← Κύπρος

SOFOCLIS PETROL STATION LTD κ.α. ν. ΕΥΡΙΒΙΑΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 102/2021, 2/3/2022

SOFOCLIS PETROL STATION LTD κ.α. ν. ΕΥΡΙΒΙΑΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 102/2021, 2/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A78 Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 102/2021 Μεταξύ:

  1. SOFOCLIS PETROL STATION LTD, από τη Λεμεσό
  2. XXX ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και - XXX ΕΥΡΙΒΙΑΔΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγόμενου Ημερομηνία: 2.3.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: Μάριος Χρίστου Για την Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: Αλέξανδρος Σαουρής Αίτηση ημερομηνίας 17.3.21 για παρακοή Δικαστικού Διατάγματος ημερομηνίας 11.2.
  3. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Οι Ενάγοντες - Αιτητές (οι «Αιτητές») με την αίτησή τους ημερομηνίας 9.2.21 (η «Μονομερής Αίτηση»), πέτυχαν στις 11.2.21 την έκδοση διατάγματος σε μονομερή βάση, με το οποίο, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου, απαγορεύεται στον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση (ο «Καθ' ου η Αίτηση») από το: (α) «[.] να επεμβαίνει και/ή να εισέρχεται και/ή να παραμένει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο παρακωλύει την ομαλή λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων το οποίο βρίσκεται επί της οδού XXX XXX αρ. 3X5, 3105 στη Λεμεσό ιδιοκτησίας της Ενάγουσας αρ. 1 [.]», αλλά και το οποίο απαγορεύει στον ίδιο προσωπικά ή μέσω αντιπροσώπων του από το: (β) «[.] να παρενοχλεί και/ή απειλεί την Ενάγουσα αρ. 2 [.]». Την 12.2.21, οι Αιτητές επέδωσαν στον Καθ' ου η Αίτηση το πιο πάνω Διάταγμα ημερομηνίας 11.2.21 (το «Διάταγμα»), την Αίτηση ημερομηνίας 9.2.21 μαζί με τη ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια που τη συνόδευαν, αλλά και επιστολή των δικηγόρων τους με επίσης επισυνημμένο το Διάταγμα. Ο Καθ' ου η Αίτηση εμφανίστηκε με δικηγόρο στη διαδικασία και στις 21.10.21 καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση (η «Ένσταση»). Η Αίτηση Στις 17.3.21 οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση (η «Αίτηση») με την οποία αιτούνται ουσιαστικά όπως: (α) ο Καθ' ου η Αίτηση υποστεί κυρώσεις εάν δεν δείξει λόγο για κατ' ισχυρισμό μη συμμόρφωσή του με το Διάταγμα, (β) επιβληθεί στον Καθ' ου η Αίτηση πρόστιμο ή όπως αυτός φυλακιστεί ή υπογράψει εγγύηση ως μέτρο εξαναγκασμού του σε συμμόρφωση με το Διάταγμα, (γ) ο Καθ' ου η Αίτηση διαταχθεί να καταβάλει αποζημίωση στους Αιτητές λόγω ηθελημένης παρακοής του Διατάγματος, δηλαδή λόγω της εισόδου και παραμονής του στο πρατήριο υγρών καυσίμων που αναφέρεται στο Διάταγμα «προκειμένου να κλέψει το μηχανοκίνητο όχημα μάρκας LEXUS [.]», (δ) διαταχθεί η σύλληψη και φυλάκιση του Καθ' ου η Αίτηση και/ή η κατάσχεση της περιουσίας του μέχρι να συμμορφωθεί με το Διάταγμα και Ως νομική βάση της Αίτησης προτείνονται ο περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός Δ.40, θ. 9 και 10, Δ.41, 42, 43, 44, Δ.42Α θθ. 1, 2, 3

(1)
(2), 4, 8, 10, 11 12 και 13, Δ.47, θ.1, 2, 3 και 4, 48 θ. 1 - 3, θ9, τα Άρθρα 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), το Άρθρο 162 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και η συμφυής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της XXX Κυριακίδου το περιεχόμενο της οποίας έχει ληφθεί υπόψη και στην οποία η ομνύουσα, περιληπτικά, δηλώνει ότι: - Η ίδια είναι διευθύντρια της Ενάγουσας 1 εταιρείας, - το Διάταγμα επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση στις 12.2.21 μαζί με την επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών και παρά ταύτα, - από πληροφορία που έλαβε από υπάλληλο της Αιτήτριας 1 αλλά και όπως η ίδια παρατήρησε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του επίδικου πρατηρίου υγρών καυσίμων, ο Καθ' ου η Αίτηση στις 13.3.21 και ώρα 2.36 μ.μ., εισήλθε στο πρατήριο που αναφέρεται στο Διάταγμα, παρέμεινε για διάστημα μισής ώρας και μετά έκλεψε αυτοκίνητο μάρκας Lexus που ήταν σταθμευμένο εκεί, γεγονός που η ίδια κατήγγειλε στην Αστυνομία και - με τις ενέργειές του, ο Καθ' ου η Αίτηση, παραβίασε το Διάταγμα και περιφρόνησε το Δικαστήριο, ως η πεποίθησή της. Η ένορκη δήλωση φέρει 4 τεκμήρια δηλαδή το Διάταγμα (τεκμήριο 1), την ένορκη δήλωση επίδοσης του XXX Αχιλλέως ημερομηνίας 15.2.21 στην οποία αναφέρει ότι την 12.2.21 επέδωσε στον Καθ' ου η Αίτηση προσωπικά το προσωρινό διάταγμα και την μονομερή αίτηση (τεκμήριο 2), δεύτερη ένορκη δήλωση του XXX Αχιλλέως της ίδιας ημερομηνίας στην οποία αναφέρει ότι την 12.2.21 επέδωσε στον Καθ' ου η Αίτηση την επιστολή ημερομηνίας 11.2.21 και το προσωρινό διάταγμα (τεκμήριο 3) και την εκτίμηση αξίας οχήματος για το όχημα Lexus για το οποίο γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση (τεκμήριο 4). Η Ένσταση Η Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος προτάσσει 4 λόγους για τους οποίους ενίσταστε, βασίζοντάς τους νομικά στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις Δ.40, θ. 1 και 12, Δ.48 θ. 4 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη γενική πρακτική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοψίζονται ως ακολούθως: (α) δεν υπάρχει παρακοή του Διατάγματος, (β) η Αίτηση είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη, μια δικηγόροι που την καταχώρησαν λειτουργούν και ως διαχειριστές της περιουσίας της Ενάγουσας 1, (γ) η Αίτηση είναι παράτυπη επειδή η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2 είναι «μη έγκυρη» και (δ) η Αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται για αλλότριους σκοπούς. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θέτει ο Καθ' ου η Αίτηση εμφαίνεται σε ένορκη δήλωση του ιδίου, το περιεχόμενο της οποίας έχει ληφθεί υπόψη και στην οποία ο ομνύοντας, περιληπτικά, δηλώνει ότι: - αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της ομνύουσας στην Αίτηση όταν αυτοί δεν συμφωνούν με τους δικούς του, - η ομνύουσα δεν αποκαλύπτει εάν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα επειδή είναι από τη Ρουμανία, - ο ίδιος δεν παρήκουσε το Διάταγμα καθότι δεν εισήλθε στο πρατήριο και παρέμεινε σε αυτό για να εμποδίσει τη λειτουργία του, αλλά για να «κλέψει» το όχημα μάρκας Lexus, το οποίο είναι απλώς παρκαρισμένο στο πρατήριο και ουδεμία σχέση έχει με τη λειτουργία του πρατηρίου, - οι δικηγόροι των Αιτητών είναι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος πρώην μοναδικού διευθυντή και μετόχου της Αιτήτριας 1 και ότι ενήργησαν καταχρώμενοι τις διαδικασίες για να διορίσουν την Αιτήτρια 2 στη θέση διευθυντού της Αιτήτριας 1 Εταιρείας, - η Αιτήτρια 2 και ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την Αίτηση απέκρυψε ότι ο ίδιος «σχεδόν αμέσως» παρέδωσε το Lexus και η καταγγελία της στην αστυνομία δεν επέφερε ποινική δίωξη και - ζητά την απόρριψη της Αίτησης. Στην ένορκη δήλωση του, ο Καθ' ου η Αίτηση επισυνάπτει ένα τεκμήριο το οποίο περιγράφει στην παράγραφο 7 ως «το προηγούμενο πιστοποιητικό μετόχων», πλην όμως αυτό, φέρει ημερομηνία 3.8.20 και αναγράφει ως Διευθυντή της Αιτήτριας 1 την Αιτήτρια 2 και ως Γραμματέα τη XXX Χαραλάμπους. Η Ακρόαση Την ημέρα της Ακρόασης της Αίτησης οι συνήγοροι των Αιτητών και του Καθ' ης η Αίτηση παρέδωσαν στο Δικαστήριο αντίστοιχες γραπτές αγορεύσεις. Ουδείς εκ των ομνυόντων, είτε από πλευράς Αιτητών είτε από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, υπεβλήθη σε αντεξέταση από την άλλη πλευρά και η διαδικασία διεξήχθη στη βάση μόνον της Αίτησης, της Ένστασης, των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων. Αγορεύοντας υπέρ της έγκρισης της Αίτησης και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Αιτητή προβάλλουν κυρίως ότι: - εάν ο Καθ' ου η Αίτηση αμφισβητεί το γεγονός ότι η Αίτητρια 2 μιλά ελληνικά θα έπρεπε να εγείρει το θέμα στο πλαίσιο αντεξέτασης της ίσιας, πράγμα που δεν έκανε, - ο Καθ' ου η Αίτηση κακώς θεωρεί ότι δεν παρήκουσε το Διάταγμα μια και παραδέχεται ότι εισήλθε στο πρατήριο και ότι η θέση του ότι το Διάταγμα αφορά μόνο την είσοδο με πρόθεση την παρακώλυση των εργασιών του πρατηρίου είναι πεπλανημένη, - οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με την ιδιότητα των δικηγόρων των Αιτητών είναι μπερδεμένοι και αστήρικτοι, - ο Καθ' ου η Αίτηση παραδέχεται την μετακίνηση του Lexus από το πρατήριο αλλά ότι το επέστρεψε, - δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος ενήργησε σκόπιμα κατά την «κλοπή» του Lexus, - ο Καθ' ου η Αίτηση δεν αμφισβητεί την επίδοση του Διατάγματος ούτε ότι εισήλθε στο πρατήριο και οι πράξεις του υποδηλώνουν ηθελημένη παραβίαση του Διατάγματος, - πληρούνται και οι 5 προϋποθέσεις, τις οποίες οι συνήγοροι παραθέτουν στην παράγραφο 34 της αγόρευσής τους, κυριότερα ότι - ο Καθ' ου η Αίτηση παραδέχεται την πράξη που συνιστά παρακοή του Διατάγματος. Από την αντίπερα όχθη οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση, αντιτείνουν ότι: - Η ένορκη δήλωση που στηρίζει την Αίτηση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη επειδή η ομνύουσα είναι από τη Ρουμανία και δεν αναφέρει εάν γνωρίζει ελληνικά, - η πλευρά των Αιτητών δεν απέδειξε την παρακοή του Διατάγματος επειδή αυτό απαγορεύει ουσιαστικά στον Καθ' ου η Αίτηση να παρακωλύει την ομαλή λειτουργία του πρατηρίου και - η διαδικασία θα πρέπει να ανασταλεί λόγω κατάχρησής της από την πλευρά των Αιτητών. Νομική Πτυχή Το Άρθρο 162 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρει ότι: «Tο Aνώτατον Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν περιφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου και πάν έτερον δικαστήριον της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των κατά το άρθρον 160 ιδρυομένων υπό κοινοτικού νόμου τοιούτων, έχει εξουσίαν να διατάσση την φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην, εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκισις δεν δύναται να υπερβή τους δώδεκα μήνας». Ενώ, στο Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) υπό τον τίτλο «Εξαvαγκασμός υπoταγής εις διατάγματα» προνοούνται τα εξής: «42. Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov θα έχη εξoυσία vα εξαvαγκάζη εις υπακoήv πρoς oιovδήπoτε διάταγμα εκδoθέv υπ' αυτoυ, διατάττov ή απαγoρεύov τηv εκτέλεσιv oιασδήπoτε πράξεως, διά πρoστίμoυ ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτωv. Και τo δικαστήριov δύvαται επιπρoσθέτως vα επιδικάση εις τo πρόσωπov πρoς τo συμφέρov τoυ oπoίoυ εξεδόθη τo διάταγμα τoιoύτov πoσόv υπό μoρφήv απoζημιώσεως, ως τo δικαστήριov δύvαται vα θεωρήση πρέπov. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος». Η Διαταγή 42Α του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού αναφέρει, μεταξύ άλλων: «3.
(1)Where such an order has been issued by any Court and the person directed to do or prohibited from doing an act (hereinafter referred to as "the respondent") refuses or neglects to do or abstain from doing it, according to the directions of such order, the person in whose favour such order has been given (hereinafter referred to as "the applicant") may apply to the Court for a writ of attachment.
(2)Such an application shall be made by summons supported by affidavit and an office copy thereof shall, unless otherwise directed by the Court or Judge, be served on the respondent personally. But the Court or a Judge, if satisfied that the delay caused by proceeding in the aforesaid way would or might entail irreparable or serious mischief, may make an order ex parte upon such terms as to costs or otherwise, and subject to such undertaking, if any, as the Court or Judge may think just; and any party affected by such order may move to set it aside. [.]
  1. If the respondent shall not establish sufficient excuse for not attending on the return day of the summons, or if he attends and does not show cause to the satisfaction of the Court why he should not be punished for disobedience, the Court may order him to pay such fine, or to be committed to prison for such time as the Court directs.
  2. The Court may order that a person committed to prison for disobedience to an order shall be detained in prison till he has obeyed such order in all things that are to be immediately performed and given such security as the Court thinks fit to obey the other parts of the order, if any, at the time or times when they are to be performed» Από την πλούσια επί του θέματος Νομολογία, το πιο κάτω απόσπασμα από την κλασσική πλέον υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova
(2011)1 Α.Α.Δ. 356 κρίνεται ιδιαίτερα διαφωτιστικό και παρατίθεται αυτούσιο, προκειμένου να σκιαγραφηθεί ο τρόπος που το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζει τη νομική πτυχή του θέματος της αστικής παρακοής Δικαστικού Διατάγματος: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd [1970] Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No. 2) [1988] 1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Και πιο κάτω: «Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Μαύρος v. Στυλιανού κ.ά.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο Αρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Mouzouris v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «...... για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί· πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (Δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2) [1897] Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1)». Στην υπόθεση Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου
(2011)1 ΑΑΔ 293 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750, το Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), ως δικαιοδοτικό, προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τη τιμωρία προσώπων, φυσικών ή νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Προϋπόθεση ενεργοποίησης της πιο πάνω δικαιοδοσίας είναι η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται με τις πρόνοιες της Δ.42 Α
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. (Οικονομίδου v. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1145.) Από την ιδία τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιωνοί ποινικής, (βλ. Halin v. Timur
(2005)1(Α) A.A.Δ. 424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, (Μακρίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401): α. Ύπαρξη διατάγματος. β. Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης. γ. Προσωπική επίδοση του διατάγματος. δ. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής. Σχετική επί του θέματος της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για απόδειξη παρακοής είναι η υπόθεση Ονουφρίου v. Bye
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 371.» Σε ευθυγράμμιση με την Κυπριακή, η Αγγλική νομολογία και πρακτική όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα Borrie and Lowe: The Law of Contempt, 4η έκδοση, 2010, προνοεί τα ακόλουθα, τα οποία περιλαμβάνονται στη σελίδα 111 του εν λόγω συγγράμματος υπό τον τίτλο «II. The ways in which civil contempt may be committed. A. Breach of Injunction»: «An injunction is an order made by the court expressly enjoining a party either to perform a particular act, (mandatory injunction), or to refrain from doing a particular act, (prohibitory injunction). As Kindersley V-C said, it is of the: ''greatest importance that either an order for an injunction or an interim order should be implicitly observed, and every diligence exercised to observe it. In Spokes v Banbury Board of Health, Wood V-C said: "the simple and only view is that an order must be obeyed, that those who wish to get rid of that order must do so by the proper course, an appeal. So long as it exists, the order must be obeyed, and obeyed to the letter...'' Sachs LJ asserted in Knight v Clifton that: ''when an injunction prohibits an act, that prohibition is absolute, and is not to be related to intent unless otherwise stated on the face of the order...'' While, in Howitt Transport v Transport and General Workers' Union, Sir John Donaldson explained: ''orders of any court must be complied with strictly in accordance with their terms. It is not sufficient by way of answer to an allegation that a court order has not been complied with for the person concerned to say that he "did his best". But if a court order requires a certain state of affairs to be achieved the only way in which the order can be complied with is by achieving that state of affairs.'' [.] In so far as interim and interlocutory injunctions have the same force as a final order, the same principles of obedience apply. Because strict observation of an injunction is required, courts are mindful when making orders that compliance is possible and realisable and that the order is clear and precise. Courts will not lightly hold that a contempt has been committed. As O'Connor J said in P A Thomas and Co v Mould: ''where parties seek the power of the court to commit people to prison and deprive them of their liberty there has got to be quite clear certainty about it.'' Thus, although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injunction, the courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following matters. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiguous; second, it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and third, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant. There is also a fourth issue, namely, the mens rea required in such cases. We will also refer, fifth, to the question of who is responsible for the breach"». Στη σελίδα 120 του ιδίου συγγράμματος Borrie and Lowe (βλ. ανωτέρω), υπό τον τίτλο «What is the mens rea required?» αναγράφονται τα εξής σχετικά αλλά και, εν προκειμένω, βοηθητικά: «[.] in, what now must be regarded as the locus classicus, Warrington J said in Stancomb v Trowbridge UDC: ''if a person or corporation is restrained by injunction from doing a particular act, that person or corporation commits a breach of the injunction, and is liable for process for contempt, if he or it in fact does the act, and it is no answer to say that the act was not contumacious in the sense that, in doing it, there was no direct intention to disobey the order.'' It was upon this basis that a contempt was held to have been established even though the acts were done 'reasonably and despite all due care and attention, in the belief based on legal advice, that they were not breaches». Κρίνεται σκόπιμο το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση στην Stancomb, η οποία παρεμπιπτόντως αναφέρεται και στην Poliakova (ανωτέρω), να παρατεθεί σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική: «εάν πρόσωπο ή οργανισμός περιορίζεται από διάταγμα να προβεί σε κάποια πράξη, το εν λόγω πρόσωπο ή οργανισμός παραβιάζει το διάταγμα, και είναι υπόλογο σε διαδικασία περιφρόνησης, εάν όντως προβεί στην πράξη, και δεν αποτελεί απάντηση ότι η πράξη δεν ήτο σε πεισματική ανυποταξία υπό την έννοια ότι, με το να επισυμβεί, δεν υπήρχε άμεση πρόθεση παρακοής του διατάγματος». «Ήτο επί τούτης της βάσης που αποφασίστηκε στοιχειοθέτηση περιφρόνησης, παρά το γεγονός ότι οι ενέργειες έγιναν «λογικά και μετά της δέουσας προσοχής και φροντίδας, με την πεποίθηση βασιζόμενη σε νομική συμβουλή, ότι δεν συνιστούσαν παραβιάσεις». Υπαγωγή γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου και κατάληξη Ξεπροβάλει, ως ζήτημα μείζονος σημασίας, να αναδειχθούν πρώτιστα τα γεγονότα εκείνα τα οποία οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι συνιστούν την παρακοή του Διατάγματος και παράλληλα ο τρόπος με τον οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση αντιμετώπισε και απάντησε σε αυτά. Έπειτα η ανάλυσή του Δικαστηρίου θα επεκταθεί και στους λοιπούς λόγους ένστασης. Απλή ανάγνωση των ενόρκων δηλώσεων και των δύο πλευρών αποκαλύπτει τα ακόλουθα: Στις 11.2.21, εκδόθηκε το Διάταγμα και επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση την επομένη, δηλαδή στις 12.2.
  1. Αυθημερόν, επιδόθηκε σε αυτόν και επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών με συνημμένο εκ νέου το εν λόγω Διάταγμα. Του επιδόθηκε επίσης η παρούσα υπό κρίση Αίτηση στις 22.3.
  2. Τούτα παρέμειναν από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση και άρα αναντίλεκτα, παρά τη γενική άρνηση των ισχυρισμών των Αιτητών στην Ένσταση όπως καταγράφεται ανωτέρω. Χωρίς να μετατίθεται οποιοδήποτε αποδεικτικό βάρος στους ώμους του Καθ' ου η Αίτηση, διαπιστώνω ότι τίποτε δεν προβλήθηκε από πλευράς του με το οποίο να τίθενται σε αμφιβολία τα όσα εμφαίνονται στα συνημμένα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση Τεκμήρια 1, 2 και 3 και στους αντίστοιχους ισχυρισμούς της ομνύουσας - Αιτήτριας
  3. Εκ του λεκτικού του Διατάγματος, διαπιστώνεται περαιτέρω η ύπαρξη και της αναγκαίας οπισθογράφησης. Έχοντας διαπιστώσει τα πιο πάνω διαφαίνεται ευκρινώς ότι πληρούνται οι τέσσερις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην Μαυρονικόλας (ανωτέρω). Προχωρώντας να εξετάσω τα όσα οι Αιτητές καταλογίζουν στον Καθ' ου η Αίτηση ως να συνιστούν την κατ' ισχυρισμό παρακοή του Διατάγματος, αλλά και τα όσα ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση προτάσσει στη ένορκη μαρτυρία του, προκύπτει ότι στις 13.3.21 και ώρα 2.36 μ.μ. ο Καθ' ου η Αίτηση εισήλθε στο πρατήριο υγρών καυσίμων που αναφέρεται στο Διάταγμα και μετακίνησε, έστω προσωρινά το όχημα μάρκας Lexus. Καταλήγω στο συμπέρασμα τούτο καθότι στις παραγράφους 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του ίδιου του Καθ' ου η Αίτηση, τουλάχιστον η ενέργεια αυτή, δηλαδή της εισόδου στον πιο πάνω χώρο και της έστω προσωρινής μετακίνησης του οχήματος Lexus, που κατά κοινή ομολογία ήταν παρκαρισμένο εκεί, είναι παραδεκτή. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων αποκλίνουν σε δύο σημεία, δηλαδή (α) στο κατά πόσο η μετακίνηση του οχήματος μάρκας Lexus συνιστούσε κλοπή ή όχι και (β) στο κατά πόσο το Διάταγμα απαγόρευε στον Καθ' ου η Αίτηση από τον να εισέρχεται στο χώρο ή εάν η απαγόρευση αφορούσε είσοδο που είχε ως αποτέλεσμα να παρακωλύεται η λειτουργία του πρατηρίου. Σχετικά με το πρώτο σημείο διαπιστώνω ότι το ζήτημα της κλοπής δεν είναι, τουλάχιστον στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, επίδικο. Κατά συνέπεια η οποιαδήποτε εδώ ενασχόληση του Δικαστηρίου με τούτο παρέλκει. Είναι όμως επίδικη και το κρισιμότερο σημείο της παρούσας ανάλυσης η ερμηνεία του Διατάγματος, υπό το φως των γεγονότων που σχετίζονται με αυτό. Υπενθυμίζεται ότι με το ακριβές λεκτικό του Διατάγματος όπως αναγράφεται αυτολεξεί στην Εισαγωγή (ανωτέρω) απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση από το «[.] να επεμβαίνει και/ή να εισέρχεται και/ή να παραμένει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο παρακωλύει την ομαλή λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων το οποίο βρίσκεται επί της οδού 28ης Οκτωβρίου αρ. 305, 3105 στη Λεμεσό ιδιοκτησίας της Ενάγουσας αρ. 1 [.]». *Η έμφαση του Δικαστηρίου. Προκύπτει, φρονώ αβίαστα, ότι με τη χρήση της διάζευξης «και/ή», το Δικαστήριο, απαγόρευσε στον Καθ' ου η Αίτηση από το να προβαίνει σε οποιαδήποτε ή και σε όλες εκ των ενεργειών που έπονται της εν λόγω απαγόρευσης. Καθίσταται απόλυτα σαφές, αλλά και ευκόλως αντιληπτό κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ότι στον Καθ' ου η Αίτηση απαγορεύθηκε και να επεμβαίνει και να εισέρχεται και να παραμένει και να παρακωλύει την ομαλή λειτουργία του πρατηρίου. Τίποτε στο λεκτικό του Διατάγματος δεν προνοεί, αλλά ούτε καν αφήνει να νοηθεί, ότι επιτρέπεται στον Καθ' ου η Αίτηση να εισέρχεται ή και να επεμβαίνει ή και να παραμένει στο χώρο του πρατηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα παρακωλύει τη λειτουργία του. Με άλλα λόγια, η απαγόρευση στο Διάταγμα δεν αφορά την παρακώλυση της λειτουργίας του πρατηρίου και μόνο, ως φαίνεται να ισχυρίζεται η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, επιτρέποντας οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εάν αυτή δεν αποβαίνει σε τέτοια παρακώλυση. Εν όψει των πιο πάνω η ερμηνεία που ο Καθ' ου η Αίτηση και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του προσπάθησαν να δώσουν στο Διάταγμα κρίνεται αυθαίρετη και δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατά συνέπεια βρίσκω ότι η παραδοχή εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση ότι όντως εισήλθε στο χώρο του πρατηρίου, ανεξάρτητα εάν η παραδοχή αυτή συνοδευόταν και από την εκ μέρους του επεξήγηση ότι δεν εισήλθε για να παρακωλύσει τη λειτουργία του πρατηρίου, αλλά για να «κλέψει», όπως σε εισαγωγικά αναφέρει ο ίδιος, το όχημα Lexus, είναι αρκετή προκειμένου να καταδείξει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση προέβη σε πράξη, η οποία παραβίαζε την απαγόρευση που προβλεπόταν στο Διάταγμα, δηλαδή ότι την 13.3.21 και ώρα 2.36 μ.μ. εισήλθε και παρέμεινε στον πρατήριο υγρών καυσίμων το οποίο βρίσκεται επί της οδού 28ης Οκτωβρίου αρ. 305, 3105 στη Λεμεσό. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση εισήλθε και παρέμεινε στο χώρο του πρατηρίου κατά παράβαση του Διατάγματος, ικανοποιώντας την αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της παρακοής Δικαστικού διατάγματος. Προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο οι πιο πάνω πράξεις του Καθ' ου η Αίτηση ήτο ηθελημένες, υπό την έννοια που αποδίδεται στον όρο στην επί του θέματος Νομολογία, και εάν ικανοποιείται και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της παρακοής. Έχοντας κατά νουν τη θέση που αναπτύχθηκε στην Stancomb (ανωτέρω) και υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Poliakova (επίσης ανωτέρω) θεωρώ ότι η επεξήγηση που εμμέσως προτείνεται από τον Καθ' ου η Αίτηση και τους δικηγόρους του για την παραδεχτή είσοδό του στον χώρο του υπό αναφορά πρατηρίου είναι τουλάχιστον ανεπαρκής για να βοηθήσει την υπόθεσή του. Είναι η θέση της πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση ότι επειδή ο ίδιος δεν εισήλθε στο πρατήριο για να παρακωλύσει, και δεν παρακώλυσε, τη λειτουργία του, δεν παρήκουσε στο Διάταγμα, επειδή η ερμηνεία που η ίδια η πλευρά του αποδίδει στο Διάταγμα καθιστά, προφανώς, μόνον την παρακώλυση της λειτουργίας του πρατηρίου ως πράξη παρακοής. Απλή όμως ανάγνωση του κειμένου του Διατάγματος καταδεικνύει και την αποτυχία του όλου επιχειρήματος και εγχειρήματος του Καθ' ου η Αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας και με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Καθ' ου η Αίτηση εισήλθε στο πρατήριο παρά τη δικαστική απαγόρευση, τουλάχιστον αδιαφορώντας γι' αυτή. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω, χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση εισήλθε ηθελημένα στο επίδικο υποστατικό και ηθελημένα, υιοθετώντας την εμβέλεια του όρου που αποδόθηκε νομολογιακά, παρήκουσε το Διάταγμα. Επεξηγείται για σκοπούς πληρότητας και σαφήνειας της κατάληξής μου ότι ως διεφάνη, ο Καθ' ου η Αίτηση σκόπευε να εισέλθει στο χώρο του πρατηρίου προκειμένου να ασχοληθεί με το όχημα Lexus, είτε η ασχολία του σε σχέση με το όχημα ήτο νόμιμη είτε όχι. Η σαφήνεια του λεκτικού του Διατάγματος θεωρώ δεν επέτρεπε σε αυτόν να του αποδώσει την αυθαίρετη ερμηνεία με την οποία προώθησε την άρνησή του ότι παρήκουσε το εν λόγω Διάταγμα. Η απαγόρευση της εισόδου από το Διάταγμα είναι σαφής και άνευ επιφυλάξεων ή προϋποθέσεων. Συνεπώς, η πρόθεση του Καθ' ου η Αίτηση ήτο να εισέλθει στο υποστατικό. Ενόψει της αποτυχίας του να επεξηγήσει και αιτιολογήσει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο η πρόθεσή του αυτή συνήδε με το λεκτικό του Διατάγματος, θεωρώ δεν αφήνουν χώρο σε άλλη κατάληξη. Προχωρώ να εξετάσω, ως τελευταίο ζήτημα, τους λοιπούς λόγους ένστασης που προβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση εναντίον της Αίτησης. Αναλύοντας λοιπόν αυτούς υπό το φως της ενώπιον μου μαρτυρίας, βρίσκω ότι οι θέσεις του Καθ' ου η Αίτηση παρέμειναν τουλάχιστον νεφελώδεις. Εξηγώ: Ο Καθ' ου η Αίτηση παραθέτει ως επιπρόσθετο λόγο ένστασης που υποστηρίζεται από την παράγραφο 4 της δικής του ένορκης δήλωσης, ότι η ένορκη δήλωση που στηρίζει την Αίτηση είναι άκυρη επειδή η ομνύουσα Αιτήτρια 2 δεν γνωρίζει ελληνικά. Δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα όμως προκειμένου να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του, αναμένοντας ενδεχομένως ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει αυτόν βασιζόμενο μόνον στη δική του θέση. Εν προκειμένω ο Καθ' ου η Αίτηση, εάν δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει τον ισχυρισμό του, θα μπορούσε να αιτηθεί την αντεξέταση της ομνύουσας - Αιτήτριας 2, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να διαπιστωθεί το κατά πόσο η ίδια γνωρίζει Ελληνικά. Δεν το έπραξε με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του να παραμείνει μετέωρος και ως τέτοιος απορρίπτεται. Προβάλλεται επίσης ως λόγος ένστασης ότι υπάρχει, ως προσπάθησα να το αντιληφθώ, κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς των Αιτητών, καθότι οι δικηγόροι που τους εκπροσωπούν λειτουργούν ως διαχειριστές της περιουσίας της Αιτήτριας 1, αλλά και γενικότερη κατάχρηση που αποδίδεται σε πρόθεση των Αιτητριών να ταλαιπωρήσουν τον Καθ' ου η Αίτηση. Από ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την Ένσταση διαπιστώνεται ότι οι εν λόγω δικηγόροι δεν ενεργούν ως διαχειριστές της περιουσίας της Αιτήτριας 1 εταιρείας αλλά του θανόντος τέως διευθυντού και μετόχου της. Πέραν της ξεκάθαρης ασυμφωνίας μεταξύ Ένστασης και υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης επί της ιδιότητας των δικηγόρων των Αιτητών, αλλά και της ασυμφωνίας μεταξύ της περιγραφής του τεκμηρίου Α και του τι αναγράφεται σε αυτό, δεν γίνεται οποιαδήποτε προσπάθεια να επεξηγηθεί πως η οποιαδήποτε ανάμειξη των δικηγόρων των Αιτητών στη διαχείριση της περιουσίας θανόντος φυσικού προσώπου επηρεάζει αφενός το Διάταγμα και την ισχύ του, η οποία δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο περιοριστεί ή ανατραπεί, και αφετέρου την υπό κρίση Αίτησης. Εάν η θέση του Καθ' ου η Αίτηση αφορά τη νομιμοποίηση των Αιτητριών να αιτούνται στη βάση της παρακοής Διατάγματος τότε τίποτε δεν έχει τεθεί από πλευράς του που να διεκδικεί με οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας την απόρριψη της Αίτησης επί αυτής της βάσης. Εν όψει τούτου και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Εν όψει της απόρριψης των λοιπών λόγων ένστασης αλλά και της προηγηθείσας κατάληξής μου περί απόδειξης στον απαιτούμενο βαθμό των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της αστικής παρακοής, η Αίτηση επιτυγχάνει και ο Καθ' ου η Αίτηση κρίνεται ένοχος παρακοής του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.2.
  4. (Υπ.) ................................... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.