KERR κ.α. ν. LAURENT κ.α., Αγωγή αρ. 2189/2020, 21/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2189/2020 Μεταξύ: 1. XXX KERR, από το Ηνωμένο Βασίλειο, και 76 άλλοι Εναγόντων -και- 1. XXX XXXX LAURENT (επίσης γνωστός ως XXXXX SHABAT), από το Ισραήλ, και 37 άλλοι Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 30.9.2020 Ημερομηνία: 21.3.2022 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα Η. Καραβιώτου για Α.Γ. Παφίτης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση η κα Ι. Μαρτίδου) Για την Εναγόμενη 34/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Γ. Κτωρίδης για Άθως Δημητρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση η κα Λ. Μουσκή) Για τους Εναγόμενους 35/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Παναγή για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Χ"Λοϊζου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως οι Αιτητές) με την υπό εξέταση Αίτηση τους επιδιώκουν την έκδοση διαταγμάτων του Τύπου Norwich Pharmacal ως αναφέρεται αμέσως πιο κάτω: Α. Διάταγμα που να διατάζει την Εναγόμενη 34 (Κ. Treppides & Co Ltd) όπως προβεί σε ένορκη δήλωση στην οποία να αποκαλύπτει και να επισυνάπτει αντίγραφα όλων των εγγράφων, τα οποία είναι στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή της (συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, εγγράφων που έχουν οι υπάλληλοι της στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή τους) και τα οποία: (
- i)Θα αναφέρουν πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων, τα οποία καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν, και/ή παρουσιάσθηκαν στην Εναγόμενη 34 ότι ήταν και/ή είναι οι τελικοί δικαιούχοι (Ultimate Beneficial Owners) των μετοχών των εταιρειών - Εναγόμενης 13 και/ή 14-22 και/ή των εταιρειών BO SYSTEMS LTD, ASTER SERVICES LTD, BO TECHNOLOGIES LTD, CORUS SERVICES (UK) LTD, και BLETILLA LTD. (
- ii)Θα αναφέρουν πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων οι οποίοι ανέθεσαν στην Εναγόμενη 34 να ετοιμάσει σχετική αίτηση και/ή να καταχωρήσει αίτηση και/ή να εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια Εταιρείας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών («ΕΠΕΥ» / Cyprus Investment Firm License) από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Ε.Κ.Κ.) εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της Εναγόμενης 13, η οποία κατά ή περί την 07/01/2013 απέκτησε άδεια Κυπριακής Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΕΠΕΥ) με Αριθμό 188/13. (iii) Αντίγραφο της αίτησης, των οδηγιών και των οποιωνδήποτε υποστηρικτικών εγγράφων και/ή τεκμηρίων αναφορικά με την Εναγόμενη 13 και/ή όλα τα επιχειρηματικά σχέδια (Business Plans) και εγχειρίδια (Manuals) σε όλες τις εκδοχές (versions), αιτήσεις και ερωτηματολόγια αναφορικά με την Εναγόμενη 13 και/ή των μετόχων και/ή διευθυντών και/ή αξιωματούχων αυτής, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 30, 31, 32, 33, που επισυνάφθηκαν σε αυτήν και/ή που στάλθηκαν προς την Εναγόμενη 35 (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου) που υποβλήθηκε από την Εναγόμενη 34 ως η ανάδοχη εταιρεία και/ή εκπρόσωπος προώθησης της αίτησης (PROMOTER), και με την οποία εξασφαλίστηκε η σχετική άδεια για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με Αριθμό 188/13. (
- iv)Αντίγραφα και/ή πληροφορίες που έχει στη κατοχή της αναφορικά με όλες τις λεπτομέρειες, στοιχεία ταυτότητας και διευθύνσεων όλων των Εναγομένων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ή και τρίτων προσώπων 'κλειδιά' σε σχέση με την προώθηση των υπηρεσιών της Εναγόμενης 13 προς το κοινό. (
- v)Όλων των εγγράφων, τα οποία αποτελούν συμφωνίες ή μέρος συμφωνιών και/ή προτάσεων και/ή συνομιλιών και/ή αλληλογραφίας, συμπεριλαμβανομένης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (emails), τα οποία να αφορούν την σχέση μεταξύ των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 13 και/ή 14 με την Εναγόμενη 34 και/ή οποιαδήποτε στοιχεία αποδεικνύουν την οποιαδήποτε μεταξύ τους συμφωνία αντιπροσώπευσης και/ή εκπροσώπησης σε σχέση με τις υπηρεσίες της Εναγόμενης 13 προς το κοινό και/ή την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. (
- vi)Αντίγραφα των λογιστικών βιβλίων και/ή λογιστικών αρχείων και/ή ισολογισμούς και/ή ελεγμένους λογαριασμούς της Εναγόμενης 13 όπως επίσης και όλων των εντύπων τα οποία καταχωρήθηκαν και/ή πρόκειται να καταχωρηθούν στις φορολογικές αρχές όπως επίσης και όλα τα στοιχεία τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση και/ή σύνταξη των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων από την ημερομηνία σύστασης της Εναγόμενης 13 και/ή από την ημερομηνία διορισμού της Eναγόμενης 34 μέχρι και σήμερα. (vii) Αντίγραφα όλων των συμφωνιών και/ή άλλων εγγράφων οποιοσδήποτε φύσης σχετικά με οποιονδήποτε εκ των Εναγομένων που η Εναγόμενη 34 έχει στην κατοχή της συμπεριλαμβανομένων όλων των Εκθέσεων Εσωτερικού ή Εξωτερικού Ελεγκτή σε σχέση με την Εναγόμενη 13, καθώς επίσης και Εκθέσεων Κανονιστικής Συμμόρφωσης (COMPLIANCE OFFICER'S REPORTS) που συντάχθηκαν και δόθηκαν προς όφελος της Εναγόμενη 13 και/ή των Διευθυντών της. Β. Διάταγμα που να διατάζει την Εναγόμενη 35 (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου) όπως προβεί σε ένορκη δήλωση στην οποία να αποκαλύπτει και να επισυνάπτει αυτούσιο αντίγραφο του φακέλου και/ή των φακέλων που αφορά την Εναγόμενη 13 - BANC DE BINARY LTD - καθώς επίσης και αντίγραφα όλων των εγγράφων, τα οποία είναι στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή της (συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, εγγράφων που έχουν οι υπάλληλοι της στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή τους) και τα οποία: (
- i)είναι άμεσα και/ή έμμεσα συνδεδεμένα με το αίτημα της Εναγόμενης 13 για εξασφάλιση άδειας για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (Κ.Ε.Π.Ε.Υ.), (
- ii)αντίγραφα των σχετικών αιτήσεων όπως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά απαριθμούνται πιο κάτω: - Αίτηση Αρ. 87-00-01, Αίτηση για εξασφάλιση άδειας για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (Application for the granting of CIF Authorisation and amendment of CIF Authorisation) - Αίτηση Ap. 87-00-02, Λίστα των προσώπων που απαρτίζουν το Διοικητικό Συμβούλιο (List of Members of the Management Body) - Αίτηση Ap. 87-00-11, Ερωτηματολόγιο για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (Personal Questionnaire of the Members of the Board of Directors) - Αίτηση Ap. 87-00-12, Ερωτηματολόγιο για τους μετόχους που είναι φυσικά πρόσωπα (Personal Questionnaire of the An Applicant's Shareholder who is a natural person) - Αίτηση Αρ. 87-00-13, Ερωτηματολόγιο για τους μετόχους που είναι νομικά πρόσωπα (Personal Questionnaire of the An Applicant's Shareholder who is a legal person) - Όλα τα έγγραφα και/ή εκθέσεις που καταχωρήθηκαν από το 2013 - 2017 (συμπεριλαμβανομένων) στα πλαίσια της συμμόρφωσης της Εναγόμενης 13 με τους νόμους και τους Κανονισμούς περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (AML / COMPLIANCE). (iii) αντίγραφα των εγγράφων και/ή αιτήσεων και/ή εξουσιοδοτήσεων που χορηγήθηκαν και/ή τυχόν προστίμων και/ή κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε σχέση με την Εναγόμενη 13 και/ή αλληλογραφίας αυτής με την Εναγόμενη 35 και/ή των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή αξιωματούχων αυτής. Γ. Διάταγμα που να εξουσιοδοτεί ή επιτρέπει στους Αιτητές να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο που θα αποκαλυφθεί και παραδοθεί σε αυτούς και/ή στους Δικηγόρους αυτών δυνάμει των παραγράφων Α και Β ανωτέρω, προς υποστήριξη των απαιτήσεων τους εναντίον οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, και εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου που μπορεί να βρεθεί ότι έχει εμπλακεί στην αδικοπραξία εναντίον τους και/ή σε οποιαδήποτε άλλη εκκρεμούσα ή μελλοντική αστική ή διαιτητική διαδικασία που ενδέχεται να καταχωρηθεί από αυτούς αναφορικά με τα προαναφερθέντα, στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό εναντίον των προσώπων που θα αποκαλυφθεί ότι εμπλέκονται και/ή είναι αναμεμειγμένα στη συνομωσία και/ή απάτη και/ή καταδολίευση που διαπραχθεί εις βάρος τους. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του xxx Μιχαηλίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Οι Αιτητές, βασισμένοι σε έγγραφα που έλαβαν από τους δικηγόρους τους, σε διάφορα δημοσιεύματα του διαδικτύου καθώς και σε επικοινωνία που είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο με τις Εναγόμενες 13-18, είναι πεπεισμένοι ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, ως ιθύνοντες, σε συνεργασία και συνομωσία με τους Εναγόμενους 13-18 και 20 ενήργησαν εσκεμμένα και μεθοδευμένα με δόλιο και απατηλό τρόπο με σκοπό την εξαπάτηση αρχικά των Εναγομένων 34 και 35 με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση αδείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και ακολούθως την εξαπάτηση του κοινού. Με την λήψη της ρηθείσας αδείας οι Εναγόμενοι 1 και 2 νομιμοποιήθηκαν πλέον επίσημα να παρουσιάζονται διεθνώς ως δήθεν όμιλος Banc De Binary, δηλαδή ως ένας νόμιμα αδειοδοτημένος από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης παροχέας επενδυτικών υπηρεσιών, ενώ στην πραγματικότητα πρόθεση τους ήταν η λειτουργία επιχειρηματικού μοντέλου κλοπής και εξαπάτησης του κοινού και απόσπασης χρηματικών ποσών για ίδιο όφελος, γεγονότα που θα επιβεβαιωθούν με την αποκάλυψη των στοιχείων που έχουν στην κατοχή τους οι Εναγόμενες 34 και 35, τα οποία, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω στοιχεία που έχουν οι Αιτητές, θα αποδείξουν το εύρος της απάτης και την πραγματική πρόθεση των Εναγομένων 1 και 2. Χωρίς την διασύνδεση των στοιχείων που έχουν τώρα στην κατοχή τους οι Αιτητές με τα στοιχεία που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 13 κατέθεσαν στις Εναγόμενες 34 και 35 ενδεχομένως να αδυνατούν να αποδείξουν την πραγματική πρόθεση των Εναγομένων 1 και 2, ως ιδρυτών του ομίλου Banc De Binary και Option FM, που δεν ήταν άλλη από την εξαπάτηση του κοινού. Οι Αιτητές ζητούν την έκδοση διαταγμάτων του Τύπου Norwich Pharmacal εναντίον των Εναγομένων 34 και 35, τα οποία ουσιαστικά θα τους βοηθήσουν στην ανίχνευση των απαιτούμενων πληροφοριών σχετικά με τους Εναγόμενους 1, 2 και 13 αφού, με βάση πληροφορίες και έγγραφα που έχουν περισυλλέξει, οι Εναγόμενοι 1 και 2, ως ιδρυτές, μέτοχοι και διευθυντές της Εναγόμενης 13, δεν είχαν την κατάλληλη επαγγελματική κατάρτιση, τις γνώσεις και την εμπειρία για να διαχειρίζονται, ελέγχουν και διευθύνουν εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μέσω της οποίας εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα και τρίτων εταιρειών. Οι Αιτητές θέλουν να γνωρίζουν τα στοιχεία που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 13 προσκόμισαν, άμεσα ή έμμεσα στην Εναγόμενη 35 (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου), με βάση τα οποία εξασφάλισαν την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας της Εναγόμενης 13 ως εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με την οποία δραστηριοποιήθηκαν παγκοσμίως και οικειοποιήθηκαν υπέρογκα χρηματικά ποσά από το κοινό, περιλαμβανομένων των ιδίων των Αιτητών, μέσω χρήσης δόλιων μεθόδων εξαπάτησης του κοινού και προώθησης τυχερών διαδικτυακών παιχνιδιών ως δήθεν χρηματοοικονομικές επενδυτικές συναλλαγές και/ή χειραγώγησης της αγοράς μέσω μεθόδων γνωστών ως «Boiler Room». Η Εναγόμενη 13 είναι Κυπριακή εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη. Κατόπιν σχετικής αίτησης που υπέβαλε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μέσω της Εναγόμενης 34, εξασφάλισε κατά την 7.1.2013 άδεια λειτουργίας ως Κυπριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (KΕΠΕΥ). Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν μέτοχοι και διευθυντές της Εναγόμενης 13, η οποία ήταν μέλος του ομίλου Banc De Binary μαζί με αριθμό άλλων εταιρειών ή/και επωνυμιών, μέσω της οποίας παρέχονταν υπηρεσίες προς το κοινό. Ενώ η επωνυμία Banc De Binary δραστηριοποιείτο στο Ισραήλ από το 2010 ως επενδυτικός όμιλος στα Binary Options (διαδικά δικαιώματα), με την απόκτηση της ανωτέρω άδειας λειτουργίας ως εποπτευόμενη επενδυτική εταιρεία, απέκτησε νέο πρόσωπο, κάτι το οποίο βοήθησε τους Εναγόμενους 1 και 2 στην προώθηση των απατηλών και δολίων σχεδίων τους. Μέλος του ιδίου ομίλου και κάτω από την ίδια διεύθυνση ήταν και η Εναγόμενη 18, η οποία είναι γνωστή ως Option FM, που επίσης δραστηριοποιείτο στον επενδυτικό διαδικτυακό τομέα Binary Options. Τα Binary Options υπήρξαν τα τελευταία χρόνια μια απλή αλλά καινοτόμος ιδέα με την οποία μπορούσε ο οποιοσδήποτε να προβλέψει την τιμή ενός προϊόντος σε μια δεδομένη μικρή χρονική διάρκεια. Μπορούσε δηλαδή κάποιος να κερδίσει χρήματα από το Binary Options αν στην λήξη της η πρόβλεψη του ήταν σωστή, δηλαδή αν όντως το επενδυτικό προϊόν στο οποίο είχε ποντάρει ότι η τιμή του θα ανέβει, ανέβαινε. Όπως πληροφορείται από μελέτη που έλαβε μέσω των Άγγλων δικηγόρων των Αιτητών, τα Binary Options υπήρξαν τα πιο κερδοσκοπικά εργαλεία που εμφανίστηκαν στην ιστορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η λογική και η φιλοσοφία τους ήταν «όλα ή τίποτα», ενώ αναλυτές τα προσομοιάζουν ως τυχερό παιχνίδι τύπου καζίνο (μαύρο - κόκκινο). Τα προσομοιάζουν επίσης και με αθλητική στοιχηματική πρακτική (under and over) που ο παίκτης επιλέγει ανάμεσα σε δυο πιθανά ενδεχόμενα. Σε αντίθεση με άλλους τύπους επενδυτικών επιλογών, η διαδική επιλογή δεν δίνει στον παίκτη το δικαίωμα αγοράς ή πώλησης του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου. Όταν λήξει η διαδική επιλογή, ο κάτοχος της επιλογής είτε λαμβάνει ένα προκαθορισμένο ποσό μετρητών είτε τίποτε. Εκτός του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ήταν εξειδικευμένοι ούτε και είχαν τα απαραίτητα προσόντα να ενεργήσουν ως χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι, ήταν ψεύτες και λαίμαργοι στην παράνομη κερδοφορία και προώθησαν τα Binary Options ως ένα δήθεν επενδυτικό σχέδιο συναλλαγών και δήθεν ως πιο κερδοφόρο από το «Forex Trading», με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας και κερδοφορίας για το κοινό. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι το ως άνω σχέδιο είχε ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας, αντίθετα είχε μεγαλύτερες πιθανότητες να χάσει κάποιος τα χρήματα του. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και 2, με τον ίδιο τρόπο που εξαπάτησαν το κοινό, εξαπάτησαν και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, παρουσιάζοντας, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της Εναγόμενης 13, ένα επιχειρηματικό σχέδιο/μοντέλο (Business Plan) παραπλανητικό ή και διαφορετικό από το πραγματικό μοντέλο που στην συνέχεια προώθησαν προς το ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα να εξαπατηθεί το κοινό καθώς και οι Αιτητές, κάτι το οποίο θα διαφανεί μόνο μετά την αποκάλυψη που ζητούν οι Αιτητές και θα επιβεβαιώσει τη θέση των τελευταίων ως προς τα εξ΄ αρχής απατηλά σχέδια των Εναγομένων 1 και 2. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 34 Η Εναγόμενη 34 με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρησε προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί οι Αιτητές επιδιώκουν στην ουσία την αλίευση μαρτυρίας, τεκμηρίων ή γεγονότων. 2. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί η ταυτότητα των φερόμενων τελικών αδικοπραγησάντων είναι ήδη γνωστή στους Αιτητές και οι πληροφορίες που αυτοί κατέχουν είναι επαρκείς για να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. 3. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί δεν αποσκοπεί στην αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης και δεν επιδιώκεται η αποκάλυψη ελλείποντος μέρους από την όλη υπόθεση. 4. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται είναι αναγκαίες για να καταστήσουν δυνατή την έγερση καλόπιστης αγωγής ή απαίτησης εκ μέρους τους, εναντίον εκείνων που οι ίδιοι θεωρούν ότι έχουν αδικοπραγήσει σε βάρος τους. 5. Δεν παρατίθεται ίχνος αποδεικτικής μαρτυρίας που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς των Αιτητών. 6. Δεν έχει δοθεί οποιοσδήποτε λόγος ή εξήγηση γιατί τα εν λόγω στοιχεία είναι αναγκαίο να εξασφαλιστούν από την Εναγόμενη 34 και να μην μπορούν να εξασφαλιστούν από τους φερόμενους αδικοπραγήσαντες, οι οποίοι είναι γνωστοί στους Αιτητές, Ούτε οι Αιτητές εξάντλησαν όλες τις πηγές πληροφόρησής τους. 7. Οι αιτούμενες πληροφορίες καλύπτονται από επαγγελματικό απόρρητο και/ή υποχρέωση εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας και δεν δύνανται να αποκαλυφθούν υπό τις περιστάσεις. 8. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε καλό και/ή βάσιμο λόγο για άρση της εμπιστευτικότητας και/ή του απορρήτου που καλύπτει τις αιτούμενες πληροφορίες. 9. Οι Αιτητές δεν απέδειξαν με τη μαρτυρία που παρουσίασαν και στον απαιτούμενο βαθμό, την προοπτική επιτυχίας ως η νομολογία απαιτεί. 10. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι βασίζεται σε αυθαίρετα και/ή αστήρικτα και/ή αβάσιμα συμπεράσματα των Αιτητών και/ή σε παρανόηση γεγονότων τα οποία ουδόλως μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή βάση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. 11. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί δύναται να επιβαρύνει και/ή να βλάψει και/ή να αποστερήσει τα Θεμελιώδη Συνταγματικά Δικαιώματα της Εναγόμενης 34. 12. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί περιέχει ασάφειες αφού τα αιτούμενα διατάγματα δεν είναι επαρκώς συγκεκριμένα ενώ οι αιτούμενες πληροφορίες δεν εξειδικεύονται ειδικώς και/ή συγκεκριμένα. 13. Το αιτούμενο με την Αίτηση διάταγμα είναι πανομοιότυπο με τις αξιούμενες θεραπείες στην Αγωγή και σε περίπτωση έκδοσής του η Αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. 14. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης της υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εκ των διευθυντών της xxx Κοσμά, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη 34 είναι μέλος του Institute of Chartered Accountants in England and Wales (ICAEW) και του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (ΣΕΛΚ). Ως εγγεγραμμένη ελεγκτική εταιρεία, δεσμεύεται από τον περί Ελεγκτών Νόμο 53(Ι)/2017 και ειδικότερα σ' ότι αφορά την υποχρέωση εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου. Στη βάση νομικής συμβουλής που έχει λάβει, οι αιτούμενες από τους Αιτητές πληροφορίες καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και υποχρέωση εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας, γι΄ αυτό δεν δύναται να αποκαλυφθούν υπό τις περιστάσεις. Η Εναγόμενη 13 υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (Εναγόμενη 35) για να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας ως εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Τα έντυπα τα οποία είχε υποχρέωση να υποβάλει προς εξέταση της αίτησης της ήταν το έντυπο 144-03-01 και το έντυπο 144-03-02. Η Εναγόμενη 34 έχει καθήκον να παρέχει βοήθεια στην συμπλήρωση των ως άνω εντύπων και να υποβάλει τα στοιχεία στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατόπιν των εντολών που της παρέχει ο εκάστοτε πελάτης της. Η αξιολόγηση των εντύπων και των περιλαμβανομένων σε αυτά πληροφοριών εναπόκειται πάντοτε στην εποπτική αρχή, εν προκειμένω στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Εξ' όσων γνωρίζει, η Εναγόμενη 13 με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 10.12.2012 έλαβε άδεια για να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών. Την 15.1.2017 η Εναγόμενη 13 παραιτήθηκε από την ως άνω άδεια. Εάν υπήρξε οποιαδήποτε ενδεχόμενη παραπλάνηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από τους Εναγόμενους, αυτό αποτελεί θέμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και εναπόκειται αποκλειστικά στην ίδια να λάβει τα μέτρα εκείνα τα οποία κρίνει αναγκαία εναντίον των Εναγομένων. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 35 (ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ) Η Εναγόμενη 35 με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρησε προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και/ή νομολογίας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων: (β) Οι αιτούμενες πληροφορίες καλύπτονται από επαγγελματικό απόρρητο και/ή υποχρέωση εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας και δεν δύναται να αποκαλυφθούν υπό τις περιστάσεις. (γ) Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε καλό και/ή βάσιμο λόγο για άρση της εμπιστευτικότητας και/ή του απορρήτου που καλύπτει τις αιτούμενες πληροφορίες. (δ) Η Αίτηση και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν είναι επαρκώς συγκεκριμένα ενώ οι αιτούμενες πληροφορίες δεν εξειδικεύονται ειδικώς και/ή συγκεκριμένα και τυχόν αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών θα είναι δυσανάλογη και/ή υπέρμετρη του σκοπού τον οποίο θα εξυπηρετούσε. (ε) Η παρούσα Αγωγή και/ή Αίτηση δεν αποτελεί τον ορθό και/ή έννομο και/ή ενδεδειγμένο δικονομικά τρόπο εξασφάλισης των αιτούμενων πληροφοριών. (στ) Το υπό εξέταση αίτημα δεν εξειδικεύεται και/ή αιτιολογείται επαρκώς. (ζ) Η παρούσα Αγωγή είναι παράτυπη και/ή αντικανονική. (η) Η παρούσα Αγωγή και/ή Αίτηση είναι καταχρηστική εφόσον ο σκοπός αυτής είναι αλλότριος και/ή διότι τα αιτούμενα διατάγματα ζητούνται για αλλότριους σκοπούς. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της xxx Μιχαηλίδου, λειτουργού στο νομικό τμήμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη 35 αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου 73(I)/2009 και έχει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα της εποπτείας της κεφαλαιαγοράς και της χρηματιστηριακής αγοράς, την προστασία των επενδυτών και την παρακολούθηση των συναλλαγών που καταρτίζονται στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του ανωτέρω νόμου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο. Η Εναγόμενη 13 υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας ως Κυπριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 144(I)/2007. Τα διάφορα έντυπα, την αποκάλυψη των οποίων αιτούνται οι Αιτητές, είναι τα έντυπα που συμπληρώνονται και υποβάλλονται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με βάση τον Νόμο 87(I)/2017, ο οποίος αντικατέστησε και κατάργησε τον Νόμο 144(I)/2007. Για την αδειοδότηση της Εναγόμενης 13 υποβλήθηκαν τα έντυπα υπ' αριθμό 144-03-01 και 144-03-02. Τα ανωτέρω έντυπα ήταν τα μόνα τα οποία υφίσταντο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για αδειοδότηση της Εναγόμενης 13. Η Εναγόμενη 13 εξασφάλισε τελικά άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με απόφαση της ημερομηνίας 10.12.2012, για να παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες λήψης και διαβίβασης εντολών και εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών. Κατά την 15.1.2017 η Εναγόμενη 13 παραιτήθηκε ρητώς από την ανωτέρω άδεια λειτουργίας της. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι οι πληροφορίες που αιτούνται όπως αποκαλυφθούν είναι αναγκαίες για να καταστεί εφικτή η έγερση αγωγής καθότι, προφανώς, γνωρίζουν τους φερόμενους εις βάρος τους παραβάτες ή αδικοπραγούντες εφόσον η παρούσα Αγωγή στρέφεται εναντίον αυτών. Επιπλέον οι Αιτητές μπορούν να λάβουν τις αιτούμενες πληροφορίες με άλλους καθ' όλα νόμιμους, νομότυπους και προσφορότερους τρόπους. Πέραν των πιο πάνω, ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η άρση του απορρήτου και της υποχρέωσης της Εναγόμενης 35 για τήρηση εμπιστευτικότητας ή εχεμύθειας σε σχέση με τις αιτούμενες πληροφορίες. Η χορήγηση άδειας λειτουργίας σε εταιρεία για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως η αρμόδια εποπτική αρχή. Η απόφαση της με την οποία παραχωρήθηκε άδεια λειτουργίας στην Εναγόμενη 13 αποτελεί διοικητική πράξη, η οποία, εφόσον δεν έχει αμφισβητηθεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, τεκμαίρεται ότι είναι νόμιμη. Στο παρόν στάδιο η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να μεταβληθεί ή ανακληθεί ενόψει του ότι η Εναγόμενη 13 έχει παραιτηθεί ρητώς από την άδεια της. Εάν οι Αιτητές είχαν στην κατοχή τους οποιαδήποτε στοιχεία, ως ισχυρίζονται, από τα οποία να προκύπτει ότι τα στοιχεία που παρείχε η Εναγόμενη 13 στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ήταν παραπλανητικά, όφειλαν να τα προσκομίσουν σ' αυτήν ενόσω η Εναγόμενη 13 διατηρούσε την άδεια λειτουργίας της, κατά τρόπο ώστε να καθίστατο δυνατή η επαναξιολόγηση του ζητήματος και, αν ενδείκνυτο, να ανακαλείτο η απόφαση για την χορήγηση άδειας λειτουργίας σ' αυτήν. Ουδείς όμως εκ των Αιτητών υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο ή καταγγελία στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ούτε προσκομίστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία για σκοπούς διερεύνησης του ζητήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 29, 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 3, 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θ.θ.1, 4, 5, 6, 11 και 12, Δ.39, Δ.48, θ.θ. 1-13 και Δ.64, στο Κοινοδίκαιο στις αρχές της επιείκειας και στις νομικές αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι γενικές αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Η παρούσα Αγωγή ηγέρθη από 77 συνολικά Ενάγοντες, οι οποίοι είναι και οι Αιτητές στην υπό εξέταση Αίτηση. Όπως διαφαίνεται από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο κάθε Αιτητής αξιώνει, ξεχωριστά, συγκεκριμένο ποσό χρημάτων εναντίον των Εναγομένων 1-33. Τα ποσά αυτά, μεταξύ άλλων, αξιώνονται διαζευκτικά ως αποζημιώσεις συνεπεία διάπραξης απάτης και/ή δόλου και/ή συνεπεία ψευδών παραστάσεων και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων και/ή παράβασης της σχέσης εμπιστοσύνης εις βάρος των Αιτητών. Εναντίον των Εναγομένων 34 και 35, Καθ' ων η Αίτηση στην υπό εξέταση Αίτηση, αξιώνονται, τόσο με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όσο και με την υπό εξέταση Αίτηση, τα περιγραφόμενα πιο πάνω διατάγματα αποκάλυψης, τα οποία είναι γνωστά ως Norwich Pharmacal. Οι ειδικές αρχές με βάση τις οποίες εκδίδεται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd. v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.,
(2012)1Β ΑΑΔ 1403. Οι αρχές αυτές, όπως παρατίθενται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, είναι οι ακόλουθες: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλούκινα
(2014)1Α ΑΑΔ 118, καταγράφεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση εμπλέκονται σ' αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Εναγόμενη 34 είναι η Κυπριακή Εταιρεία μέσω της οποίας υπεβλήθη αίτηση προς την Εναγόμενη 35, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προς το σκοπό της εξασφάλισης από την Εναγόμενη 13, Bank De Binary Limited, άδεια για να λειτουργεί ως εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η αιτούμενη άδεια παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 13 με απόφαση της Εναγόμενης 35, ημερομηνίας 10.12.2012. Η θέση των Αιτητών, όπως διαφαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. xxx Μιχαηλίδη, είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ως οι ιδρυτές, διευθυντές και μέτοχοι της Εναγόμενης 13, συνωμότησαν μεταξύ τους καθώς και με άλλους Εναγόμενους με σκοπό την εξασφάλιση, πρώτα της ανωτέρω περιγραφόμενης αδείας από την Εναγόμενη 13, με απώτερο σκοπό την εξαπάτηση του κοινού, περιλαμβανομένων των ιδίων των Αιτητών, δια της απόσπασης χρηματικών ποσών για ίδιον όφελος. Η παραχώρηση από την εναγόμενη 35 της ανωτέρω αδείας προς την Εναγόμενη 13, βοήθησε τους Εναγόμενους 1 και 2 στην προώθηση των απατηλών και δολίων σχεδίων τους. Κατά τους Αιτητές, η εξασφάλιση της ανωτέρω αδείας επιτεύχθηκε μέσω ψευδών και ανακριβών στοιχείων, εξαπατώντας και παραπλανώντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, τις Κυπριακές αρχές, ειδικά δε την Εναγόμενη 35, η οποία παραχώρησε την ανωτέρω άδεια, βασιζόμενη στα παραπλανητικά στοιχεία που της παρουσιάστηκαν. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχαηλίδη, οι Αιτητές με τα αιτούμενα διατάγματα θέλουν να γνωρίζουν τα στοιχεία που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 13 προσκόμισαν στην Εναγόμενη 35, βάση των οποίων εξασφαλίστηκε η ανωτέρω άδεια. Τα αιτούμενα όπως αποκαλυφθούν στοιχεία και έγγραφα θα βοηθήσουν ώστε να διασαφηνιστεί με λεπτομέρεια το μέγεθος της απάτης και ποιοι πραγματικά ευθύνονται για την απώλεια τους, περαιτέρω δε θα εξακριβωθεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι τα πρόσωπα που ενορχήστρωσαν την εναντίον τους διαπραχθείσα απάτη. Ακόμα, με την αποκάλυψη τους, θα διαφανεί και θα υποστηριχθεί η θέση των Αιτητών ως προς τη δόλια στάση των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι ήταν ο ιθύνων νους της απάτης. Μετά τα όσα ανωτέρω έχουν αναφερθεί, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ικανοποιεί τις αρχές οι οποίες έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Όσον αφορά την ανάγκη για την τέλεση κάποιας άδικης πράξης εις βάρος των Αιτητών, αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχαηλίδη γίνεται αναφορά, γενικά και αόριστα, σε συνωμοτικό σχέδιο των Εναγομένων με σκοπό την εξαπάτηση και την απόσπαση χρημάτων από τους Αιτητές, χωρίς όμως να παρατίθεται μια σαφής, ακριβής και ολοκληρωμένη εικόνα της άδικης πράξης η οποία συντελέστηκε εις βάρος ενός εκάστου Αιτητή. Δεν παρουσιάστηκε ίχνος μαρτυρίας ως προς το κατά πόσο οι Αιτητές συνεπεία των δολίων και απατηλών ενεργειών των Εναγομένων, στοιχημάτισαν οποιαδήποτε ποσά στα binary options (δυαδικά δικαιώματα), όπως αυτά περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του κ. Ε. Μιχαηλίδη, ποιο ποσό στοιχημάτισε ο καθένας από αυτούς, ο τρόπος με τον οποίο έγινε η πληρωμή του ποσού και αν αυτό τελικά απωλέστηκε. Παρά το ότι στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής περιγράφεται το αξιούμενο από ένα έκαστο των Αιτητών ποσό, εντούτοις στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχαηλίδη δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα ανωτέρω ποσά και ειδικότερα αν αυτά συνιστούν τη ζημιά ή απώλεια ενός εκάστου Αιτητή. Αυτό το οποίο αναφέρεται, γενικά και αόριστα από τον κ. Μιχαηλίδη, είναι ότι οι Εναγόμενοι οικειοποιήθηκαν υπέρογκα χρηματικά ποσά από το κοινό, συμπεριλαμβανομένων των Αιτητών. Αναμφισβήτητα δε το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο. Η μαρτυρία καταγράφεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ.162). Φυσικά δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο κ. Μιχαηλίδης σε κάποιο σημείο της ένορκης δήλωσης του αναφέρει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι Εναγόμενοι θα είναι πλουσιότεροι κατά το συνολικό ποσό της απαίτησης των Αιτητών. Η αναφορά όμως αυτή δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να καλύψει τα κενά στη μαρτυρία τα οποία έχω παραθέσει πιο πάνω. Παρά το ότι η παρουσιασθείσα από τους Αιτητές μαρτυρία έχει καταδείξει, εκ πρώτης όψεως, τη συμμετοχή τουλάχιστον των Εναγομένων 1, 2 και 13 σε ένα οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης και απόσπασης χρημάτων μέσω του μοντέλου των "Binary Options", καθώς επισης και την εμπλοκή σ' αυτό των Εναγομένων 34 και 35, έστω κι αν η εμπλοκή των τελευταίων δυνατόν να έγινε εντελώς αθώα, εντούτοις δεν έχει καταδειχθεί, μέσω της ως άνω μαρτυρίας, η διάπραξη συγκεκριμένης άδικης πράξης εις βάρος τους. Η αποτυχία δε των Αιτητών να καταδείξουν ότι έχει διαπραχθεί εις βάρος τους κάποια άδικη πράξη ισοδυναμεί με αποτυχία τους να καταδείξουν μια συζητήσιμη υπόθεση καθώς και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής τους. Κατ' επέκταση, οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Όπως δε είναι νομολογημένο, για την ικανοποίηση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, οι οποίες είναι αλληλένδετες, κατά κάποιο τρόπο, σε αγωγές αποκάλυψης και ιχνηλάτησης, εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία είναι οι ενάγοντες να μπορούν να στοιχειοθετήσουν ότι μια άδικη πράξη συντελέστηκε εναντίον τους, την έκταση αυτής, αλλά όχι και ποιος την έκαμε. (Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd
(2003)EWHC 616 και Αθανασίου κ.α. ν. Oντόνι,
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 2269). Όσον αφορά την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, θα ήθελα να αναφέρω ότι, ακόμα και στην περίπτωση που οι Αιτητές κατάφερναν να καταδείξουν μια συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής τους, εντούτοις η Αίτηση τους θα αποτύγχανε και πάλι για το λόγο ότι δεν έχουν καταδείξει την ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει είναι ότι τα επίμαχα διατάγματα αποκάλυψης δεν ζητούνται για σκοπούς ιχνηλάτησης (tracing) ώστε να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον τελικού αδικοπραγούντα. Παρά το ότι στην ένορκη δήλωση του ο κ. Μιχαηλίδης θέτει το ερώτημα με ποια άλλα πρόσωπα ή οντότητες ενδεχομένως να συνωμότησαν οι εναγόμενοι 1 και 2 με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση από μέρους της Εναγόμενης 13 της άδειας για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, εντούτοις δεν έχει διαφανεί ότι ο σκοπός της αποκάλυψης είναι να εξακριβωθεί η ταυτότητα άλλων προσώπων, που τυχόν ενεπλάκησαν στη συνωμοσία των Εναγομένων 1 και
- Αντίθετα, όπως ρητά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχαηλίδη, ο σκοπός της είναι να διαφανεί και να υποστηριχθεί η θέση τους ως προς τη δόλια στάση των Εναγομένων 1 και 2, ως ο ιθύνων νους της απάτης, το μέγεθος της απάτης τους, περαιτέρω δε να πληροφορηθούν οι Αιτητές τον τρόπο που η Εναγόμενη 13 εξασφάλισε από την Εναγόμενη 35 την άδεια λειτουργίας της ως εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Σε κάποιο άλλο σημείο της ένορκης δήλωσης του αναφέρεται ότι τα αιτούμενα να αποκαλυφθούν στοιχεία θα επιβεβαιώσουν στοιχεία και μαρτυρία που έχουν ήδη στην κατοχή τους οι Αιτητές, χωρίς δε τη μεταξύ τους διασύνδεση και επιβεβαίωση, ενδεχομένως να αδυνατούν να αποδείξουν την πραγματική πρόθεση των Εναγομένων 1 και
- Αναφέρεται ακόμα από τον κ. Μιχαηλίδη ότι με τα αιτούμενα να αποκαλυφθούν στοιχεία θα εξακριβωθεί κατά πόσο τα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος 1 στην αντεξέταση του ενώπιον δικαστηρίου των ΗΠΑ συνάδουν με τα όσα περιλήφθηκαν στην αίτηση που υπεβλήθη προς την Εναγόμενη
- Τα όσα παρατίθενται πιο πάνω καθιστούν εμφανές, κατά την άποψη μου, ότι ο σκοπός για τον οποίο ζητείται η αποκάλυψη των αιτούμενων στοιχείων βρίσκεται εκτός των νομολογιακά οριοθετημένων σκοπών έκδοσης αυτού του τύπου των διαταγμάτων. Θα ήθελα να αναφέρω ότι με βρίσκει σύμφωνο ο λόγος ένστασης των Εναγομένων 34 και 35, ότι οι Αιτητές με την υπό εξέταση Αίτηση τους επιδιώκουν, κατ' ουσία, την αλίευση μαρτυρίας, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό σύμφωνα με τη νομολογία (Arab Satellite Communications Organisation v. Saad Faqih & Anv
(2008)EWHC 2568 (QB)). Από τη στιγμή δε που η αποκάλυψη των αιτούμενων στοιχείων δεν είναι αναγκαία, καθίσταται φανερό ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιανδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές. Κατ' επέκταση, δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Η αποτυχία των Αιτητών να ικανοποιήσουν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 καθιστά περιττή την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας και ειδικότερα του κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. Ε176/2019 ημερ. 10/12/2019). Πριν το τέλος θα ήθελα να σχολιάσω τον πανομοιότυπο λόγο ένστασης των Εναγομένων ότι οι αιτούμενες πληροφορίες καλύπτονται από επαγγελματικό απόρρητο και/ή υποχρέωση εμπιστευτικότητας, γι' αυτό δεν δύνανται να αποκαλυφθούν. Αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι, όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι οποιασδήποτε εμπιστευτικής σχέσης. Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Κλούκινα κ.α. (ανωτέρω) το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημόσιου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Ο σκοπός της καταστολής δολίων πράξεων ή εγκληματών είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Κατ' εφαρμογή των ως άνω νομολογηθέντων, θεωρώ ότι το επαγγελματικό απόρρητο και η υποχρέωση εμπιστευτικότητας δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν κώλυμα στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, στην περίπτωση που οι Αιτητές κατάφερναν να ικανοποιήσουν όλες τις προϋποθέσεις για την έκδοση τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν υπέρ των Εναγομένων. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 34 και 35/ Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων / Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΚΑ, ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο