CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5180/12, 15/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5180/12 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από τη Λευκωσία Ενάγουσα και ΧΧΧΧΧΧΧ Νικολάου, (Δ.Τ. ΧΧΧΧΧ), από τη ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ Νικήτα, (Δ.Τ. ΧΧΧΧΧΧ), από τη ΧΧΧΧΧ Εναγόμενοι ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΧΧΧΧΧΧΧΧ Νικήτα, (Δ.Τ. ΧΧΧΧΧΧ), από τη ΧΧΧΧΧΧ Δι' ανταπαιτήσεως Ενάγων και CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από τη Λευκωσία Δι' ανταπαιτήσεως Εναγόμενη --------------------------------- Ημερομηνία: 15.03.2022 Για Ενάγουσα / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη: κ. Γ. Αντωνίου μαζί με κα Μ. Φισέντζου Εναγόμενη 1 εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για Εναγόμενο 2 / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα: κα Γ. Βλαδιμήρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παραχώρηση τραπεζικής διευκόλυνσης από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα») στην Εναγόμενη 1 αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Τράπεζα, δυνάμει συμφωνίας ημερ. 23.12.10, συμφώνησε όπως παρέχει και/ή συνεχίσει να παρέχει στην Εναγόμενη 1 δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιονδήποτε άλλον λογαριασμό. Συγκεκριμένα, η Τράπεζα με επιστολή ημερ. 23.12.10, το περιεχόμενο της οποίας αποδέχθηκε η Εναγόμενη 1, ενέκρινε την παραχώρηση και παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €20.
- Ως αντάλλαγμα της προαναφερόμενης τραπεζικής διευκόλυνσης, ο Εναγόμενος 2, δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως και αποζημιώσεως, εγγυήθηκε την Εναγόμενη 1 και ανέλαβε προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι 1 και 2, σε αντάλλαγμα της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας, παραχώρησαν προς όφελος της Τράπεζας υποθήκη, δυνάμει σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου με αρ. XXXXX/2006 και εγγράφου υποθήκης ημερ. 19.12.
- Η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 24.02.12 ενημέρωσε τους Εναγόμενους 1 και 2, ότι ο λογαριασμός παρουσίαζε ληξιπρόθεσμη οφειλή εκ ποσού €1.255,
- Παράλληλα, ενημέρωσε τους Εναγόμενους ότι σε περίπτωση παράλειψης τακτοποίησης του οφειλόμενου υπολοίπου, θα προχωρούσε σε κλείσιμο του λογαριασμού. Ακολούθως, με επιστολή ημερ. 24.07.12, τερμάτισε τη συμφωνία και κάλεσε τους Εναγόμενους 1 και 2 να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, το οποίο κατά τον εν λόγω χρόνο ανερχόταν στο ποσό των €19.113,
- Η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπισή της αρνείται τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων. Περαιτέρω, αρνείται ότι εκτέλεσε έγκυρη υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας και/ή ότι υποθήκευσε το δικό της συμφέρον για οποιοδήποτε ποσό. Επίσης, προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι η υποθήκη με αρ. Υ12719/2006 ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα, αρνείται ότι έλαβε και/ή ότι στάλθηκαν προς αυτήν οι επιστολές ημερ. 24.02.12 και 24.07.12 και ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο από την Τράπεζα ποσό είναι υπερβολικό, καθώς περιέχει παράνομες και/ή αυθαίρετες και/ή αδικαιολόγητες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις. Ο Εναγόμενος 2 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη, καθώς περιέχει καταχρηστικούς και/ή αυθαίρετους όρους και αντίκειται στις αρχές της επιείκειας και των συναλλακτικών ηθών. Ειδικότερα, όσον αφορά το έγγραφο εγγύησης και την υποθήκη με αρ. XXXXX/2006, ισχυρίζεται ότι είναι άκυρα, καθώς, μεταξύ άλλων, υπογράφηκαν χωρίς την ελεύθερη βούλησή του και/ή χωρίς αντάλλαγμα. Περαιτέρω, όσον αφορά την υποθήκη, ισχυρίζεται ότι αυτή δεν αφορά το επίδικο δάνειο και/ή τις επίδικες χρηματοοικονομικές διευκολύνσεις. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και αρνείται ότι υπήρξε νόμιμη ενημέρωση για τον τερματισμό της συμφωνίας. Επίσης, ισχυρίζεται ότι τα αξιούμενα ποσά αποτελούν προϊόν αυθαίρετων και/ή παράνομων χρεώσεων και/ή επιβαρύνσεων και/ή ανατοκισμού. Διά της Ανταπαίτησής του υποστηρίζει, ότι η ενέργεια της Τράπεζας να καταχωρήσει τα στοιχεία του στο σύστημα «Άρτεμις» είναι καταχρηστική και/ή παράνομη και/ή καταπιεστική και/ή κακόπιστη. Ως εκ των ανωτέρω, αξιώνει την έκδοση διατάγματος και/ή απόφασης, με την οποία να διατάσσονται οι Ενάγοντες όπως αποσύρουν τα προσωπικά του στοιχεία από το σύστημα «Άρτεμις», όπως επίσης και όπως επιδικαστούν προς όφελος του αποζημιώσεις. Η Ενάγουσα στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 2 αρνείται τους ισχυρισμούς του τελευταίου και υποστηρίζει ότι η κατάθεση των στοιχείων του Εναγόμενου 2 στο σύστημα «Άρτεμις» ήταν καθ' όλα έγκυρη, καλόπιστη και έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες των σχετικών νόμων και αποφάσεων του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η διαδικασία της ακρόασης καθορίστηκε με οδηγίες του Δικαστηρίου στις 18.09.
- Συγκεκριμένα, αποφασίστηκε όπως η απαίτηση και η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 2 συνεκδικαστούν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις επιμελείς αγορεύσεις τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των επίδικων θεμάτων. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και συγκεκριμένη αναφορά σε αυτές θα γίνει πιο κάτω εκεί και όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Μαρτυρία Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Η Μ.Ε.1 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής της ‑ Έγγραφο Α, ως την κυρίως εξέτασή της. Σε αυτήν δήλωσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Οριστικών Καθυστερήσεων της Τράπεζας. Στα πλαίσια σχεδίου διακανονισμού, το οποίο στις 20.12.18 επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην αίτηση εταιρειών με αρ. 947/18, μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα χρέη και πιστωτικές διευκολύνσεις που βρίσκονταν στις οριστικές καθυστερήσεις της Τράπεζας. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνεται και η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση. Δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας, η Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης προς την Ενάγουσα σε σχέση με τις διευκολύνσεις που μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα. Στις 23.12.10 υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 8). Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας, ότι η πιστωτική διευκόλυνση θα χρεωνόταν με επιβαρύνσεις, των οποίων το ποσοστό, ύψος, χρόνος και τρόπος υπολογισμού θα καθοριζόταν κατά καιρούς από την Τράπεζα με ενημέρωση της Εναγόμενης
- Κατά την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 23.12.10, η Τράπεζα με επιστολή προσφοράς προς την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 9), την οποία η τελευταία υπέγραψε αποδεχόμενη το περιεχόμενό της, έγκρινε την παραχώρηση δανείου ποσού €20.
- Το δάνειο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €420,60 έκαστη δόση και η πρώτη δόση ήταν καταβλητέα την 01.02.
- Το δάνειο θα χρεωνόταν με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ανερχόταν στο 5,75%, πλέον 4% πρόσθετο τόκο. Δηλαδή το σύνολο του επιτοκίου κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 9,75%. Περαιτέρω, αποτελούσε όρο του Τεκμηρίου 9, ότι ο Εναγόμενος 2 θα παραχωρούσε εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου, το οποίο επιπρόσθετα θα εξασφαλιζόταν και με την υφιστάμενη υποθήκη με αρ. XXXXX/06 (δέσμη Τεκμηρίου 14). Η παραχώρηση του δανείου στην Εναγόμενη 1 διεπόταν τόσο από τους όρους του Τεκμηρίου 8, όσο και από τους όρους του Τεκμηρίου
- Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε στις 23.12.10 έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης, με το οποίο εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα (Τεκμήριο 12). Παράλληλα, η Τράπεζα, με επιστολή της ημερ. 23.12.10 προς τον Εναγόμενο 2 (Τεκμήριο 13), πληροφόρησε τον τελευταίο για τους βασικούς όρους της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, με σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου με αρ. XXXXX/06 και έγγραφο υποθήκης ημερ. 19.12.06 - δέσμη Τεκμηρίου 14 (στο εξής η «υποθήκη»), ανέλαβαν όπως πληρώσουν στην Τράπεζα σε πρώτη ζήτηση το ποσό των CHF 435.000 και προς εξασφάλιση της πληρωμής του εν λόγω ποσού υποθήκευσαν όλο το μερίδιο που κατέχουν στο ακίνητο με αρ.εγγραφής ΧΧΧΧΧΧ στον ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ (στο εξής το «ακίνητο»). Η δέσμη Τεκμηρίου 14 υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 2 εκ μέρους της Εναγόμενης 1 στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 15). Υπήρξε παράβαση των όρων του Τεκμηρίου 8, με αποτέλεσμα η Τράπεζα να αποστείλει στην Εναγόμενη 1, με κοινοποίηση στον Εναγόμενο 2, επιστολή ημερ. 24.02.12, καλώντας τους να εξοφλήσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές εντός 15 ημερών (Τεκμήριο 16). Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να συμμορφωθούν και ως εκ τούτου, η Τράπεζα με νέα επιστολή της ημερ. 24.07.12 προς την Εναγόμενη 1, με κοινοποίηση στον Εναγόμενο 2 (Τεκμήριο 17), τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Ταυτόχρονα, με την εν λόγω επιστολή, η Εναγόμενη 1 πληροφορήθηκε, ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού θα επιβαρυνόταν από τη μεταφορά του στις καθυστερήσεις με αυξημένο επιτόκιο, δηλαδή με βασικό επιτόκιο 6,25% και πρόσθετο επιτόκιο 7,75%, δηλαδή σύνολο επιτόκιο 14%. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και συγκεκριμένα, στις 29.07.13, πιστώθηκαν έναντι του οφειλόμενου χρέους τα ποσά των €850 και €4.078,
- Η Τράπεζα διατηρεί τραπεζικό βιβλίο σε μορφή ηλεκτρονικού υπολογιστή, στο οποίο φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Από αυτό εκτυπώθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες συνοδεύονται από πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 (δέσμη Τεκμηρίου 18). Το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των €16.811,76 πλέον τόκοι προς 14% ετησίως επί του ποσού των €21.740,36 από 01.07.13 μέχρι 28.07.13 και ακολούθως, με τόκο προς 14% ετησίως επί του ποσού €16.811,76 από 29.07.13 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30.06 και 31.12 έκαστου έτους. Στις 02.04.10 υπήρξε αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 0,50%, με αποτέλεσμα το σύνολο του επιτοκίου να ανέλθει από 9,75% σε 10,25%. Το δε επιτόκιο υπερημερίας μειώθηκε από την 01.07.12 από 5% σε 3%. Στο Τεκμήριο 17, ως διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 2, αναγράφεται η οδός «ΧΧΧΧΧΧ» αντί της ορθής «ΧΧΧΧΧΧΧ». Η διαφορά στο γράμμα «ρ» αντί «φ» δεν διαδραμάτισε οποιονδήποτε ρόλο στην παράδοση του Τεκμηρίου
- Αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι οι επιστολές δεν επιστράφηκαν πίσω από το ταχυδρομείο με ένδειξη ότι αυτές δεν παραδόθηκαν. Επίσης, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 21, δεν υπάρχει διεύθυνση ΧΧΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ, παρά μόνο η ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ. Αντεξεταζόμενη από την Εναγόμενη 1 ανέφερε ότι οι πληροφορίες που έλαβε σε σχέση με την επίδικη υπόθεση περιλαμβάνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, στο οποίο, λόγω της θέσης της, έχει πρόσβαση. Η δυνατότητα της Τράπεζας να χρεώνει τον λογαριασμό με έξοδα καθυστερήσεων, έξοδα έκδοσης κατάστασης λογαριασμών και έξοδα αποστολής επιστολών προκύπτει από το Τεκμήριο 9 και συγκεκριμένα την παράγραφο Δ, ως επίσης και την παράγραφο ΣΤ, η οποία παραπέμπει στο Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών. Δεν είχε στην κατοχή της τα παραστατικά των καταθέσεων που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό και αρνήθηκε τη θέση της Εναγόμενης 1, ότι οι δόσεις του επίδικου δανείου καταβάλλονταν κανονικά και δεν υπήρχαν σε αυτό οποιεσδήποτε καθυστερήσεις. Διαφώνησε με την Εναγόμενη 1, ότι υπήρξε αντίδραση από την τελευταία σε σχέση με τη διαχείριση του λογαριασμού, λέγοντας ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε γραπτώς στον φάκελο που διατηρεί η Τράπεζα. Δεν γνωρίζει κατά πόσο υπήρξαν οποιεσδήποτε προφορικές συζητήσεις με συναδέλφους της κατά τον χρόνο λειτουργίας του λογαριασμού. Η ίδια είχε προφορικές συνομιλίες με την Εναγόμενη 1, οι οποίες, όμως, έλαβαν χώρα μετά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού. Όσον αφορά την υποθήκη, αυτή συνδέθηκε με την επίδικη οφειλή ως εξασφάλιση, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 9, το οποίο απευθύνεται στην Εναγόμενη
- Η Μ.Ε.1 αρνήθηκε τη θέση της Εναγόμενης 1, ότι η Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία, λέγοντας ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων κατά παράβαση των σχετικών όρων. Αναφορικά με το Τεκμήριο 17, η Τράπεζα έλαβε επιβεβαίωση από λειτουργούς του ταχυδρομείου ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, εφόσον δεν υπάρχει άλλη διεύθυνση με αυτήν την ονομασία, οι επιστολές παραδίδονται ανεξαρτήτως της διαφοράς που υπάρχει στο γράμμα. Αντεξεταζόμενη από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου 2 δήλωσε, ότι ο τελευταίος γνωστοποίησε στην Τράπεζα τη διεύθυνση αλληλογραφίας του και αυτή ήταν η Τ.Θ.ΧΧΧΧ. Πέραν της εν λόγω διεύθυνσης, όμως, στα Τεκμήρια 12 και 13 δηλώθηκε ως διεύθυνσή του η οδός ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ Χ. Ο Εναγόμενος 2 δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να αναφέρεται ότι η υποθήκη θα καλύπτει και το επίδικο δάνειο. Στο Τεκμήριο 13, ωστόσο, αναφέρεται ότι παρέλαβε και το Τεκμήριο 9 στο οποίο καταγράφεται ότι η υποθήκη θα εξασφαλίζει και το παρόν δάνειο. Η Μ.Ε.1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι η προαναφερόμενη υποθήκη δεν συνδέεται με το επίδικο δάνειο. Αρνήθηκε, επίσης, τη θέση ότι οι χρεώσεις που αφορούν έξοδα καθυστερήσεων, έξοδα επιστολών και γενικότερα όλες οι χρεώσεις που εμφανίζονται στις καταστάσεις λογαριασμού - δέσμη Τεκμηρίου 18, είναι παράνομες και καταχρηστικές. Ο Εναγόμενος 2 αποδέχθηκε τις εν λόγω χρεώσεις, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 13, και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε γραπτώς. Τέλος, αρνήθηκε τη θέση της κας. Βλαδιμήρου, ότι ο Εναγόμενος 2 δεν χρωστά στην Ενάγουσα το αξιούμενο ποσό. Η Μ.Ε.2 εργάζεται στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Τράπεζας. Κατόπιν οδηγιών των δικηγόρων της Ενάγουσας ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, χωρίς, ωστόσο, η Ενάγουσα να εγκαταλείπει την αξίωση της ως αυτή δικογραφείται. Ετοίμασε συνολικά οκτώ αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήρια 22 - 29) παραθέτοντας διάφορα εναλλακτικά σενάρια. Τα Τεκμήρια 22 - 29 καλύπτουν την περίοδο από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου μέχρι την 29.07.13, ημερομηνία κατά την οποία έγινε η τελευταία πίστωση στον επίδικο λογαριασμό. Περαιτέρω, στα Τεκμήρια 22 - 29, η κεφαλαιοποίηση των τόκων γίνεται στις 30.06 και 31.12 εκάστου έτους και για τον υπολογισμό των τόκων χρησιμοποιήθηκε ως διαιρέτης ο αριθμός
- Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκε ο επίδικος λογαριασμός προβλέπονται στα Τεκμήρια 8 και 9, καθώς και στο Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών της Τράπεζας (Τεκμήριο 30), το οποίο ήταν τοποθετημένο σε περίοπτη θέση σε όλα τα υποκαταστήματα της Τράπεζας και αναρτημένο στην ιστοσελίδα της. Αντεξεταζόμενη από την Εναγόμενη 1 δήλωσε, ότι για την ετοιμασία των Τεκμηρίων 22 - 29 έλαβε υπόψη της τα Τεκμήρια 7, 8 και 17 -
- Διαφώνησε, ότι το Τεκμήριο 30 δημιουργήθηκε εκ των υστέρων, καθώς και ότι ουδέποτε αναρτήθηκε, είτε στα υποκαταστήματα της Τράπεζας, είτε στην ιστοσελίδα της. Κατά την αντεξέταση της από τη συνήγορο του Εναγόμενου 2 είπε, ότι τα Τεκμήρια 22 - 29 είναι ορθά, απλά το καθένα βασίζεται στα δικά του δεδομένα. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση της κας. Βλαδιμήρου, ότι ο επίδικος λογαριασμός θα έπρεπε στις 29.07.13 να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο €15.390,
- Η Εναγόμενη 1 στην κυρίως εξέταση της δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι διατηρούσε με την Τράπεζα και άλλες, πέραν της επίδικης, τραπεζικές διευκολύνσεις. Σε προσωπικό επίπεδο κατά το 2010 διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό και λογαριασμό κάρτας, τους οποίους αποφάσισε να τερματίσει, καθώς ήταν ασύμφορη η λειτουργία τους. Για αυτό τον λόγο έλαβε το επίδικο δάνειο, το οποίο περιέχει αδιαπραγμάτευτους όρους και καταχρηστικές ρήτρες. Οι προσωπικές συνθήκες της κατά την επίμαχη περίοδο ήταν δύσκολες και, έτσι, δεν έδωσε σημασία στους όρους των Τεκμηρίων 8 και
- Επικεντρώθηκε στη δόση που θα κατέβαλλε και ενόψει της συνεργασίας που διατηρούσε με την Τράπεζα, από την οποία είχε να λαμβάνει αμοιβή για υπηρεσίες που της παρείχε, θεώρησε ότι το δάνειο θα εξοφλούνταν με ευκολία. Παρά το ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 9, εντούτοις η υποθήκη δεν καλύπτει την επίδικη διευκόλυνση. Ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε όπως η υποθήκη εξασφαλίσει και το επίδικο δάνειο και έτσι η Τράπεζα δεν την ενσωμάτωσε στο Τεκμήριο 8 ως Παράρτημα, σύμφωνα με την πρακτική που εφάρμοζε. Η οδός ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ Χ, στην οποία στάλθηκε το Τεκμήριο 17, δεν είναι η διεύθυνση διαμονής της. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 37, η διεύθυνση της οικίας της είναι η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ Χ. Περαιτέρω, η Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να τερματίσει τον επίδικο λογαριασμό, καθώς υπήρχαν οφειλές της Τράπεζας προς την ίδια, όπως προκύπτει και από τις καταθέσεις που έγιναν στις 29.07.13 στον επίδικο λογαριασμό. Τα εν λόγω χρηματικά ποσά θα έπρεπε να κατατεθούν από την Τράπεζα στον επίδικο λογαριασμό πριν τον τερματισμό. Αν γινόταν αυτό, δεν θα υπήρχαν οποιεσδήποτε καθυστερήσεις. Η Τράπεζα δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί τα διάφορα ποσά εξόδων που χρεώθηκαν στο δάνειο. Το Τεκμήριο 30, πέραν του ότι εκδόθηκε το 2009, ουδέποτε της κοινοποιήθηκε και ουδέποτε το υπέγραψε. Αντεξεταζόμενη δήλωσε ότι ασκεί εδώ και 33 περίπου έτη το δικηγορικό επάγγελμα και χειρίστηκε αρκετές υποθέσεις της Τράπεζας ως δικηγόρος της. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια γνωρίζει το περιεχόμενο των εγγράφων που χρησιμοποιεί η Τράπεζα. Τα Τεκμήρια 8 και 9, αν και τα υπέγραψε, εντούτοις, δεν τα επιθεώρησε πριν τα υπογράψει. Συμφώνησε με τον κ. Αντωνίου, ότι στα προαναφερόμενα έγγραφα δεν περιλαμβάνεται πρόνοια που να ορίζει ότι οι δόσεις του δανείου θα εξοφλούνται από τιμολόγια που θα έκδιδε προς την Τράπεζα για υπηρεσίες που παρείχε. Αποτελούσε, ωστόσο, κοινή αντίληψη μεταξύ της ίδιας και της Τράπεζας. Δεν είχε τον χρόνο, ούτε και τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί με την Τράπεζα και να ζητήσει, όπως ο συγκεκριμένος όρος περιληφθεί στα Τεκμήρια 8 και
- Οι όροι των συμφωνιών ήταν προδιατυπωμένοι και η Τράπεζα ουδέποτε τους άλλαζε. Όσον αφορά τη διεύθυνση ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ Χ, συμφώνησε ότι αυτή αναγράφεται στα Τεκμήρια 8 και 9 τα οποία υπέγραψε. Δεν ζήτησε από την Τράπεζα να διορθωθεί ο αριθμός, ούτως ώστε από Χ να γίνει Χ, διότι δεν το πρόσεξε. Ο Εναγόμενος 2 υιοθέτησε όσα ανέφερε η Εναγόμενη 1 σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής των Τεκμηρίων 8 και 9, καθώς και όσα μεσολάβησαν μέχρι τον τερματισμό του επίδικου δανείου. Περαιτέρω, δήλωσε ότι αρνήθηκε να εξασφαλιστεί το επίδικο δάνειο με την υποθήκη. Η διεύθυνση αλληλογραφίας που δήλωσε στην Τράπεζα, ήταν η ταχυδρομική θυρίδα με αρ.ΧΧΧΧΧ (Τεκμήριο 38). Ουδέποτε διέμενε στην οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ Χ ή στην οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Χ. Ως αποτέλεσμα της αγωγής, η Τράπεζα καταχώρησε τα στοιχεία του στο σύστημα «Άρτεμις». Αυτό το γεγονός του προκάλεσε ζημιά. Δεν γνωρίζει κατά πόσο θα καταχωρήσει αγωγή με περισσότερες λεπτομέρειες για τα πιο πάνω ζητήματα. Κατά την αντεξέταση του δήλωσε, ότι δεν επιθεώρησε τα Τεκμήρια 12 και 13 πριν τα υπογράψει. Του αναφέρθηκε ότι θα υπογράψει ως εγγυητής της Εναγόμενης 1, του εξηγήθηκαν οι συνέπειες και συμφώνησε. Διαφώνησε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι αποδέχθηκε όπως η υποθήκη αποτελεί εξασφάλιση για την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση. Τέλος, αρνήθηκε ότι ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις κατά τον τερματισμό του, καθώς και ότι ως εγγυητής ήταν και είναι υπόχρεος να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του. Ο Μ.Υ.2
(2)είναι σύμβουλος αναδιαρθρώσεων και από το 2001 ασχολείται κυρίως με υποθέσεις τραπεζών σε σχέση με αναδιαρθρώσεις δανείων και παροχές υπηρεσιών αφερεγγυότητας. Κατόπιν εντολής του Εναγόμενου 2, προχώρησε σε ανάλυση του επίδικου λογαριασμού δανείου, για να διαπιστώσει κατά πόσο περιλαμβάνονται σε αυτόν υπερχρεώσεις. Ετοιμάστηκε, από την εταιρεία στην οποία εργάζεται, σχετική έκθεση με συνημμένο τον υπολογισμό ανάλυσης του δανείου (δέσμη Τεκμηρίου 39). Η ανάλυση έγινε με βάση τους όρους του Τεκμηρίου 8 και τις καταστάσεις λογαριασμού ‑ δέσμη Τεκμηρίου
- Από την ανάλυση διαπιστώθηκε η ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της χρέωσης που επέβαλλε η τράπεζα και του υπολογισμού τον οποίο ο ίδιος διενήργησε. Η διαφορά ανέρχεται στο ποσό των €
- Σε σχέση με τα έξοδα που επιβαρύνθηκε ο λογαριασμός, η Τράπεζα χρέωνε με βάση το ανώτατο όριο που μπορούσε να χρεώσει. Ως εκ τούτου, στη δέσμη Τεκμηρίου 39 αφαιρέθηκαν όλα τα προαναφερόμενα έξοδα. Η συνολική διαφορά μέχρι τον Ιούλιο του '13 μεταξύ της δέσμης Τεκμηρίου 18 και της δέσμης Τεκμηρίου 39, ανέρχεται στο ποσό των €1.
- Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε, ότι δεν γνώριζε ότι και η Τράπεζα χρησιμοποίησε ως διαιρέτη τις 365 ημέρες. Επισήμανε, ότι στο Τεκμήριο 8, ως διαιρέτης καταγράφονται οι 360 ημέρες. Σε κάθε, όμως, περίπτωση μεταξύ του δικού του υπολογισμού και του υπολογισμού των τόκων από την τράπεζα εξακολουθεί να υπάρχει διαφορά. Διευκρίνισε, ότι στη δέσμη Τεκμηρίου 39 έχουν αφαιρεθεί όλα τα έξοδα που χρέωσε η Τράπεζα τον επίδικο λογαριασμό. Περαιτέρω, δήλωσε ότι στη δέσμη Τεκμηρίου 39, η αλλαγή του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας από 5,75% σε 6,25% έγινε στις 24.07.12, καθώς δεν ήταν σε γνώση του ότι η μεταβολή του έγινε προγενέστερα και συγκεκριμένα στις 02.04.
- Ο λόγος που αποφάσισε την αφαίρεση όλων των εξόδων ήταν, διότι τα έξοδα που διεκδικούσε η Τράπεζα και καταγράφονται στα Τεκμήρια 8 και 9 ήταν υπέρογκα σε σύγκριση με τα έξοδα που γνωρίζει, ως εκ της εμπειρίας του, ότι χρέωναν άλλα τραπεζικά ιδρύματα. Μετά την επανεξέταση και σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι δεν είχε υπόψη του τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 22‑
- Αξιολόγηση Από την προσαχθείσα μαρτυρία αναδεικνύονται τα πιο κάτω γεγονότα ως κοινά αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα: Η Τράπεζα δυνάμει επιστολής προσφοράς ημερ.23.12.10 και συμφωνίας ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήρια 9 και 8 αντίστοιχα) παραχώρησε τραπεζική διευκόλυνση στην Εναγόμενη 1 υπό μορφή δανείου για το ποσό των €20.
- Η Εναγόμενη 1 υπέγραψε και τα δύο προαναφερόμενα έγγραφα. Η επιστολή προσφοράς (Τεκμήριο 9) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας (Τεκμήριο 8). Το δάνειο εκταμιεύθηκε στις 23.12.10 και χρησιμοποιήθηκε για τη εξόφληση του ορίου τρεχούμενου λογαριασμού και του υπολοίπου πιστωτικής κάρτας που διατηρούσε η Εναγόμενη 1 στην Τράπεζα (Τεκμήριο 10 και δέσμη Τεκμηρίου 11). Ο Εναγόμενος 2 με επιστολή της Τράπεζας ημερ.23.12.10 (Τεκμήριο 13) ενημερώθηκε για το δάνειο που θα παραχωρούνταν στην Εναγόμενη 1 και συμφώνησε όπως παράσχει προς όφελος της Τράπεζας εγγύηση για το ποσό των €20.000 πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, επιβαρύνσεις και έξοδα (Τεκμήριο 12). Το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας στις 23.12.10 ήταν 5,75% και αυξήθηκε κατά 0,5% στις 02.04.
- Συνεπώς, από τις 02.04.12, το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας ανήλθε σε 6,25%. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δυνάμει της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης ακινήτου με αρ. Υ12719/06 ημερ.19.12.06 και Εγγράφου Υποθήκης ιδίας ημερομηνίας, υποθηκεύσαν προς όφελος της Τράπεζας το μερίδιο τους στο ακίνητο ως εξασφάλιση της πληρωμής του ποσού των CHF435.000 πλέον τόκους. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι συνιδιοκτήτες του ακινήτου κατά ¼ μερίδιο έκαστος. · Η Τράπεζα συστάθηκε σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, στις 29.10.93 και έλαβε άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών στις 14.02.94 (Τεκμήρια 4 και 5). · Στις 20.12.18 στα πλαίσια της αίτησης εταιρειών με αρ.947/18 Ε.Δ. Λευκωσίας, εκδόθηκε διάταγμα επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού της Τράπεζας και της Ενάγουσας για τη μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων και σχετικών εξασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων (Τεκμήριο 3). · Έλαβαν χώρα δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και στον ημερήσιο τύπο σε σχέση με την πρόθεση μεταβίβασης και ακολούθως σε σχέση με το διάταγμα ημερ.20.12.18 (δέσμη Τεκμηρίου 1). Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενημερώθηκαν για τα προαναφερόμενα μέσω επιστολών (δέσμη Τεκμηρίου 2). · Η Ενάγουσα έχει αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Τράπεζα στην παρούσα αγωγή. Σχετική ειδοποίηση ημερ.28.01.19 βρίσκεται κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου. · Δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας, από τις 21.12.18, η Τράπεζα παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης προς την Ενάγουσα αναφορικά με τις επίδικες πιστώσεις και εξασφαλίσεις, καθώς επίσης και για άλλα συναφή θέματα. Οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονται από την Υποδιεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Τράπεζας. · Η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 17) αναφέρει ως διεύθυνση αποστολής, την οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Χ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ. · Στις 29.07.13 κατατέθηκαν στον επίδικο λογαριασμό τα ποσά των €850 και €4.078,
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών (Παπαλλής κ.ά. ν. Κυριακίδη
(2008)1Α Α.Α.Δ 83), με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους, αλλά και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημερ.16.04.14). Η Μ.Ε.1 μετέφερε, κατά την κρίση μου, την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν μου διαφεύγει, ότι η Μ.Ε.1 δεν είχε οποιαδήποτε άμεση εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση κατά τον χρόνο συνομολόγησης και παραχώρησης του επίδικου δανείου, ούτε και κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Αυτό το γεγονός δεν επηρεάζει, από μόνο του, την αποδοχή της μαρτυρίας της (Ρώσσου και Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφεση αρ.448/12, ημερ.17.12.18). Υποδεικνύω, ότι όσα κατέθεσε η μάρτυρας πηγάζουν από τα έγγραφα τα οποία παρουσιάστηκαν από την Ενάγουσα ως Τεκμήρια. Παράλληλα, σημειώνω ότι δεν κλονίστηκε ο ισχυρισμός της Μ.Ε.1, ότι, ως εκ των καθηκόντων της έχει πρόσβαση στον φάκελο της Τράπεζας στον οποίο τηρούνται όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Η Εναγόμενη 1 κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 εστιάστηκε στον τρόπο αποπληρωμής των δόσεων του δανείου και ειδικότερα στο κατά πόσο υπήρχε εντολή προς την Τράπεζα για να εισπράττει τις δόσεις από άλλο λογαριασμό της Εναγόμενης 1, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Καταρχάς, παρατηρώ, ότι η εν λόγω θέση εκφεύγει των δικογραφημένων ισχυρισμών της Εναγόμενης 1 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Πέραν του πιο πάνω θεμελιακού προβλήματος, εξετάζοντας την ουσία της θέσης της Εναγόμενης 1, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός της Μ.Ε.1, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική γραπτή εντολή στον φάκελο της Τράπεζας παρέμεινε αναντίλεκτος. Επίσης, δεν κλονίστηκε η θέση της, ότι σε περιπτώσεις ύπαρξης γραπτής εντολής, τότε, αυτόματα το σύστημα μεταφέρει το ποσό της δόσης από τον ένα λογαριασμό στον άλλο. Επομένως, η δόση θα πιστωνόταν στον επίδικο λογαριασμό εάν είχε δοθεί τέτοια εντολή και υπήρχε σχετικό πιστωτικό υπόλοιπο στον άλλο λογαριασμό. Ομοίως εκτός δικογράφων βρίσκεται και η θέση της Εναγόμενης 1, ότι η Τράπεζα όφειλε κατά τον χρόνο τερματισμού να πιστώσει στον επίδικο λογαριασμό χρηματικά ποσά που της όφειλε ως δικηγορική αμοιβή και συγκεκριμένα τα ποσά που πιστώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό στις 29.07.
- Ακόμη, ωστόσο, και αν δεν υπήρχε το δικογραφικό εμπόδιο, η θέση της Μ.Ε.1 θα παρέμενε σε επίπεδο εικασιών. Τούτο, διότι, αφενός δεν τέθηκε στη Μ.Ε.1 οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει τη θέση της Εναγόμενης 1, ότι η Τράπεζα όφειλε στις 24.07.12 ή νωρίτερα το συνολικό ποσό των €4.928,
- Έρχομαι στην επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο
- Η εν λόγω επιστολή απευθύνεται προς τους Εναγόμενους 1 και 2 και στάλθηκε στη διεύθυνση ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ Χ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι δήλωσαν ως διεύθυνση τους, η μεν Εναγόμενη 1 στα Τεκμήρια 8 και 9, ο δε Εναγόμενος 2 στα Τεκμήρια 12 και 13, την οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Χ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ. Είναι εμφανές, ότι υπάρχει διαφορά στο τελευταίο γράμμα του επωνύμου του προσώπου στο όνομα του οποίου τιμάται η εν λόγω οδός. Κατά τα λοιπά, τόσο το μικρό όνομα, όσο και ο αριθμός, αλλά και ο ταχυδρομικός κώδικας ταυτίζονται απόλυτα. Η ουσία του ζητήματος έγκειται, κατά την άποψή μου, στις ακόλουθες δηλώσεις της Μ.Ε.1 οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν. Συγκεκριμένα, η Μ.Ε.1 δήλωσε, ότι δεν υπάρχει στη Λεμεσό οδός με την ονομασία ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, παρά μόνο η οδός με την ονομασία ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ. Η συγκεκριμένη δήλωση της, όχι μόνο δεν έτυχε αμφισβήτησης, αλλά επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 δήλωσε, χωρίς να αντεξεταστεί επί τούτου, ότι η εν λόγω επιστολή παραδόθηκε στον κλητήρα της Τράπεζας, ο οποίος με τη σειρά του την παρέδωσε στο ταχυδρομείο για να αποσταλεί στους Εναγόμενους 1 και
- Επίσης, αναντίλεκτη παρέμεινε η θέση της, ότι το Τεκμήριο 17 δεν επιστράφηκε από το ταχυδρομείο. Η σωρευτική αποτίμηση των πιο πάνω οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι παρά τη διαφορά στο τελευταίο γράμμα του επωνύμου (ΧΧΧΧΧ αντί ΧΧΧΧΧ), η επιστολή στάλθηκε εν τέλει στον ορθό προορισμό της, ήτοι στην οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Χ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ. Ένα άλλο σημείο επί του οποίου κινήθηκε η αντεξέταση της Μ.Ε.1, αφορούσε τις χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού με έξοδα καθυστερήσεων, έξοδα έκδοσης κατάστασης λογαριασμών και έξοδα αποστολής επιστολών. Είναι γεγονός, ότι στις καταστάσεις λογαριασμού (δέσμη Τεκμηρίου 18) περιλαμβάνονται οι εν λόγω χρεώσεις. Η Μ.Ε.1 παρέπεμψε στα Τεκμήρια 8 και 9, καθώς και στο Τεκμήριο 30 υποστηρίζοντας ότι η Τράπεζα νομιμοποιούνταν στις εν λόγω χρεώσεις. Παρατηρώ, ότι επί του εν λόγω ζητήματος, η μάρτυρας ουσιαστικά ερμήνευσε τα προαναφερόμενα έγγραφα και μετέφερε στο Δικαστήριο τη γνώμη της. Είναι καλά γνωστό, ότι η ερμηνεία των εγγράφων αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, καθώς και ότι οι μάρτυρες καταθέτουν μόνο σε σχέση με γεγονότα τα οποία περιέρχονται στην αντίληψή τους και δεν επιτρέπεται η εκφορά γνώμης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ Ηλιάδη και Σάντη, έκδοση 2014, σελ. 605 επ.). Τα ίδια ισχύουν και ως προς το ζήτημα της χρέωσης του λογαριασμού με επιτόκιο προς 14% κατά τον τερματισμό της λειτουργίας του στις 24.07.
- Ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, το οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, αφορά τον ισχυρισμό της, ότι ο Εναγόμενος 2 έλαβε γνώση του Τεκμηρίου 9 στο οποίο καταγράφεται ότι η υποθήκη θα εξασφαλίζει και το επίδικο δάνειο. Η Μ.Ε.1 στήριξε τη δήλωση της στο Τεκμήριο 13 και συγκεκριμένα στην αναφορά: «Μαζί με την επιστολή αυτή σας παραδίδουμε γραπτή δήλωση του/των πρωτοφειλέτη/πρωτοφειλετών / προτιθέμενου πρωτοφειλέτη/προτιθέμενων πρωτοφειλετών σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία του/τους και λεπτομερειών των τυχόν επιβαρύνσεων τους όπως καταγράφτηκαν - δηλώθηκαν από τον ίδιο/τους ιδίους.» Το Τεκμήριο 13, ωστόσο, κατατέθηκε χωρίς να επισυνάπτεται σε αυτό οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Υπενθυμίζω, ότι η Μ.Ε.1 δεν είχε εμπλοκή στην υπόθεση κατά τον χρόνο παραχώρησης της επίδικης διευκόλυνσης. Επομένως, δεν μπορεί να γνωρίζει τι παραδόθηκε στον Εναγόμενο
- Περαιτέρω, σημειώνω, ότι κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου 2 δεν προωθήθηκε η θέση ότι η Τράπεζα του παρέδωσε το Τεκμήριο
- Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί και το εξής. Η επίμαχη αναφορά του Τεκμηρίου 13 κάνει λόγο σε «γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη». Το Τεκμήριο 9, στο οποίο παρέπεμψε η Μ.Ε.1, δεν συνιστά γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη, ήτοι της Εναγόμενης
- Το Τεκμήριο 9 αποτελεί επιστολή της Τράπεζας απευθυνόμενη προς την Εναγόμενη 1, την οποία, μάλιστα, η Μ.Ε.1 χαρακτήρισε ως επιστολή προσφοράς (βλ. παράγραφος 12 Εγγράφου Α). Είναι εμφανές, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, ότι αυτό δεν είναι η γραπτή δήλωση στην οποία αναφέρεται το Τεκμήριο
- Με εξαίρεση, τα προαναφερόμενα μέρη της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, η λοιπή μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά, ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266, 268 και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 307). Η μαρτυρία της Μ.Ε.2 αποσκοπούσε στην παρουσίαση των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού. Επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε για την ετοιμασία των οκτώ αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 22 - 29), δίδοντας ταυτόχρονα λεπτομέρειες ως προς το τι περιλαμβάνει η κάθε αναδομημένη κατάσταση. Κατά την αντεξέτασή της, δεν αμφισβητήθηκε ο τρόπος με τον οποίο εργάστηκε για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου 2 περιορίστηκε να υποβάλει, ότι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού στις 29.07.13 θα έπρεπε να ήταν €15.390,63. Η υποβληθείσα θέση παρέμεινε, ωστόσο, αόριστη, καθώς η πλευρά του Εναγόμενου 2 δεν έθεσε στη μάρτυρα τους υπολογισμούς του Μ.Υ.2
(2)και συγκεκριμένα τη δέσμη Τεκμηρίου 39, έτσι ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί επ' αυτής. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία της Μ.Ε.2 κρίνεται, ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία της Εναγόμενης 1 στα πλέον ουσιώδη σημεία της εκφεύγει των δικογραφημένων ισχυρισμών της. Η σημασία της δικογραφίας, ως το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, έχει τονιστεί κατ' επανάληψη στη νομολογία (Α.Α. PILOTTOS LTD v. CYPRUS PETROLEUM REFINERY LTD Πολ. Έφεση αρ.90/13 ημερ.19.10.21). Ζητήματα και θέσεις που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα, δεν μπορούν να προβάλλονται μέσω της μαρτυρίας και σε περίπτωση που παρεισφρήσει τέτοια μαρτυρία στη διαδικασία, τότε, αυτή αγνοείται (Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2015)1Β Α.Α.Δ 1981). Στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία της Εναγόμενης 1 περί αδιαπραγμάτευτων όρων και καταχρηστικών ρητρών στα Τεκμήρια 8 και 9, κρίνεται ως μη αποδεκτή. Υποδεικνύεται, ότι στις παραγράφους 3 και 4 της Υπεράσπισης, η Εναγόμενη 1 αρνείται τον καταρτισμό οποιασδήποτε συμφωνίας παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή την υπογραφή οποιασδήποτε επιστολής προσφοράς και/ή συμφωνίας για παραχώρηση δανείου ύψους €20.000, χωρίς να προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό για καταχρηστικές ρήτρες ή για απουσία διαπραγμάτευσης και επιβολή μονομερών όρων. Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός της πάσχει και επί της ουσίας του. Σημειώνω, ότι η Εναγόμενη 1 δεν ισχυρίστηκε, ότι ζήτησε από την Τράπεζα τη διαπραγμάτευση συγκεκριμένων όρων των Τεκμηρίων 8 και 9 και, παρά ταύτα, η Τράπεζα αρνήθηκε τη διαπραγμάτευση. Ούτε και προβλήθηκε ισχυρισμός περί άσκησης πίεσης οποιασδήποτε μορφής για την υπογραφή των Τεκμηρίων 8 και
- Εκτός δικογραφικού πλαισίου βρίσκεται και η θέση της για συμφωνία ή συναντίληψη με την Τράπεζα, ότι οι δόσεις του δανείου θα εξοφλούνταν μέσω της δικηγορικής αμοιβής που θα λάμβανε η ίδια από την Τράπεζα ενόψει της συνεργασίας που διατηρούσαν. Πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος, όμως, δεν εντοπίζεται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης στο οποίο, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 περιορίζεται στην άρνηση κατάρτισης συμφωνίας με την Τράπεζα. Πέραν του ανυπέρβλητου δικογραφικού προβλήματος, η θέση της Εναγόμενης 1 παρουσιάζει και εγγενείς αδυναμίες. Καταρχάς, δεν δόθηκε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση από την Εναγόμενη 1 για τον λόγο που ο προαναφερόμενος όρος ως προς την αποπληρωμή του δανείου δεν συμπεριλήφθηκε στα Τεκμήρια 8 και
- Η δήλωση της Εναγόμενης 1, ότι η Τράπεζα δεν επιδεχόταν αλλαγές επί των εγγράφων της δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία. Υποδεικνύω, ότι η Εναγόμενη 1 ήταν και εξακολουθεί να είναι δικηγόρος και κατά τον ουσιώδη χρόνο προσέφερε υπηρεσίες και στην Τράπεζα. Συνεπώς, ήταν πρόσωπο που γνώριζε τα δικαιώματα της και τη νομική σημασία των εγγράφων που υπέγραψε. Εν πάση περιπτώσει, δεν ισχυρίστηκε η Εναγόμενη 1, ότι ζήτησε τη συγκεκριμένη συμπερίληψη και η Τράπεζα αρνήθηκε να ενσωματώσει τον συγκεκριμένο όρο, ο οποίος, μάλιστα, δεν επηρέαζε τα συμφέροντα της, αφού με αυτόν απλώς θα ρυθμιζόταν η μέθοδος αποπληρωμής των δόσεων του δανείου. Η θέση, τώρα, της Εναγόμενης 1 περί οφειλών της Τράπεζας προς το πρόσωπο της κατά τον χρόνο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας παρέμεινε μετέωρη. Η Εναγόμενη 1, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει, ότι κατά τον δεδομένο χρόνο υπήρχαν οφειλές της Τράπεζας προς το πρόσωπο της, τέτοιου, μάλιστα, ύψους, που να υπερκαλύπτουν τις καθυστερήσεις του δανείου. Δεν τέθηκαν, για παράδειγμα, ενώπιον μου τιμολόγια της Εναγόμενης 1 που να δεικνύουν την ύπαρξη οφειλών της Τράπεζας προς αυτήν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η κατάθεση του συνολικού ποσού των €4.928,59 στον επίδικο λογαριασμό στις 29.07.13, δεν οδηγεί χωρίς άλλο στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω ποσό ήταν οφειλόμενο από την Τράπεζα στην Εναγόμενη 1 και στις 24.07.
- Μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς σχολιασμό και το εξής γεγονός. Η Τράπεζα απέστελλε στην Εναγόμενη 1 τις καταστάσεις λογαριασμού κατά τη διάρκεια λειτουργίας του (δέσμη Τεκμηρίου 18). Επομένως, η Εναγόμενη 1 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι υπήρχαν ληξιπρόθεσμες δόσεις. Το λογικά αναμενόμενο θα ήταν, να διαμαρτυρηθεί προς την Τράπεζα και να απευθυνθεί και η ίδια γραπτώς προς την Τράπεζα ζητώντας την τήρηση της ισχυριζόμενης συμφωνίας ή συναντίληψης. Τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από την Εναγόμενη
- Άλλος ουσιώδης ισχυρισμός της Εναγόμενης 1, αφορούσε την υποθήκη και συγκεκριμένα ότι δεν συμφωνήθηκε όπως αποτελεί εξασφάλιση για την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση. Αποτελεί, ως ήδη αναφέρθηκε, αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι η Εναγόμενη 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 9 με το οποίο αποδέχθηκε ρητά, όπως η υποθήκη εξασφαλίζει και το επίμαχο δάνειο. Ο ισχυρισμός της, ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 9 χωρίς να το μελετήσει, δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο. Υπενθυμίζω, ότι αυτό, εάν έγινε, ήταν επιλογή της Εναγόμενης 1, εφόσον δεν προβλήθηκε ισχυρισμός περί άσκησης πίεσης από την Τράπεζα ή παραπλάνησης της ως προς το τι υπέγραφε. Δεν αγνοώ τη θέση της, ότι ο Εναγόμενος 2 δεν αποδέχθηκε όπως η υποθήκη εξασφαλίζει και το παρόν δάνειο. Αυτό δεν διαφοροποιεί τη δική της συγκατάθεση επί του Τεκμηρίου
- Σημειώνω, ότι τα Τεκμήρια 8 και 9 υπογράφηκαν από την Εναγόμενη 1 την ίδια ημερομηνία (23.12.10) που υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο 2 τα Τεκμήρια 12 και 13 στα οποία, όντως, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε υποθήκη. Συνεπώς, εάν ίσχυε η θέση της Εναγόμενης 1, ότι η Τράπεζα υπαναχώρησε από την απαίτηση για εξασφάλιση του δανείου από την υποθήκη, σε ό,τι αφορά και το δικό της μερίδιο, το αναμενόμενο θα ήταν να διαγραφεί η σχετική αναφορά από το Τεκμήριο
- Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε. Ούτε και υποστήριξε η Εναγόμενη 1, ότι ζήτησε κάτι τέτοιο από την Τράπεζα, είτε στις 23.12.10, είτε μεταγενέστερα. Ούτε και το Τεκμήριο 34, το οποίο κατατέθηκε για περιορισμένο σκοπό, διαφοροποιεί τα πράγματα. Η Εναγόμενη 1 επιχείρησε, μέσω της κατάθεσης του, να καταδείξει ότι η πρακτική που ακολουθούσε η Τράπεζα ήταν να συμπεριλαμβάνει στις συμφωνίες τραπεζικών διευκολύνσεων ως Παράρτημα τις εξασφαλίσεις των εν λόγω διευκολύνσεων, πράγμα που δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Θεωρώ, ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο εν λόγω Τεκμήριο, καθώς η συγκεκριμένη θέση δεν τέθηκε στους Μ.Ε.1 και
- Πρόκειται για βασικό ισχυρισμό, ο οποίος θα έπρεπε να τεθεί στους μάρτυρες της Ενάγουσας, έτσι ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να απαντήσουν (Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551, Adidas Sportshunfanbriken Adi DasslerKG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 599). Κλείνοντας την αναφορά μου στο Τεκμήριο 34, επισημαίνω ότι υπάρχει χρονική διαφορά τεσσάρων ετών μεταξύ αυτού και του Τεκμηρίου
- Επομένως πέραν του προαναφερόμενου προβλήματος, η χρονική απόσταση μεταξύ των δύο Τεκμηρίων αποτελεί δεύτερο ανεξάρτητο λόγο που δεν επιτρέπει την απόδοση βαρύτητας στη θέση που προώθησε η Εναγόμενη
- Έρχομαι στην επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 17) και στον ισχυρισμό της Εναγόμενης 1, ότι η διεύθυνση διαμονής της κατά τον χρόνο κατάρτισης και τερματισμού της επίδικης συμφωνίας ήταν η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ Χ. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί, επίσης, να γίνει αποδεκτός, καθώς τόσο στα Τεκμήρια 8 και 9, όσο και στα Τεκμήρια 34 - 36 που παρουσίασε η Εναγόμενη 1, ως διεύθυνση της καταγράφεται η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ ΧΧΧ. Στην Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1726, αναφέρεται πως καθ΄ όσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της συμβάσεως συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Περαιτέρω, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της Εναγόμενης 1 δεν τέθηκε στη Μ.Ε.1 (βλ. ανωτέρω Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας, Adidas Sportshunfanbriken Adi DasslerKG v. The Jonitexo Ltd και Τάκη ν. Δημοκρατίας). Από την άλλη, είναι κοινό έδαφος ότι η επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 17, στάλθηκε στη διεύθυνση ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ Χ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ. Όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 η διαφορά ενός γράμματος στο επώνυμο του προσώπου στο όνομα του οποίου τιμάται η εν λόγω οδός δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα στην εγκυρότητα του τερματισμού. Τέλος, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 1, ότι ο επίδικος λογαριασμός θα έπρεπε να χρεώνεται με βάση το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αντικρούεται από το Τεκμήριο 9 το οποίο ρητά καθορίζει ότι το δάνειο θα χρεώνεται με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας. Περαιτέρω, σημειώνω ότι ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε ως προς το ύψος του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σημειώνω δε και το εξής. Η Εναγόμενη 1 στην αγόρευση της με παρέπεμψε στο άρθρο 40
(1)(γ) του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου. Το εν λόγω άρθρο διαγράφηκε με τον τροποιητικό νόμο Ν.34(Ι)/2007, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 15.03.
- Υπενθυμίζω ότι η υπό εκδίκαση συμφωνία καταρτίστηκε στις 23.12.
- Επίσης, η Εναγόμενη 1 με παρέπεμψε και στο άρθρο 8 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου, Ν.33(Ι)/
- Το εν λόγω άρθρο δεν υποστηρίζει τη θέση της, καθώς η συγκεκριμένη διάταξη αφορούσε συμφωνίες που βρίσκονταν σε ισχύ κατά τον χρόνο υιοθέτησης του ευρώ. Σε κάθε, όμως περίπτωση, η αντικατάσταση με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας γινόταν στις περιπτώσεις που το επιτόκιο της συμφωνίας καθοριζόταν με αναφορά στο επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας, ενώ στην προκείμενη το επιτόκιο ήταν το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας (Τεκμήριο 9) Για τους λόγους που παρατέθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία της Εναγόμενης
- Προχωρώ στη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, ο οποίος σε σχέση με τις συνθήκες κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας υιοθέτησε τη μαρτυρία της Εναγόμενης
- Η απόρριψη της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1, αναπόφευκτα συμπαρασύρει και τη μαρτυρία του Εναγόμενου
- Κατά τα λοιπά, υπήρξε βασικός ισχυρισμός του Εναγόμενου 2, ότι ουδέποτε διέμενε, είτε στην οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ 1, είτε στην οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ 1 και, επομένως, δεν έλαβε την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο
- Για σκοπούς αποφυγής επανάληψης παραπέμπω σε όσα αναφέρθηκαν για το εν λόγω ζήτημα κατά την αξιολόγηση των Μ.Ε.1 και Εναγόμενης
- Επιπροσθέτως, σημειώνω ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήγειρε μέσω της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ισχυρισμό περί μη αποστολής ή λήψης του Τεκμηρίου 17 ή ότι αυτό στάλθηκε σε λανθασμένη διεύθυνση. Στην Έλληνας κ.α ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση αρ.87/2013 ημερ.03.12.19 ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, να λεχθεί ότι προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα έπρεπε να ήταν πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς.» Στην προκείμενη περίπτωση ο ισχυρισμός περί λανθασμένης διεύθυνσης ήταν, ως ήδη αναφέρθηκε, ουσιώδης και θα έπρεπε, κατ' επιταγή των δικονομικών κανόνων και της νομολογίας, να τεθεί με σαφή τρόπο στο δικόγραφο του Εναγόμενου 2, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Συγκεκριμένα, στις παραγράφους 16 και 17 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι οποίες απαντούν στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης, ο Εναγόμενος 2 περιορίστηκε να θέσει κατά γενικό τρόπο ζητήματα που άπτονται του δικαιώματος της Τράπεζας να τερματίσει την επίδικη συμφωνία, της νομιμότητας του τερματισμού και του τόκου που αξίωσε μέσω αυτού η Τράπεζα. Όσον αφορά το Τεκμήριο 38, περιορίζομαι να επισημάνω, ότι αυτό φέρει ημερομηνία 29.01.03, ενώ η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε στις 23.12.
- Συνεπώς, δεν μπορεί βάσιμα να ισχυρίζεται ότι η διεύθυνση αλληλογραφίας του ήταν αυτή που δηλώθηκε στο Τεκμήριο 38, εφόσον μεταγενέστερα, στα Τεκμήρια 12 και 13, τα οποία αφορούν την επίδικη διευκόλυνση και υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο 2, ως διεύθυνση του καταγράφηκε η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ
- Προχωρώ στον ισχυρισμό του περί ζημιάς που υπέστη λόγω της καταχώρησης του στο σύστημα «Άρτεμις». Παρατηρώ, ότι παρέμεινε μετέωρος. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρθηκε με γενικό τρόπο σε ισχυριζόμενη ζημιά που υπέστη όταν επιχείρησε να ανοίξει το λογιστικό του γραφείο λογαριασμούς σε τράπεζα και όταν σύστησε πελάτες του σε τράπεζες. Δεν επεξήγησε, ωστόσο, ποια ήταν η δυσκολία που συνάντησε ή η ζημιά που υπέστη, ούτε και έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των περιστατικών στα οποία αναφέρθηκε. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι και ο ίδιος αναγνώρισε ότι δεν παρέθεσε σχετικές λεπτομέρειες για τεκμηρίωση της ανταπαίτησης του. Παραθέτω, σχετικό απόσπασμα από την κυρίως εξέτασή του: «E. Τι ζημιά πάθατε; A. Μεγάλη ζημιά όσον αφορά σε περίπτωση είχα να ανοίξω λογαριασμούς σε τράπεζα ως λογιστικό γραφείο και σε περίπτωση που είχα να συστήσω πελάτες μου στις τράπεζες. E. Δεν έχετε κάνει κάποια αγωγή, ανταπαιτείτε, σκοπεύετε να κάνετε κάποια αγωγή με λεπτομέρειες; A. Δεν ξέρω.» Ως εκ των ανωτέρω, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου
- Ο Μ.Υ.2
(2)παρουσίασε σχετική έκθεση στην οποία επισυνάπτεται ο υπολογισμός που διενήργησε σε σχέση με το υπόλοιπο που θα έπρεπε να παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός (δέσμη Τεκμηρίου 39). Δεν έχω αμφιβολία, ότι ο μάρτυρας κατέθεσε με αντικειμενικότητα. Άλλωστε, η αντικειμενικότητα του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Όπως, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε και η ορθότητα της μεθοδολογίας με την οποία εργάστηκε. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη δέσμη Τεκμηρίου 39, καθώς δεν δόθηκαν στον μάρτυρα τα πλήρη στοιχεία για να μπορέσει να προβεί σε ορθό υπολογισμό. Συγκεκριμένα, ο Μ.Υ.2
(2)δεν πληροφορήθηκε, ότι το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας μεταβλήθηκε στις 02.04.12 και από 5,75% ανήλθε σε 6,25%. Αυτό το γεγονός, επηρέασε, προφανώς, τους υπολογισμούς του, καθώς ο μάρτυρας θεώρησε ότι η μεταβολή στο επιτόκιο επήλθε κατά τον τερματισμό, ήτοι στις 24.07.12. Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσω ότι ο μάρτυρας δεν ενημερώθηκε για την ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 22 - 29). Συγκεκριμένα δεν δόθηκε στον Μ.Υ.2
(2)για σκοπούς μελέτης και διατύπωσης γνώμης ως προς την ορθότητα της η αναδομημένη κατάσταση - Τεκμήριο 29, στην οποία η Μ.Ε.2 ακολούθησε ως προς τις χρεώσεις την ίδια προσέγγιση που ακολούθησε και ο Μ.Υ.2
(2). Πιο συγκεκριμένα, στο Τεκμήριο 29, η Μ.Ε.2 χρέωσε τον λογαριασμό με το συμβατικό επιτόκιο και μηδενικό επιτόκιο υπερημερίας. Για τον υπολογισμό του τόκου χρησιμοποίησε ως διαιρέτη τις 365 ημέρες και αφαίρεσε όλα τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Υ.2
(2). Ευρήματα - Συμπεράσματα Έχουν παρατεθεί κατά την έναρξη της αξιολόγησης τα γεγονότα που είναι κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα. Τα εν λόγω γεγονότα, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα οποία, για αποφυγή επανάληψης δεν θα καταγράψω εκ νέου. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, στη βάση της αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας, αποτελούν εύρημα μου και τα ακόλουθα γεγονότα: Η Εναγόμενη 1 όφειλε να αποπληρώσει το δάνειο δια μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €420,60 με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα την 01.02.11 και ακολούθως την πρώτη μέρα εκάστου επόμενου μηνός. Το δάνειο θα χρεωνόταν με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας πλέον 4% πρόσθετο επιτόκιο. Το σύνολο του επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός στις 23.12.10 ανερχόταν σε 9,75% και από τις 02.04.12, λόγω της αύξησης του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας, ανήλθε σε 10,25%. Η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε, όπως η υποθήκη που εκτέλεσε προς όφελος της Τράπεζας αποτελέσει εξασφάλιση και για το επίδικο δάνειο. Το επίδικο δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις στις πληρωμές των μηνιαίων δόσεων, με αποτέλεσμα η Τράπεζα να στείλει προς τους Εναγόμενους 1 και 2 στις 24.02.12 επιστολή ενημερώνοντας τους για το εν λόγω γεγονός και καλώντας τους να εξοφλήσουν τις ληξιπρόθεσμες δόσεις. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ανταποκρίθηκαν, με αποτέλεσμα η Τράπεζα στις 24.07.12 να τερματίσει την επίδικη συμφωνία. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο επίδικος λογαριασμός δανείου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €19.113,96. Ταυτόχρονα, την ίδια ημερομηνία, ο λογαριασμός δανείου με αρ.ΧΧΧΧΧΧΧ τερματίστηκε και το χρεωστικό υπόλοιπο μεταφέρθηκε στις οριστικές καθυστερήσεις με νέο αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧ, ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε σε ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου, ότι στη Λεμεσό δεν υπάρχει οδός με την επωνυμία ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ και ταχυδρομικό κώδικα ΧΧΧΧ. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ 829, λέχθηκε ότι στις περιπτώσεις διεκδίκησης τραπεζικού χρέους, τα βασικά στοιχεία τα οποία οφείλει να αποδείξει η Ενάγουσα για επιτυχία της απαίτησής της είναι (α) την έγκυρη σύναψη σύμβασης, (β) την παραβίαση όρου της σύμβασης, (γ) τον τερματισμό της και (δ) την απόδειξη του χρεωστικού υπόλοιπου. Η έγκυρη σύναψη συμφωνίας αποτέλεσε κοινό έδαφος, αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατά τη μαρτυρία τους παραδέχθηκαν τη σύναψη και εκταμίευση του επίδικου δανείου εκ ποσού €20.
- Αμφισβήτησαν, ωστόσο, την παραβίαση όρου της συμφωνίας. Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1, ο ισχυρισμός περί μη ύπαρξης καθυστερημένων δόσεων λόγω οφειλών της Τράπεζας προς την ίδια δεν έγινε αποδεκτός. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η θέση της ήταν ότι η Τράπεζα έπρεπε να πιστώσει τον λογαριασμό με ποσά τα οποία της όφειλε. Το αποδεικτικό βάρος του εν λόγω ισχυρισμού το έφερε η ίδια και δεν το απέσεισε. Από την άλλη, η Ενάγουσα απέδειξε την ύπαρξη καθυστερήσεων στην πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων μέσω της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 και των Τεκμηρίων 16 -
- Η Εναγόμενη 1 στην αγόρευση της υποστήριξε ότι στα Τεκμήρια 8 και 9 δεν προβλέπεται το ενδεχόμενο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσει σύμφωνο. Παραπέμπω στον όρο 4 του Τεκμηρίου 8 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι: «Η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα οποτεδήποτε να ...τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού με σχετική γνωστοποίηση στον πελάτη και/ή εύλογα και με βάσιμο λόγο να καθιστά απαιτητά οποιαδήποτε Δάνεια...». Εν προκειμένω, ως ήδη αναφέρθηκε, υπήρχε βάσιμος λόγος για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Προχωρώ στον τερματισμό. Η όλη επιχειρηματολογία των Εναγομένων 1 και 2 βασίστηκε στο ότι οι επιστολές στάλθηκαν σε λανθασμένη διεύθυνση. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, υπενθυμίζω ότι δεν νομιμοποιείται στην προβολή τέτοιας επιχειρηματολογίας, εφόσον δεν περιλαμβάνει στο δικόγραφο του ανάλογο ισχυρισμό. Επί της ουσίας, όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, η σωρευτική αποτίμηση των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 17 αποστάλθηκε στην οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ 1 ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ, παρά το ότι απευθυνόταν στην οδό ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζω ότι (i) η διαφορά μεταξύ των δύο επωνυμιών έγκειται σε ένα μόνο γράμμα, (ii) δεν υπάρχει στη Λεμεσό διεύθυνση ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, παρά μόνο η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧ και (iii) δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο οι επιστολές στην Τράπεζα. Σύμφωνα με τη νομολογία, επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο τεκμαίρεται ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895). Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι η επίδικη συμφωνία αφορά δάνειο. Επομένως, ακόμα κι αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο τερματισμός δεν περιήλθε στη γνώση των Εναγομένων 1 και 2, η καταχώρηση της αγωγής δηλώνει από μόνη της την επιλογή της Τράπεζας για τερματισμό της συμφωνίας και ενεργοποίηση των διαδικασιών για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1Β Α.Α.Δ 1465, Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ 1322 και Έλληνας κ.α και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω)). Η Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη (ανωτέρω), στην οποία με παρέπεμψε η κα Νικολάου στην αγόρευση της, διακρίνει ακριβώς την περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού λέγοντας ότι είναι σε αυτήν την περίπτωση που ο τερματισμός συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Προχωρώ στο επόμενο ζήτημα που αφορά την απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου. Η Ενάγουσα προς απόδειξη της απαίτησης της κατέθεσε τη δέσμη Τεκμηρίου 18, καθώς και οκτώ αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 22 - 29). Οι καταστάσεις λογαριασμού της δέσμης Τεκμηρίου 18 μαζί με το Πιστοποιητικό του άρθρου 35 του Κεφ.9 συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων που παρουσιάζονται σε αυτές (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ 479 και Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491). Ουσιαστικά, με την παρουσίαση της δέσμης Τεκμηρίου 18, ενεργοποιήθηκε το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 του Κεφ.9 ως προς την εκ πρώτης όψεως ορθότητα του επίδικου λογαριασμού. Κατά συνέπεια, το βάρος απόδειξης μετατοπίστηκε πλέον στην πλευρά των Εναγόμενων για αντίκρουση των καταχωρήσεων που παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Υπενθυμίζω, ότι η μαρτυρία της Εναγόμενης 1 περί παράλειψης πίστωσης στον επίδικο λογαριασμό ποσών που της όφειλε η Τράπεζα δεν έγινε αποδεκτή. Συνεπώς, αυτό το οποίο απομένει να εξεταστεί αφορά τις χρεώσεις με έξοδα καθυστερήσεων, έξοδα έκδοσης κατάστασης λογαριασμών και έξοδα αποστολής επιστολών. Επίσης, η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητεί τη νομιμότητα της επιβολής τόκου προς 14% από την ημερομηνία τερματισμού και έπειτα, καθώς και την επιβάρυνση του λογαριασμού με τόκο υπερημερίας. Η νομιμοποίηση της διεκδίκησης των πιο πάνω επιβαρύνσεων, θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τη συμφωνία των διαδίκων. Ξεκινώ με τα έξοδα. Στο Τεκμήριο 9, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου 8, γίνεται ρητή αναφορά στα έξοδα καθυστερήσεων (παράγραφο Δ (δ)). Υπενθυμίζω, ότι η Εναγόμενη 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 9 και ως εκ τούτου αποδέχθηκε τις εν λόγω χρεώσεις. Σύμφωνα δε με τη δέσμη Τεκμηρίου 18, υπήρξαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των μηνιαίων δόσεων. Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα νομιμοποιείται στη διεκδίκηση των εν λόγω ποσών. Η κατάσταση, ωστόσο, διαφοροποιείται, κατά την κρίση μου, σε σχέση με τα υπόλοιπα έξοδα. Αυτό, διότι δεν γίνεται αναφορά σε αυτά στο Τεκμήριο
- Η ανάρτηση του Τιμολογίου Βασικών Εργασιών στην ιστοσελίδα της Τράπεζας και στα υποκαταστήματα δεν συνεπάγεται, κατά την άποψη μου, αποδοχή από την Εναγόμενη 1 των όποιων χρεώσεων αναγράφονται σε αυτά. Σημειώνω, ότι δεν τέθηκε συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας περιήλθε στη γνώση της Εναγόμενης 1 το Τεκμήριο 30 και ότι η τελευταία αποδέχθηκε το περιεχόμενο του. Πως θα ήταν δυνατό να συμφωνήσει σε συγκεκριμένες χρεώσεις που δεν είχε καν υπόψη της; Σε κάθε, όμως, περίπτωση δεν αποδείχθηκε το ύψος των εν λόγω χρεώσεων. Το Τεκμήριο 30, αφορά το Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2009, ενώ η επίδικη διευκόλυνση παραχωρήθηκε ένα έτος αργότερα στις 23.12.
- Ειδικότερα, σε σχέση με τα έξοδα αποστολής επιστολών, σημειώνω ότι διεκδικούνται τέτοια έξοδα (πέραν των ημερομηνιών που στάλθηκαν τα Τεκμήρια 16 και 17) στις 03.05.11, 02.06.11, 06.09.11, 06.10.11, 12.01.12, 04.05.12 και 06.06.
- Παρά ταύτα, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι σχετικές επιστολές. Συνεπώς, το συγκεκριμένο κονδύλι εξόδων δεν θα μπορούσε να επιδικαστεί και για αυτόν τον ανεξάρτητο λόγο. Στις αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήρια 22 - 29) δεν έγινε ο πιο πάνω διαχωρισμός, αλλά τα έξοδα αντιμετωπίστηκαν συνολικά, δηλαδή είτε αφαιρούμενα στο σύνολο τους, είτε παραμένοντας στο σύνολο τους. Στη βάση του πιο πάνω δεδομένου, θεωρώ ως ορθότερη, υπό τις περιστάσεις, λύση την επιλογή εκείνων των καταστάσεων λογαριασμού στις οποίες αφαιρέθηκε το σύνολο των εξόδων. Διαφορετική προσέγγιση θα σήμαινε, είτε την αποδοχή χρεώσεων που η Ενάγουσα δεν δικαιούται, είτε την ανάληψη εκ μέρους του Δικαστηρίου ρόλου λογιστή αφαιρώντας χρεώσεις και προσθέτοντας άλλες με υπολογισμό των εκάστοτε αναλογούντων τόκων. Επομένως, το ζήτημα του τόκου θα εξεταστεί στη βάση των αναδομημένων καταστάσεων - Τεκμήρια 24, 25, 28 και
- Σημειώνεται, ότι σε όλες τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ως διαιρέτης χρησιμοποιήθηκαν οι 365 ημέρες. Η Ενάγουσα αξιώνει επιτόκιο προς 14%. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και το Τεκμήριο 17, το ποσοστό τόκου προς 14% αναλύεται σε βασικό επιτόκιο προς 6,25% και πρόσθετο επιτόκιο προς 7,75%. Υπενθυμίζω, ότι σύμφωνα με τη δέσμη Τεκμηρίου 19 το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας στις 02.04.12 από 5,75% αυξήθηκε σε 6,25%. Στον όρο 2(i) του Τεκμηρίου 8 προβλέπονται τα ακόλουθα: «
- Τα εν λόγω Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις θα χρεώνονται ετησίως με τις ακόλουθες επιβαρύνσεις των οποίων το ποσοστό, το ύψος, ο χρόνος και ο τρόπος υπολογισμού τους θα καθορίζεται κατά καιρούς από την Τράπεζα με ενημέρωση του πελάτου: (i) Με τόκο επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων λογιζόμενο κατά την κρίση της Τράπεζας και καταλογιζόμενο στον πελάτη ή καταβαλλόμενο από αυτόν την 30ή Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου εκτός εάν άλλως γνωστοποιηθεί από την Τράπεζα. Το επιτόκιο δυνατό να είναι σταθερό ή κυμαινόμενο. Επίσης το επιτόκιο μπορεί να είναι το Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας ή το EURIBOR / LIBOR διάρκειας της επιλογής του πελάτη, προσαυξημένο με το πρόσθετο επιτόκιο, όπως αναγράφεται στο Letter of Offer.(.)» Στη συνέχεια, καταγράφονται τα εξής στο Τεκμήριο 8: «Νοείται ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να προβαίνει σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της όπως κατά καιρούς με γραπτή ειδοποίηση της στον πελάτη ή με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο καθορίζει το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του ή το χρόνο καταβολής του ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή και σε τέτοια περίπτωση το νέο επιτόκιο όπως θα έχει καθοριστεί με τον πιο πάνω τρόπο από την Τράπεζα όπως και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά οποιαδήποτε άλλη αλλαγή θα έχει εφαρμογή στη Συμφωνία αυτή από την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως δια του ημερήσιου τύπου ή της προς τον πελάτη ειδοποιήσεως.» Ανάλογη πρόνοια εντοπίζεται και στο Τεκμήριο 9 στην παράγραφο Γ. Συνεπώς, η Τράπεζα είχε το συμβατικό δικαίωμα να αυξήσει τόσο το βασικό επιτόκιο, όσο και το πρόσθετο και αυτό το δικαίωμα της άσκησε με την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο
- Η δυνατότητα αύξησης του τόκου μέσω της επιστολής τερματισμού αναγνωρίστηκε στην Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 194. Το προαναφερόμενο συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας θα πρέπει, ωστόσο, να εξεταστεί υπό το πρίσμα του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.160(Ι)/99, ως αυτός τροποποιήθηκε (στο εξής ο «Νόμος»). Με τον τροποποιητικό Ν.141(Ι)/14 εισάχθηκε στις 09.09.14 στον Νόμο το άρθρο 3Α, το οποίο προβλέπει ειδικά για την περίπτωση ύπαρξης συμβατικής ρήτρας που δίδει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα, όπως εν προκειμένω ο όρος 2(i) του Τεκμηρίου 8 και η παράγραφος Γ του Τεκμηρίου 9, να αυξήσει το περιθώριο του επιτοκίου. Συγκεκριμένα στο άρθρο 3Α
(1)προνοούνται τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου, συμβατική ρήτρα που παρέχει σε πιστωτικό ίδρυμα το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου επιτοκίου σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης που βρίσκεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 δεν εφαρμόζεται από την ως άνω ημερομηνία.» Τίθεται, επομένως, το ερώτημα κατά πόσο η προαναφερόμενη νομοθετική πρόνοια εφαρμόζεται στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Η απάντηση, κατά την άποψη μου, είναι καταφατική για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Στο άρθρο 2Β του Νόμου περιγράφεται το πεδίο εφαρμογής των τροποποιητικών νόμων, ήτοι των Ν.141(Ι)/14 και 66(Ι)/
- Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 2Β: «Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικός) Νόµος του 2014 και ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικός) Νόµος του 2015 εφαρµόζονται σε συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων µεταξύ πιστωτικών ιδρυµάτων και των οφειλετών τους ως ακολούθως: (α) σε όλες τις εν ισχύι συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014· (β) σε όλες τις νέες συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που συνάπτονται µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014· (γ) σε όλες τις συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες τερµατίζονται και σε όλες τις συµβάσεις των οποίων οι πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν καταστεί ή καθίστανται απαιτητές από πιστωτικό ίδρυµα.» Συνεπώς, οι πρόνοιες των τροποποιητικών νόμων εφαρμόζονται και στην επίδικη πιστωτική διευκόλυνση κατ' εφαρμογή της παραγράφου (γ) του άρθρου 2Β. Ειδικότερα, το άρθρο 3A, ως ήδη αναφέρθηκε, εισάχθηκε στον Νόμο στις 09.09.14 με τον τροποποιητικό Ν.141(Ι)/
- Ακολούθησε, στις 07.05.15 ο τροποποιητικός Ν.66(Ι)/15 με τον οποίο προστέθηκε η παράγραφος (γ) στο άρθρο 2Β επεκτείνοντας έτσι το πεδίο εφαρμογής και στις συμβάσεις που τερματίζονται και έχουν καταστεί απαιτητές οι πιστωτικές διευκολύνσεις. Ταυτόχρονα, με το άρθρο 2Α ορίστηκε, ότι σκοπός των πιο πάνω αναφερόμενων τροποποιητικών νόμων είναι: «... η προστασία των δικαιωµάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυµάτων, διά της απαγόρευσης της επιβολής της πρόσθετης επιβάρυνσης που συνεπάγεται γι' αυτούς η µονοµερής άσκηση από πιστωτικό ίδρυµα τυχόν συµβατικού δικαιώµατος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου και η προαγωγή της διαφάνειας ως προς τον υπολογισµό των επιτοκίων όλων των συµβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων.» Κατά συνέπεια, εφόσον ο προαναφερόμενος σκοπός αφορά και τον Ν.66(Ι)/15, τότε, η πρόνοια του άρθρου 3Α θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα του εδαφίου (γ) του άρθρου 2Β. Θα πρέπει, δηλαδή, κατά την κρίση μου, να προσεγγιστεί και να ερμηνευτεί στη βάση της τελολογικής ερμηνείας. Η υιοθέτηση της γραμματικής ερμηνείας θα καθιστούσε ατελή τον σκοπό του νομοθέτη. Στην Κυριακίδης κ.α ν. Δικηγορόπουλου κ.α
(2012)1Β Α.Α.Δ 1164, αναγνωρίστηκε ότι ένας νόμος θα πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολο του, καθώς και ότι ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε ο νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του. Πιο συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρενθετικά σημειώνουμε ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος, έχει πλέον νομολογιακά εδραιωθεί (Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348). Στην προσπάθεια μας να διαπιστώσουμε την πρόθεση του Νομοθέτη θα λάβουμε υπόψη τους πιο κάτω ερμηνευτικούς κανόνες: (α) Ένας Νόμος πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολό του (Georghiades v. Republic
(1969)3 C.L.R. 396, P. Katsaras and others v. Republic
(1973)3 C.L.R. 145), (β) Ένας Νόμος δεν μπορεί να ερμηνεύεται με τρόπο που οδηγεί σε άδικα, παράδοξα, παράλογα ή άτοπα αποτελέσματα (Katsaras (πιο πάνω), Southfields Industries Ltd. ν. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου
(2003)2 Α.Α.Δ. 82) και (γ) Ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ο Νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για σκοπούς της ορθής ερμηνείας του (Ράφτης ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 345).» Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι ο νομοθέτης με την τροποποίηση που επέφερε στον Νόμο, θέλησε να προστατεύσει τα δικαιώματα των οφειλετών των πιστωτικών ιδρυμάτων και να οριοθετήσει τα αντίστοιχα δικαιώματα των πιστωτικών ιδρυμάτων. Ιδιαίτερα χρήσιμο και αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του νομοθέτη είναι το προοίμιο του τροποποιητικού Ν.141(Ι)/14, το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Επειδή η συµπερίληψη ρήτρας σε σύµβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ως προς το δικαίωµα πιστωτικών ιδρυµάτων να προβαίνουν σε µονοµερή αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου, κρίνεται ότι είναι απόρροια της αυξηµένης ισχύος των εν λόγω πιστωτικών ιδρυµάτων έναντι των οφειλετών, µε αποτέλεσµα τέτοιες συµβάσεις να αποβαίνουν τελικά ετεροβαρείς για τους οφειλέτες, και Επειδή η επιβολή µιας τέτοιας πρόσθετης επιβάρυνσης δυνατόν να καθίσταται ιδιαίτερα δυσµενής για τον οφειλέτη χωρίς τη δική του συναίνεση, και Επειδή επιδιώκεται η παροχή αποτελεσµατικής προστασίας των οφειλετών έναντι της επιβολής µονοµερώς ρητρών εκ µέρους πιστωτικών ιδρυµάτων, οι οποίες δυνατόν να θεωρούνται καταχρηστικής φύσεως,.......» Αυτή την προστασία θέλησε να επεκτείνει ο νομοθέτης με την τροποποίηση που επέφερε στον Ν.66(Ι)/15, έτσι ώστε να καλύψει και συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες είχαν ήδη τερματιστεί κατά την ημερομηνία έναρξης του. Σημειώνεται, ότι οι ουσιαστικές τροποποιήσεις που επήλθαν με τον Ν.66(Ι)/15 αφορούσαν το πεδίο εφαρμογής και το επιτόκιο υπερημερίας. Συνεπώς, εάν η παράγραφος (γ) του άρθρου 2Β δεν επηρεάζει το άρθρο 3Α, δεν θα υπήρχε λόγος να συμπεριληφθεί. Εντασσόμενο, επομένως, το άρθρο 3Α στο σύνολο του Νόμου, δεν μπορεί παρά να ερμηνευτεί ότι αφορά και πιστωτικές διευκολύνσεις που κατέστησαν απαιτητές. Διαφορετική ερμηνεία θα καταστρατηγούσε, κατά την κρίση μου, τον σκοπό του νομοθέτη και θα οδηγούσε σε άτοπα αποτελέσματα. Συνεπώς, οι επίμαχες συμβατικές ρήτρες περί αύξησης του πρόσθετου επιτοκίου δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής, με αποτέλεσμα η Τράπεζα να μην νομιμοποιείται στη διεκδίκηση τόκου πέραν του 10,25%. Για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω την εισήγηση των Εναγομένων για καταχρηστικότητα των προαναφερόμενων προνοιών. Ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος, Ν.93(Ι)/96, καταργήθηκε από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο, Ν.112(Ι)/2021. Σύμφωνα με το άρθρο 75
(1)του Ν.112(Ι)/2021, οποιαδήποτε δικαιώµατα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον παρόντα Νόµο, εφαρµόζονται αναφορικά και µε συµβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερµατίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόµου. Συνεπώς, οι διατάξεις του Ν.112(Ι)/2021, εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 50
(1)του Ν.112(Ι)/2021 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και τηρουµένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δηµιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σηµαντική ανισότητα ανάµεσα στα δικαιώµατα και στις υποχρεώσεις των µερών που απορρέουν από τη σύµβαση.» Αντίστοιχη πρόνοια υπήρχε και στο άρθρο 5 του Ν.93(Ι)/96, το οποίο έτυχε σχολιασμού στην Πολ. Έφεση αρ.9/2011 Frakapor Courier LTD κ.α και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ.15.06.16. Το ζήτημα εξετάστηκε εκεί σε σχέση με την παρεχόμενη αποκλειστική δυνατότητα τερματισμού της σύμβασης στους εφεσίβλητους. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 5 του Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/96), (ο ″Νόμος″), προβλέπει τον ορισμό της καταχρηστικής ρήτρας, ήτοι: ″5.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου, ″καταχρηστική ρήτρα″ θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.″ Το πρωτόδικο δικαστήριο στηρίχθηκε στις υποπαραγράφους «(στ) και (ζ)» του παραρτήματος του Νόμου, που συνάδουν με τα υπό εξέταση γεγονότα, και μετά από προβληματισμό, ως προς την παρεχόμενη, στους εφεσιβλήτους, δυνάμει της συμφωνίας δανείου, αποκλειστική δυνατότητα τερματισμού, ανέφερε: ″Είναι γεγονός ότι η διατύπωση του άρθρου 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου δεν βοηθά στην εύκολη κατανόηση του. Καθοδήγηση μπορεί, όμως, να αντληθεί από την Ευρωπαϊκή Οδηγία αρ. 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Ανάγνωση της προαναφερόμενης οδηγίας αποκαλύπτει ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος αποτελεί την προσπάθεια του Νομοθέτη να εναρμονίσει την Κυπριακή Νομοθεσία με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, και μάλιστα άρθρα του Ν. 93(Ι)/96 είναι μετάφραση άρθρων της εν λόγω Οδηγίας. Το άρθρο 5 του Ν. 93(Ι)/96 είναι η ενσωμάτωση του άρθρου 3
(1)της Οδηγίας, όπου αναφέρονται τα εξής τα οποία και θεωρώ ότι βοηθούν στην κατανόηση της φράσης «παρά την απαίτηση καλής πίστης» στο Κυπριακό κείμενο: «A contractual term which has not been individually negotiated shall be regarded as unfair if, contrary to the requirement of good faith, it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations arising under the contract, to the detriment of the consumer».″ ″Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι η παράγραφος 3 της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 είναι καταχρηστική, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων. Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων.″ Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πιο πάνω προσέγγιση και ιδιαιτέρως όταν στη βάση του περιεχομένου του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της ″καλής πίστης″. Στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου δεν διαπιστώνω ότι η Τράπεζα ενήργησε κατά παράβαση της απαίτησης καλής πίστης. Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης περί αδιαπραγμάτευτων όρων δεν μετουσιώθηκε σε γεγονός. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δεικνύει, ότι ζητήθηκε από την Εναγόμενη 1 η διαπραγμάτευση οποιουδήποτε όρου και η Τράπεζα αρνήθηκε να συζητήσει και να διαπραγματευτεί. Αντιθέτως, αμφότεροι οι Εναγόμενοι υποστήριξαν ότι μετά από απαίτηση του Εναγόμενου 2, η Τράπεζα υπαναχώρησε και δεν επέμεινε στη δέσμευση της υποθήκης και για την παρούσα υπόθεση. Δεν αγνοώ τα όσα ανέφερε η Εναγόμενη 1 σε σχέση με τις προσωπικές της περιστάσεις κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας. Σημειώνω, όμως, ότι η Τράπεζα ήταν αμέτοχη των εν λόγω περιστάσεων. Ούτε, από την άλλη, παραβλέπω ότι το ποσό του δανείου διατέθηκε για την εξόφληση άλλων διευκολύνσεων που διατηρούσε η Εναγόμενη 1 στην Τράπεζα. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να δεικνύει ότι η Τράπεζα άσκησε οποιασδήποτε μορφής πίεση στην Εναγόμενη 1 για την εξόφληση των άλλων διευκολύνσεων θέτοντας την Εναγόμενη 1 προ διλήμματος και εξαναγκάζοντας με αυτόν τον τρόπο την τελευταία να αποδεχθεί τους όρους της παρούσας διευκόλυνσης. Ούτε, άλλωστε, δικογραφείται τέτοιος ισχυρισμός. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι επίμαχες ρήτρες των Τεκμηρίων 8 και 9 συμφωνήθηκαν καλή τη πίστει και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή άλλης αθέμιτης παρότρυνσης και επομένως δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν καταχρηστικές (Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ 1131). Η τελευταία παράμετρος που σχετίζεται με τις επιβαρύνσεις αφορά τον τόκο υπερημερίας. Η Ενάγουσα διεκδικεί τόκο υπερημερίας προς 2%. Στο Τεκμήριο 9 προβλέπεται η δυνατότητα για πρόσθετη επιβάρυνση επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού. Μάλιστα, η συμφωνημένη πρόσθετη επιβάρυνση στο Τεκμήριο 9 ανερχόταν σε ποσοστό 5%. Η προαναφερόμενη πρόνοια θα πρέπει, κατά την άποψη μου, να εξεταστεί σε συνάρτηση με τις ρυθμίσεις του Νόμου. Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 3 (1α) και (1β) του Νόμου, έχει ως ακολούθως: «3(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. 3(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμογή έχει το άρθρο 3(1β), εφόσον η επίδικη συμφωνία δανείου τερματίστηκε στις 24.07.12, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.66(Ι)/
- Δεν έχω εντοπίσει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία να ερμηνεύει την προαναφερθείσα πρόνοια του Νόμου. Εφαρμόζοντας, εν προκειμένω, τον κανόνα της γραμματικής ερμηνείας των νομοθετικών διατάξεων, αυτό το οποίο αντιλαμβάνομαι είναι, ότι στις περιπτώσεις των συμβάσεων που εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 3(1β), το πιστωτικό ίδρυμα που διεκδικεί επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία, θα πρέπει να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει και την πραγματική του ζημιά, ανεξαρτήτως του ποσοστού του τόκου υπερημερίας. Το συγκεκριμένο εδάφιο δεν περιορίζει το ανώτατο όριο του τόκου υπερημερίας που μπορεί να επιβληθεί, όπως πράττει το εδάφιο (1α), το οποίο απαγορεύει την επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν του 2%. Με το εδάφιο (1β), το πιστωτικό ίδρυμα έχει τη δυνατότητα να χρεώσει τόκο υπερημερίας και πέραν του 2%, όμως, ο νομοθέτης, επιβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα για τις συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, να αποδεικνύει ότι ο τόκος υπερημερίας, είτε αυτός υπερβαίνει το 2%, είτε είναι μικρότερος του 2%, αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Στη βάση αυτού του δεδομένου και έχοντας κατά νου την ερμηνεία που έχω δώσει στο άρθρο 3(1β) του Νόμου, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει τόκο υπερημερίας προς 2%. Όπως ανέφερα πιο πάνω, με το άρθρο 3(1β), η Ενάγουσα δεν μπορεί δικαιωματικά να αξιώνει τόκο υπερημερίας προς 2%, αλλά οφείλει να αποδείξει ότι ο τόκος υπερημερίας που διεκδικεί, αντιπροσωπεύει την πραγματική της ζημιά. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί από την Ενάγουσα. Ως εκ των ανωτέρω και έχοντας κατά νου όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ως προς την απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, στη βάση της οποίας θα υπολογιστεί το ύψος του αξιούμενου ποσού, είναι αυτή του Τεκμηρίου
- Η τελευταία πτυχή της αξίωσης της Ενάγουσας αφορά την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης εναντίον και των δύο Εναγομένων. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι, τόσο δικογραφικά, όσο και με τη μαρτυρία τους, αρνήθηκαν το δικαίωμα της Τράπεζας να αξιώσει εκποίηση της υποθήκης, ισχυριζόμενοι ότι αυτή δεν αποτελεί εξασφάλιση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Καταρχάς, είναι αναντίλεκτο το γεγονός, ότι η υποθήκη εκτελέστηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 στις 19.12.06, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της παραχώρησης της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Από εκεί και πέρα θα πρέπει να διαχωριστεί η περίπτωση της Εναγόμενης 1 από αυτή του Εναγόμενου
- Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε, μέσω του Τεκμηρίου 9, όπως η υποθήκη εξασφαλίζει και την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση. Επομένως, δεν μπορεί να αρνείται ότι η υποθήκη, σε ό,τι αφορά το δικό της μερίδιο επί του ακινήτου δεν αποτελεί εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Όσον αφορά, τώρα, τον Εναγόμενο 2 η κατάσταση διαφοροποιείται. Αυτό, διότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να δεικνύει ότι ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε όπως και το δικό του μερίδιο επί του ενυπόθηκου ακινήτου εξασφαλίζει το επίδικο δάνειο. Αντιθέτως, στο Τεκμήριο 13 ουδεμία αναφορά γίνεται στην υποθήκη. Μάλιστα, στην παράγραφο Δ του Τεκμηρίου 13, στην οποία περιγράφεται η ευθύνη του, καταγράφεται μόνο η ευθύνη του στη βάση του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης ‑ Τεκμήριο
- Καμία αναφορά σε ευθύνη του και ως ενυπόθηκου οφειλέτη, δυνάμει της δέσμης Τεκμηρίου
- Διαπιστώνεται, επομένως, μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ των Τεκμηρίων 9 και
- Για την εν λόγω διαφορά δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε εξήγηση εκ μέρους της Ενάγουσας. Υπενθυμίζω, ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.1, ότι παραδόθηκε στον Εναγόμενο 2 το Τεκμήριο 9 δεν έγινε αποδεκτή. Ενόψει των πιο πάνω εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εκποίησης μόνο του μεριδίου της Εναγόμενης
- Είναι γεγονός, ότι στη δέσμη Τεκμηρίου 14 δεν γίνεται οποιοσδήποτε διαχωρισμός των μεριδίων των Εναγομένων 1 και
- Τόσο στη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης, όσο και στο έγγραφο υποθήκης, απλά αναγράφεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 από κοινού υποθηκεύουν προς όφελος της τράπεζας το 1/2 του επίδικου ακινήτου. Πέραν της δέσμης Τεκμηρίου 14, κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15 και 31 αντίστοιχα το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο και το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου ακινήτου. Από αυτά προκύπτει ξεκάθαρα, άλλωστε αποτέλεσε και κατά την ακροαματική διαδικασία κοινό έδαφος, ότι η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια του 1/4 μεριδίου του επίδικου ακινήτου. Συνεπώς, υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ως προς το μερίδιο που ανήκει στην Εναγόμενη
- Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει σε διαχωρισμό του μεριδίου της Εναγόμενης 1 και να εκδώσει σχετικό διάταγμα εκποίησης της υποθήκης σε ό,τι αφορά το μερίδιο ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
- Ανταπαίτηση Η μαρτυρία του Εναγόμενου 2, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της, απορρίφθηκε. Συνεπώς, δεν υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία προς τεκμηρίωση της ανταπαίτησης. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι στη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της ζημίας που κατ' ισχυρισμό υπέστη. Ούτε και στην αγόρευση της συνηγόρου του αναπτύσσεται η αξίωση του Εναγόμενου
- Ως εκ των ανωτέρω, η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 2 απορρίπτεται. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω, ότι η Ενάγουσα απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την αξίωση της. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπερ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €15.601,22 πλέον τόκο προς 10,25% επί του εν λόγω ποσού από τις 29.07.13 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, ήτοι στις 30.06 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται εναντίον της Εναγόμενης 1 διάταγμα που να διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγόμενης 1 όπως αυτό περιγράφεται στην Υποθήκη με αρ. XXXXX/2006 ημερ.19.12.06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και συγκεκριμένα του ¼ μεριδίου της, με δημόσιο πλειστηριασμό και όπως το προϊόν της τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και/ή έναντι των αξιώσεων της Ενάγουσας, νοουμένου ότι σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης των αξιώσεων της Ενάγουσας, οποιοδήποτε παραμένον υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος της Εναγόμενης
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπερ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 2 απορρίπτεται. Ενόψει της συνεκδίκασης της με την απαίτηση δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο