← Κύπρος

Γιαννακού ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αίτηση / Έφεση Αρ. 55/2022, 28/4/2022

Γιαννακού ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αίτηση / Έφεση Αρ. 55/2022, 28/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A93 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Α.Ε.Δ. Αίτηση / Έφεση Αρ. 55/2022 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/65) και τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224, ως και τις τροποποιήσεις τους Μεταξύ: XXXXX Γιαννακού Αιτήτριας Και Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Καθ' ης η Αίτηση ------------------------------- Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2022 Για την Αιτήτρια: κ. Ανδρέου για Χατζηλοϊζου, Χατζηνικολάου & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Λουκά για Χριστάκης Λουκά & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 05.05.22 είναι προγραμματισμένος ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός των ακινήτων, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας, τα οποία καλύπτονται από την υποθήκη με αρ. X/Υ/XXXX/2010 (στο εξής η «υποθήκη»). Με την υπό κρίση αίτηση/έφεση η Αιτήτρια αξιώνει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ» ημερομηνίας 29.01.22, καθώς και του προαναφερόμενου ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Η Αιτήτρια επικαλείται 9 λόγους έφεσης, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η ειδοποίηση «ΙΑ» δεν έχει δεόντως επιδοθεί και δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις (λόγοι έφεσης 1 και 2). Το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση «ΙΑ» είναι λανθασμένο και υπερβολικό (λόγος έφεσης 3). Η νομική βάση που καταγράφεται στην ειδοποίηση «ΙΑ» προκαλεί σύγχυση (λόγος έφεσης 4). Η διαδικασία του πλειστηριασμού προωθείται καταχρηστικά και καταπιεστικά (λόγοι έφεσης 5, 7 και 9). Η Αιτήτρια δικαιούται προστασίας δυνάμει του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003, ο οποίος υπερισχύει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/65 (λόγος έφεσης 6). Η ειδοποίηση «ΙΑ» παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας (λόγος έφεσης 8). Η υπό κρίση αίτηση - έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται οι λόγοι έφεσης. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» δεν επιδόθηκε στην ίδια, αλλά στον υιό της και σε κάθε περίπτωση η επίδοση δεν έγινε με βάση τις πρόνοιες του Ν.9/

  1. Σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος εκδόθηκε στις 15.11.12 εναντίον της ίδιας, ως εγγυήτριας, και εναντίον του υιού της, ως πρωτοφειλέτη, διαιτητική απόφαση η οποία εγγράφηκε δυνάμει σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 30.10.13 στο Ε.Δ. Λεμεσού. Με τη διαιτητική απόφαση διατάχθηκε και η εκποίηση της υποθήκης. Παρά ταύτα, η Καθ' ης η αίτηση αδράνησε και ως εκ τούτου κωλύεται να προωθεί την επίδικη διαδικασία πλειστηριασμού. Επιπρόσθετα, η όλη διαδικασία προωθείται καταχρηστικά, καθώς η Καθ' ης η Αίτηση εξασφάλισε εναντίον της διάταγμα για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €30 από 01.03.
  2. Τέλος, ισχυρίζεται, ότι ο υπολογισμός του ενυπόθηκου χρέους από την Καθ' ης η Αίτηση είναι λανθασμένος και παράνομος, καθώς το ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη είναι €45.000, ενώ στην ειδοποίηση «ΙΑ» αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο χρέος ανέρχεται σε ποσό πέραν των €105.
  3. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, στην οποία εγείρει 18 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης, αν και πολυάριθμοι, συγκεφαλαιώνονται στους ακόλουθους δύο πυλώνες:
  4. Η διαδικασία του πλειστηριασμού είναι καθ' όλα νόμιμη, καθώς η Καθ' ης η αίτηση ακολούθησε και εφάρμοσε ορθά τις πρόνοιες του Ν.9/
  5. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν μπορούν να εξεταστούν οποιαδήποτε άλλα ζητήματα, πέραν της ειδοποίησης «ΙΑ». Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία ενεργεί για λογαριασμό της Καθ' ης η αίτηση και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της τελευταίας. Στις εν λόγω χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις περιλαμβάνεται και η διευκόλυνση που εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται, ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» επιδόθηκε δεόντως στην Αιτήτρια, μέσω ιδιωτικής επίδοσης που έγινε στον υιό και συγκάτοικό της (Τεκμήριο Α της ένστασης), ο οποίος είναι και ο πρωτοφειλέτης του ενυπόθηκου χρέους. Σχετική επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» έγινε στον πιο πάνω υιό της Αιτήτριας (Τεκμήριο Β της ένστασης) και υπό την ιδιότητα του ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Περαιτέρω, στην Αιτήτρια και τον υιό της επιδόθηκε, μέσω ιδιωτικής επίδοσης, στις 19.07.21 η ειδοποίηση «Ι» (Τεκμήρια Γ και Δ αντίστοιχα της ένστασης). Όσον αφορά την ειδοποίηση «Θ», η συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση είναι, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αποστολής της, καθώς εναντίον της Αιτήτριας εκδόθηκε διαιτητική απόφαση, η οποία στη συνέχεια εγγράφηκε ως δικαστική στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ.643/13 Ε.Δ. Λεμεσού. Επιπρόσθετα, η Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, αφού η άδεια λειτουργίας της ως πιστωτικό ίδρυμα ανακλήθηκε από τις 31.08.18 από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης - έφεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει, όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Νομική πτυχή Με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014, εισάχθηκε στον Ν.9/65 το Μέρος VIA το οποίο προνοεί για τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Η δυνατότητα καταχώρησης έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο προς παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ», με την οποία ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο για την πρόθεση του ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο με πλειστηριασμό, προβλέπεται στο άρθρο 44Γ

(3)του Ν.9/65 του Μέρους VIA. Στο εν λόγω άρθρο απαριθμούνται κατά τρόπο περιοριστικό οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να προσβληθεί η ειδοποίηση «ΙΑ». Συγκεκριμένα, το άρθρο 44Γ
(3)έχει ως εξής: «
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, εφεξής καλούμενος «αγοραστής», αρνήθηκε να προσέλθει και/ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου ή τέτοια διαδικασία εκκρεμεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2019: ................................... (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙ (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.» Συμπεράσματα Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η Αιτήτρια επικαλείται 9 λόγους έφεσης προς παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ». Οι λόγοι έφεσης με αρ. 3, 5, 6, 7 και 9 εκφεύγουν, κατά την κρίση μου, των κατά περιοριστικό τρόπο απαριθμούμενων στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65 λόγων έφεσης. Συγκεκριμένα, με τον λόγο έφεσης υπ' αρ.3, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι το ποσό που εξασφαλίζεται από την υποθήκη είναι υπερβολικό, λανθασμένο και υπολογίσθηκε παράνομα. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στον έλεγχο της ορθότητας του ύψους του ενυπόθηκου χρέους. Η υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(1)του Ν.9/65, είναι όπως συνοδεύσει την ειδοποίηση «Ι» με κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του. Η Καθ' ης η Αίτηση συμμορφώθηκε με την πιο πάνω υποχρέωση της, καθώς στην ειδοποίηση «Ι» περιλαμβάνεται και κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους (Τεκμήριο Γ της ένστασης). Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω, ότι αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός, ότι για το ενυπόθηκο χρέος εκδόθηκε διαιτητική απόφαση η οποία στη συνέχεια εγγράφηκε ως δικαστική απόφαση. Προχωρώ, στους λόγους έφεσης με αρ.5, 7 και 9, οι οποίοι συμπλέκονται, καθώς περιστρέφονται γύρω από τη θέση της Αιτήτριας, ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται καταχρηστικά και καταπιεστικά. Στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος έφεσης. Δεν παραβλέπω, ασφαλώς, ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για να αποτρέπει την κατάχρηση των διαδικασιών είναι σύμφυτη (Αναφορικά με αίτηση της BEOGRADSKA D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ 911). Ωστόσο, μέσα από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν διαβλέπω οποιαδήποτε καταχρηστική συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτηση. Το γεγονός, ότι στη διαιτητική απόφαση (η οποία εγγράφηκε ως δικαστική απόφαση) προνοείται η εκποίηση της υποθήκης δεν καθιστά καταχρηστική ή καταπιεστική την ενεργοποίηση της παρούσας διαδικασίας. Αντιθέτως, το άρθρο 44Α(4Α) του Ν.9/65 αναγνωρίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA αυτού, παρά την εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Ούτε, από την άλλη, ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης μέχρι την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» προσδίδει καταχρηστικό χαρακτήρα στην παρούσα διαδικασία. Ο λόγος έφεσης αρ.6, επίσης, εκφεύγει των προβλεπόμενων από το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65 λόγων έφεσης. Ίσως εκ του περισσού, επισημαίνω ότι ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος, Ν.197(Ι)/03, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην υπό κρίση περίπτωση, αφού, μεταξύ άλλων, η παρούσα διαδικασία δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, ούτε και υποστήριξε η Αιτήτρια ότι ενεργοποίησε τις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν.197(Ι)/03. Προχωρώ στην εξέταση των λόγων έφεσης αρ.1, 2, 4 και 8, οι οποίοι, κατά την κρίση μου, μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της επίδικης διαδικασίας. Ξεκινώ με τον λόγο έφεσης με αρ.1, οποίος αφορά την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ». Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση υποστήριξε στην αγόρευση του ότι ο συγκεκριμένος λόγος δεν μπορεί να τύχει εξέτασης, καθώς καλύπτεται από αοριστία. Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση του κ. Λουκά, δεν συμφωνώ με αυτή. Ο λόγος έφεσης αρ.1 χρησιμοποιεί το ίδιο ακριβώς λεκτικό με το άρθρο 44Γ
(3)(β) του Ν.9/
  1. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας καταγράφεται ρητά, ότι ουδέποτε της επιδόθηκε η ειδοποίηση «ΙΑ», καθώς και ότι η επίδοση δεν έγινε στη βάση των προνοιών του Ν.9/
  2. Από δε την παράγραφο 3 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, προκύπτει ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» λήφθηκε από τον υιό της. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ, ότι μπορεί να εξεταστεί ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης. Άλλωστε, η Καθ' ης η αίτηση γνωρίζει με ποιον τρόπο πραγματοποιήθηκε η επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» στην Αιτήτρια. Επομένως, δεν μπορεί βάσιμα να εγείρει ζήτημα αμηχανίας ή αδυναμίας υπεράσπισης. Επί της ουσίας, τώρα, του υπό εξέταση λόγου έφεσης, το άρθρο 44Γ
(2)ορίζει ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» επιδίδεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Εν προκειμένω, στη βάση των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, η ειδοποίηση «ΙΑ» παραδόθηκε στην Αιτήτρια μέσω ιδιωτικής επίδοσης στον ενήλικο υιό και συγκάτοικό της (παράγραφος 3 ένορκης δήλωσης Αιτήτριας, παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και Τεκμήριο Α της ένστασης). Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε, ότι δεν υπήρξε δέουσα επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» για τους ακόλουθους δύο λόγους: Δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ότι δεν ήταν εφικτή η επίδοση με συστημένη επιστολή. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την επίδοση στον υιό της Αιτήτριας και όχι στην ίδια. Στο άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/65 δίδεται η ερμηνεία του όρου «επίδοση» ως εξής: ««επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο: Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης:, Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση ή η επικοινωνία είναι πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα στο εκπλειστηρίασμα της πώλησης λόγω της εγγραφής στο κτηματικό μητρώο επί του ενυπόθηκου ακινήτου οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους προς όφελός του, η εν λόγω ειδοποίηση αποστέλλεται στη διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο σχετικό Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο σε σχέση με το πρόσωπο αυτό και την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής ή ο κάτοχος εμπράγματου βάρους δικαιούται να ζητήσει και να λάβει από το εν λόγω κτηματολογικό γραφείο.» Ουσιαστικά, μέσω της επιχειρηματολογίας του κ. Ανδρέου, τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο η ιδιωτική επίδοση μπορεί να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που δεν είναι εφικτή η παράδοση με συστημένη επιστολή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν διατυπώσει εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις επί του προαναφερόμενου ζητήματος, παραπέμποντας σε πρωτόδικες αποφάσεις που ασχολήθηκαν με το εν λόγω ζήτημα. Σημειώνω, ότι δεν έχω εντοπίσει, ούτε και οι συνήγοροι με παρέπεμψαν, σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να καταπιάνεται με την ερμηνεία του όρου «επίδοση», όπως αυτή δίδεται στο άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/65. Όσον αφορά τις πρωτόδικες αποφάσεις, δεν υπάρχει κοινή προσέγγιση επί του επίμαχου ερωτήματος. Το όλο ζήτημα προκύπτει από τη φράση: «και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό», η οποία προστέθηκε με τον τροποιητικό νόμο, Ν.87(Ι)/18. Η αυστηρή γραμματική ερμηνεία, την οποία ενστερνίζεται ο κ. Ανδρέου, δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να αποδώσει το πραγματικό νόημα της συγκεκριμένης διάταξης. Θεωρώ, ότι η προαναφερόμενη φράση, θα πρέπει να ενταχθεί στο σύνολο των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/65, έτσι ώστε να ανευρεθεί το πραγματικό νόημα της. Στην Κυριακίδης κ.α ν. Δικηγορόπουλου κ.α
(2012)1Β Α.Α.Δ 1164, αναγνωρίστηκε ότι ένας νόμος θα πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολο του, καθώς και ότι ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε ο νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του. Πιο συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρενθετικά σημειώνουμε ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος, έχει πλέον νομολογιακά εδραιωθεί (Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348). Στην προσπάθεια μας να διαπιστώσουμε την πρόθεση του Νομοθέτη θα λάβουμε υπόψη τους πιο κάτω ερμηνευτικούς κανόνες: (α) Ένας Νόμος πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολό του (Georghiades v. Republic
(1969)3 C.L.R. 396, P. Katsaras and Others v. Republic
(1973)3 C.L.R. 145), (β) Ένας Νόμος δεν μπορεί να ερμηνεύεται με τρόπο που οδηγεί σε άδικα, παράδοξα, παράλογα ή άτοπα αποτελέσματα (Katsaras (πιο πάνω), Southfields Industries Ltd. ν. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου
(2003)2 Α.Α.Δ. 82) και (γ) Ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ο Νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για σκοπούς της ορθής ερμηνείας του (Ράφτης ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 345).» Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι η πρόθεση του νομοθέτη είναι να διασφαλίσει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ότι οι ειδοποιήσεις «Ι» και «ΙΑ», οι οποίες σηματοδοτούν την έναρξη και εφαρμογή της προβλεπόμενης από το Μέρος VIA του Ν.9/65 διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, θα περιέλθουν στη γνώση του ενυπόθηκου οφειλέτη και οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου. Αυτό καθίσταται σαφές από την επιλογή του νομοθέτη να επιδίδονται οι προαναφερόμενες ειδοποιήσεις, σε αντίθεση με την ειδοποίηση «Θ» σε σχέση με την οποία ο νομοθέτης επέλεξε την απλή «αποστολή» της. Δεν είναι, άλλωστε, χωρίς σημασία, ότι ο όρος «επίδοση», τόσο αρχικά με τον Ν.142(Ι)/14, όσο και τώρα με τον Ν.87(Ι)/18, περιλαμβάνει μόνο τη συστημένη επιστολή και την ιδιωτική επίδοση, δηλαδή μεθόδους οι οποίοι παρέχουν υψηλά εχέγγυα ασφάλειας ως προς την παράδοση και λήψη των σκοπούμενων ειδοποιήσεων. Με τον τροποποιητικό νόμο Ν.87(Ι)/18, ο νομοθέτης θέλησε να περιορίσει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί «επίδοση» με βάση τα προβλεπόμενα στον Ν.142(Ι)/14, διευρύνοντας τις μεθόδους επίδοσης. Αυτό, καθίσταται ξεκάθαρο από την προσθήκη της δυνατότητας για υποκατάστατη επίδοση με διάταγμα του Δικαστηρίου, καθώς και της δυνατότητας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Συνεπώς, εντάσσοντας την επίμαχη φράση στο σύνολο των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/65 και έχοντας κατά νου τον σκοπό του εν λόγω Μέρους και ειδικότερα την πρόθεση του νομοθέτη όπως διευρυνθούν οι μεθόδοι επίδοσης των ειδοποιήσεων «Ι» και «ΙΑ» προκειμένου αυτές να περιέρχονται σε γνώση του ενυπόθηκου οφειλέτη και οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου, θεωρώ, ότι η συμπερίληψη της προαναφερόμενης επίμαχης φράσης δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι η ιδιωτική επίδοση εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που δεν είναι εφικτή η επίδοση με συστημένη επιστολή. Το πραγματικό νόημα συνίσταται, κατά την άποψη μου, στο ότι η επίδοση με συστημένη επιστολή θα γίνεται σε εκείνες τις περιπτώσεις που αυτό είναι εφικτό, δηλαδή στις περιπτώσεις που η παράδοση της ειδοποίησης ή επικοινωνίας θα συνεπάγεται και την παραλαβή αυτών. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση, θεωρώ ότι βρίσκεται εκτός του σκοπού του νομοθέτη και θα οδηγούσε σε παράδοξα αποτελέσματα. Ακόμα, όμως, και αν η πιο πάνω προσέγγιση είναι λανθασμένη, θεωρώ, ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μη δέουσα επίδοση. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» περιήλθε στη γνώση της Αιτήτριας (παράγραφος 3 της ένορκης δήλωσης της), η οποία, άλλωστε καταχώρησε την υπό εκδίκαση αίτηση - έφεση. Συνεπώς, ουδεμία ζημιά επήλθε στα δικαιώματα της Αιτήτριας. Από την άλλη, το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση χρησιμοποίησε τη μέθοδο της ιδιωτικής επίδοσης, αντί της συστημένης επιστολής, δεν μπορεί να προσμετρήσει εις βάρος της. Αυτό, διότι επί της ουσίας έπραξε κάτι περισσότερο από αυτό που όφειλε να πράξει επιλέγοντας, μάλιστα, την ασφαλέστερη από τις προβλεπόμενες μεθόδους επίδοσης (βλ. κατ' αναλογία Θεοδώρου και Hellenic Bank Ltd
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2059). Σε σχέση με τη θέση του κ. Ανδρέου, ότι δεν εξηγήθηκε για ποιο λόγο η επίδοση έγινε στον υιό της Αιτήτριας και όχι στην ίδια, παρατηρώ, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για τέτοια εξήγηση. Όπως καθορίζει το άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/65, η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Εν προκειμένω, η επίδοση έγινε σύμφωνα με τη Δ.5 θ.2
(1)(i) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επαναλαμβάνω δε, ότι το ουσιώδες είναι ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» περιήλθε στη γνώση της Αιτήτριας, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται. Ως εκ των ανωτέρω, ο λόγος έφεσης αρ.1 δεν ευσταθεί. Προχωρώ στους λόγους έφεσης αρ.2 και
  1. Παρατηρώ, ότι τόσο ο τύπος, όσο και το περιεχόμενο της επίμαχης ειδοποίησης «ΙΑ» είναι ταυτόσημοι με τον Τύπο «ΙΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος του Ν.9/
  2. Επομένως, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε παράτυπο ή αντικανονικό στην επίδικη ειδοποίηση «ΙΑ». Σε σχέση με την εισήγηση της Αιτήτριας, ότι η νομική βάση της ειδοποίησης «ΙΑ» προκαλεί αμηχανία και σύγχυση, επαναλαμβάνω ότι η Καθ' ης η αίτηση χρησιμοποίησε τον Τύπο «ΙΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος του Ν.9/65 χρησιμοποιώντας και τη νομική βάση που καταγράφεται σε αυτόν. Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αμηχανία ή σύγχυση προκλήθηκε στην Αιτήτρια, η οποία καταχώρησε την επίδικη αίτηση - έφεση στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/
  3. Ο ισχυρισμός, τώρα, της Αιτήτριας περί μη επίδοσης της ειδοποίησης «Ι», αντικρούεται από το Τεκμήριο Γ της ένστασης και την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Σημειώνω, ότι η Αιτήτρια δεν ζήτησε την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας. Κατά τα λοιπά, επισημαίνω ότι η ειδοποίηση «Ι» δεν είναι εφέσιμη. Ό,τι ενδεχομένως μπορεί να εξεταστεί σε σχέση με την ειδοποίηση «Ι» αφορά την προθεσμία που πρέπει να παρέλθει για την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ». Παρατηρώ, ότι η ειδοποίηση «Ι» (Τεκμήριο Γ της ένστασης) τάσσει την προβλεπόμενη εκ του νόμου προθεσμία των 45 ημερών προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού (άρθρο 44Γ
(1)Ν.9/65), μετά την πάροδο της οποίας επιδόθηκε η επίδικη ειδοποίηση «ΙΑ». Σε κάθε περίπτωση η ειδοποίηση «Ι» είναι σύμφωνη με τον Τύπο «Ι» του Δευτέρου Παραρτήματος του Ν.9/65. Όσον αφορά, τώρα, την ειδοποίηση «Θ», η Καθ' ης η Αίτηση για δύο ανεξάρτητους λόγους δεν ήταν υπόχρεη να αποστείλει τέτοια ειδοποίηση στην Αιτήτρια. Πρώτον, διότι εξασφάλισε εναντίον της Αιτήτριας διαιτητική απόφαση, η οποία εγγράφηκε ως δικαστική απόφαση (δεύτερη επιφύλαξη άρθρου 44Β
(2)Ν.9/65). Δεύτερον, η υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης «Θ» αφορά αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 44Β
(2)Ν.9/65). Σύμφωνα με τη δήλωση της ενόρκως δηλούσας για την Καθ' ης η αίτηση, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, η τελευταία έπαυσε να είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα από τις 31.08.18 (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης). Ο τελευταίος λόγος έφεσης που απέμεινε να εξεταστεί είναι ο υπ' αρ. 8, ο οποίος εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Ν.9/65. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας στην αγόρευση του επικεντρώθηκε στο άρθρο 44Α(4Α), υποστηρίζοντας ότι είναι αντισυνταγματικό, διότι παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Ο κ. Ανδρέου στήριξε την επιχειρηματολογία του στο ότι υπήρξαν, πριν την ενσωμάτωση του εν λόγω άρθρου στον Ν.9/65, πρωτόδικες αποφάσεις που χαρακτήρισαν ως καταχρηστική την προώθηση της παρούσας διαδικασίας στις περιπτώσεις που υπάρχει δικαστικό διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην υπόθεση The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και συνοψίζονται ως ακολούθως:
  1. Κάθε Νόμος θεωρείται συνταγματικός, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμία νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των Νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78). 3. Αν είναι δυνατόν τα Δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος (Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245). 4. H δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Ανδρέας Κ. Ψαράς ν. Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας
(1971)3 C.L.R. 151, Μηλιώτης Λτδ ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 12, Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ 126 και Χαράλαμπος Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd
(2005)2 Α.Α.Δ 57). Εν προκειμένω, η Αιτήτρια με την απλή επίκληση δύο πρωτόδικων αποφάσεων οι οποίες χαρακτήρισαν ως καταχρηστική την προώθηση διαδικασίας πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65, ενώ υπήρχε σε ισχύ διάταγμα εκποίησης υποθήκης, δεν κατέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η επίμαχη διάταξη είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση - έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπερ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Αγιομαμίτης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil Jurisdiction / General Applications Final Αναφορά: Αίτηση για Παραμερισμό Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.