ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΡΕΑΤΩΝ & ΖΩΩΝ ΘΕΡΑΠΩΝ ΘΕΡΑΠΟΝΤΟΣ ΛΤΔ ν. Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής 90/14, 20/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 90/14 Μεταξύ: ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΡΕΑΤΩΝ & ΖΩΩΝ ΘΕΡΑΠΩΝ ΘΕΡΑΠΟΝΤΟΣ ΛΤΔ Εναγόντων - και -
- XXX Κωνσταντίνου
- XXX Κωνσταντίνου, εμπορευομένων με την εμπορική επωνυμία ή/και με το όνομα Α/φοί Κωνσταντίνου Εναγόμενων Ημερομηνία: 20η Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ττοφή (κα.) Για τους Εναγόμενους: Γαβριηλίδης (κος.) Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος προς τα διάδικα μέρη κατόπιν λήψεως της ρητής συγκατάθεσής τους, κατ' εφαρμογή των διαδικαστικών κανονισμών που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο των μέτρων προς αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού (Covid-19) και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Α. Έγγραφες προτάσεις
- Οι Ενάγοντες με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο αξίωσαν από τους Εναγόμενους ποσό €15,000 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για την πώληση κρεάτων που παραδόθηκαν στους Εναγόμενους μεταξύ της 30.1.2010 και 1.12.2010, πλέον νόμιμο τόκο και τα σχετικά έξοδα της Αγωγής πλέον ΦΠΑ. Οι ίδιοι αναφέρουν ότι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ότι οι Εναγόμενοι, οι οποίοι εμπορεύονται με την εμπορική επωνυμία ή και το όνομα Α/φοι Κωνσταντίνου, ασχολούνται με αγοραπωλησία κρεάτων. Επίσης ισχυρίζονται ότι προμήθευσαν τους Εναγόμενους με κρέατα επί πιστώσει και το υπόλοιπο του λογαριασμού των, στις 1.12.2010, ήταν €15,000 και παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το ισχυριζόμενο χρέος, οι Εναγόμενοι δεν τους πλήρωσαν. Γι' αυτό το λόγο οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα Αγωγή.
- Οι Εναγόμενοι ήγειραν εξ αρχής δύο προδικαστικές ενστάσεις στην προώθηση της Αγωγής, με την πρώτη αφενός θέτοντας ζήτημα παρατυπίας ή αντικανονικότητας στον τίτλο της και αφετέρου με την δεύτερη θέτοντας ζήτημα έγερσής σας εναντίον ανύπαρκτης εμπορικής επωνυμίας. Αρνούνται επίσης το σύνολο των ισχυρισμών των Εναγόντων όπου αυτοί δεν συνάδουν με τους δικούς τους και αντιτείνουν ότι, αφενός οι ίδιοι ουδέποτε εμπορεύθηκαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα με τους Ενάγοντες, αλλά μέσω της εταιρείας Constantinou Bros Meat Market Ltd., εις την οποία οι Εναγόμενοι συμμετείχαν και ότι αφετέρου η εν λόγω εταιρεία ουδέν ποσό οφείλει στους Ενάγοντες. Β. Μαρτυρία - Ακρόαση
- Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ένας για κάθε πλευρά. Για την πλευρά των Εναγόντων, η εγγραφή των οποίων στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών φαίνεται στο Τεκμήριο 1, ο κ. XXX Θεράποντος ως Μ.Ε.1 και για την πλευρά των Εναγόμενων ο κ. XXX Κωνσταντίνου ως Μ.Υ.
- Η μαρτυρία αμφοτέρων των μαρτύρων είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει ληφθεί ολόκληρη υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρήζει επανάληψης αυτολεξεί. Κατά την έκδοση της παρούσας απόφασης, περιορίζομαι στη σύνοψη των ουσιωδών σημείων της μαρτυρίας τους, εκτός όπου παρατίθεται το ακριβές λεκτικό από τα πρακτικά[1]. Ι. Μ.Ε.1 - Θεράπων Θεράποντος
- Ο Μ.Ε.1, με τη Γραπτή του Δήλωση, Έγγραφο Α, προώθησε στο Δικαστήριο ότι, από το 2006, οι Εναγόμενοι συνεργάζονταν με τους Ενάγοντες με τα ονόματά τους και/ή με την εμπορική επωνυμία «Α/φοί Κωνσταντίνου» και διατηρούσαν δύο κρεοπωλεία στη Λεμεσό. Σημειώνεται ότι η διάζευξη «και/ή» αποτέλεσε μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 στην παράγραφο 4 του Εγγράφου Α και γι' αυτό το λόγο διατηρείται και στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Παρουσίασε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού, δηλαδή το Τεκμήριο 2, στην οποία ανέφερε ότι αναγράφεται το απαιτούμενο υπόλοιπο των €15,
- Ήταν θέση του Μ.Ε.1 ότι οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους και ουδέποτε στο παρελθόν ανέφεραν στους Ενάγοντες οτιδήποτε αναφορικά με την ύπαρξη εταιρείας. Παρουσίασε δε τρία τιμολόγια διαφορετικών ημερομηνιών τα οποία ισχυρίζεται ότι δεικνύουν τις υπογραφές των Εναγόμενων 1 και 2, Τεκμήριο 3, και ισχυρίστηκε ότι οι ίδιοι ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι υπέγραφαν «με την εμπορική επωνυμία Αφοι Κωνσταντίνου». Κατά τους ισχυρισμούς του Μ.Ε.1, οι Εναγόμενοι 1 και 2, «υπό την προσωπική τους ιδιότητα με την εμπορική επωνυμία Αδ/φοι Κωνσταντίνου», συνέχισαν να πληρώνουν στους Ενάγοντες οφειλόμενα ποσά μετά και την τελευταία χρέωση από πλευράς των δεύτερων περί το έτος
- Τέλος ο Μ.Ε.1 ισχυρίζεται ότι με έρευνα στο ηλεκτρονικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 4, διαφάνηκε ότι η εταιρεία, στην οποία έκαναν αναφορά οι Εναγόμενοι 1 και 2, υπάρχει μεν, αλλά εκ της τελευταίας ετήσιας εκθέσεως που καταχωρήθηκε διαφαίνεται ότι η εταιρεία ήταν ανενεργή από το έτος 2005, δηλαδή πριν την έναρξη της συνεργασίας των Εναγόντων με τους Εναγόμενους. ΙΙ. Μ.Υ. 1 - XXX Κωνσταντίνου
- Ο Μ.Υ. 2 κατέθεσε ενόρκως αναφέροντας ότι εκείνος και ο αδερφός του Εναγόμενος 2, ο οποίος δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο, ουδέποτε εμπορεύθηκαν είτε ως φυσικά πρόσωπα είτε υπό εμπορική επωνυμία και ότι κατά διαστήματα πλήρωναν τους Ενάγοντες με επιταγές της εταιρείας Constantinou Bros Meat Market Ltd. Κατά το μάρτυρα, οι Ενάγοντες γνώριζαν το καθεστώς τούτο και δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την Αγωγή εναντίον του. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είτε ο ίδιος είτε η Εταιρεία έλαβε οποιαδήποτε ενημέρωση σε σχέση με οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό και ότι οι «Εναγόμενοι 2», όπως τους ονομάζει, δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Μ.Υ.1 κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, δέσμη τιμολογίων που φέρονται να εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες προς «Α/φοι Κωνσταντίνου» και διευκρίνισε ότι αυτά αφορούσαν προϊόντα της εταιρείας η οποία φαίνεται στο Τεκμήριο
- ΙΙΙ. Αντεξέταση
- Η αντεξέταση του Μ.Ε.1 κινήθηκε, κυρίως, γύρω από τον άξονα που αφορούσε την έγερση της Αγωγής εναντίον των Εναγόμενων ως φαίνονται στον τίτλο του Κλητηρίου Εντάλματος. Στις σχετικές υποβολές του Δικηγόρου των Εναγόμενων, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ο ίδιος γνώριζε μόνο τον «Μάριο» και τον «Πανίκκο» και δεν ήξερε καμία εταιρεία. Αμφέβαλε ότι το λογιστήριο της εταιρείας των Εναγόντων θα εξέδιδε λογαριασμό επ' ονόματι εταιρείας και δεν γνώριζε εάν υπήρχε εμπορική επωνυμία «Αδελφοί Κωνσταντίνου». Δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί θετικά αναφορικά με το κατά πόσο η εταιρεία, με την οποία οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι συναλλάσσονταν με τους Ενάγοντες, ήταν ανενεργός από το 2005 και ότι την όποια πληροφόρηση είχε σχετικά την έλαβε από τους δικηγόρους του. Σε ερώτηση αναφορικά με τις επιταγές τις οποίες οι Ενάγοντες, αδιαμφησβήτητα, εξαργύρωναν έναντι του σχετικού λογαριασμού, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι αυτές ήταν από «Αδελφούς Κωνσταντίνου». Σε μετέπειτα υποβολή επί του σημείου, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι δεν θυμόταν με ποιου τις επιταγές πληρωνόταν αλλά ότι πληρωνόταν και ότι τον ίδιο δεν τον ενδιαφέρει ποιος θα τον πληρώσει.
- Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Υ.1 εν τέλει αποδέχθηκε ότι η εταιρεία είχε οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους Ενάγοντες, αλλά, ως ανέφερε δεν θυμόταν το ποσό. Την ύπαρξη του υπολοίπου την πληροφορήθηκε προφορικώς. Δεν είχε οποιαδήποτε απόδειξη εξόφλησης υπολοίπου. Παρά τις υποβολές της συνηγόρου των Εναγόντων ότι η εταιρεία δεν λειτουργούσε από το έτος 2005, επέμεινε ότι η αδρανοποίησή της επήλθε το έτος
- Αναγνώρισε τις υπογραφές επί του Τεκμηρίου 3, τόσο του ιδίου όσο και του αδερφού του, και στην υποβολή ότι ουδέποτε ανέφερε στους Ενάγοντες ότι υπήρχε εταιρεία ανέφερε ότι το «αδελφοί Κωνσταντίνου» ήταν το ελληνικό όνομα της εταιρείας και ότι οι υπογραφές απλώς σηματοδοτούσαν την παραλαβή παραγγελιών στα αντίστοιχα καταστήματα που παραδίδονταν. Πρόβαλε τη θέση ότι κι άλλοι αναφέρονταν στην εταιρεία ως αδελφοί Κωνσταντίνου και ότι οι πληρωμές γίνονταν πάντα από την εταιρεία. Αρνήθηκε επανειλημμένα ότι ο ίδιος και ο αδερφός του εμπορεύονταν υπό την προσωπική τους ιδιότητα ως αδελφοί Κωνσταντίνου. ΙV. Αγορεύσεις
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους στο Δικαστήριο. Από τη μια πλευρά, η συνήγορος των Εναγόντων υποστηρίζει ότι βάσει του Άρθρου 56
(1)του περί Πωλήσεων Αγαθών Νόμου του 1994 (Ν.10(Ι)/1994) αλλά και του εκκαθαρισμένου λογαριασμού οφείλουν το ποσό της αξίωσης στους Ενάγοντες, ότι οι Εναγόμενοι παραδέχθηκαν το χρέος και ότι το μόνο που αντιτάσσουν είναι ότι ουδέποτε συναλλάχθηκαν με τους Ενάγοντες με την εμπορική επωνυμία ή με την προσωπική τους ιδιότητα. Προτείνει η συνήγορος ότι ο λόγος που οι Εναγόμενοι προτάσσουν την εταιρεία ως το μέσο των συναλλαγών τους είναι προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή προς τους Ενάγοντες. Συνεχίζει, με αναφορά σε νομολογία, και λέγει ότι η απλή άρνηση του ποσού εκ μέρους των Εναγόμενων δεν είναι υπεράσπιση. Δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της Εταιρείας στην οποία γίνεται αναφορά από τους Εναγόμενους, πλην όμως αυτή ουδέποτε, ως ανέφερε, παρουσιάστηκε στους Ενάγοντες.
- Αντίθετη είναι η εκπεφρασθείσα, δια της δικής του γραπτής αγόρευσης, άποψη του δικηγόρου των Εναγόμενων. Αναδεικνύει ο συνήγορος ότι η θέση περί συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων από το 2006 δεν δικογραφείται από τους Ενάγοντες και ότι ο μοναδικός τους μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα ποιος του οφείλει το ποσό των €15,
- Προχωρεί να παραπέμψει και σε κατ' ισχυρισμό ασαφή θέση του Μ.Ε.1 σε σχέση με το ποιος εξέδιδε επιταγές προς πληρωμή έναντι των εκάστοτε οφειλόμενων. Θέση του είναι ότι ουδέποτε οι πελάτες του εμπορεύθηκαν προσωπικά και ότι η εμπορική επωνυμία που αναγράφεται στον τίτλο της Αγωγής δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Με αναφορά σε νομολογία προκρίνει ότι διαζευκτική μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή και ότι ο λογαριασμός που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο δεν πληροί της προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία προκειμένου να θεωρείται εκκαθαρισμένος και ικανός να αποδείξει την απαίτηση των Εναγόντων. Γ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας
- Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν. Εξετάζω την αξιοπιστία των μαρτύρων και αξιολογώ αυτή έχοντας κατά νου τις καλά καθιερωμένες αρχές που προκύπτουν μέσα από τη σχετική επί του θέματος Νομολογία[2]. Λαμβάνονται συνεπώς υπόψη, ως χαρακτηριστικά διαχρονικά αναφέρεται στη σχετική Νομολογία, «η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει [...]». Υπενθυμίζονται αφενός η εξουσία του Δικαστηρίου να αποδεχτεί μέρος ή όλη τη μαρτυρία ενός μάρτυρα[3], νοουμένου ότι η επιλογή του Δικαστηρίου αιτιολογείται[4] και αφετέρου το καθήκον συσχετισμού, αντιπαραβολής και διερεύνησης της μαρτυρίας με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων» χωρίς μικροσκοπική κρίση η απομόνωση των λεγόμενων των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας[5]. Επισημαίνεται επίσης ότι η μαρτυρία των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου προσεγγίζεται με προσοχή μια αμφότεροι, ξεκάθαρα, έχουν άμεσο συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης.
- Για τον Μ.Ε.1, αποκόμισα αρνητική εντύπωση αφού διαπίστωσα ότι παρουσίασε μια συγκεχυμένη εικόνα σε σχέση με το ποιος όφειλε χρήματα στους Ενάγοντες, αλλά και ποιος πλήρωνε τα κατά καιρούς οφειλόμενα σε μια συνεργασία που, ως οι ισχυρισμοί της πλευράς του, χρονολογείται από το
- Ενώ, όπως εν τέλει έγινε παραδεχτό από τον Μ.Υ.1, του οποίου η μαρτυρία αξιολογείται πιο κάτω, οι Ενάγοντες φαίνεται να δικαιούνται σε σημαντικό απλήρωτο ποσό για την προμήθεια προϊόντων, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως προς το εναπομείναν επίδικο σημείο, δηλαδή αυτό του κατά πόσο η Αγωγή κινήθηκε εναντίον το πραγματικού τέως συνεργαζόμενου με τους Ενάγοντες προσώπου, κρίνεται ανεπαρκής αλλά και αντιφατική. Με το πέρας της, επί του σημείου τούτου, μαρτυρίας του Μ.Ε.1, παρέμεινε στο Δικαστήριο άλυτη η απορία για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε πληρωμή που κατά καιρούς γινόταν έναντι του εκάστοτε υπολοίπου, προκειμένου να διασκεδαστεί, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, η όποια αμφιβολία ως προς το ποιος ή ποιοι οφείλουν στους Ενάγοντες το επίδικο χρέος. Αντ' αυτού, ο Μ.Ε.1 επέλεξε να προωθήσει στο Δικαστήριο διαζευκτικούς ισχυρισμούς, δηλαδή ότι οι Εναγόμενοι είτε ενεργούσαν προσωπικά εμπορευόμενοι με την επωνυμία αδελφοί Κωνσταντίνου, είτε χρησιμοποιώντας εμπορική επωνυμία δηλαδή την «Α/φοι Κωνσταντίνου» εις την οποία φαίνεται να χρεώνονταν τα επίδικα προϊόντα, χωρίς εν τέλει να παρουσιάσει μια σταθερή θέση για το σημαντικότερο ζήτημα που απέμεινε για να κριθεί η παρούσα διαφορά. Παρατίθεται ενδεικτικά μέρος της αντεξέτασης του Μ.Ε.1 που φανερώνει και τις αδυναμίες της μαρτυρίας του εν σχέση με το κύριο επίδικο θέμα: «Δικηγόρος Εναγόμενων: Σας υποβάλλω ότι το λογιστήριο σας εξέδωσε λογαριασμό στο όνομα Constantinou Bros Meat Market Ltd. στις 21.1.
- Μ.Ε.1: Εννομιζω το λογιστήριο να έφκαλε έτσι πράμα». Και πιο κάτω: «Δικηγόρος Εναγόμενων: [αναφερόμενος στο Τεκμήριο 2] Οι επιταγές που αναγράφονται στην προτελευταία σελίδα π.χ. 773410, €2000 που πιστώνεται, αυτές δεν ήταν της εταιρείας Constantinou Bros Meat Market; Μ.Ε.1: Αδελφοί Κωνσταντίνου ήταν. Δικηγόρος Εναγόμενων: Δεν υπήρξαν ποτέ επιταγές αδελφοί Κωνσταντίνου. Μ.Ε.1: Νομίζω υπήρχαν. Δικηγόρος Εναγόμενων: Σας υποβάλλω ότι ούτε επιταγές εμπορικής επωνυμίας αδελφοί Κωνσταντίνου υπήρχαν. Μ.Ε.1: Εγώ πληρωνόμουν με επιταγές αδελφοί Κωνσταντίνου. Δικηγόρος Εναγόμενων: Σας υποβάλλω ότι οι επιταγές ήταν εταιρείας. Μ.Ε.1: Εγώ ξέρω ότι επληρώνουμουν. Εν θυμούμαι με τι επιταγές. Δικηγόρος Εναγόμενων: Ο λόγος που αποκρύπτετε το γεγονός ότι συναλλασσόσασταν με την εταιρεία είναι για να εισπράξετε. Μ.Ε.1: Εμένα εν με ενδιαφέρει ποιος θα με πληρώσει.»
- Με την κατάθεση του Τεκμηρίου 3, ο Μ.Ε.1 παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι τα προϊόντα που παρέδιδε σε κάθε ένα από τα δύο καταστήματα που, όπως ανέφερε, διατηρούσαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 αντίστοιχα, διαχωρίζονταν, καθότι δίπλα από την αναγραφή της φράσης «Α/φοι Κωνσταντίνου» αναγράφονταν, αναλόγως του καταστήματος, τα ονόματα «XXX» και «XXX». Εκεί στηρίχθηκε τόσο για να ενισχύσει τη θέση του ότι δεν γνώριζε περί οποιασδήποτε εταιρείας των Εναγόμενων όσο για να αντικρούσει και την υποβολή του δικηγόρου των Εναγόμενων ότι εάν οι Ενάγοντες εμπορεύονταν με τους Εναγόμενους 1 και 2 προσωπικά τότε η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2, θα έφερε τα ονόματά τους. Παρά ταύτα, στο Τεκμήριο 5, το οποίο κατατέθηκε από πλευράς Εναγόμενων χωρίς ένσταση ή αμφισβήτηση από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων, τα 26 εκ των 45 τιμολογίων που συμπεριλαμβάνονται στη δέσμη, φέρουν μόνο την χειρόγραφη ένδειξη «Α/φοι Κων/νου» και μόνο στα υπόλοιπα 19 αναγράφονται τα ονόματα XXX και XXX, καταρρίπτοντας καθ' αυτό τον τρόπο και το όλο επιχείρημα που προώθησε ο Μ.Ε.
- Διαπιστώνεται ότι εάν η πρακτική που ακολουθείτο από τους Ενάγοντες ήτο να αναγράφεται το όνομα κάθε ενός εκ των Εναγόμενων 1 και 2, μια και τα πρόσωπα που συναλλάσονταν με τους Ενάγοντες ήτο αυτά, υπό την προσωπική τους ιδιότητα, τότε η πρακτική θα ήτο εμφανής σε όλα τα τιμολόγια. Ομοίως, στο Τεκμήριο 2, δεν διαχωρίζονται οι χρεώσεις μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2, παρά μόνο χρεώνονται στο όνομα «ΑΔ/ΦΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ», με τις αντίστοιχες εισπράξεις να σημειώνονται ως «ΑΔ. ΚΩΝΣΤ. [.]». Υπενθυμίζεται ότι η πλευρά των Εναγόντων παρουσίασε μόνον 3 αντίγραφα τιμολογίων στα οποία αναγράφονται τα ονόματα «XXX» και «XXX» παραλείποντας να παρουσιάσει οποιοδήποτε τιμολόγιο εις το οποίο δεν αναγραφόταν οποιοδήποτε εκ των δύο ονομάτων, τιμολόγια τα οποία, ως φάνηκε από το Τεκμήριο 5, υπήρχαν και εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες. Για χάρη σαφήνειας, σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 3 υπογράφονταν από τους Εναγόμενους 1 και 2 προκειμένου να σηματοδοτήσουν παραλαβή εμπορευμάτων, επιβεβαιώθηκε και δια της μαρτυρίας του Μ.Υ.
- Εκείνο που το Δικαστήριο εν προκειμένω δεν αποδέχεται είναι την εκ μέρους των Εναγόντων εργαλειοποίηση των υπογραφών προς επίρρωση του ισχυρισμού περί συναλλαγής των Εναγόμενων 1 και 2 υπό τις προσωπικές των ιδιότητες.
- Δεν επεξηγήθηκε από το Μ.Ε.1 για ποιο λόγο το Τεκμήριο 2 εκδόθηκε στο όνομα «ΑΔ/ΦΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ» από τη στιγμή που, για τους Ενάγοντες, παραδίδονταν προϊόντα σε δύο καταστήματα, έκαστο, ως ο ισχυρισμός του, υπό τη διεύθυνση καθενός εκ των Εναγόμενων 1 και
- Η παράλειψη αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία εν όψει του γεγονός ότι οι Ενάγοντες προώθησαν την Αγωγή εναντίον και των δύο Εναγόμενων, αλλά και διαζευκτικά εναντίον τους ως εμπορευόμενων με εμπορική επωνυμία ή κοινό όνομα. Ομοίως προωθήθηκαν και κατά τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στο Δικαστήριο οι διαζευκτικές εκδοχές αναφορικά με το με ποιον εν τέλει οι Ενάγοντες είχαν εμπορική συνεργασία για περίοδο, με βάσει τους ισχυρισμούς τους, πέραν των 4 ετών.
- Εν κατακλείδι, δεν προωθήθηκε υπό του Μ.Ε.1 οποιαδήποτε σταθερή θέση αναφορικά με το κατά πόσο οι Εναγόμενοι παρουσιάστηκαν στους Ενάγοντες είτε ως να εμπορεύονταν υπό τις προσωπικές τους ιδιότητες, είτε ως εμπορευόμενοι υπό κοινή ονομασία ή εμπορική επωνυμία. Διαπιστώνεται κρίσιμη και ουσιώδης διάσταση μεταξύ των αναφορών του Μ.Ε.1 ότι ο ίδιος ήξερε μόνο τους «XXX» και «XXX», οι οποίοι υπέγραφαν ξεχωριστά τα τιμολόγια και του γεγονότος ότι τα επίδικα τιμολόγια εκδίδονταν στην ονομασία «Α/φοι Κων/νου», τα πλείστα εξ αυτών χωρίς να αναγράφουν τα ονόματα «XXX» ή «XXX», και η κατάσταση λογαριασμού στην ονομασία «ΑΔ/ΦΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ».
- Εν όψει των πιο πάνω κρίνω τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 αναξιόπιστη και κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων, εκτός σε σχέση με το γεγονός ότι οι Ενάγοντες, ως εταιρεία που δραστηριοποιείτο στο εμπόριο κρεάτων, παρέδωσε τα προϊόντα προς το πρόσωπο εις το όνομα του οποίου χρεώνονταν με την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2 και ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στις €15.000 και ότι οι επιταγές εκδίδονταν από «Αδελφούς Κωνσταντίνου». Δέχομαι αυτό το μέρος της μαρτυρίας του επειδή, ως επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Υ.1, υπήρχε οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες και επειδή το Τεκμήριο 2 δεν αμφισβητήθηκε από του Εναγόμενους κατ' ουσία ως προς τις χρεωπιστώσεις.
- Κατά τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 εντοπίστηκε προφανής διάσταση από τη δικογραφημένη των Εναγόμενων θέση. Δηλαδή ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Υ.1 και συγκεκριμένα κατά την αντεξέτασή του, παραδέχθηκε ότι οι Ενάγοντες δικαιούντο να πληρωθούν για προϊόντα που προμήθευσαν σε αντίθεση με την άρνηση του γεγονότος τούτου στην Υπεράσπιση. Η αυτοαναίρεση του Μ.Υ.1 δημιούργησε κακή εντύπωση πλην όμως οι λοιπές του θέσεις ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε συνεργάστηκαν με τους Ενάγοντες υπό την προσωπική τους ιδιότητα, παρά μόνο για λογαριασμό της Εταιρείας Constantinou Bros Meat Market Ltd. και ότι δεν υπάρχει εμπορική επωνυμία «Αδελφοί Κωνσταντίνου» παρέμειναν σταθερές. Σε υποβολή της συνηγόρου των Εναγόντων ότι ουδέποτε ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι είχαν εταιρεία, ο Μ.Υ.1 απάντησε ότι πάντα το γνώριζαν και από την εταιρεία γίνονταν και οι πληρωμές. Επιπρόσθετα, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι η ονομασία «αδελφοί Κωνσταντίνου» αφορούσε την εταιρεία Constantinou Bros Meat Market Ltd. και αναγνώρισε τόσο το Τεκμήριο 4 ως να αναφέρεται στην εταιρεία για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε αλλά και, χωρίς δισταγμό, τις υπογραφές του ιδίου και του αδερφού, επιβεβαιώνοντας και την προηγούμενη θέση του Μ.Ε.1 αναφορικά με το τελευταίο θέμα αυτό.
- Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 κρίνεται, αναφορικά με το ποια πρόσωπα οφείλουν στους Ενάγοντες το απαιτούμενο ποσό, αναξιόπιστη. Εν όψει της παραδοχής εκ μέρους του Μ.Υ.1 ότι η εταιρεία Constantinou Bros Meat Market Ltd., έχει απλήρωτη οφειλή προς τους Ενάγοντες κρίνω ότι οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου αναφορικά με το κατά πόσο αποδείχθηκε η ύπαρξη οφειλής, παρέλκει. Δ. Νομική πτυχή και βάρος απόδειξης
- Ο ενάγων σε πολιτικές αγωγές έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[6]. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[7].
- Το άρθρο 190 του Κεφ. 149, έχει ερμηνευθεί ως να ενσωματώνει την αρχή ότι αντιπρόσωπος που δεν αποκαλύπτει ότι συναλλάσσεται το όνομα του ατόμου που αντιπροσωπεύει, δεσμεύεται προσωπικά. Στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γεωργιάδης Iάκωβος ν. The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 629, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι εφόσον ουδέποτε ο αντιπρόσωπος απεκάλυψε ότι ενεργούσε ως τέτοιος τότε ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφασίσει την εφαρμογή του Άρθρου 190 του Κεφ.
- Ε. Κατάληξη
- Η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από τα γεγονότα της Bernoulli Trading (ανωτέρω). Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 ως αναξιόπιστη σε σχέση με το ποια πρόσωπα οφείλουν στους Ενάγοντες τα απαιτούμενα ποσά οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες δεν απέσεισαν το ανάλογο αποδεικτικό βάρος μια και δεν προσκόμισαν αξιόπιστη μαρτυρία στο Δικαστήριο.
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η Αγωγή απορρίπτεται.
- Τα έξοδα επιδικάζονται αυτά υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Ανδρέα Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 και Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. 1. ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΚΟΥΡΗ κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165) [2] (βλ. C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) [3] (βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454) [4] (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) [5] (βλ. Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης ν. Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1056) [6] Βλ. Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295 και Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 [7] βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220 και Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο