PROMFG SYSTEMS LTD κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Aγωγή αρ. 2553/20, 9/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 2553/20 Μεταξύ:
- PROMFG SYSTEMS LTD (HE 16617), από τη Λεμεσό.
- ΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (Α.Δ.Τ. XXXXX51), από τη Λεμεσό.
- ΧΧΧ ΚΟΝΤΟΥ (Α.Δ.Τ. XXXXX36), από τη Λεμεσό. Εναγόντων-Αιτητών -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση ------------------------ Αίτηση ημερ. 9.11.2020 Ημερομηνία: 9.3.2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κος Α. Κασιανής για Α. Μαθηκολώνη (για να ακούσει απόφαση η κα Α. Παύλου) Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κος Μ. Μαστορούδης για Ντίνος Μαστορούδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση η κα Ν. Συμεωνίδου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες 1, 2 και 3 (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως «οι Αιτητές 1, 2 και 3») με την υπό εξέταση Αίτηση τους αξιώνουν την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ακινήτου της Αιτήτριας 1, υπ' αριθμό εγγραφής Χ/ΧΧ930, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧ/ΧΧ, Τεμάχιο ΧΧΧ, Δήμος Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «το ενυπόθηκο ακίνητο») καθώς επίσης και διάταγμα το οποίο να απαγορεύει τη συνέχιση και/ή τη διεξαγωγή της διαδικασίας πώλησης του, όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VΙΑ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
- Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή 2, διευθυντή της Αιτήτριας 1 και γιου της Αιτήτριας 3, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Κατά την 8.6.2010 η Αιτήτρια 1 συνήψε με το τότε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως το «Συνεργατικό Ταμιευτήριο») συμφωνία δανείου για το ποσό των €550.000 καθώς και συμφωνία παραχώρησης πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό για το ποσό των €150.
- Προς εξασφάλιση των ρηθεισών συμφωνιών, ο ίδιος και η μητέρα του υπέγραψαν, κατά την ίδια ημερομηνία, συμβάσεις εγγύησης. Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση, η Αιτήτρια 1 παραχώρησε Α και Β υποθήκη επί του ενυπόθηκου ακινήτου της, υπ' αριθμό ΥΧΧΧΧ/2010 και ΥΧΧΧΧ/2010 αντίστοιχα. Στην πορεία, η Αιτήτρια 1 κατέβαλε προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο το συνολικό ποσό των €234.921,
- Αργότερα, επειδή οι λογαριασμοί που αφορούσαν τις ρηθείσες συμφωνίες χρεώνονταν από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο με παράνομες χρεώσεις και αντισυμβατικούς τόκους, προέκυψε διαφορά μεταξύ Αιτήτριας 1 και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου. Κατά την 24.7.2014 τους επιδόθηκαν ειδοποιήσεις με τις οποίες καλούνταν να παραστούν σε διαδικασία διαιτησίας για επίλυση της ως άνω διαφοράς. Παρουσιάστηκαν ενώπιον του διαιτητή που διόρισε το Συνεργατικό Ταμιευτήριο και αμφισβήτησαν τη διαδικασία διαιτησίας, η οποία τελικά εγκαταλείφθηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο. Λόγω του ότι οι συζητήσεις με τους υπαλλήλους του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου είχαν αποτελματωθεί αλλά και από το κράτος εκβιασμού για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, αποτάθηκαν στον τότε δικηγόρο της Αιτήτριας 1, ο οποίος τους επεξήγησε την νεοεισαχθείσα το 2014 εξωδικαστική διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων. Κατόπιν συμβουλής του τότε δικηγόρου τους, καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από την Αιτήτρια 1 η αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/2016 εναντίον του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου. Όπως τους επεξήγησε ο δικηγόρος της Αιτήτριας 1, η εκκρεμοδικία της αγωγής αποτελούσε ένα από τους λόγους για τους οποίους θα μπορούσε να σταματήσει οποιαδήποτε απόπειρα για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Κατά την 21.7.2017 το Συνεργατικό Ταμιευτήριο, όπως και όλα τα συνεργατικά ιδρύματα, συγχωνεύθηκε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Με την ως άνω συγχώνευση, όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου μεταφέρθηκαν στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Στις 24.7.2017 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και στη συνέχεια, με απόφαση της γενικής της συνέλευσης, μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ με ημερομηνία ισχύος την 3.9.
- Στο ενδιάμεσο, μέχρι την 29.9.2020 που είχε οριστεί για ακρόαση η αγωγή της Αιτήτριας 1, εκδηλώθηκε διαφωνία με τον τότε δικηγόρο της και προσπάθησαν να βρουν νέο δικηγόρο. Περί τον Ιούλιο του 2020 αποτάθηκαν στο δικηγορικό γραφείο Α. Μαθηκολώνη. Οι νέοι δικηγόροι που διόρισαν, κατόπιν μελέτης των εγγράφων που τους προσκόμισαν, τους επεξήγησαν ότι ουσιώδη ζητήματα δεν εγείρονταν στην αγωγή 3856/2016, η οποία καταχωρίστηκε μέσω του προηγούμενου δικηγόρου της Αιτήτριας 1, και η οποία είχε οριστεί την 29.9.
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία η αγωγή δεν εκδικάστηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Κατ' εκείνη την ημερομηνία τους επιδόθηκαν οι Ειδοποιήσεις του Τύπου «Ι», με τις οποίες ουσιαστικά, η Εναγόμενη εκκινούσε τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
- Με οδηγίες των νέων δικηγόρων τους καταχώρησαν την παρούσα Αγωγή, αφού με την αγωγή που καταχωρίστηκε μέσω του προηγούμενου δικηγόρου της Αιτήτριας 1, δεν προσβάλλετο η νομιμότητα και εγκυρότητα των συμφωνιών που υπεγράφησαν με το τότε Συνεργατικό Ταμιευτήριο. Επιπρόσθετα, τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα του δεν ήταν διάδικοι στην αγωγή που καταχωρίστηκε μέσω του προηγούμενου δικηγόρου της Αιτήτριας
- Το ενυπόθηκο ακίνητο, που είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Αιτήτριας 1, βρίσκεται σε προνομιακή θέση στη βιομηχανική περιοχή Ύψωνα. Σ' αυτό βρίσκεται το εργοστάσιο της Αιτήτριας 1, καθώς και γραφειακός χώρος. Πέραν από την εμπορική, έχει ανεκτίμητη συναισθηματική αξία, καθότι αντικατοπτρίζει τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής των γονιών του, αλλά και του ιδίου. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν, τόσο ο ίδιος όσο και η Αιτήτρια 1, ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι θα απωλέσουν την επαγγελματική τους στέγη, όπου εξακολουθούν να διεξάγουν εργασίες. Καμιά χρηματική αποζημίωση θα είναι δυνατόν να αποκαταστήσει τα όσα θα επισυμβούν από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η τυχόν εκποίηση του θα εξαλείψει στην ουσία την υπόθεση τους και δεν θα υφίσταται πλέον αντικείμενο προς εκδίκαση. Περαιτέρω θα έχει ως αποτέλεσμα την άρνηση δικαιοσύνης και την αποστέρηση συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Πέραν των πιο πάνω, εντός του εργοστασίου της Αιτήτριας 1 βρίσκονται τέτοιας φύσεως αντικείμενα, μηχανήματα και υλικά που είναι αδύνατη, ακόμα και επικίνδυνη η μετακίνηση τους ή εν πάση περιπτώσει με τεράστιο κόστος, όπως για παράδειγμα η πρέσα τύπου βαθιάς κοίλανσης με δύο έμβολα. Η Εναγόμενη είναι πρόσωπο αφερέγγυο που δεν μπορεί να τους αποζημιώσει. Ως οντότητα είναι μόνο ιδιοκτήτρια των μη εξυπηρετούμενων δανείων του πρώην Συνεργατισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με την Έκθεση Διαχείρισης Προόδου της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ), για την περίοδο Σεπτεμβρίου 2018 μέχρι Ιουνίου του 2020, η Εναγόμενη δεν εισπράττει οποιαδήποτε χρήματα, αντίθετα τις εισπράξεις τις διενεργεί η θυγατρική της εταιρεία ΚΕΔΙΠΕΣ, η οποία εργοδοτεί τους υπαλλήλους του Συνεργατισμού, αποπληρώνει την κρατική βοήθεια καθώς και τυχόν ζημιές τις οποίες δυνατόν να υποστεί η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τα δάνεια του Συνεργατισμού που μεταφέρθηκαν σ' αυτήν, ακόμα και τις εκτιμήσεις των ακινήτων που γίνονται στα πλαίσια διαδικασίας πώλησης σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου 9/
- Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Η Εναγόμενη με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρισε, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου
- Ειδικότερα και αναφορικά με την 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή είναι έκδηλα καταχρηστική και ως τέτοια δεν έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας καθώς για το ίδιο επίδικο αντικείμενο και/ή για τα ίδια επίδικα γεγονότα είχε ήδη καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από την Αιτήτρια 1 εναντίον της ίδιας Εναγομένης- η Αγωγή αρ. XXXXX/2016 η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση. Η παρούσα Αγωγή και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκαν για αλλότριους σκοπούς με μοναδικό σκοπό να σταματήσει η επίδικη διαδικασία πλειστηριασμού και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Αντί οι Αιτητές να καταχωρήσουν αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα στα πλαίσια της υφιστάμενης Αγωγής τους αρ. 3856/2016, καταχώρησαν, καταχρηστικά, νέα Αγωγή ήτοι την παρούσα και στα πλαίσια αυτής την υπό κρίση Αίτηση, σε μία προσπάθεια να εξασφαλίσουν Μονομερώς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
- Οι Αιτητές στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή 2 που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση τους παραδέχονται την σύναψη της επίδικης Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 08/06/2010 και την εκταμίευση του ποσού του Δανείου όπως επίσης παραδέχονται και την σύναψη της επίδικης Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού ημερομηνίας 08/06/2010 και την εγγραφή των επίδικων υποθηκών ΥΧΧΧΧ/2010 και ΥΧΧΧΧ/2010 του Κτηματολογίου Λεμεσού, προς εξασφάλιση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Συνεπώς, δεν μπορούν να ζητούν διάταγμα το οποίο να εμποδίζει και να στερεί ουσιαστικά από την Εναγόμενη το εκ του νόμου δικαίωμα της να προωθεί τη διαδικασία που προβλέπει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965 για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της xxx Αγά, υπαλλήλου της Altamira Asset management (Cyprus) Ltd, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης, στις οποίες περιλαμβάνονται και αυτές που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Στην ένορκη δήλωση της παραδέχεται τη σύναψη όλων των συμφωνιών οι οποίες περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 και, επιπρόσθετα, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Επειδή η Αιτήτρια παρέβηκε τους όρους της συμφωνίας δανείου καθώς και της συμφωνίας παραχώρησης πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό, παρά το ότι κλήθηκε επανειλημμένα να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο με επιστολές του ημερομηνίας 20.9.2012 και 23.5.2013 τερμάτισε αντίστοιχα τις ρηθείσες συμφωνίες και κάλεσε την Αιτήτρια 1 όπως προβεί σε εξόφληση του υπολοίπου των λογαριασμών της εντός 30 ημερών, κάτι το οποίο η Αιτήτρια 1 παρέλειψε να πράξει. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου της ανέρχεται σε €975.353,43 πλέον τόκος επ' αυτού από 1.7.2020, ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ανέρχεται σε €258.258,88 πλέον τόκος από 1.1.
- Ενόψει των ανωτέρω, η Εναγόμενη, ενασκώντας τα δικαιώματα που της παρέχει η σχετική Νομοθεσία για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, εξέδωσε τις Ειδοποιήσεις του Τύπου «Ι», οι οποίες επιδόθηκαν σε όλους τους Αιτητές. Όπως συμβουλεύεται, η εκδίκαση της παρούσας Αγωγής μπορεί να προχωρήσει κανονικά στη βάση δικογραφημένων ισχυρισμών που θα καταχωρήσει η κάθε πλευρά και δεν επηρεάζεται από την τυχόν έναρξη της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, η οποία αποτελεί ανεξάρτητη διαδικασία και δεν σχετίζεται με τη δικαστική διαμάχη. Έστω κι αν ήθελε φανεί σε μεταγενέστερο στάδιο ότι οι Αιτητές υπέστησαν ή θα υποστούν ζημιά, αυτή θα είναι αποκλειστικά οικονομική και θα μπορεί να αποζημιωθεί από την Εναγόμενη, η οποία είναι ένας εύρωστος και φερέγγυος οικονομικά οργανισμός. Η Εναγόμενη, μετά την ολοκλήρωση της μεταφοράς ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ, δεν έχει άλλες ουσιαστικής αξίας υποχρεώσεις, έχει δε τα ακόλουθα στοιχεία ενεργητικού, τα οποία την καθιστούν μια από τις πλέον φερέγγυες νομικές οντότητες στην Κύπρο: (α) Χορηγήσεις ονομαστικής αξίας 7.371.
- (β) Ακίνητη περιουσία στις ελεύθερες περιοχές αξίας 681.000.000 και ακίνητη περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές. (γ) Μετρητά και καταθέσεις σε τράπεζες €81.000.
- (δ) Συμμετοχές σε εταιρείες εμπορικού τομέα και άλλα περιουσιακά στοιχεία €121.000.
- Σε περίπτωση εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, το ποσό που θα εισπραχθεί θα καταβληθεί έναντι και/ή προς εξόφληση των οφειλών της Αιτήτριας 1 και ως εκ τούτου μόνο όφελος θα προκύψει καθώς τα οφειλόμενα ποσά θα μειωθούν σημαντικά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 29-32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 και Δ.48 θθ.1-
- Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, έχοντας ιδιαίτερα κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στην μη ικανοποίηση τους. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 162). Από μια απλή ανάγνωση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, παρατηρώ ότι οι Αιτητές αξιώνουν την ακύρωση όλων των συναφθεισών μεταξύ Αιτήτριας 1 και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου συμφωνιών, ως επίσης και των συναφθεισών μεταξύ Εναγόμενης και Αιτητών 2 και 3 συμφωνιών εγγύησης. Ως λόγους για την ακύρωση τους προβάλλουν την υπέρβαση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της Αιτήτριας 1 (ultra vires) καθώς και την έλλειψη οποιασδήποτε απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου η οποία εξουσιοδοτεί τη σύναψη τους, τις ψευδείς παραστάσεις, το δόλο, την αθέμιτη επιρροή και τον οικονομικό εξαναγκασμό τους στην υπογραφή των ρηθεισών συμφωνιών. Προβάλλουν επίσης ότι είναι παράνομες και, κατ' επέκταση άκυρες, ως παραβιάζουσες πρόνοιες της υφιστάμενης νομοθεσίας, όπως τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο και τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο. Αναφορικά με τις συναφθείσες μεταξύ Αιτήτριας 1 και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Συμβάσεις Υποθήκευσης Ακινήτου, ως επιπρόσθετος λόγος ακύρωσης τους προβάλλεται το ότι δεν παρέχουν το πραγματικό εξ' επιείκειας δικαίωμα στην ενυπόθηκο οφειλέτη να εξοφλήσει και να απαλλάξει την περιουσία της απ' αυτές (Equity of Redemption). Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εμπεριέχει αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και, κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.ά. ν Σιακόλα, Πολ. Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017). Προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου
- Πρωτίστως θα πρέπει να αναφέρω ότι από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν διιστάμενων θέσεων, διαφαίνεται ότι αποτελεί κοινό τόπο η σύναψη όλων των περιγραφόμενων στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή 2 συμφωνιών. Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει, κατόπιν μελέτης της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή 2, είναι ότι δεν φαίνεται να προωθούνται οι προβαλλόμενοι στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ισχυρισμοί περί ψευδών παραστάσεων, δόλου, αθέμιτης επιρροής και οικονομικού εξαναγκασμού των Αιτητών κατά τη σύναψη των ρηθεισών συμφωνιών. Έχω επίσης παρατηρήσει ότι προβάλλεται ζήτημα ακυρότητας της μίας μόνο εκ των δύο συμφωνιών που συνάφθηκαν μεταξύ Αιτήτριας και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου, συγκεκριμένα της συμφωνίας δανείου. Η ακυρότητα της συναφθείσας μεταξύ Αιτήτριας 1 και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου συμφωνίας δανείου βασίζεται αποκλειστικά στο ότι συνήφθη καθ' υπέρβαση του Ιδρυτικού Εγγράφου και Καταστατικού της Αιτήτριας
- Όπως συγκεκριμένα προβάλλεται, το ρηθέν δάνειο έγινε με σκοπό την εξόφληση, μεταξύ άλλων, χρεών τρίτων προσώπων, νομικών και φυσικών, καθ' υπέρβαση των ρητών εξουσιών του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της Αιτήτριας 1, αφού δεν υφίσταται οποιαδήποτε εξουσία και/ή σκοπός που να επιτρέπει τη δανειοδότηση είτε άμεσα είτε έμμεσα οποιουδήποτε τρίτου προσώπου που σχετίζεται ή είναι συνδεδεμένο με την Αιτήτρια
- Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι κατά την υποβολή και αξιολόγηση της αίτησης της Αιτήτριας 1 για χορήγηση του ρηθέντος δανείου, οι υπάλληλοι του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου πέραν του ότι γνώριζαν το σκοπό της σύναψης του, είχαν ζητήσει όπως τους παρουσιαστεί το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της Αιτήτριας
- Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 παρατίθενται πλήρεις λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο διατέθηκε το ποσό του ρηθέντος δανείου. Όπως είναι νομολογημένο, μια εταιρεία δεν δεσμεύεται από μια συμφωνία η οποία είναι ultra vires των σκοπών της. Ταυτόχρονα, πρόσωπα που συναλλάσσονται με την εταιρεία αν και μπορεί να μην έχουν πραγματική γνώση (actual notice) των σκοπών της, εντούτοις μπορεί να χρεωθούν με εξυπακουόμενη γνώση (constructive notice), αφού οι σκοποί της εταιρείας καταχωρούνται στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επιθεώρησης (Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co Ltd κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 722). Με την ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 εγείρεται επίσης ζήτημα ακυρότητας των δύο συμφωνιών υποθήκευσης του ενυπόθηκου ακινήτου μεταξύ Αιτήτριας 1 και Εναγόμενης. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι οι όροι των επίδικων υποθηκών παραβιάζουν το άρθρο 21
(1)(γ) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 το οποίο απαιτεί, επί ποινή ακυρότητος, ότι στη σύμβαση υποθήκης θα πρέπει να καθορίζεται η να δύναται να καθοριστεί η ημερομηνία αποπληρωμής, το ποσό το οποίο θα πληρωθεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη, το ποσοστό του τόκου, καθώς και τα έξοδα. Όπως επίσης υποστηρίζεται, η διατύπωση του άρθρου 21
(1)(γ) καθιστά προφανές και επιβάλλει ότι η υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη πρέπει να είναι καθορισμένη με μεγάλη ακρίβεια ή να δύναται να προσδιοριστεί, ώστε ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει ποιο είναι το ανώτατο ποσό που δικαιούται να πληρώσει για να εξαλειφθεί η βαρύνουσα το ακίνητο του υποθήκη. Στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 παρατίθενται επακριβώς και με κάθε λεπτομέρεια οι όροι και τα σημεία των επίδικων συμβάσεων υποθήκης, τα οποία, κατά τους Αιτητές παραβιάζουν τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 2 ότι η παραβίαση των προνοιών του ανωτέρω άρθρου από τους όρους των επίδικων συμβάσεων υποθήκης, παραβιάζει συγχρόνως και το εξ' επιείκειας δικαίωμα της Αιτήτριας 1 να εξοφλήσει τα ποσά που καλύπτονται από αυτές και να απαλλάξει την περιουσία της (Equitable Right of Redemption). Γίνεται δε αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4th edition, par. 407, 571 και 588 όπου εξηγείται η φύση του ως άνω δικαιώματος. Είμαι της άποψης ότι οι λεπτομέρειες οι οποίες παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2, όπως αυτές αναφέρονται πιο πάνω, είναι επαρκείς ώστε να καταδείξουν το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής των Αιτητών. Θα ήθελα ακόμη να αναφέρω ότι στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή 2 εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ως προσκρούουσες, κατά τη θέση των Αιτητών, στο Συντάγματος. Όμως, όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, ό,τι μπορεί να εκδοθεί σε ενδιάμεση αίτηση στο πλαίσιο αγωγής είναι διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση υποθήκης που αφορά η αγωγή, νοουμένου ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Η εξέταση της εγκυρότητας της διαδικασίας του πλειστηριασμού, όπως αυτή καθορίζεται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/1965, όπως και των ειδοποιήσεων που εκδίδονται βάσει αυτού, αποτελεί αντικείμενο άλλης διαδικασίας, συγκεκριμένα της έφεσης που μπορεί να εγερθεί με βάση το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου 9/1965 (Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση Αρ. Ε176/2019, ημερ. 10.12.2019). Κατά συνέπεια θεωρώ αχρείαστη την ενασχόληση του Δικαστηρίου με το ζήτημα αυτό. Προχωρώ στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
- Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Αιτητές ισχυρίζονται, μέσω της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 2, ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά για το λόγο ότι το ενυπόθηκο ακίνητο είναι η μοναδική περιουσία της Αιτήτριας 1, σ' αυτό δε βρίσκεται και το εργοστάσιο της μαζί με γραφειακό χώρο. Η τυχόν εκποίηση του θα επιφέρει ουσιαστικά και το τέλος της δραστηριότητας της Αιτήτριας
- Στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11/9/2019 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον απητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(A) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των απητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι ο Αιτητής 2 παραλείπει, κατ' αρχήν, να αναφέρει τι είδους επιχειρηματική δραστηριότητα ασκείται από την Αιτήτρια 1 και, το σημαντικότερο, τα εισοδήματα που έχει από την άσκηση της δραστηριότητας, ειδικότερα αν πρόκειται για επικερδή επιχείρηση. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία για τον κύκλο των εργασιών της Αιτήτριας 1, καθώς και για το προσωπικό που τυχόν εργοδοτείται από αυτήν. Το μόνο που αναφέρεται από τον Αιτητή 2, γενικά και αόριστα, είναι ότι ο ίδιος εργάζεται στο εργοστάσιο και συντηρείται από αυτό, ενώ η μητέρα του ήταν εργοδοτούμενη της Αιτήτριας 1 μέχρι πρόσφατα. Δεν κάμνει όμως οποιαδήποτε αναφορά στο μισθό τον οποίο λαμβάνει από την εργασία του καθώς και στο λόγο για τον οποίο η μητέρα του σταμάτησε να εργάζεται. Τα ως άνω κενά στη μαρτυρία του Αιτητή 2, κάθε άλλο παρά έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου θα επιφέρει το τέλος της δραστηριότητας της Αιτήτριας
- Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι πρόκειται για τη μοναδική περιουσία της Αιτήτριας 1 δεν είναι παράγοντας από τον οποίο θα μπορούσε να διαφανεί η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς. Στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή 2 προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι εντός του εργοστασίου βρίσκονται τέτοιας φύσεως αντικείμενα, μηχανικός εξοπλισμός και υλικά, που είναι αδύνατη η μετακίνηση τους ή εν πάση περιπτώσει με τεράστιο κόστος, ακόμα και επικίνδυνη. Σε απάντηση των ως άνω ισχυρισμών θα ήθελα να αναφέρω ότι αν πράγματι πρόκειται για εξοπλισμό που είναι αδύνατη ή απαιτείται τεράστιο κόστος για τη μετακίνηση του, είναι στοιχείο το οποίο μπορεί να ληφθεί υπόψη από τον εκτιμητή των Αιτητών κατά την ετοιμασία της έκθεσης εκτίμησης ώστε να αυξήσει την αγοραία αξία του εργοστασίου και, κατ' επέκταση, του ενυπόθηκου ακινήτου. Επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια 1 έχει δικαίωμα, βάση του αρθρου 44Δ του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, να υποβάλει έκθεση εκτίμησης στην πορεία της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Ειδικά όμως, όσον αφορά τον καινοτόμο ηλιακό συλλέκτη με δυνατότητα εγγραφής πνευματικής ιδιοκτησίας, στον οποίο γίνεται αναφορά από τον Αιτητή 2, θα ήθελα να αναφέρω ότι είναι άξιο απορίας γιατί δεν αποτάθηκαν μέχρι στιγμής στην αρμόδια αρχή για εγγραφή και κατοχύρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας. Προβάλλεται επίσης από τον Αιτητή 2 ότι το ενυπόθηκο ακίνητο έχει ανεκτίμητη συναισθηματική αξία για τον ίδιο και την οικογένεια του, για τους λόγους που παρατίθενται με λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση του. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για το συγκεκριμένο ζήτημα. Θα αρκεστώ απλά να παραπέμψω στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd (ανωτέρω) από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τη θέση των Αιτητών ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Αντίθετα, η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε προκληθεί στους Αιτητές από την τυχόν εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου είναι αποτιμητέα σε χρήμα και θα μπορεί να αποζημιωθεί. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω την παράλειψη του Αιτητή 2 να εισηγηθεί οποιοδήποτε τρόπο για αποπληρωμή τουλάχιστον του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού ο οποίος ανοίχθηκε με βάση τη συμφωνία για παραχώρηση προς την Αιτήτρια 1 πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό, για την οποία δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος για ακύρωση της. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αυτό που προσβάλλεται από τους Αιτητές είναι η εγκυρότητα της σύμβασης υποθήκης η οποία διασφαλίζει την ανωτέρω συμφωνία παραχώρησης πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό και όχι η ίδια η ρηθείσα συμφωνία. Θα πρέπει να αναφερθεί ακόμα ότι καμιά αναφορά γίνεται από τον Αιτητή 2 στο χρεωστικό υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού. Ούτε καν παρουσιάζεται οποιαδήποτε κατάσταση του οφειλόμενου από την Αιτήτρια 1 χρεωστικού υπολοίπου, με βάση δικούς της υπολογισμούς. Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς της Ένορκης Δήλωσης της κας Αγά, η οποία υποστηρίζει την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης της Εναγόμενης, το χρεωστικό υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού ανέρχετο σε €258.258,88 πλέον τόκοι από 1.1.
- Όμως ούτε και ο ισχυρισμός του Αιτητή 2 ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει την αγωγή τους άνευ αντικειμένου, μπορεί να γίνει αποδεκτός. Επισημαίνεται ότι πέραν από την εγκυρότητα των δύο συμβάσεων υποθήκης προσβάλλεται και η εγκυρότητα της συμφωνίας δανείου η οποία συνήφθη μεταξύ Αιτήτριας 1 και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου, κατ' επέκταση δε και η εγκυρότητα των συμβάσεων εγγύησης που υπέγραψαν οι Αιτητές 2 και
- Συνεπώς δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των Αιτητών ότι η τυχόν εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου θα καταστήσει την αγωγή τους άνευ αντικειμένου. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε και ο ισχυρισμός του Αιτητή 2 ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την άρνηση δικαιοσύνης και την αποστέρηση συνταγματικών δικαιωμάτων των Αιτητών. Πέραν των πιο πάνω, προβάλλεται από τον Αιτητή 2 ότι η οποιαδήποτε ζημιά την οποία ήθελαν υποστεί, δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί για το λόγο ότι η Εναγόμενη είναι αφερέγγυο πρόσωπο. Όπως συγκεκριμένα υποστηρίζει, η Εναγόμενη είναι μόνο ιδιοκτήτρια των μη εξυπηρετούμενων δανείων του πρώην Συνεργατισμού, χωρίς ωστόσο να εισπράττει η ίδια οποιαδήποτε χρήματα. Αντίθετα, τις εισπράξεις της διενεργεί η θυγατρική της εταιρεία Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ). Προς επίρρωση των ανωτέρω θέσεων του, παρουσιάζει αντίγραφο έκθεσης Προόδου Διαχείρισης της ΚΕΔΙΠΕΣ για την περίοδο Σεπτεμβρίου 2018 - Ιουνίου
- Σε αντίθεση με τους ανωτέρω ισχυρισμούς, στην Ένορκη Δήλωση της κας Αγά, η Εναγόμενη περιγράφεται ως ένας εύρωστος και φερέγγυος οικονομικά οργανισμός, ο οποίος δύναται να καλύψει οποιαδήποτε ζημιά ήθελαν υποστεί οι Αιτητές. Στην Ένορκη δήλωση της περιγράφονται λεπτομερώς τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης. Η Έκθεση Προόδου επί της οποίας βασίστηκε ο Αιτητής 2 για να στηρίξει τη θέση του περί αφερεγγυότητας της Εναγόμενης, αποτελεί, σύμφωνα με όσα ο ίδιος αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση του, εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του δικηγόρου των Αιτητών. Εξετάζοντας με προσοχή το έγγραφο αυτό έχω παρατηρήσει ότι δεν αποκαλύπτεται σ' αυτό ούτε το πρόσωπο το οποίο το συνέταξε, αλλά ούτε και το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στη δημοσίευση του. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για την προέλευση των στοιχείων και των πληροφοριών επί των οποίων βασίστηκε ο συντάκτης του. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι είναι πλέον επιτρεπτή η προσαγωγή εξ' ακοής μαρτυρίας, κάτι το οποίο είναι επιτρεπτό σε ενδιάμεσες αιτήσεις και με βάση τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ακόμα και μαρτυρίας που προέρχεται από το διαδίκτυο, εντούτοις τα κενά στη μαρτυρία του Αιτητή 2, τα οποία έχω περιγράψει πιο πάνω, δεν μου επιτρέπουν να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο έγγραφο αυτό. Κατ' επέκταση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η Εναγόμενη είναι αφερέγγυα, ισχυρισμός ο οποίος αμφισβητείται εν πάση περιπτώσει από πλευράς Εναγόμενης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών στη γραπτή του αγόρευση, με παραπομπή στα όσα νομολογήθηκαν στην πρόσφατη υπόθεση Χ"Iωάννου ν. Gordian Holdings Limited, Πολ. Έφεση αρ. 273/2019, ημερ. 8.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:A298, υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που οι Αιτητές αμφισβήτησαν τη φερεγγυότητα της Εναγόμενης, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους της να αποδείξει τη φερεγγυότητα της, κάτι το οποίο δεν έπραξε, αφού κανένα αποδεικτικό στοιχείο, όπως κάποια ελεγμένη οικονομική κατάσταση, προσκόμισε προς απόδειξη της. Θα πρέπει να επισημάνω ότι αντικείμενο της υπόθεσης Χ"Iωάννου (ανωτέρω) στην οποία βασίστηκε ο κ. Κασιανής, ήταν αίτηση για ασφάλεια εξόδων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κάμει αποδεχτή τη θέση του εφεσείοντα ότι, ενώ το νομικό βάρος ήταν στους ώμους του, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης μετακινήθηκε στους ώμους της εφεσίβλητης να καταδείξει την ικανότητα της να επιστρέψει το ποσό της απόφασης στον εφεσείοντα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, παρουσιάζοντας τα στοιχεία που η ίδια γνώριζε και στα οποία δεν διαφάνηκε ότι ο εφεσείοντας μπορούσε να έχει πρόσβαση. Είμαι της άποψης ότι τα όσα νομολογήθηκαν στην ανωτέρω υπόθεση δεν θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής στην υπό εξέταση Αίτηση η οποία, ως έχει ήδη αναφερθεί, αφορά αίτημα για έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Τόσο το αποδεικτικό, όσο και το μαρτυρικό βάρος βρισκόταν στους ώμους των Αιτητών να ικανοποιήσουν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου
- Η Εναγόμενη δεν είχε, κατά την άποψη μου, την υποχρέωση να παρουσιάσει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση της κας Αγά, αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς Αιτητών ότι δεν είχαν πρόσβαση στα αρχεία της εναγόμενης και ειδικότερα στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών από το οποίο θα μπορούσαν να πάρουν πληροφορίες για την οικονομική της κατάσταση. Με βάση τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι η Εναγόμενη είναι αφερέγγυο πρόσωπο. Κατ' επέκταση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός τους ότι δεν είναι σε θέση να καλύψει οποιαδήποτε ζημιά τους, την οποία τυχόν υποστούν από την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η αποτυχία των Αιτητών να ικανοποιήσουν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 καθιστά περιττή την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας και ειδικότερα του κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980, Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ανωτέρω)). Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο η υπό εξέταση Αίτηση δεν θα μπορούσε να πετύχει είναι και το ότι, πέραν της παρούσας Αγωγής, εκκρεμεί και η αγωγή υπ' αριθμό 3856/16 την οποία είχε εγείρει η Αιτήτρια 1 μέσω του προηγούμενου δικηγόρου της εναντίον του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου. Όπως διαφαίνεται από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκαν στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής, η Αιτήτρια 1 αξιώνει τις ίδιες βασικά θεραπείες τις οποίες αξιώνει με την παρούσα αγωγή, συγκεκριμένα την ακύρωση των συμφωνιών τις οποίες συνήψε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο. Παρά το ότι οι Αιτητές με την παρούσα Αγωγή τους εγείρουν ζητήματα τα οποία δεν φαίνεται να περιλαμβάνονται στην αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/16, εντούτοις θα μπορούσαν να επιδιώξουν την τροποποίηση της ανωτέρω αγωγής ώστε να εισάξουν και τα ζητήματα τα οποία εγείρουν με την παρούσα αγωγή τους. Θα μπορούσε ακόμα να επιδιωχθεί και η προσθήκη των Αιτητών 2 και 3 ως συνεναγόντων στην ανωτέρω αγωγή, αφού οι συμφωνίες εγγύησης τις οποίες υπέγραψαν συνδέονται άμεσα με τις συναφθείσες μεταξύ Αιτήτριας 1 και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου συμφωνίες. Αν όμως πίστευαν ότι επιβάλλετο η καταχώρηση νέας αγωγής, θα έπρεπε να ζητήσουν τη διακοπή της αγωγής XXXXX/16, πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής τους. Αναμφισβήτητα, η συνύπαρξη δύο αγωγών, με το ίδιο ουσιαστικά αντικείμενο, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Όπως δε υποδεικνύει η νομολογία μας, η επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο, όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. Τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. (Αναφορικά με την Αίτηση του Περέλλα
(1995)Α.Α.Δ. 217). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν υπέρ της Εναγόμενης. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ). ........... Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο