← Κύπρος

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 2150/2014, 16/5/2022

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 2150/2014, 16/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2150/2014

  1. ΧΧΧΧ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ
  2. ΧΧΧΧ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΟΥ Ενάγοντες v.
  3. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  4. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  5. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Αλ. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1: Κλ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα και επίδικα θέματα Οι Ενάγοντες, σύμφωνα με όσα εκθέτουν στο δικόγραφο της αγωγής τους, που προωθούν μόνον εναντίον της Εναγόμενης 1, τραπεζικής εταιρείας, εξωθήθηκαν με απάτη, δόλο, αμέλεια, παράβαση νόμιμων καθηκόντων και με ψευδείς παραστάσεις από την Εναγόμενη, μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας και δια διαφημίσεων στο ευρύτερο κοινό, και αγόρασαν Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ), έκδοσης του 2011, συνολικής αξίας €29.350,00 (ευρώ) και $67.485,00 (δολάρια Αμερικής), επενδύοντας κεφάλαιά τους που προήλθαν από μόχθο πολυετούς εργασίας· επένδυση στην οποία διαφορετικά δεν θα προέβαιναν. Τα αξιόγραφά τους μετατράπηκαν στη συνέχεια από την Εναγόμενη σε μετοχές με μηδενική αξία. Αξιώνουν ακύρωση των αξιογράφων ή μετοχών και αποζημιώσεις. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες καταλογίζουν στην Εναγόμενη πως, ενώ γνώριζε ότι είχε έλλειψη ρευστότητας και προβλήματα, αδιαφορώντας για τους Ενάγοντες, χωρίς τη λήψη μέτρων για διασφάλιση της νομιμότητας της διάθεσης, ενεργώντας ταυτόχρονα ως σύμβουλος και ως πωλητής επενδυτικών προϊόντων, χωρίς προσόντα και πιστοποιήσεις, τους παρουσίασε και τους συμβούλευσε πως επρόκειτο για αναβαθμισμένο καταθετικό σχέδιο με υψηλό επιτόκιο που προορίζονταν για καλούς πελάτες· ότι ήταν ασφαλής και ιδανική επένδυση με εξασφαλισμένο κεφάλαιο και τοκοφορία που μετά από πέντε χρόνια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ενώ ως τότε τα αξιόγραφα θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξασφάλιση ή να ενεχυριαστούν χωρίς κόστος, και θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, ένα ισχυρό όπλο στα χέρια των Εναγόντων. Παράλληλα, δεν τους παρέδωσε έγκαιρα ενημέρωση και επεξηγήσεις, υπήρχε ενεργώς διάθεση απόκρυψης και σκοπός να πειστούν οι Ενάγοντες να επενδύσουν στα επίδικα αξιόγραφα χωρίς δυνατότητα μελέτης των όρων έκδοσης τους και ενημέρωσής τους για τους κινδύνους που εμπεριέχουν. Οι Ενάγοντες έγιναν εν αγνοία τους επενδυτές, ενώ ήταν απλοί καταθέτες. Περί τα μέσα του 2012, χωρίς προειδοποίηση, σταμάτησε η καταβολή τόκων. Οι Ενάγοντες τότε, θορυβημένοι, ανακάλυψαν πως τα αξιόγραφα αυτά είχαν αόριστη διάρκεια, ανεξασφάλιστη τοκοφορία, και η Τράπεζα είχε μονομερές δικαίωμα εξαγοράς τους, όπως και να μην καταβάλει τόκους, εάν οι κεφαλαιακές ανάγκες της δεν το επιτρέπουν· πως πρόκειται για πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, με κινδύνους μη εύκολα κατανοητούς από απλούς καταθέτες. Άρχισαν να στέλνουν επιστολές, αναζητώντας να αποκατασταθούν. Η Εναγόμενη ενημέρωσε τους Ενάγοντες για την υποχρεωτική μετατροπή των αξιογράφων τους σε μετοχές ονομαστικής αξίας €1,00 η κάθε μία, που τότε είχαν μηδενική αξία. Η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς αυτούς και την απαίτηση των Εναγόντων. Ισχυρίζεται πως οι λειτουργοί της, σε κάθε ουσιώδη χρόνο, δεν παρείχαν επενδυτική συμβουλή στους Ενάγοντες, οι οποίοι αγόρασαν οικειοθελώς και εγνωσμένα τα επίδικα αξιόγραφα· ενήργησαν νόμιμα και ορθά. Η επίδικη έκδοση, όπως εξηγεί, προσφέρθηκε στο επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας πλατφόρμας, με βάση τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου 114(Ι)/
  6. Ετοιμάστηκε ενημερωτικό δελτίο, που πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις και είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (ΕΚΚ), εποπτική αρχή, και αναρτήθηκε στις ιστοσελίδες της Εναγόμενης, της ΕΕΚ, του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), του Χρηματιστηρίου Αθηνών (ΧΑ), των οποίων η έγκριση λήφθηκε εκ των προτέρων για την εισαγωγή των εν λόγω κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση, ενώ κάθε ενδιαφερόμενος μπορούσε να τα προμηθευτεί και από υποκαταστήματα της Τράπεζας· ήταν μια διαφανής διαδικασία. Δεν είχε τεθεί όρος ούτε εκφράστηκε ανησυχία από την ΕΕΚ για τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν η έκδοση, ούτε υπήρχε σχετικός νομοθετικός περιορισμός. Στάλθηκε στους μετόχους και κατόχους επιλέξιμων αξιών επιστολή παραχώρησης, μαζί με περιληπτικό σημείωμα όπου γίνονταν εκτενής και σαφής αναφορά στους όρους έκδοσης, τη διάρκεια, το επιτόκιο, τα γεγονότα ακύρωσης τόκου, την υποχρεωτική μετατροπή σε μετοχές, κ.λπ., τους παράγοντες κινδύνου που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από κάθε ενδιαφερόμενο επενδυτή, και στον τόπο διάθεσης του ενημερωτικού δελτίου. Οι διαφημίσεις, όπως και όλο το υλικό που χρησιμοποιήθηκε, ελέγχθηκαν επίσης από την ΕΕΚ. Οι διαφημίσεις παρέπεμπαν στο ενημερωτικό δελτίο αλλά και σε παγκύπριο αριθμό τηλεφωνικού κέντρου για περαιτέρω πληροφόρηση, που είχε δημιουργηθεί, για την έκδοση του
  7. Δεν παρέπεμπαν σε υποκαταστήματα. Στην αίτηση που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφθεί από τον επενδυτή περιλαμβάνονταν επίσης σχετικό λεκτικό δια του οποίου βεβαιώνονταν η λήψη γνώσης. Οι Ενάγοντες, όπως είναι η θέση της Εναγόμενης, δεν θα μπορούσαν να εξαπατηθούν. Υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα, παρέχοντας ρητή βεβαίωση και δήλωση ότι έχουν γνώσεις και ικανότητες να αξιολογήσουν την επένδυσή τους, ότι δέχονται τους όρους και γνωρίζουν τους κινδύνους. Εξ ου και κωλύονται (are estopped by deed), κατά τη θέση της, να προβαίνουν στην απαίτησή τους. Επειδή δεν παρασχέθηκε στους Ενάγοντες, ως πελάτες, οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την Εναγόμενη να αγοράσουν αξιόγραφα, όπως είναι η θέση της Εναγόμενης, ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος 114(Ι)/2007 (MiFID) που ρυθμίζει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών δεν τυγχάνει εφαρμογής. Απεναντίας, λέει η Εναγόμενη, με τις πρακτικές που ακολούθησε η Εναγόμενη, διασφάλισε ακριβώς το αντίθετο. Οργανώθηκαν ενημερωτικές παρουσιάσεις με διάθεση του υλικού σε όλο το προσωπικό, υπήρξε συνεννόηση με αρμόδιο αξιωματούχο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (ΚΤΚ) για θέματα MiFID, και εκδόθηκαν εγκύκλιοι όπου εξηγούνταν ο περιορισμένος ρόλος των καταστημάτων σε διαδικαστικά θέματα που έχουν να κάνουν με την παραλαβή των αιτήσεων, την απλή διάθεση του ενημερωτικού υλικού και την επεξήγηση του τρόπου συμπλήρωσης των αιτήσεων, γίνονταν έντονη αναφορά στη μη παροχή προσωπικών συστάσεων, παρότρυνσης, καθοδήγησης ή προτροπής ή επενδυτικών συμβουλών ή επίλυσης αποριών για τη φύση των ΜΑΕΚ, και εξηγούνταν και η ύπαρξη και λειτουργία ειδικού τηλεφωνικού κέντρου για παραπομπή πελατών που επιθυμούσαν περαιτέρω πληροφορίες. Το τηλεφωνικό κέντρο δημιουργήθηκε υπό τον συντονισμό και επίβλεψη του Κυπριακού Οργανισμού Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO), με στελέχωση από άτομα με σχετικές πιστοποιήσεις, για την παροχή επεξηγήσεων επί των όρων έκδοσης και όχι συμβουλών σε πιθανούς επενδυτές ή δικαιούχους (όρος στην έκδοση). Καταγράφθηκαν (με δυνατότητα πρόσβασης και της ΚΤΚ για σκοπούς ελέγχου) πέραν των 2.000 τηλεφωνημάτων και 125 ώρες συνομιλίας, ενώ παραλήφθηκαν από το τηλεφωνικό κέντρο περίπου 120 παραπεμπτικά για επικοινωνία των λειτουργών με πελάτες, ως η διαδικασία. Η Εναγόμενη είχε επίσης ζητήσει συμβουλή από νομικούς συμβούλους από την Κύπρο και την Ελλάδα για να διαβεβαιώσει πως η απλή ενημέρωση από την Τράπεζα σε σχέση με τους όρους έκδοσης των αξιογράφων δεν αποτελεί παροχή επενδυτικής υπηρεσίας και ειδικότερα της υπηρεσίας λήψης και διαβίβασης εντολών. Η δε ΚΤΚ, με απόφασή της ημερομηνίας 13.09.2013, ανέφερε, σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΕΚ του 2011, πως είχαν ληφθεί από την Τράπεζα μέτρα που να αποτρέπουν την παροχή επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση διάθεσής τους. Εκ των δικογράφων, δεν αμφισβητείται ότι εκδόθηκαν από την Εναγόμενη τα επίδικα ΜΑΕΚ του 2011, κατόπιν δημόσιας προσφοράς για την οποία εκδόθηκε ενημερωτικό δελτίο και ότι οι Ενάγοντες αιτήθηκαν και αγόρασαν τις επίδικες κινητές αξίες, που μεταγενέστερα μετατράπηκαν σε μετοχές. Απασχολεί καταρχάς ο τρόπος με τον οποίον αποκτήθηκαν από τους Ενάγοντες τα ΜΑΕΚ του 2011, σε σχέση με τη βούληση των Εναγόντων, τις ενέργειες της Εναγόμενης, και τον νόμο. Επίδικη είναι και η ύπαρξη ζημιάς αιτιωδώς συνδεδεμένης με κάποια ενέργεια της Εναγόμενης, και που να δικαιολογεί δικαστική θεραπεία στους Ενάγοντες. Λόγω της φύσης της υπόθεσης, επειδή τα γεγονότα συμπλέκονται με νομικά σημεία, προέχει η παράθεση του σχετικού νομικού πλαισίου μέσα στο οποίο εξετάζεται η όλη διαφορά. Νομικές πτυχές Για να είναι μια σύμβαση έγκυρη, πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών να συμβληθούν[1], που τέτοια ελεύθερη συναίνεση υφίσταται ότι δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Η συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε με τον τρόπο αυτό, εάν διαφορετικά δεν θα παρέχονταν[2]. Το τι συνιστά απάτη και ψευδή παράσταση καθορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.149, αντίστοιχα. Η απάτη περιλαμβάνει οποιαδήποτε από προβλεπόμενες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την εξαπάτηση του αντισυμβαλλόμενου, ή την εξώθησή του στη σύναψη της σύμβασης. Οι πράξεις αυτές είναι η παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει το αληθές του· η ενεργός απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή το πιστεύει· η υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της· κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση, και κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από τον νόμο ως απάτη. Η απλή σιωπή ως προς γεγονότα τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση του αντισυμβαλλόμενου, δεν συνιστά απάτη, εκτός εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει την υποχρέωση να δηλώσει αυτά, ή εκτός εάν η σιωπή του ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Η ψευδής παράσταση περιλαμβάνει τη θετική βεβαίωση, κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς, παρόλο που πιστεύει ότι είναι αληθές· περιλαμβάνει και κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη του· και την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας. Εάν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, η σύμβαση είναι ακυρώσιμη[3] κατ' εκλογή του αθώου μέρους, που όμως μπορεί, εάν θεωρεί σκόπιμο, να επιμείνει στην εκπλήρωσή της και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν εάν οι παραστάσεις ήταν αληθείς. Εάν η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής που συνιστά απάτη, η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη εάν το αθώο μέρος ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια. Απάτη ή ψευδής παράσταση που δεν προκάλεσε τη συναίνεση δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη. Έτσι, θα πρέπει καταδειχθεί ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης· ότι ήταν τέτοια που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφασή του να συνάψει τη σύμβαση· ή άλλως πώς η απόφασή του ήταν η συνέπεια και το αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Το βάρος απόδειξης του δόλου ή της απάτης φέρει εκείνος που τα επικαλείται. Πρέπει να τα αποδεικνύει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Υπάρχει και το αστικό αδίκημα της απάτης. Σύμφωνα με το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψευδούς αυτής ή χωρίς πίστη για το αληθές της ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό το πρόσωπο που εξαπατήθηκε να ενεργήσει με βάση αυτήν. Δεν εγείρεται αγωγή για τέτοια παράσταση εκτός εάν έγινε με σκοπό εξαπάτησης και πράγματι υπήρξε εξαπάτηση, το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενήργησε βάσει αυτής και εξαιτίας της υπέστη ζημιά. Επίσης, δεν εγείρεται αγωγή για τέτοια παράσταση για τον χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου που έγινε με σκοπό την εξασφάλιση πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός εάν η παράσταση έγινε γραπτώς και υπογράφθηκε από το πρόσωπο που ενάγεται για τέτοια απάτη. Το άρθρο 51 του Κεφ.148 ορίζει, επίσης, πως αμέλεια συvίσταται στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Γι' αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. Ο περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος 114(Ι)/2005 δίδει ένα ειδικότερο νομικό πλαίσιο εξέτασης της αξίωσης των επενδυτών, σε σχέση με τα ζητήματα ενημέρωσής τους. Είναι νόμος εναρμονιστικός με το ενωσιακό δίκαιο και, κατά τον χρόνο των επίδικων γεγονότων, με την Οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Νοεμβρίου 2003 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση[4]. Η επιδίωξη της θέσπισης της Οδηγίας, και κατ' επέκταση της σχετικής εναρμόνισης, ήταν η βελτίωση της ποιότητας των πληροφοριών που παρέχονται στους επενδυτές από εταιρείες που θέλουν να προσελκύσουν εξωτερικούς επενδυτές για να αντλήσουν κεφάλαια και να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους. Ο στόχος ήταν να διασφαλιστεί η εφαρμογή επαρκών και ισοδύναμων προτύπων γνωστοποίησης σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), σε περίπτωση που οι κινητές αξίες προσφέρονται σε όλους τους επενδυτές της ΕΕ. Οι πράξεις αυτές θεσπίζουν κανόνες για το ενημερωτικό δελτίο. Δηλαδή, το έγγραφο το οποίο οι εταιρείες υποχρεούνται να δημοσιεύουν όταν εκδίδουν κινητές αξίες για να προσελκύσουν επενδυτές. Σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες, από τη στιγμή που ένα ενημερωτικό δελτίο έχει εγκριθεί σε μία χώρα της ΕΕ, ισχύει σε όλη την ΕΕ (είναι δηλαδή ένα ενιαίο διαβατήριο για τους εκδότες). Οι εκδότες είναι υποχρεωμένοι να δημοσιεύουν ενημερωτικό δελτίο για τις προσφορές κινητών αξιών, εκτός εάν η προσφορά απευθύνεται μόνο σε ειδικούς (επαγγελματίες) επενδυτές, ή σε λιγότερα από 150 πρόσωπα που δεν είναι ειδικοί επενδυτές (για παράδειγμα, ιδιώτες), ή σε κάποιες άλλες περιπτώσεις. Το ενημερωτικό δελτίο περιλαμβάνει περιληπτικό σημείωμα που συντάσσεται σε τυποποιημένη μορφή και παρέχει βασικές πληροφορίες σχετικά με τα κύρια χαρακτηριστικά του εκδότη των κινητών αξιών (π.χ. της εκδίδουσας εταιρείας), του τυχόν εγγυητή (π.χ. της τράπεζας) και των κινητών αξιών που προσφέρονται ή εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, καθώς και τους κύριους σχετικούς κινδύνους, τους γενικούς όρους της προσφοράς, και ειδικότερα την εκτίμηση των εξόδων που χρεώνει ο εκδότης στον επενδυτή. Το περιληπτικό σημείωμα (summary note)[5] πρέπει να είναι συνοπτικό και διατυπωμένο σε μη τεχνική γλώσσα, και να περιλαμβάνει τις βασικές πληροφορίες. Τηρουμένων και των διατάξεων του Κανονισμού 809/2004, η μορφή και το περιεχόμενό του παρέχουν, σε συνδυασμό με το ενημερωτικό δελτίο, κατάλληλες πληροφορίες για τα ουσιώδη στοιχεία των κινητών αξιών, προκειμένου να βοηθήσουν τους επενδυτές όταν εξετάζουν εάν θα επενδύσουν στις σχετικές κινητές αξίες. Πρέπει να περιέχει προειδοποίηση, μεταξύ άλλων, ότι διαβάζεται πάντοτε ως εισαγωγή του ενημερωτικού δελτίου· ότι ο επενδυτής θα πρέπει να βασίσει οποιαδήποτε επενδυτική του απόφαση ως προς τις εν λόγω κινητές αξίες, στο ενημερωτικό δελτίο ως σύνολο· ότι τα πρόσωπα που υπέβαλαν το περιληπτικό σημείωμα και ζήτησαν τη δημοσίευση ή την κοινοποίησή του, υπέχουν αστική ευθύνη, μόνον εάν το εν λόγω σημείωμα είναι παραπλανητικό, ανακριβές ή αντιφατικό προς άλλα μέρη του ενημερωτικού δελτίου. Όσον αφορά το βασικό ενημερωτικό δελτίο, όπου εκδίδεται, περιέχει όλες τις πληροφορίες που αφορούν τον εκδότη και τις κινητές αξίες που πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο δημόσιας προσφοράς ή να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά. Η ΕΚΚ, ύστερα από σχετικό αίτημα που υποβάλλει ο εκδότης, ο προσφέρων ή ο αιτητής της εισαγωγής των κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, κατά περίπτωση, δύναται να επιτρέπει να μην περιλαμβάνονται ορισμένες πληροφορίες που επιβάλλονται, εάν η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα ήταν αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον ή θα έβλαπτε σοβαρά τα συμφέροντα του εκδότη, υπό την προϋπόθεση ότι η παράλειψη των στοιχείων αυτών δεν θα παραπλανήσει το κοινό όσον αφορά γεγονότα και περιστατικά που απαιτείται να δημοσιοποιηθούν προκειμένου να είναι δυνατή η εμπεριστατωμένη αξιολόγηση του εκδότη, του προσφέροντα ή του τυχόν εγγυητή, καθώς και των δικαιωμάτων που συνάπτονται στις κινητές αξίες, τις οποίες αφορά το ενημερωτικό δελτίο, ή εάν οι πληροφορίες αυτές είναι μικρής σημασίας, ως προς συγκεκριμένη προσφορά ή εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά και δεν είναι ικανές να επηρεάσουν την αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης και των προοπτικών του εκδότη, του προσφέροντος ή του τυχόν εγγυητή. Είναι ο εκδότης που φέρει αστική ευθύνη για τις πληροφορίες που παρέχονται στο ενημερωτικό δελτίο. Αυτές οι πληροφορίες πρέπει να είναι σύμφωνες με την πραγματικότητα και να μην υπάρχουν παραλείψεις. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου 114(Ι)/2005, τα πρόσωπα που υπογράφουν το ενημερωτικό δελτίο ευθύνονται για την ακρίβεια, πληρότητα, σαφήνεια και επικαιρότητα του. Το ενημερωτικό δελτίο προσδιορίζει με σαφήνεια τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την παροχή των εκτιθέμενων σε αυτό πληροφοριών. Οι υπογράφοντες προβαίνουν σε υπεύθυνες δηλώσεις που περιλαμβάνονται στο ενημερωτικό δελτίο, με τις οποίες δηλώνουν ότι, έχοντας καταβάλει κάθε οφειλόμενη επιμέλεια για να διαμορφώσουν υπεύθυνη γνώση, βεβαιώνουν ότι οι πληροφορίες που περιέχονται είναι αληθείς και πλήρεις, χωρίς να υπάρχουν παραλείψεις που δύνανται να αλλοιώσουν το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου ή να παραπλανήσουν τους επενδυτές. Επιδεικνύουν την εκ του νόμου προσήκουσα επιμέλεια κατά τη σύνταξη του ενημερωτικού δελτίου και ιδίως ως προς την ακρίβεια, πληρότητα, σαφήνεια και επικαιρότητα του περιεχομένου του, με στόχο την ορθή, πλήρη και αντικειμενική πληροφόρηση των επενδυτών, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως έναντι των επενδυτών, για κάθε ζημία που οι τελευταίοι ήθελαν υποστεί συνεπεία ανακριβειών ή και ελλείψεων του ενημερωτικού δελτίου. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Νόμου 114(Ι)/2005, ως είχε πριν από την τροποποίησή του με τον Νόμο 63(Ι)/2013, εφόσον ασκηθεί αξίωση για αποζημίωση κατά προσώπων που υπογράφουν το ενημερωτικό δελτίο, τα πρόσωπα που υπογράφουν φέρουν και το βάρος απόδειξης για θέματα ακρίβειας, πληρότητας, σαφήνειας και επικαιρότητας του ενημερωτικού δελτίου· ή έλλειψης υπαιτιότητας ως προς πλημμέλειες του ενημερωτικού δελτίου· ανάλογα με την περίπτωση. Τα πρόσωπα που υπέβαλαν το περιληπτικό σημείωμα και ζήτησαν τη δημοσίευση ή την ανακοίνωσή του, υπέχουν αστική ευθύνη μόνον εάν το εν λόγω σημείωμα είναι παραπλανητικό, ανακριβές ή αντιφατικό σε συνδυασμό και με τον κύριο κορμό του ενημερωτικού δελτίου, χωρίς να μπορεί να αποδοθεί ευθύνη αποκλειστικά και μόνο βάσει του περιληπτικού σημειώματος. Τυχόν αξιώσεις κατά των προσώπων που υπογράφουν το ενημερωτικό δελτίο παραγράφονται βραχέως, μετά από την πάροδο δύο ετών από τη διάθεση των κινητών αξιών ή, κατά περίπτωση, από την εισαγωγή τους σε οργανωμένη αγορά, εκτός εάν αποδειχθεί δόλος των υπογραφόντων το ενημερωτικό δελτίο, οπότε η βραχεία διετής παραγραφή δεν ισχύει ως προς τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει δολίως. Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος 114(Ι)/2007 είναι, επίσης, εναρμονιστικός με το ενωσιακό δίκαιο, κατά τον χρόνο των επίδικων γεγονότων, μεταξύ άλλων, με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ (MiFID I) ως είχε τροποποιήθηκε τότε με την Οδηγία 2006/31/ΕΚ. Η Οδηγία 2004/39 ΕΚ είχε υποχρεώσει τις χώρες της ΕΕ να θεσπίσουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών. Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες να ανήκουν σε ένα τέτοιο σύστημα που να τίθεται σε λειτουργία σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά τη γνώμη τους, μια επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις απαιτήσεις επενδυτών και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή μια δικαστική αρχή εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων. Ο στόχος ήταν να εξασφαλιστεί η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες ή να επιστρέψει στους επενδυτές τίτλους οι οποίοι τους ανήκουν και τους οποίους κρατεί, διοικεί ή διαχειρίζεται για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες. Η ερμηνευτική διάταξη του Νόμου 114(Ι)/2007, που αφορά στο κείμενο του νόμου αυτού, ενδιαφέρει μόνον εάν εφαρμόζεται ο νόμος, ο οποίος, ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, περιείχε επίσης διάταξη γενικής αστικής ευθύνης, στο άρθρο 143, ότι οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του νόμου αυτού ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση αυτών. Το άρθρο 143 είναι μια διάταξη στην οποία βασίζονται και οι Ενάγοντες σήμερα. Παρόλο που ο έλεγχος ή η επιβολή της εφαρμογής του νόμου MiFID, γενικότερα, κινείται ιδιαίτερα στον χώρο του δημοσίου δικαίου (public enforcement), με εκείνη τη διάταξη της αστικής ευθύνης στο εγχώριο δίκαιο, κατ' επιλογή του εγχώριου νομοθέτη, δεν αποκλείονταν η διαπίστωση τέτοιων παραβάσεων να γίνεται πρωτογενώς από το Δικαστήριο της αστικής δίκης[6], προσέγγιση που αντανακλούσε μεν και την αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας (effet utile), αλλά με έναν τρόπο που ταυτόχρονα επαπειλούσε την σταθερότητα στις διαγνώσεις σε σχέση με τη νομιμότητα επί θεμάτων MiFID, αναλόγως της εκάστοτε δικαστικής ερμηνείας και κρίσης. Το προαναφερόμενο άρθρο 143 που αρχικά υπήρχε στον Νόμο 114(Ι)/2007 διαγράφθηκε με τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο 87(Ι)/
  8. Στον Νόμο 87(Ι)/2017, η αστική ευθύνη, ως προβλέπεται στο άρθρο 94 § 3, συνδέεται με την προηγούμενη διάγνωση της ποινικής ευθύνης για συγκεκριμένα αδικήματα, όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια. Από το πεδίο εφαρμογής του νόμου, με το άρθρο 3 § 2, εξαιρούνται, ευρέως, ορισμένα πρόσωπα, όπως, για παράδειγμα, πρόσωπα που παρέχουν παρεμπιπτόντως επενδυτική υπηρεσία ως δευτερεύουσα εργασία και μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας (υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από επαγγελματικό κώδικα δεοντολογίας που δεν απαγορεύουν την παροχή της εν λόγω εργασίας), ή τα πρόσωπα που δεν παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν άλλες επενδυτικές δραστηριότητες πλην της διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό (εκτός εάν είναι ειδικοί διαπραγματευτές ή εάν διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ κατά τρόπο οργανωμένο, συχνά και συστηματικά, παρέχοντας ένα σύστημα προσβάσιμο σε τρίτα μέρη, ώστε να πραγματοποιούν συναλλαγές με αυτά), ή τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά μέσα για ίδιο λογαριασμό ή παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε παράγωγες συμβάσεις, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 10 του Μέρους ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος, στους πελάτες της κύριας δραστηριότητας τους (υπό τον όρο ότι αυτό αποτελεί δευτερεύουσα εργασία ως προς την κύρια δραστηριότητα τους, όταν εξετάζεται σε επίπεδο ομίλου, και ότι η εν λόγω κύρια δραστηριότητά τους δεν είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ούτε η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών κατά την έννοια της τραπεζικής νομοθεσίας), και άλλες περιπτώσεις. Εκεί όπου υπάρχει πεδίο εφαρμογής του Νόμου 114(Ι)/2007, θα μπορούσε να απασχολήσει και η έννοια της επενδυτικής υπηρεσίας ή της επενδυτικής συμβουλής. Όπως προκύπτει από την ερμηνευτική διάταξη, «επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες» σημαίνουν οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος του νόμου, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του νόμου. Στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα, και η παροχή επενδυτικών συμβουλών. Στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες. «Επενδυτική συμβουλή», στο κείμενο του νόμου αυτού, σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του ορισμού αυτού προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια για αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, ή για άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου. Δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό. Το καθήκον ενημέρωσης του επενδυτή υπό τον Νόμο 114(Ι)/2005 δεν αναιρεί αυτομάτως το καθήκον ενημέρωσης του πελάτη ή δυνητικού πελάτη υπό τον Νόμο 114(Ι)/2007, σε σχέση με τα πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Μπορεί το ένα να εκπληρώνεται, αλλά όχι το άλλο. Η δε έννοια του «πελάτη» στο πλαίσιο MiFID Ι δεν είναι τόσο στενή ώστε να εννοεί μόνον τα πρόσωπα με τα οποία υφίσταται ήδη πελατειακή σχέση. Αλλά και η καλή πίστη, από την οποία απορρέει κυρίως το αυξημένο καθήκον ενημέρωσης για το πολύπλοκο μέσο, δεν είναι έννοια γενική, και συνδέεται με διάφορα κριτήρια, όπως η ηλικία ή η εμπειρία ή οι γνώσεις του επενδυτή, που διαπιστώνονται σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Υλικό («soft law») που εκδίδεται αναφορικά με τη εν ισχύ ευρωπαϊκές Οδηγίες λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο[7]. Όπως προκύπτει και από τη Genil, C-604/11, δεν είναι το περιεχόμενο του μέσου που παρέχεται ή διαφημίζεται αποφασιστικής σημασίας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται στον επενδυτή η πληροφορία, κατά πόσο είναι μέσω σταθερών καναλιών ενημέρωσης ή ευρέως προς το κοινό, ή υπάρχει στοιχείο που προσωποποιεί την επικοινωνία. Η λειτουργία των επενδυτικών υπηρεσιών, ιδίως των επενδυτικών συμβουλών, είναι να μετατρέψει το μεγαλύτερο μέρος των τυποποιημένων πληροφοριών που διατίθενται στις χρηματοπιστωτικές αγορές σε πληροφορίες τις οποίες ο επενδυτής μπορεί να χρησιμοποιήσει επαρκώς, δηλαδή τις οποίες μπορεί να «χωνέψει». Ακόμα και αν οι πληροφορίες περιέχονται σε ένα ενημερωτικό δελτίο που ετοιμάζεται για να δημοσιοποιηθεί ευρύτερα, δεν αποκλείεται στη συνέχεια να μετατρέπεται σε «προσωπική σύσταση» προς τον επενδυτή. Ένα άλλο πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να αποδοθεί θεραπεία σε έναν ιδιώτη επενδυτή είναι αυτό της Οδηγίας 2005/29 (ως ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο) για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, η οποία ενσωματώθηκε στο εγχώριο δίκαιο με τον περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμο 103(I)/2007, ο οποίος καταργήθηκε προσφάτως με τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο 112(Ι)/2021, ο οποίος διεύρυνε την προστασία του καταναλωτή· αν και τα ζητήματα της προστασίας του καταναλωτή είχαν ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της MiFID Ι, όπως και στο πλαίσιο της Οδηγίας 2003/71/ΕΚ σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά. Ενώ οι Ενάγοντες χρησιμοποιούν γενικά πολλαπλές νομικές βάσεις, καθοριστική σημασία έχουν σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα στο πλαίσιο των οποίων δημιουργείται η συγκεκριμένη διαφορά. Η διαδικασία Για την απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων, μαρτύρησε ο Ενάγων 1 (ΜΕ1) (20.09.2021), που αντεξετάστηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης, ενώ και η Εναγόμενη προσκόμισε μαρτυρία από την κυρία ΧΧΧΧ (ΜΥ1) (25.10.2021) που αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των Εναγόντων (02.12.2021). Κατατέθηκε δια των μαρτύρων και εκ συμφώνου γραπτή μαρτυρία, αποτελούμενη από 22 τεκμήρια. Η ακροαματική διαδικασία διήρκησε συνολικά περίπου 6 ώρες και 20 λεπτά. Γι' αυτήν, τηρήθηκαν πρακτικά που βρίσκονται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, καταθέτοντας γι' αυτό την επιχειρηματολογία τους σε κείμενη μορφή (31.01.2022). Η απόφαση επιφυλάχθηκε. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του τα δικόγραφα, τη μαρτυρία και την επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων, ακόμα κι αν δεν αναφέρεται εδώ με όλη τη λεπτομέρειά τους. Ειδικότερα αναφορές γίνονται όπου χρειάζονται. Η Μαρτυρία - Εξέταση Το Δικαστήριο ακούει μόνο την μαρτυρία που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και ό,τι καλείται να αποφασίσει. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποίαν μπορεί να βασιστεί, για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[8], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[9]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή την σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στην ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Οι συγκεκριμένοι επενδυτές και οι επίδικες αξίες Ο Ενάγων 1 (ΜΕ1) κατέθεσε γραπτή δήλωση, για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής του[10] (Έγγραφο Α). Οι Ενάγοντες 1 και 2, όπως εξηγεί, είναι ζεύγος Κυπρίων ηλικίας 84 και 80 ετών αντίστοιχα, με προβλήματα υγείας (Τεκμήριο 1). Κατοικούσαν στην Αμμόχωστο, όπου διατηρούσαν ιδιόκτητο αρχιτεκτονικό γραφείο και περιουσία. Μετά τα γεγονότα του 1974, απώλεσαν την περιουσία τους και κατέληξαν αρχικά στη Λεμεσό και στη συνέχεια στη Βηρυτό και τη Σαουδική Αραβία. Διέμειναν στη Σαουδική Αραβία για περίπου 10 χρόνια, αφού ο Ενάγων 1 τότε εργοδοτήθηκε ως διευθυντής σε εργοληπτική εταιρεία. Έπειτα, το 1986, μετέβηκαν στο Λονδίνο, όπου ο Ενάγων 1 εργάστηκε σε γραφεία της ίδιας εταιρείας εκεί, και ακολούθως ασχολήθηκε με τη διαχείριση περιουσιών, την επίπλωση, ενοικίαση και γενική διεύθυνση διαμερισμάτων. Έκτοτε, διαμένουν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Ενάγουσα 2 ήταν ανέκαθεν και είναι οικοκυρά. Λόγω των βιωμάτων και προβλημάτων τους, οι Ενάγοντες ήθελαν να είναι προσεκτικοί με τις αποταμιεύσεις και τα έξοδά τους. Με την Εναγόμενη, όπως λέει ο ΜΕ1, είχαν από το 1961 πολύ καλές σχέσεις, με τους εκάστοτε διευθυντές της, γι' αυτό έχουν καταθέσεις και 200.000 μετοχές της· την θεωρούν «ιερό θεσμό». Αυτό, όπως εξήγησε με συναισθηματική φόρτιση κατά τη μαρτυρία του, σχετίζεται και με τον νόστο που αισθάνονται ως Κύπριοι που διαμένουν στο εξωτερικό. Η σχέση αυτή ήταν συνεχής και όταν μετέβηκαν στο Λονδίνο, ιδίως με την υπεύθυνη των λογαριασμών τους, που τους εξυπηρετούσε πάντοτε με προθυμία. Κατέχουν μετοχές και άλλων Τραπεζών. Ο ΜΕ1 ασχολήθηκε και με τις αγορές διαφόρων κρατικών ομολόγων/bonds, με διάφορες διαβαθμίσεις (ΑΑ, ΒΒ, κ.λπ.), αλλά χωρίς ιδιαίτερους και πολύπλοκους κινδύνους ή περιορισμούς. Παρά την εμπειρία και τα βιώματά τους, τις γνώσεις που απέκτησαν ως μέτοχοι και διαχρονικοί επενδυτές, και όχι απλώς ως καταθέτες που αποταμιεύουν οικονομίες εργασιακού μόχθου, τις καλές σχέσεις που είχαν αναπτύξει με υψηλόβαθμα στελέχη της Εναγόμενης, ο ΜΕ1, λέει, δεν είχε αντιληφθεί ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό με τα αξιόγραφα, εκτός από τον απομακρυσμένο κίνδυνο πτώχευσης της Εναγόμενης. Κατά την αντεξέτασή του επί αυτής της εμπειρίας και γνώσης του, αναγνώρισε έγγραφα (Τεκμήριο 10) που δείχνουν επενδύσεις σε μετοχές και αξιόγραφα, με αγορές μέχρι και το
  9. Όταν ερωτήθηκε εάν το 2009 είχε αποκτήσει μετατρέψιμα αξιόγραφα από την Τράπεζα, απάντησε «τη λέξη αξιόγραφα δεν την γνώριζα πριν το 2011», κι όμως, προέκυψε το Τεκμήριο 11, που είναι αίτηση του ΜΕ1 ημερομηνίας 02.06.2009, για εγγραφή στην έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου (convertible capital securities), βάσει του ενημερωτικού δελτίου ημερομηνίας 30.04.
  10. Είχε επενδυθεί το συνολικό ποσό των €10.350,00, εκ των οποίων το ποσό των €5.350,00 ήταν από μετατροπή μετατρέψιμων ομολόγων και το ποσό των €5.000,00 από κατάθεση σε λογαριασμό. Όπως εξήγησε και η ΜΥ1, η οποία κατέχει ειδικές γνώσεις στα μαθηματικά, τη διοίκηση επιχειρήσεων και τα χρηματοοικονομικά, και που κατά τον χρόνο έκδοσης των ΜΑΕΚ του 2011 ήταν μέλος της ομάδας εργασίας της έκδοσης (καθώς η CISCΟ, στην οποία τότε η μάρτυρας είχε διευθυντική θέση, είχε και τη διεύθυνση έκδοσης) και η δική της μαρτυρία ήταν σχετική με την επεξήγηση της έννοιας των αξιογράφων και της διαδικασίας έκδοσης των ΜΑΕΚ και τους όρους τους, τα αξιόγραφα κεφαλαίου είναι κινητές αξίες που εκδίδονται από τις Τράπεζες για σκοπούς κεφαλαίου. Λογίζονται ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο, όπως δηλαδή και οι μετοχές, καθώς ο εκδότης δεν έχει υποχρέωση να τα αποπληρώσει. Οι συγκεκριμένες κινητές αξίες είναι αόριστης διάρκειας με δικαίωμα στον εκδότη για εξαγορά, αλλά όχι υποχρέωση, γι' αυτό και λογίζονται ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο, σε αντίθεση με τα χρεόγραφα, που είναι πρωτοβάθμια κεφάλαια. Η Εναγόμενη εξέδωσε για πρώτη φορά αξιόγραφα κεφαλαίου τον Φεβρουάριο του 2003, τη σειρά Α, ακολούθησε η σειρά Β τον Μάρτιο του 2004, και ακολούθως τον Δεκέμβριο του 2007 τα αξιόγραφα σειράς Γ. Το 2008, προέβη σε μία έκδοση μετατρέψιμων χρεογράφων, η οποία προσφέρθηκε σε όλους τους μετόχους, εγγεγραμμένους μετόχους, με βάση προτιμησιακό δικαίωμα. Το 2009, η Τράπεζα προέβη σε έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων, και το 2011 ξανά σε έκδοση μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου. Οι συγκεκριμένοι τίτλοι, κινητές αξίες, εκδόθηκαν από πληθώρα τραπεζικών ιδρυμάτων στην Ευρώπη, καθώς ήταν κινητές αξίες οι οποίες για σκοπούς κεφαλαιακής επάρκειας ήταν αποδεκτές από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βάσει και του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου και των κανονισμών της Βασιλείας. Το Τεκμήριο 11, όπως εξήγησε η ΜΥ1, είναι επιστολή παραχώρησης σε κάτοχο μετοχών, τον ΜΕ
  11. Όλες οι εκδόσεις αξιογράφων παραχωρήθηκαν αρχικά με προτιμησιακό δικαίωμα σε όλους τους κατόχους μετοχών και με βάση τον αριθμό μετοχών που κατείχαν. Από το Τεκμήριο 11, φαίνεται πως υπήρχε δικαίωμα προτεραιότητας στον ΜΕ1 σε €26.118,
  12. Η προφανής προσπάθεια, από μέρους της Εναγόμενης, ήταν να θέσει πως ο ΜΕ1 τουλάχιστον, ο οποίος σε κάθε ουσιώδη χρόνο ενεργούσε και εκ μέρους της Ενάγουσας 2, δεν ήταν ένας απλός καταθέτης, χωρίς εμπειρία σε επενδύσεις. Βεβαίως, το γεγονός ότι ο ΜΕ1 ήταν, εκτός από απλός καταθέτης, και διαχρονικός επενδυτής σε προϊόντα της Εναγόμενης και σε άλλα, δεν αναιρεί το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως είχε το επενδυτικό προφίλ ενός ιδιώτη επενδυτή, που, ακόμα και δεν φαίνεται να ήταν ένα άκρως συντηρητικό επενδυτικό προφίλ στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΕ1 δεν ασκούσε και συναφές επάγγελμα ούτε επένδυε θεσμικά κεφάλαια δικά του ή τρίτων. Ο ΜΕ1 έδειξε επίσης στο Δικαστήριο, και δεν κλονίστηκε ο λόγος του επί τούτου, πως η πολυετής σχέση του με την Εναγόμενη δημιούργησε συνθήκες εμπιστοσύνης στα προϊόντα της, που του δημιούργησαν και την προσδοκία πως, ως παλαιοί και καλοί πελάτες της Εναγόμενης, εάν υπήρχε κάτι διαφορετικό ή που θα έθετε σε κίνδυνο τα περιουσιακά τους στοιχεία, η Εναγόμενη θα τους είχε επισύρει ειδικά ή με έναν ιδιαίτερο τρόπο την προσοχή ή δεν θα τους άφηνε περιθώριο να μην προσέξουν τα «ψιλά γράμματα». Εάν αυτή η προσδοκία συνάδει και με τα υπόλοιπα γεγονότα ή λεγόμενα του ΜΕ1, θα διαφανεί στη συνέχεια. Για την έκδοση των ΜΑΕΚ του 2011, όπως εξήγησε και η ΜΥ1, μη διαψεύδοντας τον ΜΕ1, υπήρχε πάντως καινούριο στοιχείο και διαφορετικότητα, πέραν των πιο αυστηρών όρων, λόγω και των συνεχιζόμενων αλλαγών στο εποπτικό πλαίσιο. Οι επόπτες, όπως εξήγησε και η ΜΥ1, ζητούσαν κινητές αξίες που θα μπορούσαν να απορροφήσουν κάποιους κραδασμούς σε περίπτωση που υπήρχε κεφαλαιακό γεγονός στις Τράπεζες, είτε με την ευχέρεια αυτές οι κινητές αξίες να μετατρέπονται αυτόματα σε μετοχές, είτε με την αυτόματη απομείωση της ονομαστικής αξίας των συγκεκριμένων αξιών (loss absorption mechanism). Την ίδια περίοδο, παρόμοιες κινητές αξίες εκδόθηκαν από την Credit Suisse, και την Rabobank στην Ολλανδία με τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, για την απορρόφηση των κεφαλαιακών κραδασμών. Δεν αμφισβητήθηκε είτε ο σκοπός έκδοσης των ΜΑΕΚ του 2011 είτε η καταλληλότητά τους για τον σκοπό για τον οποίο εκδόθηκαν, την περαιτέρω ενίσχυση και διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της κεφαλαιακής επάρκειας της Εναγόμενης. Δεν αμφισβητήθηκε ούτε η πολυπλοκότητα των αξιών αυτών. Ήταν πολύπλοκα χρηματοοικομικά μέσα. Ο ορισμός του «πολύπλοκου χρηματοοικονομικού μέσου» που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πιο αβέβαιος, ξεκαθάρισε με το νεότερο πλαίσιο MiFID II/MiFIR. Η πολυπλοκότητα ή ο βαθμός πολυπλοκότητας, συνδέεται με το εύρος του καθήκοντος ενημέρωσης και με την πιθανή αναγκαιότητα διενέργειας ελέγχου συμβατότητας ή καταλληλότητας και μη περιορισμού στην εκτέλεση εντολών (αρχή της αναλογικότητας). Ο τρόπος απόκτησης Το 2011, όπως αναφέρει ο ΜΕ1, η Εναγόμενη διαφήμιζε τα αξιόγραφα και οι Ενάγοντες άκουσαν γι' αυτό το προϊόν «από τις διαφημίσεις και τον γενικότερο απόηχο». «Ακούγονταν», όπως λέει ο ΜΕ1, πως είναι ένα πολύ καλό προϊόν που άφηνε ψηλό επιτόκιο, όμως είναι λεφτά δεσμευμένα για πέντε χρόνια στην Τράπεζα. Πράγματι, το επιτόκιο ήταν 6% και 6,5%, ήταν ελκυστικό και ενδιαφέρον. Η Εναγόμενη, όπως θυμάται ο ΜΕ1, εξέδωσε παρόμοια προϊόντα και στο παρελθόν, δηλαδή δικά της ομόλογα, χρεόγραφα με πιο μεγάλη διάρκεια από τα κοινά γραμμάτια. «Άφησαν να νοηθεί» ότι πρόκειται για ανάλογο προϊόν που λήγει στα πέντε χρόνια και επιστρέφεται το κεφάλαιο. O ME1 δεν εξήγησε με σαφήνεια την ακριβή πηγή της πληροφόρησής του, ποιες διαφημίσεις είδε, πότε, με ποιους συζήτησε, από πού ακούγονταν. Η αναφορά του στον «γενικότερο απόηχο» και στα «ακούσματα», που του δημιούργησε συγκεκριμένες πεποιθήσεις ή ενδιαφέρον για τα αξιόγραφα, δεν συνδέθηκε με συγκεκριμένες ενέργειες της Εναγόμενης, με τρόπο ώστε να στρέφει τη δίκη κάπου συγκεκριμένα, με βάση κάποια απτά στοιχεία. Ως μέτοχοι της Τράπεζας που ήταν οι Ενάγοντες και δικαιούχοι για την εγγραφή στην έκδοση και του 2011, όπως λέει ο ΜΕ1, ανέμεναν να τους στείλουν σχετικές φόρμες και ενημερωτικό υλικό, όπως γίνονταν κάθε φορά με τις μετοχές ή άλλα ομόλογα χρεόγραφα. Επειδή περνούσαν οι μέρες και δεν τους είχε σταλεί οτιδήποτε ταχυδρομικώς, θεώρησαν ορθό, «ώστε να μην χάσουν μια καλή προδιαγραφόμενη ευκαιρία», να τηλεφωνήσουν οι ίδιοι στην Τράπεζα, στην κοπέλα που είναι υπεύθυνη για τους λογαριασμούς τους στην Κύπρο, στο κατάστημα Εύρου, που ήταν η κυρία ΧΧΧΧ. Την 06.05.2011, την πήρε τηλέφωνο o ME1 και την ρώτησε για τα αξιόγραφα και της είχε πει πως δεν έχουν λάβει ακόμα οτιδήποτε ταχυδρομικώς. Ο ΜΕ1 δεν αναφέρει ότι ζήτησε από τη λειτουργό αυτή οτιδήποτε άλλο. Ρώτησε γιατί δεν παρέλαβαν το πακέτο, ορμώμενος σε αυτή την επικοινωνία, που ο ίδιος επιδίωξε, από ό,τι εξέλαβε από τον «γενικό απόηχο» και την συναφή ανάγκη του να μην απωλέσει την «ευκαιρία». Η λειτουργός της Εναγόμενης, όπως αναφέρει ο ΜΕ1, απάντησε πως η πρόσκληση είχε σταλεί από την 20.04.2011, αλλά προθυμοποιήθηκε να την επαναλάβει με φαξ. Τους έστειλε μόνο μία σελίδα για να την συμπληρώσουν και να συμμετάσχουν στο σχέδιο, χωρίς το ενημερωτικό υλικό (Τεκμήριο 2). Η προθυμοποίησή της να στείλει με φαξ στους Ενάγοντες την πρόσκληση προς τους μετόχους που δεν είχαν παραλάβει προκύπτει, όμως, με βάση τα λεγόμενα του ΜΕ1, ως πρόθεσή της να εξυπηρετήσει τον μέτοχο που παραπονέθηκε γιατί δεν έλαβε ακόμα την πρόσκληση (που κατά προτεραιότητα θα λάμβανε) που του εστάλη ταχυδρομικώς, και την ανάγκη του να μην χάσει κάποια «ευκαιρία», εξαιτίας κάποιας (εκλαμβανόμενης) καθυστέρησης της Εναγόμενης να του αποστείλει το υλικό. Η συνομιλία τους, όπως λέει ο ΜΕ1, ήταν φιλική και «πολύ ενθαρρυντική στην αγορά αξιογράφων», χωρίς, όμως, να αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες, ούτε οτιδήποτε για οποιονδήποτε κίνδυνο ή για ρίσκο. Σε αυτό το σημείο, και πάλι, η μαρτυρία του ΜΕ1, ήταν γενική, ως προς το πώς ακριβώς ήταν ενθαρρυντική από το τηλέφωνο η λειτουργός εξυπηρέτησης των λογαριασμών του για την αγορά αξιογράφων, τι του είπε ακριβώς, και ερμηνεύτηκε ή λειτούργησε ενθαρρυντικά τη δεδομένη στιγμή για τον ΜΕ1, ο οποίος, σε κάθε χρόνο, όπως φαίνεται, εκπροσωπούσε σε αυτές τις ενέργειες και την Εναγόμενη 2, η οποία ουδέποτε μίλησε με οποιονδήποτε. Ο ΜΕ1 δεν ανέφερε ότι η συγκεκριμένη λειτουργός, με την οποία δεν αμφισβητήθηκε η επικοινωνία του, έδωσε στους Ενάγοντες προφορική, συνοπτική, αποσπασματική, μονομερή και, μη αντικειμενική ενημέρωση καθώς και σχετική επενδυτική συμβουλή, να καταθέσουν τα χρήματά τους σε τραπεζικό προϊόν που τους παρέστησε ως όμοιο με κάποιο άλλο, και ότι οι Ενάγοντες, πειθόμενοι από τις διαβεβαιώσεις της συγκεκριμένης λειτουργού, και έχοντας την πεποίθηση ότι το κεφάλαιο τους θα ήταν εξασφαλισμένο, προχώρησαν και επένδυσαν. Δεν έδωσε στο Δικαστήριο την εικόνα ότι έναυσμα για να συμβληθούν οι Ενάγοντες για τα επίδικα αξιόγραφα ήταν η τηλεφωνική επικοινωνία του ΜΕ1 με την κυρία ΧΧΧΧ την 06.05.
  13. Παρά την αναφορά του ΜΕ1 ότι η λειτουργός της Τράπεζας με την οποία επικοινώνησε τηλεφωνικώς του ανέφερε πως η πρόσκληση στάλθηκε ταχυδρομικώς την 20.04.2011 και του έστειλε με φαξ την αίτηση την 06.05.2011 (Τεκμήριο 2), από την 06.05.2011 μέχρι και την 10.05.2011, οι Ενάγοντες δεν υπέβαλαν κάποια αίτηση βάσει οποιωνδήποτε λεγομένων της λειτουργού αυτής. Έπειτα, λόγω της αοριστίας των αναφορών του ΜΕ1, σε συνάρτηση με τη γενικότροπη σύνδεσή τους με «διαφημίσεις» «ακούσματα» και «γενικό απόηχο» δεν δόθηκε το πραγματικό πλαίσιο ότι η συγκεκριμένη λειτουργός, ως προστηθείσα της Εναγόμενης, συνέβαλε καθόλου στη διαμόρφωση της απόφασης των Εναγόντων να επενδύσουν στα συγκεκριμένα αξιόγραφα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ζήτημα είναι εάν οι Ενάγοντες έλαβαν μια δεόντως ενημερωμένη απόφαση, ασχέτως και της τηλεφωνικής επικοινωνίας τους με τη συγκεκριμένη λειτουργό, ή εάν υπήρξε παραπλάνηση δια της αποσιώπησης συγκεκριμένων πληροφοριών από την Εναγόμενη. Όπως πληροφορήθηκαν των υστέρων, λέει ο ΜΕ1, είχε ακολουθηθεί εσωτερική διαδικασία της Τράπεζας (Τεκμήριο 5). Όπως είναι η μαρτυρία του ΜΕ1, την 10.05.2011, παραλήφθηκαν τελικά ταχυδρομικώς η αίτηση και η ενημερωτική επιστολή προς τους μετόχους με περίληψη των όρων των αξιογράφων (Τεκμήρια 3αβ), όπως αναγράφονταν και στο σχετικό Ενημερωτικό Δελτίο (Τεκμήριο 18), που όμως ήταν πάνω από 200 σελίδες. «Επειδή η αίτηση που στάλθηκε ταχυδρομικώς ήταν πιο ευανάγνωστη», όπως λέει ο ΜΕ1, συμπλήρωσε τα στοιχεία τους σε αυτήν. Άρα, ό,τι είναι κατανοητό είναι πως, παρέλαβαν οι Ενάγοντες το πακέτο που τους είχε σταλεί ταχυδρομικώς και περιλάμβανε την πρόσκληση και το περιληπτικό σημείωμα. Δεν παρέλαβαν και το ενημερωτικό δελτίο, αλλά δεν αποκλείονταν φυσικά η πρόσβασή τους σε αυτό, παρά το ότι ήταν πολυσέλιδο. Έπειτα, την 11.05.2021, δηλαδή την αμέσως επόμενη ημέρα της παραλαβής του, και χωρίς οι Ενάγοντες να μελετήσουν τους όρους και το ενημερωτικό υλικό, ο ΜΕ1 πήγε προσωπικά σε υποκατάστημα της Εναγόμενης στο Λονδίνο, παρέδωσε την αίτηση και πλήρωσε το ποσό για την αγορά των αξιογράφων, αποκτώντας τα αξιόγραφα (Τεκμήριο 4). Δεν αναφέρει, ο ΜΕ1, οποιαδήποτε επικοινωνία του με την Εναγόμενη από τη στιγμή που παρέλαβε ταχυδρομικώς την πρόσκληση με το ενημερωτικό υλικό (10.05.2011) και μέχρι τη στιγμή που υπέβαλε την αίτηση για αγορά των αξιογράφων (11.05.2011). Όπως φαίνεται, έπραξαν, οι Ενάγοντες, με κάποια βιασύνη, για να μην χάσουν την «ευκαιρία», που είχαν «ακούσει» πως υπάρχει, από τον «γενικό απόηχο». Ο ΜΕ1, παράλληλα με την εκδοχή ότι δεν υπήρξε πληροφόρηση από τη λειτουργό στο τηλέφωνο, λέει ότι δεν τους στάλθηκε «όταν έπρεπε», για να έχουν τον χρόνο να δουν και να το στείλουν σε ειδικό να μελετήσει, και να αντιληφθούν. Τους στάλθηκε την 20.04.2011 και παρέλαβαν την 10.05.2011 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν προκύπτει βεβαίως, από συγκεκριμένα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου, να υπήρξε καθυστέρηση ή σκόπιμη καθυστέρηση στην αποστολή προς τους Ενάγοντες, οφειλόμενη στην Εναγόμενη, και αιτιωδώς συνδεδεμένη με απώλεια της δυνατότητας των Εναγόντων για έγκαιρη ενημέρωση. Δεν προκύπτει μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, ότι δολίως η Εναγόμενη δεν έδωσε περισσότερο χρόνο στους Ενάγοντες, με πρόθεση εκείνοι να επενδύσουν χωρίς μελέτη. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως ο ίδιος γνώριζε γενικά για την έκδοση των αξιογράφων από όσα «άκουγε» πριν να παραλάβει και να υποβάλει κάποια αίτηση για αγορά. Έχοντας ήδη υπόψη τους, οι Ενάγοντες, το προϊόν, και περιεργαζόμενοι ήδη «ακούσματα», με τη γνώση και εμπειρία που προβάλλει ο ΜΕ1, και τη δεδομένη ανάγκη των Εναγόντων να είναι προσεκτικοί, μπορούσαν χρονικά να ενημερωθούν οι Ενάγοντες. Εξάλλου, με βάση τα γεγονότα που μαρτυρεί ο ΜΕ1, και κατά την κυρίως εξέταση και κατά την αντεξέτασή του, ελήφθη από τους Ενάγοντες το ενημερωτικό υλικό πριν από την υποβολή κάποιας της αίτησής τους. Και με βάση το Τεκμήριο 3β και τον χρονικό πίνακα (timetable) που περιέχει, μπορούσε, η αίτηση, να μην υποβληθεί την 11.05.2011, αλλά οποτεδήποτε μέχρι την 17.05.
  14. Προκύπτει, λογικά - γιατί δεν εξηγήθηκε και οτιδήποτε άλλο - πως εάν ήθελαν οι Ενάγοντες, απλώς θα μελετούσαν το υλικό που έλαβαν την 10.05.2011, πριν από την υποβολή κάποιας αίτησης την 11.05.
  15. Η ανάγνωση του Τεκμηρίου 3β δεν απαιτεί πολύ χρόνο. Το ότι το ενημερωτικό δελτίο (Τεκμήριο 18), για την πρόσβαση στο οποίο πάντως δεν αναφέρθηκε κάποιο εμπόδιο, ήταν πολυσέλιδο, δεν εμπόδιζε την ανάγνωσή του από κάποιον ειδικό σε χρονικό διάστημα δύο ή τριών ημερών, πριν να υποβληθεί κάποια αίτηση. Οι Ενάγοντες δεν ισχυρίζονται πως ζήτησαν περαιτέρω χρόνο και δεν τους δόθηκε ή ότι αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα σε σχέση με την σώρευση πολλών πληροφοριών στο Τεκμήριο 18 (information overload). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, εάν οι Ενάγοντες λάμβαναν την ενημέρωση την 06.05.2011 ή νωρίτερα, θα ενεργούσαν με τρόπο άλλον από το να υποβάλουν άμεσα την αίτηση, ότι θα μελετούσαν το υφιστάμενο πάντως και διαθέσιμο σε αυτούς ενημερωτικό υλικό, προσωπικά ή με συμβουλή ειδικού, και ότι μια τέτοια ενημέρωση δεν μπορούσαν να επιδιώξουν στην προκειμένη περίπτωση. Δεν ήταν τόσο πειστικός ο λόγος του ΜΕ1, κατά την αντεξέτασή του, ότι θα έδιδε το ενημερωτικό δελτίο σε ειδικό. Την χρονική πίεση που φαίνεται να αισθάνθηκαν οι Ενάγοντες, όπως είναι τουλάχιστον ορατό στο Δικαστήριο, τη δημιούργησε το γεγονός ότι οι Ενάγοντες ήθελαν να ασκήσουν γρήγορα το δικαίωμα προτεραιότητας που είχαν και να επενδύσουν. Αυτή η ορμή δεν τους επέτρεψε να μελετήσουν με προσοχή ό,τι αποδεδειγμένα έλαβαν και να εκφράσουν τυχόν απορίες ή ανησυχίες σε σχέση με το τι ακριβώς προτίθεντο να αγοράσουν. Τούτο παρά την ανάγκη που οι ίδιοι αναγνωρίζουν και εξέφρασαν, λόγω της ηλικίας και των προβλημάτων τους, να είναι πιο προσεκτικοί ως προς τον τρόπο που επενδύουν τα χρήματά τους. Ήταν, όπως φαίνεται, επιλογή των Εναγόντων να επενδύσουν «με κλειστά τα μάτια», όπως άλλωστε και ο ίδιος ο ΜΕ1 αναφέρει. Είναι κατατοπιστική η αναφορά του ΜΕ1, στην παράγραφο 32 της γραπτής του δήλωσης, ότι: «τώρα που κατάλαβα επακριβώς τι αγόρασα, δηλαδή τι ακριβώς ήταν τα αξιόγραφα, όντως θα σκεφτόμουν την πιθανότητα ίσως να επενδύσω λιγότερα, ίσως τα μισά χρήματα από αυτά που επενδύσαμε». Το ζήτημα της ενημέρωσης, παρόλο που τίθεται από τους Ενάγοντες, τουλάχιστον στη μαρτυρία του ΜΕ1, περισσότερο χρονικά, δεν εξαντλείται στον χρόνο. Ωστόσο, η μη απόδειξη δόλου της Εναγόμενης από τους Ενάγοντες, σημαίνει και διετή προθεσμία αναζήτησης θεραπείας εναντίον της Εναγόμενης ως εκδότριας με βάση τον Νόμο 114(Ι)/2005 σε ό,τι έχει να κάνει με την παρεχόμενη από αυτήν ενημέρωση. Οι επίδικες αξίες παραχωρήθηκαν στους Ενάγοντες την 18.05.2011 (Τεκμήριο 4) και η αγωγή τους καταχωρίστηκε την 12.05.
  16. Σε κάθε περίπτωση, εξετάζοντας το Τεκμήριο 3β σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 18 και τις πρόνοιες του Νόμου 114(Ι)/2005, δεν προκύπτει κάποια παράλειψη στο ενημερωτικό δελτίο που λειτούργησε παραπλανητικά και συνδέεται αιτιωδώς με την απόφαση των Εναγόντων να επενδύσουν στις συγκεκριμένες αξίες. Στο περιληπτικό σημείωμα αναφέρονται οι ουσιώδεις πληροφορίες, και στο ενημερωτικό δελτίο αναφέρονται με λεπτομέρεια οι παράγοντες κινδύνου. Υπάρχει πίνακας περιεχομένων, από τον οποίο μπορεί, ο αναγνώστης, με εύκολο τρόπο, να οδηγηθεί απευθείας στους παράγοντες κινδύνου, σε αυτούς που σχετίζονται με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του συγκροτήματος της Εναγόμενης (σελ. 28-41), σε αυτούς που σχετίζονται ειδικά με τη συγκεκριμένη έκδοση του 2011 (σελ.41-51), και άλλους. Στους παράγοντες κινδύνων που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη έκδοση, υπάρχει σαφής αναφορά ότι τα ΜΑΕΚ αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές, οπότε κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις, για να είναι σε θέση να αξιολογήσει τους κινδύνους και τις πληροφορίες, κ.λπ.. Είναι επαναλαμβανόμενη η αναφορά ότι πρόκειται για νέα χρηματοοικονομικά μέσα και δεν πρέπει να επενδύσει κάποιος, εάν δεν κατέχει γνώση και εμπειρία. Γίνεται μνεία στις περιστάσεις που δυνατόν να προκαλέσουν την υποχρεωτική μετατροπή σε μετοχές, που είναι απρόβλεπτες, εξηγώντας αναλυτικά τους λόγους. Αναφέρεται ρητά ότι τα ΜΑΕΚ είναι αξίες αόριστης διάρκειας (σελ.46) χωρίς ημερομηνία λήξης και γι' αυτό τον λόγο οι επενδυτές θα λάβουν το κεφάλαιο επένδυσής τους μόνο στην περίπτωση που η Τράπεζα επιλέξει να τα εξαγοράσει. Όπως και το ότι η Τράπεζα έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς. Μέσα από την συνεξέταση του Τεκμηρίου 3β και του Τεκμηρίου 18, δεν διαπιστώνεται κάποια παράβαση του Νόμου 114(Ι)/
  17. Απεναντίας, με μια απλή ανάγνωση των προαναφερόμενων σημείων, δημιουργείται στον μέσο αναγνώστη χωρίς ειδικές γνώσεις, άμεσα, η συστολή· εφόσον πρόκειται για ένα νέο προϊόν, συνδεόμενο με αρκετούς κινδύνους, το ιστορικό του οποίου, ως καταγράφεται, δεικνύει και την ανάγκη της συγκεκριμένης έκδοσης τη δεδομένη χρονική στιγμή. Δεν υπήρχε έμφαση σε δελεαστικά στοιχεία και η ανάγνωση του Τεκμηρίου 18 με διάθεση του αναγνώστη όντως να ενημερωθεί θα μπορούσε να απωθήσει και το επενδυτικό ενδιαφέρον. Ο τρόπος απόκτησης των επίδικων αξιών, με βάση τα γεγονότα που εκτέθηκαν στο Δικαστήριο, δεν δημιουργεί ελάττωμα κύρους της συμφωνίας απόκτησής τους λόγω απάτης ή ψευδών παραστάσεων, για να τίθεται θέμα ακύρωσής της. Επίσης, η πραγματική βάση δεν είναι τέτοια που να μπορεί να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα της απάτης, ούτε δείχνει δόλο της Εναγόμενης. Επενδυτική υπηρεσία Απασχόλησε πολύ τη διαδικασία εάν η Εναγόμενη παρείχε επενδυτική υπηρεσία ή όχι και κατ' επέκταση ποια ήταν τα καθήκοντά της, τα νόμιμα και το καθήκον επιμέλειας ως διαμορφώνεται στην ίδια βάση. Το ζήτημα αυτό σχεδόν μονοπώλησε τη διαδικασία, ως να προωθείται τελικά μόνον η βάση της αστικής ευθύνης της Εναγόμενης λόγω παράβασης του Νόμου 114(Ι)/2007 και γενικότερα της νομοθεσίας MiFID Ι, που η Εναγόμενη, με τη σειρά της, δεν εφάρμοσε, εξηγώντας τους λόγους δια του λόγου της ΜΥ
  18. Την 06.10.2021 είχαν κατατεθεί και εκ συμφώνου στο Δικαστήριο και τα ακόλουθα έγγραφα: Έντυπο ερωταπαντήσεων (Q&A) που εξέδωσε την 03.11.2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών (Committee of European Securities Regulators) (CESR) με θέμα «MiFID complex and non-complex financial instruments for the purposes of the Directive's appropriateness requirements» (Τεκμήριο 12)· Έντυπο ερωταπαντήσεων που εξέδωσε την 19.04.2010 η CESR σε σχέση με την έννοια της συμβουλής (advice) υπό τη νομοθεσία MiFID με θέμα «Understanding the definition of advice under MiFID» (Τεκμήριο 13)· Δημοσίευμα ημερομηνίας 31.07.2014 της Μεικτής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (Joint Committee of the European Supervisory Authorities) (JC), που αποτελεί το πεδίο συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (European Securities and Markets Authority) (ESMA), της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (European Banking Authority) (EBA), και της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (European Insurance and Occupational Pensions Authority) (EIOPA), με τίτλο «Placement of financial instruments with depositors, retail investors and policy holders ("self-placement")» (Τεκμήριο 14)· Έκθεση Ειδικού Ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου που εκδόθηκε από την ΚΤΚ αναφορικά με τα ΜΑΚ του 2009 και τα ΜΑΕΚ του 2011 (Τεκμήριο 15)· Απόφαση της ΚΤΚ ημερομηνίας 13.09.2013 με θέμα «Παράλειψη συμμόρφωσης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ με ορισμένες διατάξεις του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 και της Οδηγίας που εκδόθηκε βάσει του εν λόγω Νόμου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων του 2007» (Τεκμήριο 16). Το υλικό αυτό, ασφαλώς, είναι χρήσιμο, αλλά θα μπορούσε να είναι και αρκετά ογκώδες, αναφερόμενο σε ένα θέμα που απασχόλησε αρκετά σε νομικό επίπεδο, τον καιρό που απασχόλησε. Το Τεκμήριο 2, η αίτηση, στάλθηκε από την Εναγόμενη στους Ενάγοντες με αναγραφή των προσωπικών στοιχείων των Εναγόντων. Παρόλο που η πρόσκληση ήταν και προς τους μέτοχους και προς το κοινό, μέσω δημόσιας προσφοράς, υπήρχε στοιχείο προσωπικής επικοινωνίας. Για την αγορά των αξιών χρησιμοποιήθηκαν, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 3α, και χρήματα κατατεθειμένα στην Εναγόμενη. Ακόμα, όμως, κι αν θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη απευθύνθηκε προσωπικά στους Ενάγοντες, η ενημέρωση που παρείχε μέσω του Τεκμηρίου 3β και του Τεκμηρίου 18, γενική και αντικειμενική, δεν θα μπορούσε να ιδωθεί ως προσωπική σύσταση (personal recommendation) προς τους Ενάγοντες να επενδύσουν στις συγκεκριμένες αξίες, που να υλοποιεί ακριβώς την έννοια της επενδυτικής συμβουλής· τουλάχιστον υπό το πλαίσιο της MiFID I, γιατί η έννοια επίσης βελτιώθηκε υπό το πλαίσιο της MiFID II. Η ΜΥ1 αναφέρθηκε στους τρόπους με τους οποίους η Εναγόμενη διασφάλισε πως δεν θα παρείχε επενδυτική συμβουλή. Το θέμα, βεβαίως, δεν εξαντλείται στο ότι δεν αποδείχθηκε, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, η ύπαρξη επενδυτικής συμβουλής. Ήταν η θέση της ΜΥ1, ότι η Εναγόμενη δεν παρέχει μια από τις επενδυτικές υπηρεσίες και δεν ασκεί μια από τις επενδυτικές δραστηριότητες που απαριθμούνται στο σχετικό τμήμα του Νόμου 114(Ι)/2007 όταν διανέμει στο κοινό, περιλαμβανομένων των πελατών της, τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία εκδίδει η ίδια, όπως τα ΜΑΕΚ του
  19. Ειδικότερα, αποτέλεσε σημαντικό σημείο αντιπαράθεσης η θέση της ΜΥ1 πως η «λήψη και διαβίβαση», που είναι μία από τις βασικές επενδυτικές υπηρεσίες, συνεπάγεται μία (πελατειακή) σχέση μεταξύ του πάροχου και του λήπτη, και στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Εναγόμενη ήταν μόνον εκδότης τίτλων, πρωτογενώς, που δεν λάμβανε ούτε διαβίβαζε οποιαδήποτε εντολή. Στάλθηκε μόνον επιστολή παραχώρησης / αίτηση για εγγραφή στον δικαιούχο, αυτός την συμπλήρωσε και γράφθηκε (subscription), για απόκτηση αυτών των αξιών, η συγκεκριμένη αίτηση δεν συνεπάγονταν καν ότι θα εκδίδονταν αυτοί οι τίτλοι, ενώ βασικό στοιχείο του λαμβάνω-διαβιβάζω-εκτελώ είναι η ύπαρξη του αντικειμένου, δηλαδή της κινητής αξίας. Τη λήψη και διαβίβαση, κατά κύριο λόγο, την κάνουν, όπως ανέφερε, αυτοί που λαμβάνουν και διαμεσολαβούν και διαβιβάζουν εντολές χρηματιστηριακών συναλλαγών. Όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 3α, ανέφερε η μάρτυρας, οι αξίες αποκτήθηκαν στην πρωτογενή αγορά. Εάν διατίθεντο στη δευτερογενή αγορά, θα υπήρχε διαφορά. Οι αξίες αυτές, κατόπιν της έκδοσής τους, διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ και στο ΧΑ. Αν κάποιος αγόραζε τα συγκεκριμένα μετά την έκδοσή τους και μιλούσε με έναν χρηματιστή και ήθελε να τα αγοράσει, ο χρηματιστής θα λάμβανε και διαβίβαζε για εκτέλεση την εντολή. Η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε άλλο «τεστ» απέναντι σε κάποιον που υπέβαλλε αίτηση, καθότι η υλοποίηση οποιασδήποτε έκδοσης από εκδότη δεν συνεπάγεται παροχή επενδυτικής υπηρεσίας. Οι μέτοχοι που αγοράζουν μετοχές από την Τράπεζα δεν σημαίνει πως έχουν επενδυτική πελατειακή σχέση με την Τράπεζα. Η μάρτυρας εξήγησε τα Τεκμήρια 12, 13 και 14 και αναγνώρισε και κατέθεσε πρόσθετα την έκδοση της CESR ημερομηνίας 29.07.2010 με θέμα «CESR's Responses to Questions 15-18 and 20-25 of the European Commission Request for Additional Information in Relation to the Review of MiFID» (Τεκμήριο 19). Όπως εξήγησε, είναι διευκρινιστικά σημεία όσον αφορά το MiFID. H πρώτη ερώτηση είναι κατά πόσον οι απαιτήσεις του ΚYC (know your client) ισχύουν σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα, στις περιπτώσεις όπου οι ίδιες οι Τράπεζες εκδίδουν στην πρωτογενή αγορά δικές τους αξίες, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τέτοιες απαιτήσεις και νόμοι αναφορικά με το MiFID δεν θα ίσχυαν σε οποιονδήποτε άλλον εκδότη. Η απάντηση είναι ότι η δημόσια προσφορά από μόνη της δεν είναι επενδυτική υπηρεσία και οποιεσδήποτε εποπτικές υποχρεώσεις σε σχέση με τις δημόσιες προσφορές καλύπτονται πρωτίστως από τη νομοθεσία του ενημερωτικού δελτίου, και τέτοιες υποχρεώσεις ισχύουν για κάθε εκδότη, ανεξαρτήτως εάν είναι ή όχι χρηματοοικονομικό ίδρυμα. Στην προκειμένη περίπτωση, είχαν εκδοθεί για να διατεθούν στο δημόσιο, γι' αυτό και η δημόσια προσφορά είναι και ταυτόσημη έννοια με την πρόσκληση προς το κοινό, γι' αυτό και η έκδοση του ενημερωτικού δελτίου. Αν δεν απευθύνονταν στο κοινό, δεν θα χρειάζονταν ενημερωτικό δελτίο. Κατά την αντεξέτασή της, η μάρτυρας ερωτήθηκε με επιμονή σε σχέση με τη διαφορά μεταξύ έκδοσης και μεταγενέστερης προώθησης. Η Τράπεζα, όπως ανέφερε, δεν θα προωθούσε η ίδια τα επίδικα αξιόγραφα. Επανέλαβε πως είναι δευτερογενής αγορά η προώθηση, είναι ήδη υφιστάμενοι οι τίτλοι που προωθεί κάποιος. Η ειδοποίηση οποιασδήποτε δημόσιας πρόσκλησης προς το κοινό και δημόσιων εγγραφών σε καμία περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί παροχή επενδυτικής υπηρεσίας από μόνη της. Ο κύριος Μελάς υπέβαλε στη μάρτυρα πως «όταν λέμε πουλώ δικά μου χρηματοοικονομικά μέσα, η πώληση, η συμμετοχή των υπαλλήλων μου στη διαδικασία πώλησης» σημαίνει προώθηση. Η ΜΕ2 επέμενε στη θέση πως η Τράπεζα είχε υπό έκδοση αξίες, δεν ήταν ήδη εκδομένες, δεν ήταν εκεί να τις βλέπει να τις διαπραγματευτεί να τις πωλεί, και άρα δεν ήταν προώθηση. Και στο Τεκμήριο 19, όταν της υποδείχθηκε αναφορά στη δεύτερη παράγραφο, η ΜΕ2 είπε με βεβαιότητα πως η αναφορά εκεί είναι για μετέπειτα πώληση τέτοιων εκδομένων αξιών. Όταν οι αξίες εκδόθηκαν και είχαν εισαχθεί και αυτές ήταν υπό διαπραγμάτευση. Η μάρτυρας δεν δέχθηκε την υποβολή ότι η Τράπεζα ενήργησε και ως εκδότης και ως πάροχος και ότι υπήρξε σύγκρουση. Ανέφερε πως εκδόθηκαν οι αξίες επειδή υπήρχαν εγγραφές, εάν δεν υπήρχαν εγγραφές, δεν θα εκδίδονταν. Η Τράπεζα έκδιδε τις συγκεκριμένες αξίες και αυτό που έχει υπόψη του ο κύριος Μελάς, όπως ανέφερε η ΜΕ2, αφορά σε εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που έχουν πελάτες με σύμβαση και παρέχουν υπηρεσίες σε επενδυτές. Για να το καταστήσει πλήρως κατανοητό είπε «δεν κρατούσε μια βαλίτσα κάποιος με εκδομένες αξίες να πωλήσει . . ήταν υπό έκδοση». Οι αντίθετες υποβολές του κύριου Μελά ήταν έντονες, αλλά η ΜΕ2 επέμεινε στη θέση πως η συγκεκριμένη έκδοση αφορούσε έκδοση με βάση τον Νόμο 114(I)/2005, προσθέτοντας πως υπάρχει ένας επόπτης, ένα θεσμικό πλαίσιο που λειτουργεί. Οι παραπομπές του κύριου Μελά, όπως εξήγησε, εστιάζουν στη νομοθεσία MiFID, μιλούν για clients/πελάτες, ενώ εδώ μιλούμε για μετόχους, και δεν σημαίνει πως ένας μέτοχος είναι και πελάτης ή εάν αγοράσει κάποιος μέτοχος είναι πελάτης με την έννοια του νόμου εκείνου. Ο κύριος Μελάς υπέβαλε πως το ζήτημα - και το πρόβλημα με τα αξιόγραφα - είναι ακριβώς αυτή η στόχευση που έκαναν οι Τράπεζες σε δική τους πελατεία, προβληματική που ανέπτυξε και το έγγραφο. Η ΜΥ1 διαφώνησε με τον συσχετισμό, επαναλαμβάνοντας πως η Τράπεζα απευθύνθηκε με προτιμησιακό δικαίωμα στους μετόχους. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης της ΜΥ1 κατατέθηκε εγκύκλιος της ΚΤΚ ημερομηνίας 19.01.2011 με θέμα «πρακτικές προώθησης της διάθεσης μετοχών και αξιογράφων κεφαλαίου που εκδίδονται από τράπεζες» (Τεκμήριο 21) και επιστολή ημερομηνίας 25.01.2022 της ΚΤΚ προς όλες τις Τράπεζες που παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες, με θέμα «Κατάλογος πολύπλοκων (complex) χρηματοοικονομικών μέσων» (Τεκμήριο 22). Η ΜΥ1 ανέφερε πως η εγκύκλιος λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση του 2011 ενώ υπήρξε και επικοινωνία με την ΚΤΚ και θεσπίστηκαν οι διαδικασίες στις οποίες ήδη αναφέρθηκε. Η ΚΤΚ, το 2013, έκρινε πως οι πρακτικές ήταν νόμιμες. Δεν εφαρμόστηκε η νομοθεσία MiFID, γιατί η Τράπεζα βεβαιώθηκε ότι δεν θα παρείχε επενδυτική συμβουλή, δεν είναι θέμα εφαρμογής (εφαρμοστέου) νόμου ή όχι, εφόσον πάντοτε η Τράπεζα θέλει να εφαρμόζει τους νόμους που πρέπει. Ο κύριος Μελάς υπέβαλε πως όταν μιλούμε για πώληση ενός χρηματοοικονομικού προϊόντος, είτε στην πρωτογενή είτε στη δευτερογενή αγορά, ο τρόπος που μπορεί τεχνικά να γίνει χωρίς επενδυτική συμβουλή είναι μέσω των επενδυτικών υπηρεσιών. Η μάρτυρας διαφώνησε. Συμφώνησε ότι τα αξιόγραφα είναι πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα και όταν είναι πολύπλοκο το χρηματοοικονομικό μέσο πρέπει να γίνεται έλεγχος συμβατότητας, αλλά εξήγησε πως ο λόγος πάντοτε είναι στον πάροχο επενδυτικών υπηρεσιών και όχι στον εκδότη. Οι συγκεκριμένοι επενδυτές, όπως επανέλαβε με σταθερότητα, δεν ήταν πελάτες με την έννοια του νόμου περί επενδυτικών υπηρεσιών, μπορεί να μην ήταν καν τραπεζικοί πελάτες, ένας μέτοχος δεν σημαίνει πως είναι πελάτης. Η λήψη και διαβίβαση είναι βασικό στοιχείο και αφορά τη δευτερογενή αγορά και ένα μέσο (venue) που εκτελούνται οι εντολές. Ο σκοπός της λήψης μέτρων ήταν ακριβώς να αποφευχθεί η επενδυτική συμβουλή γιατί δεν ήταν κάτι που ήθελαν. Δεν ήταν προσπάθεια να μετριαστεί η «σύγκρουση», στην οποία επέμεινε ο κύριος Μελάς. Η μάρτυρας διαφώνησε πως η διαδικασία που θεσπίστηκε δεν διασφάλιζε την μη παροχή επενδυτικής συμβουλής εμμέσως. Ασφαλώς, η δημόσια προσφορά, από την Εναγόμενη, των ΜΑΕΚ του 2011, που η ίδια εξέδωσε, δεν αποτελεί, αυτή καθαυτή, «επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα», κατά την έννοια του Νόμου 114(Ι)/2007, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνεται στο σχετικό παράρτημα. Η σύναψη, όμως, από την Εναγόμενη τέτοιων συμβάσεων με τους πελάτες της, για την εγγραφή προς αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτει, μεταξύ άλλων, στην «εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών», που επίσης περιλαμβάνεται στον νόμο και στην Οδηγία MiFID ως επενδυτική υπηρεσία. Συναφώς, η έννοια της «εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών» υποδηλώνει το γεγονός της σύναψης συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών. Δεν αμφισβητείται ότι η σύμβαση για την εγγραφή προς αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων συνιστά τέτοια συμφωνία. Όσον αφορά το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της υπηρεσίας «εκτέλεσης εντολών», η συμφωνία αυτή συνάπτεται «για λογαριασμό πελατών», παρατηρείται ότι, ασφαλώς, οι όροι αυτοί θα μπορούσαν, αορίστως, να υπονοούν ότι η Εναγόμενη δεν μπορεί να θεωρηθεί πως παρέχει την υπηρεσία αυτή σε πελάτη όταν ο ρόλος της κατά τη σύναψη της συμφωνίας αυτής δεν περιορίζεται στον ρόλο ενδιάμεσου και είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας αυτής, ως εκδότης των χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία επιθυμεί να αποκτήσει ο πελάτης. Εντούτοις, όπως είναι και ο λόγος των Agnieška Anisimovienė κ.λπ., C‑688/15 και C‑109/16, που εν πολλοίς ήραν τη σχετική αβεβαιότητα, όπως και οι νομοθετικές εξελίξεις που επακολούθησαν, η υπηρεσία εκτέλεσης εντολών «για λογαριασμό» πελατών τίθεται σε αντιδιαστολή προς τη δραστηριότητα διαπραγμάτευσης «για ίδιο λογαριασμό», που συνίσταται στη διαπραγμάτευση έναντι ιδίων κεφαλαίων, η οποία οδηγεί στην ολοκλήρωση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. Η νομοθεσία στηρίζεται στην αντιδιαστολή μεταξύ, αφενός, της σύναψης συμφωνιών αγοράς ή πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων για ίδιον όφελος, έναντι ιδίων κεφαλαίων, και, αφετέρου, της σύναψης τέτοιων συμφωνιών από τα εν λόγω ιδρύματα και επιχειρήσεις προς όφελος και έναντι των κεφαλαίων της πελατείας τους. Υπό το πρίσμα αυτό, συμφωνία τέτοιας φύσης θεωρείται ότι συνάπτεται από πιστωτικό ίδρυμα «για λογαριασμό» πελατών, δεδομένου ότι ο πελάτης αντλεί όφελος από τη συμφωνία αυτή και χρησιμοποιεί τα κεφάλαιά του, ακόμη και όταν η Εναγόμενη είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία αυτή ως εκδότης των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από τους σκοπούς που επιδιώκει η νομοθεσία MiFID Ι, που είναι, μεταξύ άλλων, η παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών, η διασφάλιση της ακεραιότητας και της αποτελεσματικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του, καθώς και η διασφάλιση της διαφάνειας των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Υπό το πρίσμα των σκοπών αυτών, δεν ασκεί επιρροή το ζήτημα κατά πόσον τα χρηματοπιστωτικά μέσα που διανέμει με δημόσια προσφορά η Εναγόμενη έχουν εκδοθεί από την ίδια και όχι από τρίτο πρόσωπο. Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι η σύναψη εκ μέρους πιστωτικού ιδρύματος συμβάσεων με τους πελάτες του για την εγγραφή προς αγορά των νέων κινητών αξιών που θα εκδώσει το ίδρυμα αυτό συνιστά «επενδυτική υπηρεσία». Κατά συνέπεια, οι απαιτήσεις που αφορούν κεφάλαια τα οποία έχουν καταθέσει οι πελάτες αυτοί στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα σε σχέση με τις συμβάσεις αυτές καλύπτονται από τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών. Παραβάσεις, ζημιά και αιτιώδης συνάφεια Ως προς τα γεγονότα, τον Δεκέμβριο του 2011, οι Ενάγοντες έλαβαν κανονικά τους τόκους των αξιογράφων τους (Τεκμήριο 6). Τότε, δεν είχε τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα παρανομίας και επωφελήθηκαν της συμφωνίας τους με την Εναγόμενη. Δεν θα τίθετο προφανώς οποιοδήποτε θέμα, εάν οι Ενάγοντες εξακολουθούσαν να λαμβάνουν κανονικά τόκους με βάση τη συμφωνία, εάν, όπως ανέφερε και ο ΜΕ1, δεν μεταφέρονταν πάνω στους επενδυτές το κόστος του κινδύνου που υλοποιήθηκε (Τεκμήριο 7). Η ζημιά της Τράπεζας από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων, ήταν η εκφρασμένη θέση των Εναγόντων, δεν θα έπρεπε να μεταφερθεί στους μετόχους που εμπιστεύτηκαν την Τράπεζα «με κλειστά τα μάτια». Όταν τον Ιούνιο του 2012 η Εναγόμενη δεν πλήρωσε τον τόκο, σε συνάρτηση με το ότι άρχισαν να δημοσιεύονται «αρκετά πράγματα» «για τις τακτικές των 2 μεγάλων τραπεζών της Κύπρου», τότε οι Ενάγοντες διερωτήθηκαν εάν έκαναν καλά που επένδυσαν τα χρήματά τους και να αμφιβάλλουν για την ορθότητα της απόφασής τους. Δηλαδή, ό,τι τους κινητοποίησε, όπως ό,τι τους κινητοποίησε και να επενδύσουν εξ αρχής, δεν ήταν η συγκεκριμένη ενημέρωση που είχαν στη διάθεσή τους πριν να επενδύσουν, αλλά ο θόρυβος των διαφόρων δημοσιευμάτων και γενικότερα ο κοινωνικός περίγυρος. Δεν ενήργησαν τότε, οι Ενάγοντες, με την ίδια αμεσότητα με την οποία είχαν υποβάλει και την αίτηση για αγορά των επίδικων αξιογράφων. Το ζήτημα, όπως φαίνεται και από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, δεν είχε απασχολήσει μόνον τους Ενάγοντες, αλλά αρκετούς επενδυτές, μαζικά. Υπήρξε μια συντονισμένη αντίδραση για τις επενδύσεις στα ΜΑΕΚ του 2011, που άρχισε από το γεγονός της μη πληρωμής τόκου. Με την επιστολή τους ημερομηνίας 30.08.2012 (Τεκμήριο 7), η οποία ταχυδρομήθηκε προς την Εναγόμενη, και κοινοποιήθηκε στην ΕΕΚ, αναφέρθηκαν στην μη πληρωμή των τόκων και εξέφρασαν την εναντίωσή τους στην απόφαση αυτή, αναφερόμενοι σε παραλείψεις ως προς την ενημέρωση, και σε μεταγενέστερη ενημέρωσή τους, οπότε και θεώρησαν πως έλαβε χώρα λανθασμένη πώληση (mis-selling), χωρίς δέουσα έμφαση στους κινδύνους. Με την επιστολή αυτή (Τεκμήριο 7), οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν από την Εναγόμενη κάποια ενημέρωση ή αποκάλυψη σχετική με την επένδυσή τους (post-trade disclosure), αλλά προειδοποίησαν για λήψη νομικών μέτρων, που δεν θα χρειάζονταν εάν, μεταξύ άλλων επιλογών, πληρώνονταν ο τόκος. Μετά από περίπου ένα έτος, την 04.07.2013, η ΕΕΚ απάντησε στην επιστολή αυτή, αναφέροντας πως δεν είναι αρμόδια για το θέμα (Τεκμήριο 8). Η Εναγόμενη δεν είχε απαντήσει, παρά την 08.08.2013, απέστειλε ενημερωτική επιστολή, με την οποία ενημέρωσε τους Ενάγοντες για την υποχρεωτική μετατροπή των αξιογράφων τους σε μετοχές (Τεκμήριο 9), που σήμερα έχουν, όπως αναφέρει ο ΜΕ1, μηδενική αξία. Από το 2012, οι Ενάγοντες, δεν ζήτησαν ακύρωση οποιασδήποτε συμφωνίας τους με την Εναγόμενη. Για τις εκ των υστέρων διαπιστώσεις των Εναγόντων, ο ΜΕ1, επικαλείται τακτικά την πληροφόρηση των δικηγόρων του. Και ανατρέχει σε εκείνη τη μεμονωμένη τηλεφωνική επικοινωνία του με τη λειτουργό της Τράπεζας την 06.05.2011, προσπαθώντας να μετατοπίσει σε αυτήν το «λάθος» της απόφασής τους να επενδύσουν. Λέει ότι έπρεπε η λειτουργός εκείνη να του παράσχει πλήρη ενημέρωση ή να τον παραπέμψει, για να τον προστατεύσει, και ότι εφαρμόζεται η νομοθεσία MiFID Ι. Θα έπρεπε, θεωρεί, να τους εξηγήσει, παρότι ο ίδιος δεν αναφέρει πως ζήτησε πληροφορίες σε σχέση με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες των αξιογράφων από τη συγκεκριμένη λειτουργό, τι επρόκειτο να κάνουν, να τους προειδοποιήσει ότι επρόκειτο για πολύπλοκα προϊόντα εκτός του πεδίου γνώσεων τους, και για τους κινδύνους, όπως ότι, σε περίπτωση μη επάρκειας των κεφαλαίων σταματούν οι τόκοι ή ότι υπάρχει περίπτωση απώλειας κεφαλαίων ή ότι δεν υπάρχει διάρκεια σε αυτά. Εάν γνώριζαν, όπως αναφέρει ο ΜΕ1 σε ένα σημείο, δεν υπήρχε περίπτωση να επενδύσουν, ως συνταξιούχοι με τόσα προβλήματα υγείας. Πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί σε σχέση με εκείνη την τηλεφωνική επικοινωνία, ότι δεν όφειλε η λειτουργός της Τράπεζας με την οποία επικοινώνησε τηλεφωνικώς ο ΜΕ1, χωρίς μαρτυρία ότι της ζητήθηκε πληροφόρηση από ενδιαφερόμενο επενδυτή, να αρχίσει από μόνη της να παρουσιάζει τα αξιόγραφα ή να παραπέμψει, την ίδια στιγμή, στη γραπτή του δήλωση, ο ΜΕ1 αναφέρει πως ίσως επένδυαν λιγότερα ή τα μισά χρήματα. Δηλαδή, ακόμα κι αν γνώριζαν όλους τους κινδύνους. Όπως αναφέρει ο ΜΕ1, αντιλήφθηκαν εκ των υστέρων οι Ενάγοντες, από τα λεγόμενα των δικηγόρων τους, ότι δεν ήταν σαν τις μετοχές τα αξιόγραφα, που ο κίνδυνος υπήρχε μόνον όταν πτωχεύσει η Τράπεζα, αλλά θα μπορούσε η Εναγόμενη να διακόψει τους τόκους και στο τέλος να χαθεί και όλο το ποσό. Κι όμως, στο Τεκμήριο 3β, στη σύνοψη των ουσιωδών όρων, που κατέθεσε ο ΜΕ1, και στο Τεκμήριο 18, που κατέθεσε η ΜΥ1, αναγράφεται ρητά η δυνατότητα μη πληρωμής τόκου, αναλόγως της κεφαλαιακής επάρκειας, και οι περιπτώσεις όπου δεν οφείλεται πληρωμή, όπως και οι παράγοντες κινδύνου. Και όπως ήδη αναφέρθηκε, η απλή ανάγνωση αυτού του εγγράφου, αρκεί για να θορυβήσει και έναν μη έμπειρο επενδυτή, ότι υπάρχουν κάποιοι κίνδυνοι, και, αν μη τι άλλο, να μην ενεργήσει βεβιασμένα, όταν μάλιστα έχει διαθέσιμο χρόνο, και όταν, λόγω των εμπειριών και βιωμάτων του, έχει αποφασίσει να είναι πολύ προσεκτικός στον τρόπο που χρησιμοποιεί τα χρήματά του. Όπως ανέφερε και η ΜΥ1 στη δική της μαρτυρίας, το καλοκαίρι του 2012, μετά από σειρά παραπόνων ότι ακυρώθηκε ο τόκος, η ΚΤΚ προέβη σε ειδικό και επιτόπιο έλεγχο αναφορικά με τις εκδόσεις των αξιογράφων κεφαλαίου και κατά πόσον η Τράπεζα στις εκδόσεις αυτές παρείχε επενδυτική συμβουλή. Βασικό έγγραφο αναφοράς της συγκεκριμένης έκθεσης αποτελούσε το έγγραφο της CESR (Τεκμήριο 13) και το Τεκμήριο 15 στην ουσία αναφέρεται στις εκδόσεις σε σχέση με το συγκεκριμένο έγγραφο της CESR. Το Τεκμήριο 16 είναι η απόφαση του Διοικητή της ΚΤΚ επί της έρευνας αυτής. Έχει, όμως, ακυρωθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο το
  20. Κατέθεσε για τον σκοπό αυτό την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, που σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  21. Όπως ορθά ανέφερε ο κύριος Μελάς, η ακύρωση δεν ήταν για λόγους ουσίας. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι υπήρξε «επενδυτική συμβουλή» στην προκειμένη περίπτωση. Σημειώνεται, παρεμπιπτόντως, πως δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να δείχνει ότι η Εναγόμενη, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων αξιών, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι κάποιος εκ των προβλεπόμενων κινδύνων θα υλοποιούνταν αρκετούς μήνες μετά, πέραν του ό,τι προκύπτει από τους γενικότερους κινδύνους σε περιόδους οικονομικής κρίσης, σε συνάρτηση με τα διαχρονικά ρίσκα των επενδύσεων σε κινητές αξίες. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ούτε σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους η Εναγόμενη δεν πλήρωσε τόκο ή μετέτρεψε τα αξιόγραφα σε μετοχές, εάν δηλαδή ήταν δική της απόφαση ή επιβλήθηκε από εξωγενείς παράγοντες, εάν υπήρχε γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου ή βιωσιμότητας. Το Δικαστήριο δεν ασκεί γενικότερο έλεγχο πολιτικής ή κοινωνικοοικονομικής ορθότητας της όποιας απόφασης της Εναγόμενης, αλλά, υπό τις περιστάσεις, δεν εντοπίζει είτε παράβαση σύμβασης είτε παρανομία εξ όσων έλαβαν χώρα μετά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης με τους Ενάγοντες. Με δεδομένο ότι υπήρξε «επενδυτική υπηρεσία» και δεδηλωμένο και από την ΜΥ1 ότι δεν εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση ο Νόμος 114(Ι)/2007, εξαιτίας της διαφορετικής ερμηνείας από την Εναγόμενη, είναι επόμενο να σημειωθούν παραβάσεις του νόμου (που δεν εφαρμόστηκε γενικά) και των πράξεων που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού. Δεν διαφαίνεται βεβαίως η μη εφαρμογή διαδικασιών του σχετικού νομικού πλαισίου να έγινε σκόπιμα, για να παραπλανηθούν ή να εξωθηθούν οι επενδυτές να επενδύσουν. Η διάσταση στην ερμηνεία των προνοιών της νομοθεσίας MiFID I είναι έκδηλη και σε δικαστικές αποφάσεις διαφόρων δικαιοδοσιών, ενώ και η ΜΥ1 εξήγησε, πειστικά, ότι ερμήνευσαν πως δεν θα πρέπει να ακολουθήσουν κάποια διαδικασία με βάση τον Νόμο 114(Ι)/2007, εάν προχωρούσαν με δημόσια προσφορά και με βάση τον Νόμο 114(Ι)/
  22. Για τους σκοπούς της αστικής ευθύνης, η σημασία δεν έγκειται στην απαρίθμηση όλων όσων θεωρούνται παραβάσεις· αναγκαστικά, θα αναφέρονταν στο σύνολο του νόμου και των σχετικών πράξεων, εφόσον δεν εφαρμόστηκαν. Ενδιαφέρουν οι παραβάσεις που σχετίζονται με κάποια ζημιά των Εναγόντων. Οι παραβάσεις που καταλογίζονται στην Εναγόμενη και αναλύονται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων είναι πως δεν έγινε η υιοθέτηση κατάλληλων πολιτικών και διαδικασιών για αξιολόγηση της συμβατότητας των υποψήφιων επενδυτών και ενημέρωσης που να πληροί και τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας MiFID, ότι υπήρξε επίσης σύγκρουση συμφερόντων, κ.λπ.. Όσον αφορά τη ζημιά που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, αυτή συνίσταται στο ότι επένδυσαν μετρητά και υφιστάμενες αξίες στα ΜΑΕΚ του 2011, και κατέχουν σήμερα μετοχές που έχουν απομειωθεί. Δεν αντικρούστηκε ο απλός ισχυρισμός ότι οι μετοχές που κατέχουν σήμερα οι Ενάγοντες δεν έχουν μηδενική αξία, αν και δεν προσκομίστηκε και μαρτυρία σχετική με την εκτίμηση της ζημιάς των Εναγόντων, για να μπορεί να προσεγγιστεί δικαστικά, πέραν του Τεκμηρίου 9 που δείχνει την αξία των μετοχών κατά τη μετατροπή, το
  23. Ο καθορισμός του ύψους της ζημιάς έχει σημασία, εάν αποδειχθεί πρώτα η σχετικότητα ή η αιτιώδης συνάφειά της. Αρχίζοντας από την ενημέρωση, παρόλη τη μη συσχέτιση του ενημερωτικού δελτίου που εκδίδεται με βάση τον Νόμο 114(Ι)/2005 και της ενημέρωσης στο πλαίσιο της νομοθεσίας MiFID I, ο τρόπος ενημέρωσης των Εναγόντων στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν κάτω από το επίπεδο και του Νόμου 114(Ι)/2007, στο πλαίσιο της γενικότερης επαγγελματικής δεοντολογικής υποχρέωσης της Εναγόμενης να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό. Ακόμα και με αυστηρότερη ερμηνεία του καθήκοντος πληροφόρησης υπό τον Νόμο 114(Ι)/2007, πέραν των όσων προκύπτουν από τη διατύπωση των κανόνων του, η Εναγόμενη, κινούμενη με διαδικασία που ρυθμίζεται ήδη από κοινοτικό και εγχώριο δίκαιο όσον αφορά την αξιολόγηση των κινδύνων και τις απαιτήσεις πληροφοριών, κάλυψε και τις ανάγκες ενημέρωσης για τους σκοπούς του Νόμου 114(Ι)/
  24. Δεν ήταν δυσνόητη, ασαφής και παραπλανητική η ενημέρωση, όπως φαίνεται μέσα από τα Τεκμήρια 3β και 18, ούτε οι Ενάγοντες στερούνταν τον χρόνο και τη δυνατότητα να ενημερωθούν κατάλληλα πριν να αιτηθούν. Όσον αφορά τον έλεγχο συμβατότητας ή καταλληλότητας, που καθ' ομολογία δεν έγινε, διαπιστώνεται ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για εξαίρεση από αυτή τη διαδικασία του άρθρου 36

(1)(δ), ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο έλεγχος αυτός, όμως, έγκειται στην αναζήτηση πληροφοριών σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η Εναγόμενη να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν. Εφόσον η Εναγόμενη κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η Εναγόμενη οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Σε ρεαλιστικό επίπεδο, ενόψει του ότι είχαν δοθεί σαφείς προειδοποιήσεις περί ενδεχομένου μη συμβατότητας και καταλληλότητας, μέσω του Τεκμηρίου 18, ως η Εναγόμενη να είχε ήδη κρίνει ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν συμβατοί ή ως να μην παρείχαν οι Ενάγοντες τις σχετικές πληροφορίες και η Εναγόμενη να μην ήταν σε θέση να εκτιμήσει τη συμβατότητα, δεν έχει καταδειχθεί, με αναφορά και στα γεγονότα, πως η παράλειψη του «τεστ» (σε πλαίσιο εκτός επενδυτικής συμβουλής) ήταν ο λόγος που οι Ενάγοντες επένδυσαν στις επίδικες αξίες, και πώς, εάν αναζητούνταν αυτές οι πληροφορίες και γίνονταν το «τεστ», σε οποιοδήποτε βάθος, θα ήταν διαφορετική η κατάληξη και το αποτέλεσμα, οι Ενάγοντες δεν θα επένδυαν στις συγκεκριμένες αξίες, και δεν θα ζημιώνονταν. Η αντίληψη ότι το «τεστ» αυτό είναι υποχρεωτικό σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ιδία τοποθέτηση σε πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, ασχέτως εάν δεν παρέχεται επενδυτική συμβουλή, που σημειώνεται πως διατυπώθηκε και από την ESMA και έτυχε γενικότερα υποστήριξης από νομικούς[11], διαψεύστηκε εν πολλοίς και από τη MiFID II, που δεν έχει φτάσει σε εκείνο τον βαθμό, να θεσπίσει τέτοια υποχρέωση. Ειδικότερα, δεν έχει καταδειχθεί, μέσα από επαρκή και κατάλληλη μαρτυρία, πως οποιαδήποτε παράβαση ή η μη εφαρμογή του Νόμου 114(Ι)/2007 και των σχετικών πράξεων σχετίζεται αιτιωδώς με την απόφαση των Εναγόντων να επενδύσουν στα συγκεκριμένα αξιόγραφα και το αποτέλεσμα της επένδυσης σε αυτά και κάποιας ζημιάς τους. Λόγου χάριν, και για τη σύγκρουση συμφερόντων, που εξ ορισμού υπάρχει στη μέθοδο «self-placement», δεν ήταν άγνωστη στους Ενάγοντες η συγκέντρωση ιδιοτήτων στην Εναγόμενη, ούτε οι κίνδυνοι που απορρέουν λογικά από μια τέτοια σύγκρουση. Ακόμα κι αν η σύγκρουση ήταν τέτοια που - στα άκρα - ενεργοποιούσε καθήκον της Εναγόμενης να μην συμβληθεί με τους Ενάγοντες (duty not to contract), οι ίδιοι οι Ενάγοντες δεν θέτουν το παράπονό τους σε αυτή τη βάση, που ανέπτυξε θεωρητικά ο συνήγορος τους. Είχαν επανειλημμένα συμβληθεί με την Εναγόμενη για μετατρέψιμες κινητές αξίες δικής της έκδοσης, και ο ΜΕ1 ανέφερε πως απλώς, εάν συνειδητοποιούσε (όχι αν γνώριζε) τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης σε συνάρτηση με τους κινδύνους (που διατυπώθηκαν σαφώς), θα επένδυαν λιγότερα. Ως επενδυτές και ως πελάτες, οι Ενάγοντες, είχαν πάντως τύχει προστασίας που κάλυπτε και τις απαιτήσεις του Νόμου 114(Ι)/2007, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (που μεταγενέστερα διευρύνθηκε), ο οποίος δεν επιβάλλει υποχρέωση στην Εναγόμενη να παράσχει και επενδυτική συμβουλή. Ουσιαστικά, οι επιμέρους αναφορές των Εναγόντων για άλλες παραβάσεις αποδίδουν ό,τι οι ίδιοι οι Ενάγοντες εκλαμβάνουν ότι η Εναγόμενη θα έπρεπε να τους δώσει και επενδυτική συμβουλή, προσωπική σύσταση, δια της οποίας να τους ενημερώσει ιδιαιτέρως για τις συγκεκριμένες αξίες, αν όχι να τους αποτρέψει να πράξουν ό,τι άλλοι επενδυτές βάσει της καθολικής ενημέρωσης. Τέτοια συμβουλή ανέμεναν, χωρίς, όμως, με βάση τα γεγονότα, να την αιτηθούν, και χωρίς η Εναγόμενη να επιθυμεί να την παράσχει, διασφαλίζοντας, όπως ανέφερε και η ΜΥ1, ότι δεν θα εκλαμβάνονταν από τους επενδυτές, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, το αντίθετο. Η πολυετής σχέση με την Εναγόμενη, με όλο το συναισθηματικό υπόβαθρο που έθεσε ο ΜΕ1, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης έκδοσης, δεν δημιουργούσε άλλως πώς υποχρέωση ή καθήκον της Εναγόμενης να παράσχει και επενδυτική συμβουλή στους Ενάγοντες. Δεν διαμόρφωσε το καθήκον ενημέρωσης ή πληροφόρησης με τρόπο ώστε να λαμβάνει τη μορφή επενδυτικής συμβουλής. Η ενημέρωση που πρέπει να δίδεται και σε πλαίσιο MiFID δεν είναι κατ' ανάγκη διαμορφωμένη αναλόγως του προσώπου του πελάτη (tailor-made information), εφόσον προκρίνεται και επαρκεί και η χρήση στερεότυπης γενικής ενημέρωσης. Οι αποζημιώσεις επενδυτών στο πλαίσιο του Νόμου 114(Ι)/2007 δεν είναι ένα αυτόματο σύστημα, ως να επιβάλλεται ποινή. Δεν επιδικάζονται αποζημιώσεις επιστροφής ακέραιων κεφαλαίων γενικευμένα, όταν διαπιστώνεται παράβαση, απλώς επειδή διαπιστώθηκε παράβαση. Θα πρέπει να αποδεικνύεται η ζημιά, και η σχέση της με την παράβαση σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Τούτη η αναγκαιότητα δεν αντιμάχεται κατ' ανάγκη την αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας που διέπει τη νομοθεσία MiFID Ι. Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και της ΜΥ1, δεν έχω πειστεί πως η ζημιά των Εναγόντων συνδέεται αιτιωδώς με την παράβαση, από την Εναγόμενη, υποχρεώσεών της με βάση τον Νόμο 114(Ι)/2007 ή αντίστοιχα σχετικού καθήκοντος επιμέλειάς της. Αυτό έχοντας υπόψη, συνδυαστικά, και τις ενέργειες του ΜΕ1, εκ μέρους και της Ενάγουσας 2, όπως έτυχαν ήδη περιγραφής προηγουμένως, τη φύση και την έκταση και το περιεχόμενο της ενημέρωσης που έλαβαν οι Ενάγοντες, τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι να υποβάλει την αίτησή τους, αλλά και το ότι οι Ενάγοντες, όπως ο ΜΕ1 ανέφερε, θα επένδυαν και πάλι, ίσως λιγότερα, θεωρώντας, οι ίδιοι, ακόμα, εαυτούς κατάλληλους για τις αξίες αυτές. Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1, διαφάνηκε πως, εάν οι αξίες αυτές εξακολουθούσαν να αποδίδουν τόκους στους Ενάγοντες και δεν μεσολαβούσε γεγονός κεφαλαιακής ανεπάρκειας ή λόγος ακύρωσης της πληρωμής του τόκου και έπειτα μετατροπής, οι Ενάγοντες δεν θα είχαν κανένα απολύτως θέμα με τις επίδικες αξίες. Η δυνατότητα της Εναγόμενης να μην καταβάλει τόκο ή να μετατρέψει τα αξιόγραφα σε μετοχές περιλαμβάνεται στη συμφωνία και ήταν βάσει αυτής. Ακόμα κι αν το Δικαστήριο προσεγγίσει τις συμβατικές αυτές ρήτρες ως σε καταναλωτικές συμβάσεις και διαπιστώσει ότι είναι καταχρηστικές, τίθεται το ζήτημα πως ουδέποτε επιδιώχθηκε η ακύρωσή τους από τους Ενάγοντες, ως καταναλωτές, και οι συμβαλλόμενοι αντέδρασαν μόνον όταν αυτές εφαρμόστηκαν στην πράξη και αισθάνθηκαν αρνητικά την επίδρασή τους. Η τάση να θεωρούνται ορισμένοι γνωστοί κίνδυνοι που εκτίθενται ως θεωρητικοί ή απομακρυσμένοι ή απίθανοι, αλλά, όταν υλοποιούνται, να ενεργοποιούν αναδρομικά τις επιφυλάξεις που εξ αρχής έπρεπε να υπάρχουν, δεν μετουσιώνεται πάντοτε ή εύκολα σε αστική ευθύνη, ειδικότερα με μαρτυρία σαν αυτή του ΜΕ1, στις παραγράφους 28 και 32 της γραπτής του δήλωσης, ότι απλώς θα επένδυαν λιγότερα (αλλά θα επένδυαν), ως συναρτάται και με τα λεγόμενά του σχετικά με τον τρόπο που έλαβαν και υπέβαλαν την αίτηση για αγορά των επίδικων αξιών, και το επίπεδο ενημέρωσης που είχαν στη διάθεσή τους. Συναφείς σκέψεις διατυπώθηκαν πολύ πρόσφατα και στην Banco Santander SA κατά J.A.C. κ.α., C-410/
  1. Η αστική ευθύνη για ζητήματα MiFID Πέραν των ζητημάτων που σχετίζονται με την αιτιώδη συνάφεια κάποιας ζημιάς των Εναγόντων με τη μη εφαρμογή από την Εναγόμενη του Νόμου 114(Ι)/2007 και των σχετικών πράξεων, προκύπτει και το θέμα της αστικής ευθύνης γενικότερα με βάση τον νόμο αυτό, υπό το άρθρο 143, ως είχε πριν από τη διαγραφή του, και από τη μεταγενέστερη νομοθετική μεταχείρισή της, κατ' επέκταση και δικαστική. Έχοντας ως αφετηρία πως το σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών στη νομοθεσία MiFID δεν έχει την έννοια της θεσμικής καθιέρωσης αστικής ευθύνης για κάθε παράβαση. Η αστική ευθύνη, ως είχε περιληφθεί αρχικά στον Νόμο 114(Ι)/2007, στο άρθρο 143 § 1, διατύπωνε ως προϋπόθεση τη συσχέτιση της ζημιάς με την παράβαση. Είχε όμως μιαν ευρεία βάση, αναφερόμενη σε οποιαδήποτε παράβαση. Ενώ το άρθρο 143 § 1 δεν προέβλεπε σχετικά με το δικαίωμα ενεργητικής νομιμοποίησης, επιτρέποντας, όπως στην πράξη διαφάνηκε, σε κάθε ζημιωθέντα να ενάγει για οποιαδήποτε παράβαση, για να αποκατασταθεί, και δη χωρίς οποιαδήποτε προϋπόθεση, οι επόμενες παράγραφοι αναφέρονταν σε νομιμοποιημένους φορείς και σε ενέργειες που δύνανται να πράξουν για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, υπό προϋποθέσεις. Η έκταση των κανονισμών υπό τη νομοθεσία MiFID είναι τέτοια, που θα μπορούσε, με οποιαδήποτε παράβαση, που εύκολα μπορεί να προκύψει, οι πάροχοι των επενδυτικών υπηρεσιών να βρίσκονται εκτεθειμένοι σε μαζικές αστικές απαιτήσεις που να λαμβάνουν τη μορφή απαιτήσεων επιστροφής ακέραιων των κεφαλαίων που επενδύθηκαν. Έπειτα, ως είχε η νομοθεσία MiFID I, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ρύθμιζε ξεκάθαρα τη μέθοδο «self-placement», όπως επικράτησε να λέγεται αργότερα, ή συναφείς τρόπους τοποθέτησης που φαίνεται να ανέδειξε δημιουργικά η οικονομική κρίση. Λόγω της ελευθεριότητας που είχε δοθεί στο πλαίσιο της MiFID Ι ως προς τα θέματα αστικής ευθύνης αφενός, και της μη καλής κάλυψης των πολύπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων που τοποθετούνται με τη μέθοδο «self-placement» αφετέρου, υπήρξαν αρκετές αγωγές και αρκετές διαφορετικές ερμηνείες και εφαρμογές, που ενδεχομένως να ενέτειναν τη σύγχυση των επενδυτών. Προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο διαφορετικές δικαστικές αποφάσεις, με διαφορετικές εισηγήσεις από μέρους των συνηγόρων των διαδίκων, ως προς το ποια «θέση» θα πρέπει να υιοθετήσει το Δικαστήριο, από τις περισσότερες. Οι αδυναμίες της MiFID I οδήγησαν στη διεύρυνση του πλαισίου προστασίας των επενδυτών με το πλαίσιο των MiFID II/MiFIR και των σχετικών πράξεων. Ανάμεσα στις βελτιώσεις που επιχειρήθηκαν ήταν και η εναρμόνιση των επιδράσεων της MiFID στα ιδιωτικά δικαιώματα, ένεκα και της διαφορετικότητας των συστημάτων πολιτικής δικαιοσύνης και αστικής ευθύνης σε κάθε κράτος μέλος. Η δε αστική ευθύνη, με τον Νόμο 87(Ι)/2017, εστιάστηκε σε συγκεκριμένες παραβάσεις του άρθρου 93 που συνιστούν και διαπιστώνονται πως συνιστούν και ποινικά αδικήματα. Το άρθρο 94 προβλέπει πως διαπράττει ποινικό αδίκημα πρόσωπο που παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με το άρθρο 93 και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται ποινικά, τα πρόσωπα που υπέχουν ποινική ευθύνη ευθύνονται αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά που γίνεται σε τρίτους ένεκα της πράξης ή της παράλειψης που στοιχειοθετεί το αδίκημα. Αντίστοιχα, προβλέφθηκε διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης παραπόνων των καταναλωτών. Ακόμα κι αν ο Νόμος 114(Ι)/2007 εφαρμόζεται ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, μεταγενέστερες νομοθετικές μεταβολές που διαφοροποιούν επί της ουσίας ζητήματα, όπως η ποινική ή και η αστική ευθύνη, βελτιώνοντας τη θέση του κατηγορούμενου ή αντίστοιχα του εναγόμενου, δεν μπορούν να τύχουν παραγνώρισης. Αν μη τι άλλο, δίδουν αντανακλαστικά το ισχύον κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί και η αρχή της αποκατάστασης δια αποζημιώσεων. Ακόμα κι αν δεν μπορεί το Δικαστήριο να αποδώσει αστική ευθύνη και να επιδικάσει αποζημιώσεις με βάση το διαγραφέν άρθρο 143 του Νόμου 114(Ι)/2007, δεν εμποδίζεται να επιδικάσει αποζημιώσεις σε άλλη βάση, για τη διαμόρφωση της οποίας η ύπαρξη και οι πρόνοιες του Νόμου 114(Ι)/2007 θέτουν επίπεδο επιμέλειας. Στο μέτρο που τέτοιο εγχείρημα δεν θα εξέτρεπε τους ίδιους τους σκοπούς του Νόμου 114(Ι)/2007 και έπειτα του Νόμου 87(Ι)/
  2. Δίδοντας αναφορά τότε όχι απλώς σε παραβάσεις του νόμου αυτού, αλλά σε παραβάσεις καθηκόντων το εύρος των οποίων δυνατόν να διαμορφώνουν οι υφιστάμενοι νόμοι, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στην απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας κάποιας ζημιάς των Εναγόντων, αλλά εξ αρχής στην έκθεση και απόδειξη της απαίτησής τους, με σχετική μαρτυρία, που να δείχνει πώς διαμορφώνεται ακριβώς το καθήκον της Εναγόμενης έναντί τους, υπό τις περιστάσεις, και πώς ακριβώς το παράβηκε (τι έπραξε που δεν θα έπραττε ο μέσος συνετός εκδότης αξιών υπό τις ίδιες περιστάσεις)· ιδίως εάν ταυτόχρονα τήρησε προϋποθέσεις πληροφόρησης απορρέουσες από ένα άλλο νομικό πλαίσιο. Εκεί εστίαζε και η αναφορά της ΜΥ1, ότι ακολουθήθηκε συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για την ενημέρωση των Εναγόντων (όχι μόνο λόγω της διάστασης των απόψεων ως προς την εφαρμογή του πλαισίου MiFID I), το οποίο, δεν θα μπορούσε ταυτόχρονα να συνιστά ή να τεκμαίρεται πως συνιστά ουσιώδη απόκλιση από καθήκον ενημέρωσης υπό άλλο ενωσιακό πλαίσιο που όμως λαμβάνει και το ίδιο εκ προοιμίου υπόψη του την ύπαρξη και ανάγκη διασφάλισης άπειρων επενδυτών, χωρίς η ίδια η υπόθεση και τα δεδομένα της να δίδει κάτι παραπάνω και σε πραγματική βάση[12]. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δυστυχώς, η αγωγή των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης για ακύρωση της συμφωνίας της με τους Ενάγοντες ή και για αποζημιώσεις, βάσει των νομικών αιτιών που εκθέτει ή «για οποιαδήποτε νόμιμη αιτία», ή για επιστροφή του κεφαλαίου που επενδύθηκε στα αξιόγραφα ΜΑΕΚ του 2011, δεν μπορεί να επιτύχει. Ειδικότερα, δεν έχει αποδειχθεί ελάττωμα κύρους της συμφωνίας λόγω απάτης ή δόλου ή ψευδών παραστάσεων, ούτε το αστικό αδίκημα της απάτης. Δεν έχει αποδειχθεί παράβαση του Νόμου 114(Ι)/2005 όσον αφορά την ενημέρωση δια του περιληπτικού σημειώματος και του ενημερωτικού δελτίου για την επίδικη έκδοση, ενώ, λόγω της μη απόδειξης δόλου, παρήλθε και η βραχεία προθεσμίας υποβολής σχετικής αξίωσης. Δεν έχει αποδειχθεί παράβαση καθήκοντος επιμέλειας της Εναγόμενης σχετικά με την ενημέρωση των Εναγόντων ή άλλο καθήκον. Έπειτα, ενώ έχει αποδειχθεί ότι δεν εφαρμόστηκε από την Εναγόμενη ο Νόμος 114(Ι)/2007, που τύγχανε εφαρμογής γιατί η Εναγόμενη παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της «εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών», αφενός η συνθήκη δεν εξισώνεται με παράβαση ευρύτερα του καθήκοντος ενημέρωσης ή άλλο καθήκον έναντι στους Ενάγοντες (ενημέρωσης που έγινε σε άλλο νομικό πλαίσιο που διασφαλίζει επίσης το επίπεδο ενημέρωσης σε συνάρτηση με τους παράγοντες κινδύνων και με σαφείς προτροπές), αφετέρου οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι υπέστησαν συγκεκριμένη ζημιά εξαιτίας της μη εφαρμογής του Νόμου 114(Ι)/2007 από την Εναγόμενη (αιτιώδης συνάφεια). Η δε αστική ευθύνη του άρθρου 143 του Νόμου 114(Ι)/2007, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι, ως ήταν διατυπωμένη κατά τον ουσιώδη χρόνο, έδιδε ενεργητική νομιμοποίηση στους Ενάγοντες να ενάγουν για επιμέρους παραβάσεις του νόμου αυτού για ατομική αποκατάσταση, αφενός ρητά προϋπόθετε τη σύνδεση της ζημιάς με κάποια παράβαση, αφετέρου με μεταγενέστερο νόμο έπαυσε να υφίσταται. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον ΜΕ1 δεν επαρκούσε για να αποδειχθούν με επιτυχία οποιεσδήποτε νομικές βάσεις έχουν προωθηθεί. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, θεωρώ ότι συντρέχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Η απόδειξη μιας τέτοιας υπόθεσης δεν ήταν εύκολη για τους Ενάγοντες, ιδίως στις βάσεις που επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν και με τον τρόπο που εξέθεσαν και προώθησαν την απαίτησή τους. Ήταν μέρος μιας συνολικής προσπάθειας επενδυτών/καταναλωτών να προσπαθήσουν να αποκατασταθούν, λόγω της επένδυσής τους σε ένα νέο πολύπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο, σε μια εποχή αρκετά δύσκολη για την οικονομία, και εν τέλει της ανάληψης του κινδύνου που υλοποιήθηκε από τους ίδιους. Η διαδικασία κατέληξε, μεταξύ άλλων, σε διαπίστωση, ως η θέση της πλευράς των Εναγόντων, ότι εφαρμόζεται ο Νόμος 114(Ι)/2007, παρά τις διαφορετικές θέσεις της πλευράς της Εναγόμενης· ζήτημα, όμως, που, κατά την έγερση της αγωγής, ήταν ακόμα διφορούμενο και σύνθετο. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, κρίνω πως είναι δικαιότερο η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Κάθε πλευρά τα έξοδά της. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] άρθρο 10 § 1 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  3. [2] άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  4. [3] άρθρο 19 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  5. [4] Η Οδηγία 2003/71/ΕΚ τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την Οδηγία 2014/51/ΕΕ. Μετά τα επίδικα γεγονότα, ο νόμος εναρμονίστηκε και με την Οδηγία 2013/50/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου
  6. Εν τέλει, καταργήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/
  7. [5] άρθρο 10 του Νόμου 114(Ι)/
  8. [6] Όπως απορρέει και από τις σκέψεις 57 και 58 της Genil, C-604/
  9. [7] Grimaldi, C-322/
  10. [8] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1(A) ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401. [9] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1(Α) ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1(Α) ΑΑΔ
  1. [10] Άρθρο 25, περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ.
  2. [11] Conac, P.H. (Ιούνιος 2018). Subordinated debt and Self-placement/Mis-selling of Financial Products, Study requested by the ECON Committee, European Parliament. [12] Βλ. και Bankia SA κατά Unión Mutua Asistencial de Seguros (UMAS), C-910/19, Banco Santander SA κατά J.A.C. κ.α., C-410/
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.