρων με υαλοπίνακες. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι παραδεκτοί από την Εναγόμενη. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι την περίοδο από 2010 μέχρι 19.9.2012 η Ενάγουσα είχε πωλήσει και παραδώσει στην Εναγόμενη υαλοπίνακες έναντι συμφωνημένης αμοιβής καθώς και ότι σε σχέση με αυτές τις συναλλαγές διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού. Ισχυρίζεται ότι παραμένει προς αυτή οφειλόμενο υπόλοιπο €7.936,39 το οποίο η Εναγόμενη αρνείται να πληρώσει. Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη παραδέχεται ότι αγόραζε υαλοπίνακες από την Ενάγουσα. Αρνείται όμως την ύπαρξη της οφειλής και ισχυρίζεται ότι «πράγματι αγόραζαν υαλοπίνακες εις τιμές που καθόριζαν οι Ενάγοντες με βάση τις τιμές αγοράς και πάντοτε παρέμεινε ένα οφειλόμενο μικρό υπόλοιπο το οποίο κατά την 19.9.2012 ήτο πλήρως εξοφλημένο.» Σε αυτή τη βάση, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μαρτυρία. Στα πλαίσια της ακρόασης έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο πρόσωπα. Η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε στο Δικαστήριο ως μάρτυρα την κα ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτη. Για την πλευρά της Εναγόμενης έδωσε μαρτυρία ο κ. ΧΧΧΧΧ Κούμουρος. Θα ξεκινήσω με μια συνοπτική αναφορά στα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας. Επικεντρώνομαι στα σημεία της μαρτυρίας που έκρινα σημαντικά για σκοπούς διαμόρφωσης του αποτελέσματος. ΜΕ
- Όπως έχω σημειώσει πιο πάνω, για την προώθηση των αξιώσεων της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η κα ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτη (ΜΕ1). Σύμφωνα με τη ΜΕ1, η Ενάγουσα εταιρεία ιδρύθηκε από τον σύζυγο της ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτη, ο οποίος στο μεταξύ έχει αποβιώσει. Η ίδια εργαζόταν στην εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο. Τα καθήκοντα της περιλάμβαναν «έκδοση τιμολογίων, εισπράξεις οφειλομένων, έκδοση αποδείξεων, τήρηση των λογιστικών της εταιρείας όπως και παρακολούθηση των πληρωμών από τους πελάτες [.] Περαιτέρω τηρώ ηλεκτρονικά και έντυπα το αρχείο με τις χρεώσεις και πληρωμές από τους πελάτες [της Ενάγουσας] και παρακολουθώ και γνωρίζω προσωπικά τις οφειλές των πελατών.» Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με την ΜΕ1 «κατά την περίοδο από 2001 μέχρι 19/9/2012 η εναγόμενη εταιρεία αγόραζε από [την Ενάγουσα εταιρεία] υαλοπίνακες και εξέδιδα για λογαριασμό [της Ενάγουσας εταιρείας] τιμολόγια με τις χρεώσεις κάθε αγοράς από [την Εναγόμενη] υαλοπικάνων όπως και εξέδιδα αποδείξεις πληρωμών. Έχω ετοιμάσει με βάση τα εν λόγω στοιχεία τα οποία προσωπικά καταχώρησα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή [της Ενάγουσας] κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο 01/01/2008 μέχρι 31/12/2012 όπου στις σελίδες 12 και 13 φαίνεται ότι στις 19/09/2012 [η Εναγόμενη εταιρεία] όφειλε προς [την Ενάγουσα εταιρεία] €7.936,
- Θα ήθελα να αναφέρω ότι έκανα προσωπικά την καταχώρηση των λεπτομερειών πιστώσεων και χρεώσεων [της Εναγόμενης εταιρείας] και έλεγξα όπως και κάνω πάντοτε την ορθότητα των στοιχείων που καταχωρήθηκαν σε σχέση με τα τιμολόγια και τις αποδείξεις που εκδίδονταν και παραδίδονταν [στην Εναγόμενη εταιρεία] από εμένα». Η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε η ΜΕ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η ΜΕ1 παρουσίασε επίσης δέσμη διπλότυπων τιμολογίων που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αναφορικά με αυτά, η ΜΕ1 εξήγησε ότι «τα τιμολόγια αυτά είναι απλήρωτα τιμολόγια εκτός από το πρώτο τιμολόγιο αρ. 8509 για €658,47 το οποίο πληρώθηκε μερικώς και έχει υπόλοιπο €129,
- Όλα τα τιμολόγια είναι υπογραμμένα από υπάλληλο [της Εναγόμενης εταιρείας] που παραλάμβανε τους υαλοπίνακες.» Πρόσθεσε ότι τα τιμολόγια υπογράφονται και από την ίδια και περιλαμβάνουν συμφωνημένες χρεώσεις. Σε σχέση με τον τρόπο που λειτουργούσε στην πράξη η συνεργασία, η ΜΕ1 είπε ότι «η διαδικασία κάθε φορά ήταν ότι [η Εναγόμενη εταιρεία] έστελνε κάποιο εκπρόσωπο στα γραφεία [της Ενάγουσας εταιρείας] για να παραλάβει την παραγγελία και ο οποίος αφού έλεγχε την παραγγελία και το τιμολόγιο το υπόγραφε για λογαριασμό [της Εναγόμενης], παραλάμβανε τους υαλοπίνακες και το τιμολόγιο και έφευγε.» Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, η ΜΕ1 παρουσίασε επίσης δέσμη τριών διπλότυπων αποδείξεων (Τεκμήριο 4). Σε σχέση με αυτές η μάρτυρας ανέφερε ότι «η τελευταία απόδειξη αρ. 0592 ημερομηνίας 20/07/2012 όπως και οι προηγούμενες δύο αποδείξεις αναφέρουν ότι η πληρωμή είναι έναντι λογαριασμού.» Σύμφωνα με την ΜΕ1 «μετά τις 20/07/2012 που έγινε η τελευταία πληρωμή από [την Εναγόμενη εταιρεία] ο σύζυγος μου και ιδιοκτήτης [της Ενάγουσας] ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτης επικοινώνησε προσωπικά με τον διευθυντή και ιδιοκτήτη [της Εναγόμενης] ΧΧΧΧΧ Κούμουρο για να ρωτήσει πότε θα πληρώσουν τα οφειλόμενα και κατά κάποιο τρόπο να διαμαρτυρηθεί για την καθυστέρηση. Ο ίδιος όπως μου ανέφερε ο σύζυγος μου επανειλημμένα υποσχέθηκε να πληρώσει αλλά πάντοτε ζητούσε χρόνο. Ουδέποτε ο ίδιος ή άλλος από [την Εναγόμενη εταιρεία] ανάφερε σε εμένα ή τον σύζυγο μου ότι ξόφλησαν και δεν οφείλουν οτιδήποτε.» Πληρωμή ζητήθηκε, σύμφωνα με την ΜΕ1, και με επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 19.3.2013 (Τεκμήριο 3) που στάλθηκε στην Εναγόμενη. Η ΜΕ1 κατέληξε στην κυρίως εξέταση της αναφέροντας ότι καμία πληρωμή έχει γίνει έναντι του οφειλόμενου ποσού, το οποίο η Ενάγουσα αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία στη βάση της οποίας γίνονταν οι συναλλαγές των δύο εταιρειών. Εξήγησε ότι «συνήθως έρχεται ο πελάτης, συμφωνά με τον πωλητή, με τον ιδιοκτήτη και αποφασίζουν τιμές κτλ. Μετά από τόσα χρόνια. δεν ήμουν εγώ όταν άρχισε η συνεργασία». Η αρχική συμφωνία είχε γίνει, σύμφωνα με την ΜΕ1, μεταξύ του αποβιώσαντα συζύγου της και του κ. ΧΧΧΧΧ Κούμουρου. Η ίδια δεν ήταν παρούσα. Τέθηκε στην μάρτυρα από τη συνήγορο της Εναγόμενης ότι καμία συμφωνία είχε γίνει. Η μάρτυρας διαφώνησε αναφέροντας ότι «χωρίς συμφωνία πώς αγοράζεις κάτι, έχεις δοσοληψίες με κάποιο; Ασφαλώς κάποιες λεπτομέρειες είτε προφορικά είτε γραπτά πρέπει να γίνουν.» Πρόσθεσε ότι στην αρχή της συνεργασίας, από την πλευρά του κ. ΧΧΧΧΧ Κούμουρου υπήρχε μια «άλλη εταιρεία, η εμπορική επωνυμία αυτή η Glassofix» (όπως της τέθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης) και ότι «πριν ήταν η Glassofix και υπήρχε ένα υπόλοιπο που χρωστούσε στην εταιρεία Kythreotis και κάποιο σημείο αποφασίσαμε ότι εκείνο το υπόλοιπο θα μεταφερθεί στην [Εναγόμενη εταιρεία].» Τέθηκε στην ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη «ήταν πελάτες [της Ενάγουσας] και αγόραζαν υαλοπίνακες, τους οποίους εξοφλούσαν κάθε φορά και αν έμενε ένα μικρό υπόλοιπο πάντοτε το εξοφλούσαν». Η ΜΕ1 διαφώνησε και απάντησε «οι αποδείξεις είσπραξης έχουν πάνω. αν ήταν εξόφληση γράφει εξόφληση λογαριασμού. Αν ήταν μέρος του λογαριασμού του ποσού του οφειλόμενου ποσού βάζουμε έναντι λογαριασμού. Μπορείτε να ελέγξετε τις αποδείξεις για να δείτε αν γράφουν εξόφληση λογαριασμού πάνω, τις οποίες αποδείξεις εκδίδαμε κάθε φορά που παίρναμε λεφτά και τις παραδίδαμε στον κύριο Κούμουρο.» Στα πλαίσια της αντεξέτασης, τέθηκε στην ΜΕ1 ότι ουδέποτε η Εναγόμενη έλαβε γνώση της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο
- Η ΜΕ1 διαφώνησε αναφέροντας ότι η Εναγόμενη «πάντα έπαιρνε καταστάσεις λογαριασμού από καιρού εις καιρόν [.] Την μέρα που ήταν να φέρουν λεφτά ετυπώναμε τους και την κατάσταση λογαριασμού. Όχι κάθε φορά που ήταν να φέρουν λεφτά, αλλά κατά διαστήματα. Και συμφωνούσαμε τα υπόλοιπα με τη γραμματέα που είχε ή τη λογίστρια που είχε ο κύριος Κούμουρος εκεί.» Τα χρήματα για τις πληρωμές, σύμφωνα με τη ΜΕ1 τα έφερνε «ή ο κύριος Κούμουρος ή ο υπάλληλος του. Ή αρκετές φορές αν ήταν απόγευμα πήγαινα εγώ από το γραφείο του και τα έπαιρνα από τη λογίστρια του ή από τον ίδιο. Όποιος ήταν εκεί.» Τέθηκε στην ΜΕ1 ότι «στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 συμπεριλαμβάνονται χρέη μιας άλλης εμπορικής επωνυμίας της Glassofix». Η ΜΕ1 απάντησε ότι «μόνο ένα ποσό €220,24 που με τη σύμφωνη γνώμη των ιδιοκτητών δηλαδή του κυρίου ΧΧΧΧΧ Κούμουρου μεταφέρθηκαν στην εταιρεία ΧΧΧΧΧ Κούμουρος. €220,24.» Πρόσθεσε ότι η συγκατάθεση αυτή είχε δοθεί στις 30.1.2008 και δόθηκε, προφορικά, από τον κ. ΧΧΧΧΧ Κούμουρο, στην ίδια προσωπικά. Τέθηκε επίσης στην ΜΕ1 ότι «η Εναγόμενη εταιρεία δεν παράλαβε τα προϊόντα που αναφέρονται σ' αυτήν την κατάσταση λογαριασμού.» Η ΜΕ1 διαφώνησε λέγοντας «δεν τα παράλαβε; Για όνομα του Θεού. Ο κύριος ΧΧΧΧΧ ήταν παρών. Ερχόταν ο υπάλληλος του, ένας Πολωνός ο Μάριαν τα παραλάμβανε και υπέγραφε. Είναι οι υπογραφές του πάνω στα τιμολόγια.» Μετά την αποχώρηση του Μάριαν από την εταιρεία, είπε, έρχονταν άλλοι υπάλληλοι. Σε σχέση με τη δέσμη τιμολογίων Τεκμήριο 3, η ΜΕ1 εξήγησε ότι η υπογραφή που βρίσκεται στο κάτω αριστερό μέρος είναι δική της και η υπογραφή στο κάτω δεξιό μέρος ανήκει στον «υπάλληλο του κυρίου ΧΧΧΧΧ.» Τέθηκε στην μάρτυρα ότι τα τιμολόγια της δέσμης Τεκμήριο 3, δεν «υπογράφτηκαν από οποιονδήποτε αντιπρόσωπο της Εναγόμενης εταιρείας.» Η ΜΕ1 διαφώνησε απαντώντας «Λάθος σας. Τα τιμολόγια υπογράφτηκαν, παραδόθηκαν μαζί με τους υαλοπίνακες. Παραλάμβαναν και το τιμολόγιο υπογραμμένο και από εμένα και από τον πελάτη.» Τέθηκε ακολούθως ότι «αυτά τα προϊόντα που περιγράφονται [στα τιμολόγια] δεν παραδόθηκαν στην Εναγόμενη εταιρεία.» Σε αυτή την υποβολή η μάρτυρας απάντησε «Αφού παραλάμβαναν τα εμπορεύματα, έλεγχαν τα εκεί, υπέγραφε το τιμολόγιο, έπαιρνε το original και έφευγε». Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού, ερωτήθηκε η μάρτυρας γιατί στις 31.12.2011 φαίνεται το closing balance να είναι μηδενικό ενώ 1.1.2012 επανέρχεται χρεωστικό υπόλοιπο. Να σημειώσω παρενθετικά ότι αυτό φαίνεται να επαναλαμβάνεται στο τέλος/αρχή κάθε ημερολογιακού έτους στην κατάσταση λογαριασμού. Η ΜΕ1 απάντησε ότι «οι ελεγκτές στο τέλος του χρόνου κάνουν το closing balance και μετά το opening balance. Το ποσό που φαίνεται πάνω στο closing balance και έρχεται και μετά opening balance το ίδιο ποσό. [.] Κλείνει ο χρόνος και αρχίζει ο νέος χρόνος με το ίδιο υπόλοιπο. [.] Έτσι τα βάζουν οι ελεγκτές.» Διαφώνησε ότι η καταγραφή αυτή σήμαινε ότι υπήρχε εξόφληση του υπολοίπου. Εξήγησε ότι «όταν ήταν credit ήταν το receipt ή payment άλλοι λογαριασμοί γράφουν. Εδώ γράφει closing με opening balance. Δεν έχει καμία σχέση με πληρωμή. Είναι καθαρό. Closing balance, υπόλοιπο κλεισίματος και υπόλοιπο ανοίγματος.» Αυτή ήταν η μαρτυρία της ΜΕ1 καθώς και το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας. ΜΥ
- Στρέφομαι στην μαρτυρία του κ. ΧΧΧΧΧ Κούμουρου (ΜΥ1), του μάρτυρα που παρουσίασε η πλευρά της Εναγόμενης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι με την Ενάγουσα εταιρεία υπήρχε συνεργασία από το 1999 περίπου και ότι από την Ενάγουσα, η Εναγόμενη εταιρεία αγόραζε υαλοπίνακες. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, στις 19.9.2012, η Εναγόμενη εταιρεία «δεν όφειλε κανένα ποσό [στην Ενάγουσα εταιρεία] και ήταν πλήρως εξοφλημένοι». Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2, ο ΜΥ1 διαφώνησε με την ορθότητα της και ανέφερε ότι «μελέτησα το Τεκμήριο 2 το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο και αναφέρω ότι η [Εναγόμενη εταιρεία] σε καμία περίπτωση την 1.01.2008 δεν όφειλε το ποσό των €5.132,74 στην [Ενάγουσα εταιρεία] και διερωτούμαι πως γράφουν στην κατάσταση λογαριασμού αυτό το πράγμα αφού η [Εναγόμενη εταιρεία] από το έτος 2010 άρχισε να αγοράζει προϊόντα από την [Ενάγουσα εταιρεία].» Πρόσθεσε ότι η κατάσταση λογαριασμού δεν είχε κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Εναγόμενη εταιρεία η οποία αγνοούσε την ύπαρξη της. Σε σχέση με τα τιμολόγια Τεκμήριο 3, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι «δεν έχουν υπογραφεί ούτε από εμένα ούτε από αντιπρόσωπο της [Εναγόμενης εταιρείας]. Άκουσα την [ΜΕ1] να λέει στο Δικαστήριο ότι τα υπέγραψε ο XXXXX και διερωτούμαι πώς γίνεται να τα υπέγραψε ο XXXXX ο οποίος έφυγε από την Κύπρο το 2011.» Σύμφωνα με τον ΜΥ1 «από την [Ενάγουσα εταιρεία] αγόραζε υαλοπίνακες και η Glassofix Double Glazing. Ένα θέμα το οποίο προέκυπτε και το οποίο ανέφερα στον κ. ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτη ήταν ότι πολλές φορές πάνω στις αποδείξεις πληρωμής ενώ αγόραζε η μια εταιρεία αυτοί χρέωναν την άλλη και αυτό του τόνιζα δεν ήθελα να γίνεται. Αυτό το θυμούμαι πολύ καλά γιατί ήταν αντικείμενο συζητήσεων πολλές φορές και οι ίδιοι δεν έδιναν σημασία.» Καταλήγει στην κυρίως εξέταση του αναφέροντας ότι ουδέποτε είχε επικοινωνήσει ο κ. ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτης μαζί του το 2012 για να του ζητήσει να πληρώσει οφειλόμενα ποσά και ότι «ξαφνικά ήρθε αυτή η αγωγή». Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 αυτός ανέφερε ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης εταιρείας και ασκεί τον έλεγχο της. Επανέλαβε ότι η συνεργασία του με την Ενάγουσα εταιρεία είχε ξεκινήσει από το 1999 και ότι προμηθευόταν από αυτή υαλοπίνακες για κατασκευή πορτοπαραθύρων. Περίγραψε τη συνεργασία ως καλή και πρόσθεσε ότι αυτή σταμάτησε τον Σεπτέμβριο
- Αναφορικά με τον τρόπο που λειτουργούσε η συνεργασία, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι γινόταν μια παραγγελία και έστελνε κάποιο υπάλληλο της εταιρείας να παραλάβει τους υαλοπίνακες από την Ενάγουσα εταιρεία. Σημείωσε ότι ο υπάλληλος, όταν επέστρεφε με τους υαλοπίνακες δεν έφερνε μαζί του κάποιο τιμολόγιο και πρόσθεσε ότι «όχι, δεν τα έχω [τα τιμολόγια], δεν έχω ούτε ένα. Αποδείξεις πλήρωνα μόνο.» Ο συνήγορος της Ενάγουσας επέμενε και ρώτησε εάν η Εναγόμενη εταιρεία δεν έχει στην κατοχή της ούτε ένα τιμολόγιο από τη συνεργασία με την Ενάγουσα και ο ΜΥ1 απάντησε «Α: «Μπορεί κάποια τιμολόγια να έχω, δεν σημαίνει κάτι. Ε: Επειδή είπες ότι δεν έχεις κανένα, τώρα το αλλάζεις; Α: Όχι, στην ουσία δεν έχω. Ε: Στην ουσία δεν έχεις. Α: Αλλά τώρα αν έτυχε ένα τιμολόγιο και το έχω, δεν μπορώ να ξέρω.» Ερωτήθηκε σε σχέση με τον τρόπο που γίνονταν οι πληρωμές και απάντησε ότι είτε πήγαινε ο ίδιος να πληρώσει είτε ερχόταν η ΜΕ1 στο γραφείο του να εισπράξει. Ερωτήθηκε τότε: «Ε: Σίγουρα αποδείξεις πρέπει να κρατούσες. Α: Ναι, αποδείξεις έχω. Ε: Έχεις λογιστές; Η εταιρεία σου έχει λογιστές; Α: Έχει ναι. Ε: Πόσα χρόνια έχει που εργάζεται η εταιρεία σου; Α: Από το
- Ε: Από το 1984 μέχρι το 2012, μιλάμε για 28 χρόνια. Ωραία, οι ελεγκτές δεν σου είπαν ότι πρέπει να έχεις τιμολόγια μαζί με την απόδειξη; Α: Κρατούσαμε. Ήθελα κάποια γυαλιά, κρατούσαμε πρόχειρα εκεί, έκαναν τόσα τα γυαλιά, ερχόταν η [ΜΕ1] πλήρωνα και δεν οφείλαμε ποσά, δηλαδή να μηνίσκει ένα μικρό υπόλοιπο ποσό το πληρώναμε σε μια εβδομάδα έτσι στυλ. Ε: Ναι. Εγώ άλλο ρώτησα για τα τιμολόγια, δεν σου έκαναν θέματα ότι πρέπει να έχεις τιμολόγια; Α: Τιμολόγια, πρώτα-πρώτα, εγώ τα υπογράφω. Από τη στιγμή που δεν τα υπόγραφα εγώ δεν είχα τιμολόγια, δεν έχω αυτά τα τιμολόγια, δεν έδωσα έγκριση στα τιμολόγια, δεν τα υπόγραψα τα τιμολόγια. Ε: Όταν πήγαινε ο υπάλληλος να παραλάβει υαλοπίνακες, ερχόταν με τους υαλοπίνακες χωρίς να κρατά κάποιο χαρτί στα χέρια του, τι πήρε και πόσα είναι αυτό; Α: Όχι. Μπορούσαμε να μιλήσουμε από το τηλέφωνο, τα έφτιαχνε εκεί, τα εκόφκαν, τα φέρναμε, τιμολόγια δεν μας έφερναν. Ε: Ούτε οι υπάλληλοι σου έφερναν τιμολόγια; Α: Όχι.» Ακολούθως, υποδείχθηκαν στον ΜΥ1 τα διπλότυπα των αποδείξεων Τεκμήριο 4 και ερωτήθηκε κατά πόσο έχει στην κατοχή του τις πρωτότυπες αποδείξεις. Ο ΜΥ1 απάντησε: «Α: Μας έδινε απόδειξη όταν πλήρωνα. Ε: Ναι, για αυτό λέω το πρωτότυπο της απόδειξης αυτής πρέπει να το έχετε. Α: Μα δεν τα κρατάμε αυτά τα πράγματα. Ε: Δεν τα κρατάτε; Α: Ναι. Ε: Δηλαδή τα πετάς; Τί τα έκανες; Α: Ή στον λογιστή ή στον αυτόν, εγώ δεν τα έχω. Ε: Ναι, αλλά εσύ την πήρες την απόδειξη και την έδωσες στον λογιστή σου, αν την έδωσες στον λογιστή σου. Α: Μπορεί, δεν ξέρω. Ε: Όταν πήρες αυτή την απόδειξη, δεν την πήρες; Δεν την διάβασες; Α: Την απόδειξη εγώ την έπαιρνα στον λογιστή.» Ερωτήθηκε ακολούθως σε σχέση με την αναγραφή στα διπλότυπα των αποδείξεων Τεκμήριο 4 ότι αφορούν πληρωμές «έναντι λογαριασμού». Να σημειώσω εδώ ότι στις αποδείξεις του Τεκμηρίου 4 περιλαμβάνεται η εξής αναγραφή: «Λάβαμε από Αντώνης Α. Κούμουρος Λτδ Από Λ/σος το ποσό € [αναγράφεται το ποσό αριθμητικά] [αναγράφεται το ποσό ολογράφως] για Εξόφληση / έναντι λ/σμου.» Τα ποσά που είναι υπογραμμισμένα πιο πάνω είναι γραμμένα χειρόγραφα, η λέξη «εξόφληση» είναι διαγραμμένη χειρόγραφα. Ο διάλογος με το συνήγορο της Ενάγουσας ήταν ο εξής: «Ε: [.] στον χώρο που γράφει «εξόφληση» και «έναντι» βλέπεις τι γράφει; Γράφει «έναντι» ή «εξόφληση»; Α: Γράφει «μετρητά». Ε: Ναι, ο τρόπος πληρωμής είναι μετρητά, αλλά πιο πάνω τί γράφει «εξόφληση» ή «έναντι λογαριασμού»; Το «εξόφληση» είναι σβησμένο; Α: «Λογαριασμού», γράφει μόνο, τίποτε άλλο. Ε: Κύριε Κούμουρε, δεν βλέπεις καλά; Α: Όχι, βλέπω. Ε: Δεν είναι καθαρό τί ρωτώ; Α: Όπως είναι η λέξη δεν είναι ολοκληρωμένη, αυτό καταλαβαίνω. Ε: Τί εννοείς δεν καταλάβεις; Α: Τούτο δαμέ, ο λογαριασμός δείχνει το χειρόγραφο. Ε: Το πριν δεν το κατάλαβες; Α: Το «έναντι» το καταλάβω. Ε: Το «εξόφληση» είναι σβησμένο; Α: Ναι, είναι σβησμένο. Ε: Όταν πήρες αυτή την απόδειξη διαμαρτυρήθηκες; Α: Μπορεί καν να μην το είδα, οπωσδήποτε δεν το είδα. [.] Ε: [.] Είπατε μου ότι κρατάτε τις αποδείξεις των πληρωμών και ότι τις πληρωμές τις κάνατε εσείς, σωστό; Α: Μας έδινε αποδείξεις, ναι. Ε: Έχετε να παρουσιάσετε αποδείξεις εξόφλησης των τιμολογίων που σας έδειξα; [.] Α: Ναι, εγώ έπαιρνα αποδείξεις, το λοιπόν και εξοφλούσαμε τα τιμολόγια, αλλά λέγαμε «εξόφλησα» και τελείωνε η υπόθεση, και την επόμενη φορά μπορούσε να φέρει άλλους υαλοπίνακες να φκει ένα ποσό, πάλε το ξοφλούσαμε. Τώρα αν έμενε ένα ποσό, αυτό ξέρω. Ε: Επειδή δεν μου απαντάτε, οφείλω να ρωτήσω, έχετε καταλάβει την ερώτηση; Α: Αν χρωστά— Ε: Πού είναι οι αποδείξεις εξόφλησης των τιμολογίων Τεκμήριο 2; Α: Αποδείξεις είναι αυτές που μας έδινε η [ΜΕ1], τι απόδειξη μας έδινε; Απόδειξη πληρωμής. Ε: Πού είναι η απόδειξη; Λέτε ότι δεν χρωστάτε τίποτε. Α: Τα έπαιρνε τα λεφτά, τα ξοφλούσαμε. Δεν κρατούσα εγώ το τιμολόγιο, τάδε εξόφληση τιμολογίου, έμενε ένα μικρό υπόλοιπο κάποτε και συνέχιζε. Αυτή ήταν η συνεργασία μας, δεν το έλεγχα εγώ εκείνο το πράγμα αν το τιμολόγιο είναι εξοφλημένο κτλ. Π.χ. ήταν 1000, έδινε 800 είχα υπόλοιπο π.χ. 200, και έδινα την επόμενη φορά και εγίνετουν. Ε: Εφόσον δεν χρωστάτε τίποτε και πάντα είχε ένα μικρό υπόλοιπο που το ξοφλούσατε, δεν έπρεπε σε κάθε απόδειξη να γράφει «εξόφληση τιμολογίου»; Α: Δεν έκανα έτσι πράμα, δεν ξέρω τι να σας πώ.» Στη συνέχεια της αντεξέτασης του, ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι είχε λάβει την επιστολή Τεκμήριο
- Η επιστολή αναγράφει ως διεύθυνση αποστολής «7Β XXXXX, XXXXX Λεμεσός» και, σύμφωνα με τον ΜΥ1 η εταιρεία του στεγαζόταν στην οδό «7 XXXXX, XXXXX Λεμεσός». Πρόσθεσε ότι το κατάστημα βρίσκεται στον αριθμό 7 και ότι στον αριθμό 7Β είναι οικία. Ακολούθως του υποδείχθηκαν ξανά τα αντίγραφα των τιμολογίων Τεκμήριο 4 και ερωτήθηκε κατά πόσο αναγνωρίζει την υπογραφή που είναι τοποθετημένο στο σημείο του παραλήπτη. Ο ΜΥ1 απάντησε: «Όχι, ούτε ξέρω ποιος είναι. Ούτε καν. [.] Δεν επέτρεπα να υπογράφουν τιμολόγια δικά μου.» Αρνήθηκε επίσης ότι όταν επέστρεφαν οι υπάλληλοι του μετά που παραλάμβαναν υαλοπίνακες από την Ενάγουσα, του προσκόμιζαν τιμολόγια. Επέμενε ότι ουδέποτε του είχε ζητηθεί πληρωμή του επίδικου ποσού από την Ενάγουσα, λέγοντας ότι «δεν μου το ζήτησαν, γιατί αν έμενε ένα μικρό υπόλοιπο το πλήρωνα την επόμενη φορά και ήταν η εταιρεία Glassofix Double Glazing, που τα έπιανε. Πώς την ενεκατώσαν και την μετάφεραν στην [Εναγόμενη εταιρεία] δεν ξέρω.» Ερωτήθηκε ακολούθως: «Ε: Άρα εσύ επιμένεις ότι ξαφνικά, χωρίς να σε πάρουν τηλέφωνο, χωρίς να σου ζητήσουν κάποιο ποσό, σου κίνησαν αγωγή σε αυτό το φανταστικό ποσό. Α: Αυτό είναι το πρόβλημα, γιατί ξαφνικά; Ε: Είναι άτομα που είχες συνεργασία για πάρα πολλά χρόνια, μιλάμε για πάνω από 20 χρόνια, είναι δυνατόν να μην σε πάρουν ένα τηλέφωνο να σου πουν «πλήρωσ' μας;» Α: Σου είπα τι γίνετουν. Ε: Εσύ έστειλες οποιανδήποτε επιστολή που να διαμαρτύρεσαι για αυτήν τη χρέωση; Α: Εγώ ήμουν του Δημοτικού, ούτε επιστολές έκανα ούτε οτιδήποτε. Ε: Ζήτησες από τους δικηγόρους σου να στείλουν κάποια επιστολή; Α: Όχι. Ε: Πήρες τηλέφωνο τον Ενάγοντα να διαμαρτυρηθείς για οποιαδήποτε χρέωση; Α: Για την αγωγή, όχι για τη χρέωση. Ε: Ναι. Α: Εγώ δεν συμφωνώ με το υπόλοιπο.» Επανέλαβε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο και ανέφερε ότι «τους πλήρωνα, τους πλήρωνα, δεν άφηνα. Μπορεί να έμενε ένα μικρό υπόλοιπό και το πλήρωνα την επόμενη φορά και ούτω καθεξής, αυτό εγίνετου.» Αναφορικά με την Glassofix στην οποία είχε αναφερθεί, ο ΜΥ1 εξήγησε ότι πρόκειται για εμπορική επωνυμία και όχι εταιρεία και ότι ιδιοκτήτης είναι ο ίδιος. Ερωτήθηκε εάν υπό εκείνο το σχήμα υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή και απάντησε «να σου πω τι γίνετουν. Το Glassofix είναι ένα μηχάνημα που κάναμε τα διπλά γυαλιά και πήγαιναν ούλλα εκεί στην Glassofix, εκεί έπρεπε να πηγαίνουν.» Πρόσθεσε ότι ούτε η Glassofix οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα εταιρεία. Ο ΜΥ1 ερωτήθηκε γιατί σταμάτησε η συνεργασία των δύο εταιρειών. Επισημάνθηκε ότι η τελευταία πράξη στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 αφορούσε μια συναλλαγή για ποσό €1.316,
- Ο ΜΥ1 ανέφερε σχετικά ότι «εκείνο το γνωρίζω. Εγώ πήγα και αγόρασα κάτι από κοντά του, ήταν ένα εξάρτημα που έφερνε μόνο ο Κυθραιώτης.» Ανέφερε ότι είχε πληρώσει σε μετρητά το αντίστοιχο ποσό και ερωτήθηκε: «Ε: Πριν από αυτό η τελευταία φορά που είχατε συναλλαγή ήταν 19/09/12; Α: Ναι. Ε: Να σας δείξω κύριε μάρτυρα, ξανά το Τεκμήριο 3 [.], το τελευταίο τιμολόγιο. Αν εξαιρέσουμε εκείνο που πληρώσατε τον Απρίλη μετρητά, αυτή ήταν η τελευταία πράξη, συμφωνάτε; Α: Δεν έχω υπογραφή δική μου, πώς γίνεται αυτό το πράγμα; Ε: Δεν ρωτώ αν έχετε υπογραφή. Ρωτώ αν ήταν η τελευταία πράξη που κάνατε. Α: Αφού δεν το είδα, πώς να ξέρω; Το βλέπω τώρα εγώ. Ε: Πότε σταμάτησε η συνεργασία σας. Α: Δεν θυμάμαι. Ε: Από ότι θυμάστε, πείτε μου πότε σταμάτησε η συνεργασία με [την Ενάγουσα εταιρεία]. Α: Εγώ νομίζω σταμάτησε το
- Ε: Το 2010, εντάξει, Είστε σίγουρος ότι σταματήσετε το 2010; Α: Ναι. Ε: Εντάξει, Ωραία, στη γραπτή σας κατάθεση που έχετε μπροστά σας [.] στην 4 παράγραφο λέτε ότι το 2010 η εταιρεία σας, η Εναγόμενη εταιρεία άρχισε να αγοράζει προϊόντα. Εσείς τώρα λέτε ότι «σταμάτησε η συνεργασία το 2010», μπορείτε να μας πείτε ποιο είναι το σωστό; Α: Εγώ ξέρω ότι σταμάτησε η συνεργασία το
- Ε: Άρα εκείνο που έγραψες στη μαρτυρία σου και υιοθέτησες είναι λανθασμένο; [.] Α: Δεν θυμάμαι αλλά νομίζω ότι είναι. Ε: Το 2010 ξεκίνησες ή σταματήσετε; Α: Σταμάτησε, τώρα εάν. Ε: Εντάξει. Εγώ σου υποβάλλω ότι η Εναγόμενη εταιρεία οφείλει προς [την Ενάγουσα εταιρεία] το ποσό των €7.936,
- Σας το υποβάλλω, τί λέτε; Α: Εγώ λέω δεν χρωστώ.» Κατά την επανεξέταση του ΜΥ1, του ζητήθηκε να διευκρινίσει κατά τόσο η συνεργασία είχε σταματήσει το 2010 ή εάν είχε ξεκινήσει τότε. Ο ΜΥ1 απάντησε το 2010 η Εναγόμενη εταιρεία άρχισε η συνεργασία. Αυτό ήταν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στα πλαίσια της ακρόασης. Τελικές αγορεύσεις. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς στις τελικές τους αγορεύσεις συνόψισαν αυτήν και εξήγησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω ακούσει και εξετάσει τα όσα ανέφεραν. Αξιολόγηση. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και ξεκινώ σημειώνοντας ότι εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο της ΜΕ1 όσο και του ΜΥ1 με γνώμονα τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία και σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. ΜΕ
- Ξεκινώντας από την ΜΕ1, σημειώνω ότι η μάρτυρας άφησε θετική εντύπωση. Κατέθεσε με σαφήνεια και επεξήγησε την εμπλοκή της στα γεγονότα. Απαντούσε με αμεσότητα, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς αντιφάσεις. Η μαρτυρία της είχε εσωτερική συνοχή και πειστικότητα ενώ τα όσα κατέθεσε συνάδουν με το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε. Κατά την αντεξέταση της παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και δεν αποκαλύφθηκαν αδυναμίες ή ασυμφωνίες στην εκδοχή της. Δεν διέκρινα πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο, να αλλοιώσει ή να αποκρύψει γεγονότα ή να κατασκευάσει μαρτυρία. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστη και η μαρτυρίας της γίνεται αποδεκτή. ΜΥ
- Στρέφομαι στη μαρτυρία του ΜΥ
- Εστίασα στην πειστικότητα και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας του. Διαπιστώνω ότι, επί ουσιαστικών ζητημάτων, υπάρχουν αδυναμίες και ασυμφωνίες μεταξύ των θέσεων που είχε προβάλει σε διάφορα στάδια της μαρτυρίας του. Επίσης, σε καίρια σημεία ως προς τα επίδικα θέματα, η μαρτυρία του ήταν γενική και αόριστη και στερείται λογικής και πειστικότητας. Θεωρώ ότι αυτά τα χαρακτηριστικά διαφαίνονται και από τα αποσπάσματα από τη μαρτυρία του που έχω παραθέσει πιο πάνω. Προσθέτω όμως και τα εξής. Παρά την επιμονή του ότι πάντα εξοφλούσε όλα τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα ποσά, καμία απόδειξη ή στοιχείο ήταν σε θέση να παρουσιάσει ότι είχαν διενεργηθεί οποιεσδήποτε πληρωμές έναντι των τιμολογίων του Τεκμηρίου
- Πέραν από τις γενικές και αόριστες αναφορές ότι πλήρωνε και αν παρέμενε κάποιο μικρό υπόλοιπο το εξοφλούσε με την επόμενη παράδοση, κανένα στοιχείο που να προσδίδει κάποια πειστικότητα ή «ενίσχυση» σε αυτή του τη θέση έχει παρουσιάσει. Η επιμονή του ότι δεν έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε τιμολόγια ή αποδείξεις της Ενάγουσας εταιρείας, επίσης δεν στέκει στη βάσανο της λογικής. Έχω παραθέσει πιο πάνω σχετικά αποσπάσματα από τη μαρτυρία του. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι μετά από μια πολυετή συνεργασία και πολυάριθμες συναλλαγές και ενώ εκκρεμούσε αυτή η αντιδικία, δεν είναι στην κατοχή του και δεν μπορεί να παρουσιάσει ούτε ένα τιμολόγιο ή μια απόδειξη για τις συναλλαγές αυτές. Οι απαντήσεις που έδινε αναφορικά με τις αναγραφές στις αποδείξεις, Τεκμήριο 4, ότι οι πληρωμές ήταν «έναντι λογαριασμού» και όχι προς εξόφληση επίσης δεν ήταν πειστικές. Έχω παραθέσει και αυτό το απόσπασμα από τη μαρτυρία του. Από το απόσπασμα αυτό διακρίνεται επίσης μια σαφής προσπάθεια να αποφύγει να απαντήσει τις σχετικές ερωτήσεις. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν αντιλαμβανόταν τη φύση των ερωτήσεων, όπως εισηγούνται οι απαντήσεις που έδινε. Οι αποδείξεις του Τεκμηρίου 4 είναι ξεκάθαρο, στην όψη τους, σαν θέμα απλών Ελληνικών και κοινής λογικής, ότι αφορούν πληρωμές που έγιναν έναντι λογαριασμού και όχι προς εξόφληση. Η γενική εικόνα από τη μαρτυρία του και το σύνολο των όσων κατέθεσε στο Δικαστήριο, δεν με έπεισαν ότι έλεγε την αλήθεια. Αντίθετα, η εντύπωση που αποκόμισα ήταν ότι προσπαθούσε να αποφύγει «άβολα» ζητήματα, δεν απαντούσε με ευθύτητα και ειλικρίνεια και επανερχόταν στις ίδιες γενικότητες και αοριστίες. Αυτά τα χαρακτηριστικά της μαρτυρίας του, και γενικά η εκδοχή που αναδύεται από τις απαντήσεις και τη στάση του, δεν μου επιτρέπουν να δεχτώ τη μαρτυρία του ως αληθινή. Αντίθετα, θεωρώ ότι επί των ουσιαστικών ζητημάτων απέφυγε να πει την αλήθεια. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς διαμόρφωσης των ευρημάτων μου. Τελειώνοντας σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1 πρέπει να σημειώσω ότι το γενικό βάρος απόδειξης της βάση αγωγής και του αξιούμενου ποσού είναι και παραμένει στους ώμους της Ενάγουσας και δεν μετατίθεται στην Εναγόμενη[1]. Οι πιο πάνω αναφορές μου για τον ΜΥ1 αφορούν το περιεχόμενο, την πειστικότητα και την ποιότητα της μαρτυρίας του και δεν αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης. Ευρήματα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, πρέπει να καταγραφούν οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τα επίδικα θέματα. Προς αποφυγή επανάληψης, τα όσα ανέφερε σε σχέση με τα γεγονότα η ΜΕ1, όπως τα έχω παραθέσει πιο πάνω, συνιστούν και καθίστανται μέρος και των δικών μου ευρημάτων. Επιπρόσθετα, συνιστά εύρημα ότι σε σχέση με τις συναλλαγές μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης εταιρείας τηρείτο η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2, ότι σε σχέση με έκαστη συναλλαγή η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια τα οποία παρέδιδε στον υπάλληλο της Εναγόμενης κατά την παραλαβή κάθε παραγγελίας, ότι τα τιμολόγια της δέσμης Τεκμήριο 3 είναι απλήρωτα (με εξαίρεση την μερική πληρωμή του 1ου τιμολογίου ως η ΜΕ1 εξήγησε) και ότι σε σχέση με 3 πληρωμές που διενεργήθηκαν από την Εναγόμενη εκδόθηκαν αποδείξεις τα διπλότυπα των οποίων είναι το Τεκμήριο
- Τέλος συνιστά εύρημα ότι εκ μέρους της Ενάγουσας είχε αποσταλεί η επιστολή Τεκμήριο
- Ανάλυση. Παραμένει να εξεταστεί εάν, με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, η πλευρά της Ενάγουσας έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τη βάση αγωγής που επικαλείται και το ποσό που αξιώνει. Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι, κατά παράβαση συμφωνηθέντων, η Εναγόμενη αμελεί ή αρνείται να εξοφλήσει οφειλόμενα προς αυτήν ποσά. Η ΜΕ1 δεν ήταν παρούσα κατά την έναρξη της συνεργασίας και μαρτυρία για το τι είχε διαμειφθεί στην αρχή της συνεργασίας των δύο εταιρειών δεν υπάρχει. Όμως, τα γεγονότα δεικνύουν ότι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη είχαν εμπορικές συναλλαγές. Στα πλαίσια των συναλλαγών τους, η Ενάγουσα πωλούσε στην Εναγόμενη υαλοπίνακες τους οποίους η Εναγόμενη χρησιμοποιούσε για τις δικές της εργασίες. Η πωλήσεις αυτές γίνονταν κατόπιν παραγγελιών από την Εναγόμενη. Για κάθε συναλλαγή, η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγιο και καλούσε την Εναγόμενη η οποία απέστελλε υπάλληλο που παραλάμβανε τους υαλοπίνακες. Ο υπάλληλος αυτός υπέγραφε και το σχετικό τιμολόγιο το οποίο επίσης παραλάμβανε. Η μαρτυρία της ΜΕ1 και τα αντίστοιχα ευρήματα δεν στοιχειοθετούν ότι το πρόσωπο που υπέγραφε τα τιμολόγια Τεκμήριο 3 εκ μέρους της Εναγόμενης ήταν εξουσιοδοτημένο να δεσμεύει την Εναγόμενη εταιρεία ή να συμφωνεί την κάθε επί μέρους χρέωση. Στα ίδια τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 3, δεν αναγράφεται ούτε μπορεί να προκύψει από το περιεχόμενο τους ότι ο υπογράφων για την Εναγόμενη αποδέχεται την χρέωση. Στο σημείο των υπογραφών, αυτό το οποίο αναγράφεται είναι ότι «Τιμολόγιο που δεν θα εξοφληθεί σε 30 μέρες από την έκδοση του βαρύνεται με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο ετησίως.» Κάτω από τις υπογραφές αναγράφεται «Εκδότης/Issued by» και «Παραλήπτης/received by». Συνεπώς, στην όψη των τιμολογίων και μόνο, δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι οι χρεώσεις για την κάθε παράδοση ήταν συμφωνημένες. Όμως, η ύπαρξη συμφωνίας ως προς τις χρεώσεις συνάγεται από άλλα στοιχεία και δεδομένα. Το εκάστοτε τιμολόγιο παραδινόταν στον υπάλληλο της Εναγόμενης κατά την παράδοση. Καμία μαρτυρία έχω ότι η παράδοση οποιουδήποτε εμπορεύματος είχε απορριφθεί από την Εναγόμενη. Ούτε ότι εμπορεύματα είχαν επιστραφεί από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, ως ακατάλληλα ή λόγω μη αποδοχής της αντίστοιχης χρέωσης. Ακόμα και η ίδια η εκδοχή του ΜΥ1 ήταν ότι προέβαινε σε πληρωμές για όλα τα προϊόντα που παραλάμβανε. Κανένας ισχυρισμός ότι διαμαρτυρήθηκε για οποιοδήποτε ποσό που του είχε ζητηθεί να πληρώσει. Καμία αναφορά ότι ζητείτο από την Εναγόμενη να πληρώσει ποσά με τα οποία διαφωνούσε. Η συνεργασία συνεχιζόταν με μεταγενέστερες παραγγελίες. Η συνεργασία, όπως την περιγράφει και ο ίδιος ο ΜΥ1, ήταν ομαλή μέχρι το τέλος. Αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι αποδεικνύουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι οι συναλλαγές μεταξύ των δύο εταιρειών και οι παραδώσεις υαλοπινάκων που διενεργούνται ήταν για συμφωνημένα ποσά. Μαρτυρία άμεση για τον συμφωνημένο χρόνο πληρωμής κάθε τιμολογίου δεν υπάρχει. Όμως στρέφομαι και πάλιν στα γεγονότα που οδηγούν σε ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι το αξιούμενο ποσό είχε καταστεί πληρωτέο και απαιτητό. Η Εναγόμενη παραλάμβανε τα εμπορεύματα και η πληρωμή ακολουθούσε σε μεταγενέστερο χρόνο. Είτε προσερχόταν ο ΜΥ1 ή άλλος υπάλληλος της Εναγόμενης στα γραφεία της Ενάγουσας και πλήρωνε είτε επισκεπτόταν τα γραφεία της Εναγόμενης η ΜΕ1 και παραλάμβανε πληρωμή. Η πληρωμή ακολουθούσε σύντομα μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων. Με αυτό συμφώνησε και ο ίδιος ο ΜΥ
- Σε αυτό συνηγορεί και η αναγραφή στα τιμολόγια Τεκμήριο 3, την οποία έχω παραθέσει πιο πάνω, που αναφέρεται σε πληρωμή εντός 30 ημερών διαφορετικά θα χρεώνεται τόκος επί του ποσού του τιμολογίου. Αναφορικά με το αξιούμενο δε ποσό, η μαρτυρία της ΜΕ1 και το αντίστοιχο εύρημα είναι ότι ο αποβιώσας σύζυγος της κ. ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτης είχε ζητήσει την πληρωμή του από τον ΜΥ1, χωρίς ανταπόκριση. Ακολούθησε η αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 5 από το δικηγόρο της Ενάγουσας με την οποία επίσης ζητήθηκε πληρωμή εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Ο ΜΥ1 στην μαρτυρία του αρνήθηκε την παραλαβή της εν λόγω επιστολής. Θετική μαρτυρία ή εύρημα ότι η επιστολή παραλήφθηκε δεν υπάρχει. Στην επιστολή όμως, αναγράφεται ως διεύθυνση της Εναγόμενης εταιρείας η οδός «7Β ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ Λεμεσός». Στα τιμολόγια Τεκμήριο 3, αναγράφεται η διεύθυνση «7, XXXXX str, Limassol XXXXX». Η ίδια διεύθυνση αναγράφεται και στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι στοιχειοθετούν, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η επιστολή Τεκμήριο 5 είχε παραληφθεί από την Εναγόμενη εταιρεία. Επί αυτού να προσθέσω και ότι ο ΜΥ1, στη δική του μαρτυρία, είχε αναφέρει ότι η διεύθυνση της Εναγόμενης εταιρείας ήταν Κλεοπάτρας
- Σε κάθε περίπτωση, η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει την επιλογή από πλευράς της Ενάγουσας να τερματίσει τη συνεργασία και να απαιτήσει πληρωμή[2]. Συγκεφαλαιώνοντας τα πιο πάνω, στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας, η Ενάγουσα εταιρεία πωλούσε υαλοπίνακες στην Εναγόμενη εταιρεία σύμφωνα με παραγγελίες που λάμβανε από την Εναγόμενη και στη βάση συμφωνημένης αμοιβής για κάθε επί μέρους παραγγελία[3]. Οι συναλλαγές γίνονταν επί πιστώσει. Για κάθε επί μέρους παραγγελία, η Ενάγουσα παρέδιδε το προϊόν, το οποίο γινόταν αποδεκτό[4], και εξέδιδε τιμολόγιο. Για κάθε πληρωμή που δεχόταν η Ενάγουσα, εξέδιδε απόδειξη. Παράλληλα, η Ενάγουσα τηρούσε κατάσταση λογαριασμού. Η συνεργασία τερματίστηκε το
- Το οφειλόμενο υπόλοιπο, ως παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού, κατέστη απαιτητό και πληρωτέο. Η Εναγόμενη υπαναχώρησε από τη δική της συμβατική υποχρέωση για πληρωμή της συμφωνημένης αμοιβής για κάθε παραγγελία. Αυτό δίνει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να διεκδικεί αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστη ένεκα της παράβασης, ήτοι το οφειλόμενο υπόλοιπο[5]. Συνεπώς, κρίνω ότι η Ενάγουσα εταιρεία έχει στοιχειοθετήσει τη βάση αγωγής που επικαλείται. Στρέφομαι στο κατά πόσο η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει το ποσό που αξιώνει με την αγωγή. Προς απόδειξη του αξιούμενου ποσού, η ΜΕ1 παρέπεμψε στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 και στα τιμολόγια του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα με τη μάρτυρα και το αντίστοιχο εύρημα, στην κατάσταση λογαριασμού χρεώνονταν τα ποσά των τιμολογίων και πιστώνονταν οι εκάστοτε πληρωμές που γίνονταν από την Εναγόμενη. Η θέση της Ενάγουσας, που προβλήθηκε μέσω της αξιόπιστης μαρτυρίας της ΜΕ1, είναι ότι η Εναγόμενη της οφείλει το ποσό που αναγράφεται ως χρεωστικό υπόλοιπο στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 καθώς και ότι το οφειλόμενο ποσό αυτό προκύπτει από τα τιμολόγια της δέσμης Τεκμήριο
- Καμία από τις χρεώσεις ή πιστώσεις της κατάστασης λογαριασμού και καμία από τις συναλλαγές που αυτές αντιπροσωπεύουν έχει αμφισβητηθεί συγκεκριμένα από την πλευρά της Εναγόμενης. Δεν έχω οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιον μου που να δείχνουν ή να εισηγούνται ότι οι καταγραφές στην κατάσταση λογαριασμού δεν αντιστοιχούν σε παραγγελίες της Εναγόμενης που διεκπεραιώθηκαν και παραδόθηκαν από την Ενάγουσα. Επιπρόσθετα όλα τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 3 περιλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού. Η ΜΕ1, στη μαρτυρία της, εξήγησε ότι το ποσό της οφειλής ανέρχεται σε €7.936,39, όπως καταγράφεται, ως χρεωστικό υπόλοιπο, στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία και τα ευρήματα το ποσό αμοιβής για την κάθε παραγγελία ήταν συμφωνημένο και η ΜΕ1 ήταν το πρόσωπο που εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια, παραλάμβανε πληρωμές, εξέδιδε αποδείξεις και τηρούσε την κατάσταση λογαριασμού. Η παρούσα περίπτωση διαφέρει από τα περιστατικά της D & G Products Ltd v Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 ΑΑΔ 263, στην οποία παρέπεμψε στην τελική της αγόρευση η συνήγορος της Εναγόμενης. Στην υπόθεση εκείνη, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε επισημάνει ότι σε αγωγή για υπόλοιπο λογαριασμού για πώληση και παράδοση εμπορευμάτων δεν μπορεί να αποδειχτεί το ισχυριζόμενο χρέος με απλή δήλωση από την πλευρά της ενάγουσας χωρίς οτιδήποτε άλλο που να εξηγεί και να θεμελιώνει το χρέος. Στην παρούσα περίπτωση, η ΜΕ1 εξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τον τρόπο που λειτουργούσε η συνεργασία των δύο εταιρειών και ήταν το πρόσωπο που διατηρούσε την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Η κατάσταση λογαριασμού αφορά μια μεγάλη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο 2008 μέχρι το τέλος της συνεργασίας, περιλαμβάνει εκατοντάδες συναλλαγές, εκτείνεται σε 13 σελίδες και η ΜΕ1 εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο γίνονταν οι καταγραφές στην κατάσταση λογαριασμού. Παρουσίασε επίσης δέσμη από δεκάδες τιμολόγια από τα οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία της και τα ευρήματα, προκύπτει η οφειλή. Από ένα απλό έλεγχο, φαίνεται ότι έκαστο τιμολόγιο αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη χρέωση στην κατάσταση λογαριασμού. Εξήγησε με σαφήνεια επίσης η ΜΕ1 πως γίνονταν οι πληρωμές έναντι του λογαριασμού, πως γινόταν η έκδοση σχετικών αποδείξεων και πως γίνονταν οι αντίστοιχες χρεο-πιστώσεις στην κατάσταση λογαριασμού. Συνεπώς, διαφωνώ με την εισήγηση ότι το αξιούμενο ποσό είναι ατεκμηρίωτο. Αντίθετα, κρίνω ότι το αξιούμενο ποσό υποστηρίζεται και αποδεικνύεται, στον απαιτούμενο βαθμό, με σαφή, συγκεκριμένα, στοιχεία και επαρκή, αξιόπιστη μαρτυρία. Έχω ήδη αναφερθεί στη δικογραφημένη θέση της Υπεράσπισης. Ουσιαστικά η Εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει το αξιούμενο ποσό. Ο μόνος ισχυρισμός θετικός ισχυρισμός που προβάλλει στην Υπεράσπιση της είναι ότι «πράγματι αγόραζαν υαλοπίνακες εις τιμές που καθόριζαν οι Ενάγοντες με βάση τις τιμές αγοράς και πάντοτε παρέμενε ένα οφειλόμενο μικρό υπόλοιπο το οποίο κατά την 19.09.2012 ήτο πλήρως εξοφλημένο». Η δικογραφημένη αυτή θέση όμως δεν στοιχειοθετήθηκε κατά την ακρόαση με αξιόπιστη μαρτυρία και καταρρίπτεται από την μαρτυρία της ΜΕ1 και τα αντίστοιχα ευρήματα. Δεν έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε στοιχεία που να θέτουν σε αμφισβήτηση αυτά που κατέθεσε η ΜΕ1 και τα συμπεράσματα στα οποία οδηγούν. Καταλήγω, επομένως, ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει το ποσό που αξιώνει. Πριν ολοκληρώσω, ένα ζήτημα που είχε εγερθεί κατά την ακρόαση αφορά συναλλαγές της Ενάγουσας με τον ΜΥ1, υπό την εμπορική επωνυμία Glassofix Double Glazing. Η αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 είναι ότι υπήρχαν και συναλλαγές που γίνονταν κάτω από αυτή την εμπορική επωνυμία και ότι σε κάποιο στάδιο της συνεργασίας, ο ΜΥ1 της ζήτησε όπως το υπόλοιπο που αφορούσε συναλλαγές της Glassofix ύψους €220,24 (όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού) μεταφερθεί στο λογαριασμό της Εναγόμενης εταιρείας, όπως και έγινε. Συνεπώς δεν διαπιστώνω οτιδήποτε μεμπτό στο ότι στην κατάσταση λογαριασμού συμπεριλαμβάνεται το υπόλοιπο συναλλαγών της Glassofix. Η συμπερίληψη αυτή έγινε με οδηγίες και με τη σύμφωνη γνώμη του ΜΥ1, διευθυντή της Εναγόμενης. Η ανάληψη υποχρέωσης από την Εναγόμενη, ενεργώντας μέσω του διευθυντή της, για πληρωμή οφειλής του σχήματος Glassofix είναι καθόλα νόμιμη και δεσμευτική. Να προσθέσω ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός στην Υπεράσπιση ότι στο αξιούμενο ποσό περιλαμβάνονται χρεώσεις που δεν είναι υποχρεώσεις της Εναγόμενης εταιρείας. Τέλος, έγινε αναφορά τόσο κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 όσο και στην τελική αγόρευση της συνηγόρου της Εναγόμενης σε σημεία της κατάστασης λογαριασμού όπου υπάρχουν αναφορές σε closing και opening balance. Θεωρώ ότι η ΜΕ1 απάντησε και εξήγησε με σαφήνεια αυτόν τον λογιστικό χειρισμό του υπολοίπου της Εναγόμενης κατά το τέλος κάθε ημερολογιακού έτους. Συνεπώς, αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Κατάληξη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €7.936,
- Επί του ποσού αυτού επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της αγωγής. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v
(1)Αντώνης Αντωνίου κ.α. Πολιτική έφεση 273/2010 ημερομηνίας 8.4.2014. [2] Μακεδόνας ν Λαζάρου
(2005)1 ΑΑΔ 1322, Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1 ΑΑΔ 2029 [3] Άρθρο 10
(1)περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [4] Άρθρο 37 περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [5] Άρθρο 73 περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο