ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 2150/2014, 16/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2150/2014
(1)(δ), ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο έλεγχος αυτός, όμως, έγκειται στην αναζήτηση πληροφοριών σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η Εναγόμενη να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν. Εφόσον η Εναγόμενη κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η Εναγόμενη οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Σε ρεαλιστικό επίπεδο, ενόψει του ότι είχαν δοθεί σαφείς προειδοποιήσεις περί ενδεχομένου μη συμβατότητας και καταλληλότητας, μέσω του Τεκμηρίου 18, ως η Εναγόμενη να είχε ήδη κρίνει ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν συμβατοί ή ως να μην παρείχαν οι Ενάγοντες τις σχετικές πληροφορίες και η Εναγόμενη να μην ήταν σε θέση να εκτιμήσει τη συμβατότητα, δεν έχει καταδειχθεί, με αναφορά και στα γεγονότα, πως η παράλειψη του «τεστ» (σε πλαίσιο εκτός επενδυτικής συμβουλής) ήταν ο λόγος που οι Ενάγοντες επένδυσαν στις επίδικες αξίες, και πώς, εάν αναζητούνταν αυτές οι πληροφορίες και γίνονταν το «τεστ», σε οποιοδήποτε βάθος, θα ήταν διαφορετική η κατάληξη και το αποτέλεσμα, οι Ενάγοντες δεν θα επένδυαν στις συγκεκριμένες αξίες, και δεν θα ζημιώνονταν. Η αντίληψη ότι το «τεστ» αυτό είναι υποχρεωτικό σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ιδία τοποθέτηση σε πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, ασχέτως εάν δεν παρέχεται επενδυτική συμβουλή, που σημειώνεται πως διατυπώθηκε και από την ESMA και έτυχε γενικότερα υποστήριξης από νομικούς[11], διαψεύστηκε εν πολλοίς και από τη MiFID II, που δεν έχει φτάσει σε εκείνο τον βαθμό, να θεσπίσει τέτοια υποχρέωση. Ειδικότερα, δεν έχει καταδειχθεί, μέσα από επαρκή και κατάλληλη μαρτυρία, πως οποιαδήποτε παράβαση ή η μη εφαρμογή του Νόμου 114(Ι)/2007 και των σχετικών πράξεων σχετίζεται αιτιωδώς με την απόφαση των Εναγόντων να επενδύσουν στα συγκεκριμένα αξιόγραφα και το αποτέλεσμα της επένδυσης σε αυτά και κάποιας ζημιάς τους. Λόγου χάριν, και για τη σύγκρουση συμφερόντων, που εξ ορισμού υπάρχει στη μέθοδο «self-placement», δεν ήταν άγνωστη στους Ενάγοντες η συγκέντρωση ιδιοτήτων στην Εναγόμενη, ούτε οι κίνδυνοι που απορρέουν λογικά από μια τέτοια σύγκρουση. Ακόμα κι αν η σύγκρουση ήταν τέτοια που - στα άκρα - ενεργοποιούσε καθήκον της Εναγόμενης να μην συμβληθεί με τους Ενάγοντες (duty not to contract), οι ίδιοι οι Ενάγοντες δεν θέτουν το παράπονό τους σε αυτή τη βάση, που ανέπτυξε θεωρητικά ο συνήγορος τους. Είχαν επανειλημμένα συμβληθεί με την Εναγόμενη για μετατρέψιμες κινητές αξίες δικής της έκδοσης, και ο ΜΕ1 ανέφερε πως απλώς, εάν συνειδητοποιούσε (όχι αν γνώριζε) τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης σε συνάρτηση με τους κινδύνους (που διατυπώθηκαν σαφώς), θα επένδυαν λιγότερα. Ως επενδυτές και ως πελάτες, οι Ενάγοντες, είχαν πάντως τύχει προστασίας που κάλυπτε και τις απαιτήσεις του Νόμου 114(Ι)/2007, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (που μεταγενέστερα διευρύνθηκε), ο οποίος δεν επιβάλλει υποχρέωση στην Εναγόμενη να παράσχει και επενδυτική συμβουλή. Ουσιαστικά, οι επιμέρους αναφορές των Εναγόντων για άλλες παραβάσεις αποδίδουν ό,τι οι ίδιοι οι Ενάγοντες εκλαμβάνουν ότι η Εναγόμενη θα έπρεπε να τους δώσει και επενδυτική συμβουλή, προσωπική σύσταση, δια της οποίας να τους ενημερώσει ιδιαιτέρως για τις συγκεκριμένες αξίες, αν όχι να τους αποτρέψει να πράξουν ό,τι άλλοι επενδυτές βάσει της καθολικής ενημέρωσης. Τέτοια συμβουλή ανέμεναν, χωρίς, όμως, με βάση τα γεγονότα, να την αιτηθούν, και χωρίς η Εναγόμενη να επιθυμεί να την παράσχει, διασφαλίζοντας, όπως ανέφερε και η ΜΥ1, ότι δεν θα εκλαμβάνονταν από τους επενδυτές, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, το αντίθετο. Η πολυετής σχέση με την Εναγόμενη, με όλο το συναισθηματικό υπόβαθρο που έθεσε ο ΜΕ1, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης έκδοσης, δεν δημιουργούσε άλλως πώς υποχρέωση ή καθήκον της Εναγόμενης να παράσχει και επενδυτική συμβουλή στους Ενάγοντες. Δεν διαμόρφωσε το καθήκον ενημέρωσης ή πληροφόρησης με τρόπο ώστε να λαμβάνει τη μορφή επενδυτικής συμβουλής. Η ενημέρωση που πρέπει να δίδεται και σε πλαίσιο MiFID δεν είναι κατ' ανάγκη διαμορφωμένη αναλόγως του προσώπου του πελάτη (tailor-made information), εφόσον προκρίνεται και επαρκεί και η χρήση στερεότυπης γενικής ενημέρωσης. Οι αποζημιώσεις επενδυτών στο πλαίσιο του Νόμου 114(Ι)/2007 δεν είναι ένα αυτόματο σύστημα, ως να επιβάλλεται ποινή. Δεν επιδικάζονται αποζημιώσεις επιστροφής ακέραιων κεφαλαίων γενικευμένα, όταν διαπιστώνεται παράβαση, απλώς επειδή διαπιστώθηκε παράβαση. Θα πρέπει να αποδεικνύεται η ζημιά, και η σχέση της με την παράβαση σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Τούτη η αναγκαιότητα δεν αντιμάχεται κατ' ανάγκη την αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας που διέπει τη νομοθεσία MiFID Ι. Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και της ΜΥ1, δεν έχω πειστεί πως η ζημιά των Εναγόντων συνδέεται αιτιωδώς με την παράβαση, από την Εναγόμενη, υποχρεώσεών της με βάση τον Νόμο 114(Ι)/2007 ή αντίστοιχα σχετικού καθήκοντος επιμέλειάς της. Αυτό έχοντας υπόψη, συνδυαστικά, και τις ενέργειες του ΜΕ1, εκ μέρους και της Ενάγουσας 2, όπως έτυχαν ήδη περιγραφής προηγουμένως, τη φύση και την έκταση και το περιεχόμενο της ενημέρωσης που έλαβαν οι Ενάγοντες, τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι να υποβάλει την αίτησή τους, αλλά και το ότι οι Ενάγοντες, όπως ο ΜΕ1 ανέφερε, θα επένδυαν και πάλι, ίσως λιγότερα, θεωρώντας, οι ίδιοι, ακόμα, εαυτούς κατάλληλους για τις αξίες αυτές. Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1, διαφάνηκε πως, εάν οι αξίες αυτές εξακολουθούσαν να αποδίδουν τόκους στους Ενάγοντες και δεν μεσολαβούσε γεγονός κεφαλαιακής ανεπάρκειας ή λόγος ακύρωσης της πληρωμής του τόκου και έπειτα μετατροπής, οι Ενάγοντες δεν θα είχαν κανένα απολύτως θέμα με τις επίδικες αξίες. Η δυνατότητα της Εναγόμενης να μην καταβάλει τόκο ή να μετατρέψει τα αξιόγραφα σε μετοχές περιλαμβάνεται στη συμφωνία και ήταν βάσει αυτής. Ακόμα κι αν το Δικαστήριο προσεγγίσει τις συμβατικές αυτές ρήτρες ως σε καταναλωτικές συμβάσεις και διαπιστώσει ότι είναι καταχρηστικές, τίθεται το ζήτημα πως ουδέποτε επιδιώχθηκε η ακύρωσή τους από τους Ενάγοντες, ως καταναλωτές, και οι συμβαλλόμενοι αντέδρασαν μόνον όταν αυτές εφαρμόστηκαν στην πράξη και αισθάνθηκαν αρνητικά την επίδρασή τους. Η τάση να θεωρούνται ορισμένοι γνωστοί κίνδυνοι που εκτίθενται ως θεωρητικοί ή απομακρυσμένοι ή απίθανοι, αλλά, όταν υλοποιούνται, να ενεργοποιούν αναδρομικά τις επιφυλάξεις που εξ αρχής έπρεπε να υπάρχουν, δεν μετουσιώνεται πάντοτε ή εύκολα σε αστική ευθύνη, ειδικότερα με μαρτυρία σαν αυτή του ΜΕ1, στις παραγράφους 28 και 32 της γραπτής του δήλωσης, ότι απλώς θα επένδυαν λιγότερα (αλλά θα επένδυαν), ως συναρτάται και με τα λεγόμενά του σχετικά με τον τρόπο που έλαβαν και υπέβαλαν την αίτηση για αγορά των επίδικων αξιών, και το επίπεδο ενημέρωσης που είχαν στη διάθεσή τους. Συναφείς σκέψεις διατυπώθηκαν πολύ πρόσφατα και στην Banco Santander SA κατά J.A.C. κ.α., C-410/
- Η αστική ευθύνη για ζητήματα MiFID Πέραν των ζητημάτων που σχετίζονται με την αιτιώδη συνάφεια κάποιας ζημιάς των Εναγόντων με τη μη εφαρμογή από την Εναγόμενη του Νόμου 114(Ι)/2007 και των σχετικών πράξεων, προκύπτει και το θέμα της αστικής ευθύνης γενικότερα με βάση τον νόμο αυτό, υπό το άρθρο 143, ως είχε πριν από τη διαγραφή του, και από τη μεταγενέστερη νομοθετική μεταχείρισή της, κατ' επέκταση και δικαστική. Έχοντας ως αφετηρία πως το σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών στη νομοθεσία MiFID δεν έχει την έννοια της θεσμικής καθιέρωσης αστικής ευθύνης για κάθε παράβαση. Η αστική ευθύνη, ως είχε περιληφθεί αρχικά στον Νόμο 114(Ι)/2007, στο άρθρο 143 § 1, διατύπωνε ως προϋπόθεση τη συσχέτιση της ζημιάς με την παράβαση. Είχε όμως μιαν ευρεία βάση, αναφερόμενη σε οποιαδήποτε παράβαση. Ενώ το άρθρο 143 § 1 δεν προέβλεπε σχετικά με το δικαίωμα ενεργητικής νομιμοποίησης, επιτρέποντας, όπως στην πράξη διαφάνηκε, σε κάθε ζημιωθέντα να ενάγει για οποιαδήποτε παράβαση, για να αποκατασταθεί, και δη χωρίς οποιαδήποτε προϋπόθεση, οι επόμενες παράγραφοι αναφέρονταν σε νομιμοποιημένους φορείς και σε ενέργειες που δύνανται να πράξουν για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, υπό προϋποθέσεις. Η έκταση των κανονισμών υπό τη νομοθεσία MiFID είναι τέτοια, που θα μπορούσε, με οποιαδήποτε παράβαση, που εύκολα μπορεί να προκύψει, οι πάροχοι των επενδυτικών υπηρεσιών να βρίσκονται εκτεθειμένοι σε μαζικές αστικές απαιτήσεις που να λαμβάνουν τη μορφή απαιτήσεων επιστροφής ακέραιων των κεφαλαίων που επενδύθηκαν. Έπειτα, ως είχε η νομοθεσία MiFID I, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ρύθμιζε ξεκάθαρα τη μέθοδο «self-placement», όπως επικράτησε να λέγεται αργότερα, ή συναφείς τρόπους τοποθέτησης που φαίνεται να ανέδειξε δημιουργικά η οικονομική κρίση. Λόγω της ελευθεριότητας που είχε δοθεί στο πλαίσιο της MiFID Ι ως προς τα θέματα αστικής ευθύνης αφενός, και της μη καλής κάλυψης των πολύπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων που τοποθετούνται με τη μέθοδο «self-placement» αφετέρου, υπήρξαν αρκετές αγωγές και αρκετές διαφορετικές ερμηνείες και εφαρμογές, που ενδεχομένως να ενέτειναν τη σύγχυση των επενδυτών. Προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο διαφορετικές δικαστικές αποφάσεις, με διαφορετικές εισηγήσεις από μέρους των συνηγόρων των διαδίκων, ως προς το ποια «θέση» θα πρέπει να υιοθετήσει το Δικαστήριο, από τις περισσότερες. Οι αδυναμίες της MiFID I οδήγησαν στη διεύρυνση του πλαισίου προστασίας των επενδυτών με το πλαίσιο των MiFID II/MiFIR και των σχετικών πράξεων. Ανάμεσα στις βελτιώσεις που επιχειρήθηκαν ήταν και η εναρμόνιση των επιδράσεων της MiFID στα ιδιωτικά δικαιώματα, ένεκα και της διαφορετικότητας των συστημάτων πολιτικής δικαιοσύνης και αστικής ευθύνης σε κάθε κράτος μέλος. Η δε αστική ευθύνη, με τον Νόμο 87(Ι)/2017, εστιάστηκε σε συγκεκριμένες παραβάσεις του άρθρου 93 που συνιστούν και διαπιστώνονται πως συνιστούν και ποινικά αδικήματα. Το άρθρο 94 προβλέπει πως διαπράττει ποινικό αδίκημα πρόσωπο που παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με το άρθρο 93 και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται ποινικά, τα πρόσωπα που υπέχουν ποινική ευθύνη ευθύνονται αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά που γίνεται σε τρίτους ένεκα της πράξης ή της παράλειψης που στοιχειοθετεί το αδίκημα. Αντίστοιχα, προβλέφθηκε διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης παραπόνων των καταναλωτών. Ακόμα κι αν ο Νόμος 114(Ι)/2007 εφαρμόζεται ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, μεταγενέστερες νομοθετικές μεταβολές που διαφοροποιούν επί της ουσίας ζητήματα, όπως η ποινική ή και η αστική ευθύνη, βελτιώνοντας τη θέση του κατηγορούμενου ή αντίστοιχα του εναγόμενου, δεν μπορούν να τύχουν παραγνώρισης. Αν μη τι άλλο, δίδουν αντανακλαστικά το ισχύον κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί και η αρχή της αποκατάστασης δια αποζημιώσεων. Ακόμα κι αν δεν μπορεί το Δικαστήριο να αποδώσει αστική ευθύνη και να επιδικάσει αποζημιώσεις με βάση το διαγραφέν άρθρο 143 του Νόμου 114(Ι)/2007, δεν εμποδίζεται να επιδικάσει αποζημιώσεις σε άλλη βάση, για τη διαμόρφωση της οποίας η ύπαρξη και οι πρόνοιες του Νόμου 114(Ι)/2007 θέτουν επίπεδο επιμέλειας. Στο μέτρο που τέτοιο εγχείρημα δεν θα εξέτρεπε τους ίδιους τους σκοπούς του Νόμου 114(Ι)/2007 και έπειτα του Νόμου 87(Ι)/
- Δίδοντας αναφορά τότε όχι απλώς σε παραβάσεις του νόμου αυτού, αλλά σε παραβάσεις καθηκόντων το εύρος των οποίων δυνατόν να διαμορφώνουν οι υφιστάμενοι νόμοι, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στην απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας κάποιας ζημιάς των Εναγόντων, αλλά εξ αρχής στην έκθεση και απόδειξη της απαίτησής τους, με σχετική μαρτυρία, που να δείχνει πώς διαμορφώνεται ακριβώς το καθήκον της Εναγόμενης έναντί τους, υπό τις περιστάσεις, και πώς ακριβώς το παράβηκε (τι έπραξε που δεν θα έπραττε ο μέσος συνετός εκδότης αξιών υπό τις ίδιες περιστάσεις)· ιδίως εάν ταυτόχρονα τήρησε προϋποθέσεις πληροφόρησης απορρέουσες από ένα άλλο νομικό πλαίσιο. Εκεί εστίαζε και η αναφορά της ΜΥ1, ότι ακολουθήθηκε συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για την ενημέρωση των Εναγόντων (όχι μόνο λόγω της διάστασης των απόψεων ως προς την εφαρμογή του πλαισίου MiFID I), το οποίο, δεν θα μπορούσε ταυτόχρονα να συνιστά ή να τεκμαίρεται πως συνιστά ουσιώδη απόκλιση από καθήκον ενημέρωσης υπό άλλο ενωσιακό πλαίσιο που όμως λαμβάνει και το ίδιο εκ προοιμίου υπόψη του την ύπαρξη και ανάγκη διασφάλισης άπειρων επενδυτών, χωρίς η ίδια η υπόθεση και τα δεδομένα της να δίδει κάτι παραπάνω και σε πραγματική βάση[12]. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δυστυχώς, η αγωγή των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης για ακύρωση της συμφωνίας της με τους Ενάγοντες ή και για αποζημιώσεις, βάσει των νομικών αιτιών που εκθέτει ή «για οποιαδήποτε νόμιμη αιτία», ή για επιστροφή του κεφαλαίου που επενδύθηκε στα αξιόγραφα ΜΑΕΚ του 2011, δεν μπορεί να επιτύχει. Ειδικότερα, δεν έχει αποδειχθεί ελάττωμα κύρους της συμφωνίας λόγω απάτης ή δόλου ή ψευδών παραστάσεων, ούτε το αστικό αδίκημα της απάτης. Δεν έχει αποδειχθεί παράβαση του Νόμου 114(Ι)/2005 όσον αφορά την ενημέρωση δια του περιληπτικού σημειώματος και του ενημερωτικού δελτίου για την επίδικη έκδοση, ενώ, λόγω της μη απόδειξης δόλου, παρήλθε και η βραχεία προθεσμίας υποβολής σχετικής αξίωσης. Δεν έχει αποδειχθεί παράβαση καθήκοντος επιμέλειας της Εναγόμενης σχετικά με την ενημέρωση των Εναγόντων ή άλλο καθήκον. Έπειτα, ενώ έχει αποδειχθεί ότι δεν εφαρμόστηκε από την Εναγόμενη ο Νόμος 114(Ι)/2007, που τύγχανε εφαρμογής γιατί η Εναγόμενη παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της «εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών», αφενός η συνθήκη δεν εξισώνεται με παράβαση ευρύτερα του καθήκοντος ενημέρωσης ή άλλο καθήκον έναντι στους Ενάγοντες (ενημέρωσης που έγινε σε άλλο νομικό πλαίσιο που διασφαλίζει επίσης το επίπεδο ενημέρωσης σε συνάρτηση με τους παράγοντες κινδύνων και με σαφείς προτροπές), αφετέρου οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι υπέστησαν συγκεκριμένη ζημιά εξαιτίας της μη εφαρμογής του Νόμου 114(Ι)/2007 από την Εναγόμενη (αιτιώδης συνάφεια). Η δε αστική ευθύνη του άρθρου 143 του Νόμου 114(Ι)/2007, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι, ως ήταν διατυπωμένη κατά τον ουσιώδη χρόνο, έδιδε ενεργητική νομιμοποίηση στους Ενάγοντες να ενάγουν για επιμέρους παραβάσεις του νόμου αυτού για ατομική αποκατάσταση, αφενός ρητά προϋπόθετε τη σύνδεση της ζημιάς με κάποια παράβαση, αφετέρου με μεταγενέστερο νόμο έπαυσε να υφίσταται. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον ΜΕ1 δεν επαρκούσε για να αποδειχθούν με επιτυχία οποιεσδήποτε νομικές βάσεις έχουν προωθηθεί. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, θεωρώ ότι συντρέχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Η απόδειξη μιας τέτοιας υπόθεσης δεν ήταν εύκολη για τους Ενάγοντες, ιδίως στις βάσεις που επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν και με τον τρόπο που εξέθεσαν και προώθησαν την απαίτησή τους. Ήταν μέρος μιας συνολικής προσπάθειας επενδυτών/καταναλωτών να προσπαθήσουν να αποκατασταθούν, λόγω της επένδυσής τους σε ένα νέο πολύπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο, σε μια εποχή αρκετά δύσκολη για την οικονομία, και εν τέλει της ανάληψης του κινδύνου που υλοποιήθηκε από τους ίδιους. Η διαδικασία κατέληξε, μεταξύ άλλων, σε διαπίστωση, ως η θέση της πλευράς των Εναγόντων, ότι εφαρμόζεται ο Νόμος 114(Ι)/2007, παρά τις διαφορετικές θέσεις της πλευράς της Εναγόμενης· ζήτημα, όμως, που, κατά την έγερση της αγωγής, ήταν ακόμα διφορούμενο και σύνθετο. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, κρίνω πως είναι δικαιότερο η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Κάθε πλευρά τα έξοδά της. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] άρθρο 10 § 1 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [2] άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [3] άρθρο 19 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [4] Η Οδηγία 2003/71/ΕΚ τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την Οδηγία 2014/51/ΕΕ. Μετά τα επίδικα γεγονότα, ο νόμος εναρμονίστηκε και με την Οδηγία 2013/50/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου
- Εν τέλει, καταργήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/
- [5] άρθρο 10 του Νόμου 114(Ι)/
- [6] Όπως απορρέει και από τις σκέψεις 57 και 58 της Genil, C-604/
- [7] Grimaldi, C-322/
- [8] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw