← Κύπρος

Παπαθεοδούλου ν. Παναγιώτου, Αρ. Αγωγής: 1524/2014, 20/4/2022

Παπαθεοδούλου ν. Παναγιώτου, Αρ. Αγωγής: 1524/2014, 20/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1524/2014 Μεταξύ: XXXX Παπαθεοδούλου, εκ Λεμεσού Ενάγοντας και XXXX Παναγιώτου, εκ Λεμεσού Εναγόμενου Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Χριστίνα Ταλιάνου για κκ C.G. TALIANOS LLC Για Εναγόμενο: κος Γρηγόριος Α. Χριστοδουλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις για προφορική δυσφήμηση που έγινε εις βάρος του περί την 07/01/2014 αλλά και για αποζημιώσεις για λίβελλο που περιέχεται σε τηλεομοιότυπο επιστολή ημερ. 09/01/

  1. Μέσω της Έκθεσης Απαίτησης του ο Ενάγοντας συνοπτικά αναφέρει ότι ήταν και είναι τεχνικός υπάλληλος της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (στο εξής ως "η ΑΗΚ") και ο Εναγόμενος ήταν ένοικος και ταμίας της Διαχειριστικής Επιτροπής της Πολυκατοικίας XXXXX Γ στην οδό XXXXX αρ. 4 στη Λεμεσό. Στις 09/01/2014 ο Εναγόμενος έγραψε και δημοσίευσε επιστολή της ίδιας μέρας αναφορικά με τον Ενάγοντα και σε σχέση με το επάγγελμα του. Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθεται το κείμενο μιας επιστολής. Η εν λόγω επιστολή στάλθηκε στον προϊστάμενο του Ενάγοντα Βοηθό Περιφερειακό Διευθυντή της ΑΗΚ Λεμεσού. Στις 13/01/2014 παραδόθηκε δια χειρός στον προϊστάμενο του Ενάγοντα οι υπογραφές των ενοίκων πλην 4 που αρνήθηκαν να υπογράψουν. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στην επιστολή έγιναν αντιληπτές ότι είχαν μεταξύ άλλων την έννοια ότι ο Ενάγοντας διέπραξε το αδίκημα της κλοπής αντικειμένου, κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας, παράνομης επέμβασης σε εγκαταστάσεις της ΑΗΚ, ότι είναι ανέντιμος, εκμεταλλεύεται τη θέση του προς βλάβη πελατών της ΑΗΚ κ.α. Το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής είχε αναφερθεί προφορικά στον προϊστάμενο του Ενάγοντα περί την 07/01/
  2. Με βάση τα πιο πάνω ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη βλάβη στην πίστη, εκτίμηση, εντιμότητα, αξιοπιστία, φήμη του έναντι των ενοίκων της πολυκατοικίας καθώς και στο χώρο της εργασίας του. Στον αντίποδα μέσω της Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν δημοσίευσε ούτε προκάλεσε ψευδώς ή κακοβούλως τη συγγραφή οιασδήποτε επιστολής αναφορικά με τον Ενάγοντα. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι ακόμη κι αν αποδειχθεί η ύπαρξη οποιασδήποτε επιστολής και/ή καταγγελίας αυτή δεν έγινε κακόβουλα αλλά αποτελούσαν έντιμα σχόλια για θέματα δημοσίου συμφέροντος, ότι έγινε καλόπιστα και αποτελούσε την αλήθεια των γεγονότων και ότι ο Εναγόμενος είχε ηθικό καθήκον να προβεί στη δημοσίευση της επιστολής για να προστατεύσει τα συμφέροντα και δικαιώματα των ενοίκων της Πολυκατοικίας. Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγόμενου ότι ουδέποτε δυσφήμησε και προσέβαλε ή έπληξε τη φήμη και/ή αξιοπρέπεια ή το επάγγελμα ή θέση εργασίας του Ενάγοντα. Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε και έγγραφη. Μεταξύ άλλων, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο πιστοποιητικού ικανότητας με ημερ. 22.05.2015 σε σχέση με τον Ενάγοντα Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Η μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας. Παρέλκει η πλήρης απόδοση της. Συνοπτικά παρατίθενται τα κύρια σημεία της μαρτυρίας. Εν πάση περίπτωση το κρίσιμο μέρος της μαρτυρίας θα σκιαγραφηθεί και θα αξιολογηθεί κατά τη συζήτηση που ακολουθεί. Να σημειωθεί ότι προχώρησα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο την ποιότητα, πειστικότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες ενώ έδιδαν μαρτυρία και έλαβα υπόψη μου μεταξύ άλλων τη σαφήνεια στον τρόπο απάντησης, τη φυσικότητα και αμεσότητα των απαντήσεων, την τυχόν ύπαρξη υπερβολών σε αυτές, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν ουσιαστικές αντιφάσεις, τη μνήμη των μαρτύρων, τους λόγους που είχαν να τα θυμούνται αυτά κ.α. Επίσης έχω αντιπαραβάλει τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με το σύνολο της μαρτυρίας. βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. Ο Ενάγοντας σαν μέρος της κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το Έγγραφο Α και ανάφερε συνοπτικά ότι ήταν και είναι τεχνικός υπάλληλος της ΑΗΚ και ο Εναγόμενος ήταν και είναι ένοικος στην πολυκατοικία XXXXX Γ στην οδό XXXXX αρ.
  2. Κατά τον επίδικο χρόνο σύμφωνα με τον Ενάγοντα ο Εναγόμενος ήταν ταμίας της Διαχειριστικής Επιτροπής. Αναφέρει δε ότι στις 09/01/2014 ο Εναγόμενος ψευδώς και κακοβούλως έγραψε και δημοσίευσε επιστολή ίδιας ημερομηνίας για το πρόσωπο του σε σχέση με τη θέση και επάγγελμα που κατέχει. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα το περιεχόμενο της επιστολής/γραπτής καταγγελίας ήταν το εξής: "Προς κον. XXXXX Ιωάννου Μετά της παρούσης επιστολής εμείς οι ένοικοι της πολυκατοικίας στην οδό XXXXX 4 Μπλοκ Γ, θα θέλαμε νε σας ενημερώσουμε ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος σας Παπαθεοδώρου XXXXX διαμ. 404, της ιδίας Πολυκατοικίας επανειλλημένως εισέρχεται χωρίς τη δική σας άδεια ή της Διαχειριστικής Επιτροπής, στους απαγορευμένους για το κοινό χώρους της ηλεκτρικής προκαλώντας βλάβες, ζημιές και αφαιρέσεις εξαρτημάτων φαινομενικά για δικής του προσωπικής χρησης. Αυτές οι πράξεις δημιουργούν ανησυχίες και αβεβαιότητες στους υπόλοιπους ένοικους. Συγκεκριμένα έχουν αφαιρεθεί 2 MCB και στα υπόλοιπα έχουν γεφυρωθεί τα σύρματα. Την πιο καταγγελία σας την έχει επισημάνει η Διαχειριστική Επιτροπή με τα παράκλησης μας θα θέλαμε όπως στο πιο πάνω άτομο αφαιρεθεί το κάθε δικαίωμα εισόδου στις αποθήκες της ηλεκτρικής στην πολυκατοικία μας. Με εκτίμηση Ένοικοι Πολυκατοικίας" Να σημειωθεί ότι ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο είτε από τον Ενάγοντα ή άλλο μάρτυρα η εν λόγω επιστολή/καταγγελία για την οποία υπάρχει ο ισχυρισμός ότι το περιεχόμενο της ήταν δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα ή έστω αντίγραφο αυτής. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η εν λόγω επιστολή υπαγορεύθηκε από τον Εναγόμενο και διαβιβάσθηκε στον προϊστάμενο του Βοηθό περιφερειακό Διευθυντή της Α.Η.Κ. Λεμεσού ο οποίος μαζί με τον Τεχνικό Επιθεωρητή και ένα βοηθό πρόβηκαν σε έλεγχο στην αποθήκη της ηλεκτρικής και δε διαπίστωσαν κάτι το μεμπτό. Σημειώνει δε ότι πριν την 09/01/2014 ο Εναγόμενος στις 07/01/2014 επισκέφθηκε τον προϊστάμενο του Ενάγοντος και επανέλαβε προφορικά το περιεχόμενο της επιστολής. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται βλάβη στη φήμη και αξιοπρέπεια του κυρίως στο χώρο εργασίας του και συγκεκριμένα στη συνείδηση του προϊστάμενου του Βοηθού περιφερειακού διευθυντή της ΑΗΚ και στην καταλληλόλητα του ως τεχνικού της ΑΗΚ. Παραθέτει δε ότι οι λέξεις και φράσεις της γραπτής καταγγελίας είχαν τη σημασία και έννοια ότι διέπραξε το αδίκημα της κλοπής. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 στην ουσία τέθηκε η θέση ότι ο Ενάγοντας δεν είχε άδεια να εισέρχεται στο χώρο αποθηκών της ΑΗΚ ούτε κάποια εξουσιοδότηση και ότι την καταγγελία/ επιστολή την υπέγραψε η πλειονότητα των ενοίκων στην πολυκατοικία γιατί υπήρχε θέμα ασφάλειας και υγείας των ενοίκων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας εξήγησε με ειλικρίνεια θα έλεγα το λόγο που έμπαινε και έλεγχε τους μετρητές της ΑΗΚ. Σύμφωνα με τη θέση του μπορούσε να εισέρχεται τόσο σαν ένοικος αλλά και σαν υπάλληλος της ΑΗΚ είχε τη σχετική εξουσιοδότηση και ότι δεν έκανε κάτι το μεμπτό ή κάτι αντιθέτως στο Νόμο αλλά αντιθέτως ο Εναγόμενος είχε τοποθετήσει κάμερες και τον παρακολουθούσε. Σε σχέση με την καταγγελία που έγινε εναντίον του ως ανάφερε το έμαθε από τον προϊστάμενο του. Έμαθε ότι τον κατηγορούν για κάτι και την επόμενη μέρα πήγαν για έλεγχο. Σε ερώτηση εάν στην καταγγελία έγραφε κάπου ότι έκανε κλοπή ο μάρτυρας δε θυμόταν να απαντήσει αν και στο Έγγραφο Α παράθεσε ένα κείμενο το οποίο κατά τη θέση του είναι η καταγγελία εναντίον του. Ερωτώμενος επίσης ο μάρτυρας εάν είδε αυτή την καταγγελία απάντησε ότι ζήτησε αντίγραφο αλλά δεν του δόθηκε και κατά την επανεξέταση του διευκρίνισε ότι απλώς του διάβασε ο προϊστάμενος του την επιστολή. Ο ΜΕ2 ο κος XXXXX Ιωάννου εξήγησε στο Δικαστήριο ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Βοηθός Διευθυντής του περιφερειακού γραφείου Λεμεσού και γνωρίζει τον Ενάγοντα αφού ήταν υφιστάμενος του. Κατάθεσε δε το Τεκμήριο 1 που είναι το πιστοποιητικό ικανότητας του Ενάγοντα στη θέση Τεχνίτης Δικτύου (Εναέρια). Στο εν λόγω έγγραφο παρατηρώ ότι απαριθμούνται οι εργασίες στις οποίες περιορίζεται η ικανότητα του Ενάγοντος. Ο ίδιος ο ΜΕ2 χαρακτήρισε τον Ενάγοντα ως εξαίρετο και συνεπή στη δουλειά του και εξήγησε με σαφήνεια ότι ο Ενάγοντας με το πιστοποιητικό ικανότητας το οποίο εκδίδει η ΑΗΚ μπορούσε με κλειδιά ασφαλείας που τους χορηγούσε η ΑΗΚ να εισέρχεται στο υποστατικό της. Το εν λόγο έγγραφο (Τεκμήριο 1) στην ουσία του δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε σχέση με τον Εναγόμενο ανάφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι τον γνώρισε πρώτη φορά το 2014 όταν είχε πάει στο γραφείο του για να κάνει καταγγελία εναντίον του Ενάγοντα για επεμβάσεις στο δωμάτιο της ΑΗΚ ο οποίος ανάφερε στο μάρτυρα ότι είχε κάμερες και παρακολουθούσε τον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας εξ' όσων θυμόταν ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι ο Ενάγοντας χάλασε και ενόχλησε κάποιον εξοπλισμό στο δωμάτιο της ΑΗΚ. Ο μάρτυρας μετά τη γραπτή καταγγελία πήγε επί τόπου με συνεργείο επιθεωρητών όπου έλεγξαν το χώρο και δε βρήκαν κάτι το μεμπτό. Να σημειωθεί ότι αν και ο μάρτυρας αυτός ήταν το άτομο που δέχθηκε τη γραπτή αλλά και προφορική καταγγελία ουδέποτε ζητήθηκε από το μάρτυρα να παρουσιάσει την επιστολή/καταγγελία ούτε ανάφερε ο μάρτυρας το τι ακριβώς λέχθηκε με τον Εναγόμενο στις 07/01/
  3. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τον Ενάγοντα κατά την 07/01/2014 ο Εναγόμενος είχε επαναλάβει στον ΜΕ2 το περιεχόμενο της γραπτής καταγγελίας και προφορικά αλλά δεν ρωτήθηκε ο μάρτυρας (ΜΕ2) ούτε ο ίδιος ανάφερε κάτι σε σχέση με το περιεχόμενο των προφορικών δηλώσεων του Εναγόμενου προς τον ΜΕ
  4. Ο μάρτυρας επίσης παραδέχθηκε ότι διάβασε τη γραπτή καταγγελία στον Ενάγοντα. Να σημειώσω ότι με τη μαρτυρία του ΜΕ2 αν και αναμενόταν να διαφωτιστεί το Δικαστήριο ως προς το περιεχόμενο της γραπτής καταγγελίας αλλά και του περιεχομένου των προφορικών δηλώσεων του Εναγόμενου προς το μάρτυρα κατά την επίσκεψη του Εναγόμενου στο γραφείο του, εντούτοις ο μάρτυρας απλώς ανάφερε ότι ο Εναγόμενος του είπε ότι ο Ενάγοντας εισερχόταν στο δωμάτιο της ηλεκτρικής και ότι ο Ενάγοντας επέμβαινε και ενοχλούσε κάποιον εξοπλισμό αλλά μετά από έλεγχο που έκαναν δε διαπίστωσε κάτι το μεμπτό. Αντεξεταζόμενος ο κος Ιωάννου εξήγησε ότι θυμόταν ότι η επιστολή είχε σταλθεί από τον Εναγόμενο και ότι είχαν ανταλλαχθεί επιστολές αλλά ουδεμία επιστολή κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος κος XXXX Παναγιώτου ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το Έγγραφο Β. Ανάφερε ότι ο Ενάγοντας εισερχόταν στο υποστατικό της ΑΗΚ το οποίο βρισκόταν στον ισόγειο χώρο της πολυκατοικίας χωρίς να γνωρίζει το λόγο. Σύμφωνα με τη θέση του αυτό απαγορεύεται και επειδή οι ένοικοι εξέφρασαν παράπονο ότι ο Ενάγοντας μπαινόβγαινε στο υποστατικό της ΑΗΚ και ανησυχούσαν απέστειλε μια επιστολή προς την ΑΗΚ με την οποία πληροφόρησε τον αρμόδιο λειτουργό ότι ο Ενάγοντας μπαινόβγαινε στο υποστατικό της ΑΗΚ και ζήτησε διερεύνηση του ζητήματος. Αρνείται ότι απέστειλε επιστολή δυσφημιστική η οποία να προκάλεσε βλάβη στη φήμη και υπόληψη ή το επάγγελμα του Ενάγοντος. Σύμφωνα με τη θέση του αυτή η επιστολή κατέγραφε με απλό λόγο τα γεγονότα που έλαβαν χώρα και με καλή πίστη. Ισχυρίστηκε ότι η επιστολή αποστάλθηκε εκ μέρους όλων των ενοίκων. Παρατηρώ όμως ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος παράθεσε την επιστολή/ καταγγελία που έστειλε. Αρνείται επίσης ότι αποκάλεσαν τον Ενάγοντα ανέντιμο ή κλέφτη απλώς είχαν νομική υποχρέωση και ηθικό καθήκον να αποστείλουν την επιστολή για να διερευνηθούν οι λόγοι που ο Ενάγοντας εισερχόταν στο υποστατικό της ΑΗΚ για να βεβαιωθούν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος για την ασφάλεια και υγεία των ενοίκων της πολυκατοικίας. Παρατηρώ επίσης ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας επικεντρώθηκε στο δημόσιο συμφέρον των ενοίκων της πολυκατοικίας λέγοντας ότι απλώς ανησυχούσαν που μπαινόβγαινε ο Εναγόμενος ως ισχυρίστηκε στο υποστατικό της ΑΗΚ, αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι οι ένοικοι της πολυκατοικίας του είπαν ότι έπρεπε να κάνει καταγγελία εάν έκλεβε κάποιος το ρεύμα και παραδέχθηκε ότι η καταγγελία αφορούσε τον Ενάγοντα. Επίσης παρατηρώ ότι αντεξεταζόμενος υπέπεσε σε αντιφάσεις αφού αρχικά παραδέχθηκε ότι έκανε γραπτή καταγγελία εναντίον του Ενάγοντα ισχυριζόμενος ότι το έκανε μετά από προτροπή των ενοίκων, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν ονομάτισε κατά την καταγγελία τον Ενάγοντα, ενώ στο τέλος ανάφερε ότι δεν έκανε καν καταγγελία αλλά ήρθαν και έκαναν μόνοι τους τον έλεγχο οι επιθεωρητές της ΑΗΚ όταν τους είπε ποιο άτομο τους δημιουργούσε πρόβλημα στην πολυκατοικία. Αφού παρατήρησα όλους τους μάρτυρες έχω να πω ότι ο Ενάγοντας ΜΕ1, σαν μάρτυρας φαίνεται να ήταν ειλικρινής σε σχέση με το λόγο που εισερχόταν στο υποστατικό της ΑΗΚ και διέκρινα άτομο που μιλούσε με φυσικότητα και απλότητα. Παραδέχθηκε ότι έμπαινε συχνά στο δωμάτιο της ΑΗΚ γιατί ήθελε να ελέγχει το μετρητή για δική του χρήση αφού ήταν χειμώνας και ήθελε να γνωρίζει πόσο ρεύμα καταναλώνει. Με σαφήνεια εξήγησε ότι είχε εξουσιοδότηση να μπαίνει στο δωμάτιο της ΑΗΚ αλλά και ότι είχε κλειδιά από την ΑΗΚ. Στα καίρια ζητήματα όμως όπως το ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενο της επιστολής/καταγγελίας ο μάρτυς δε φαίνεται να είχε γνώση παρόλο που στο Έγγραφο Α παράθεσε κάποιο κείμενο που κατά τη θέση του αποτελούσε την καταγγελία που υπέβαλε εναντίον του ο Εναγόμενος. Για παράδειγμα κατά την αντεξέταση του είχε ερωτηθεί εάν στη καταγγελία έγραφε κάπου ότι έκανε κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας και ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Παρέλειψε δε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την καταγγελία/επιστολή η οποία στην ουσία αποτελεί τη βάση της αγωγής του. Παρόλο λοιπόν που ήγειρε την παρούσα αγωγή δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο το λόγο που τελικά δεν εξασφάλισε έστω ένα αντίγραφο της επιστολής η οποία να μπορεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του αφήνοντας έτσι κενά και ασάφειες. Παρατηρώ επίσης ότι ο Ενάγοντας αναφέρεται σε προφορική δυσφήμηση του η οποία κατά τη θέση του έλαβε χώρα την 07/01/2014 αλλά παρέλειψε να παραθέσει τα λόγια του Εναγόμενου που κατά τη θέση του είναι δυσφημιστικά. Ο Ενάγοντας περιορίστηκε απλώς στο να αναφέρει γενικά και αόριστα ότι ο Εναγόμενος επανέλαβε στον προϊστάμενο του αυτά που έγραψε δύο μέρες αργότερα στην επιστολή ημερομηνίας 09/01/
  5. Ο Ενάγοντας επίσης ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί βλάβη στη πίστη, εκτίμηση στην εντιμότητα, φήμη, στη συνείδηση γνωστών του και προσβολή της αξιοπρέπειας του αλλά και προσβολή στη συνείδηση του προϊστάμενου του αλλά δεν κατονομάζει τα άλλα πρόσωπα γνωστούς του πλην του προϊστάμενου του και η θέση του παρέμεινε μετέωρη. Ως εξηγείται κατωτέρω ο προϊστάμενος του ήτοι ο ΜΕ2 ανάφερε ότι η διερεύνηση του περιστατικού έγινε επειδή η καταγγελία ήταν εναντίον υπαλλήλου της ΑΗΚ. Δεν ανάφερε εν πάση περίπτωση ότι αυτό είχε κάποια επίπτωση σε σχέση με την εργασία ή θέση που κατείχε ο Ενάγοντας αντιθέτως ότι διερευνήθηκε και δεν έγινε ούτε επίπληξη ούτε υποβλήθηκε κάποια πειθαρχική ποινή. Σε γενικές γραμμές θα έλεγα ότι ο Ενάγοντας φαίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και δεν παρατήρησα κατά το χρόνο που έδιδε τη μαρτυρία του να υπέπεσε σε αντιφάσεις. Σε καίρια ζητήματα όμως που σχετίζονται άμεσα με τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης τα οποία παρατίθενται κατωτέρω, η μαρτυρία του παρουσιάζει κενά. Για παράδειγμα ο ίδιος μέσω του Εγγράφου Α αναφέρθηκε σε κάποια επιστολή/καταγγελία και παράθεσε ένα κείμενο που κατά τους ισχυρισμούς του υπαγορεύθηκε από τον Εναγόμενο αλλά αντεξεταζόμενος δε θυμόταν τι έγραφε στην επιστολή/καταγγελία. Επίσης δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η ισχυριζόμενη καταγγελία απλώς γενικά και αόριστα ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε καταγγελία αφήνοντας κενά και ασάφεια ως προς το ποιο τελικά ήταν το περιεχόμενο της. Ενόψει λοιπόν αυτού του κενού και αοριστία που εντοπίζω στη μαρτυρία του Ενάγοντα κρίνω ότι δεν μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία του για να προβώ σε διατύπωση ευρημάτων ως προς τα καίρια προς επίλυση ζητήματα ήτοι εάν έχουν πληρωθεί τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης. Έχω επίσης την άποψη ότι με τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως παρουσιάστηκε δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα ως προς το ποιο ήταν το περιεχόμενο της καταγγελίας ή των προφορικών δηλώσεων του Εναγόμενου εναντίον του. Επίσης παρατηρώ ότι ενώ ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε επιστολή/καταγγελία ημερομηνίας 09/01/2014 και προφορική δυσφήμηση εναντίον του, που έγινε σύμφωνα με τη θέση του περί την 07/01/2014 δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τη θέση του ότι όντως δηλαδή στις συγκεκριμένες ημερομηνίες έγιναν αυτά που περιέγραψε ο μάρτυρας με αποτέλεσμα η θέση του να παρέμεινε μετέωρη. Το Δικαστήριο λοιπόν δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή τη μαρτυρία και γι' αυτό δε θα αποδοθεί καμία βαρύτητα. Όσον αφορά τον κο Ιωάννου ΜΕ2 σαν μάρτυρας θα έλεγα ότι είναι μάρτυρας της αλήθειας και ότι ήρθε να καταθέσει γι' αυτό το σκοπό. Δεν είχε ο ίδιος κάποιο προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Με αμεσότητα και φυσικότητα απάντησε τις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του. Όμως παρόλη την ειλικρίνεια του μάρτυρα θα έλεγα ότι η μαρτυρία του άφησε κενά ως προς το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης προφορικής δυσφημιστικής δήλωσης αλλά και της γραπτής επιστολής/καταγγελίας. Ο μάρτυρας όταν ερωτήθηκε για το περιεχόμενο της επιστολής/καταγγελίας είπε πολύ γενικά τι θυμόταν. Ο ίδιος δεν παρουσίασε αυτή την επιστολή ούτε ανάφερε στο δικαστήριο οτιδήποτε σε σχέση με την προφορική συζήτηση που είχε με τον Εναγόμενο στο γραφείο του παρά μόνο τι γενικά θυμόταν. Επίσης ο μάρτυρας ουδέποτε αναφέρθηκε σε ακριβή ημερομηνία που έλαβαν χώρα τα περιστατικά της ισχυριζόμενης δυσφήμησης που περιέγραψε ο Ενάγοντας. Θα έλεγα ότι η μαρτυρία του δεν ήταν και ιδιαίτερα βοηθητική ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει ποιο ήταν τελικά το περιεχόμενο της γραπτής καταγγελίας που έγινε εναντίον του Ενάγοντα ή ποιο ήταν το περιεχόμενο των προφορικών δηλώσεων του Εναγόμενου. Συμπερασματικά η μαρτυρία του ΜΕ2 στο σημείο αυτό παρουσιάζει κενά τα οποία όμως είναι ουσιώδεις. Σε γενικές γραμμές θα έλεγα ότι είπε αυτά που γνωρίζει χωρίς να έχει σκοπό να αποκρύψει κάτι από το Δικαστήριο αλλά παρουσιάστηκαν κενά στη μαρτυρία και παραλείψεις ήτοι τι περιελάμβανε το περιεχόμενο της γραπτής καταγγελίας και της προφορικής δήλωσης του Εναγόμενου. Οι εν λόγω παραλείψεις και κενά μου στερούν τη δυνατότητα διατύπωσης οιονδήποτε ευρημάτων σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης. Ο κος XXXX Παναγιώτου ως μάρτυρας δε μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Πέραν του ότι υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς το εάν έγινε γραπτή καταγγελία, από ποιον έγινε τελικά ή εάν η καταγγελία τελικά ονομάτιζε τον Ενάγοντα μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε μέσω των απαντήσεων του κατά την αντεξέταση να δημιουργήσει κακή εντύπωση για τον Ενάγοντα αναφέροντας κάθε φορά ότι για ότι έκανε, το έκανε εκ μέρους των υπόλοιπων ενοίκων της πολυκατοικίας. Το Δικαστήριο από τις απαντήσεις του προβληματίστηκε για το καλόπιστο και γνήσιο των προθέσεων του. Ενώ για παράδειγμα ισχυρίστηκε ότι μέσω της γραπτής καταγγελίας ζητήθηκε απλώς η διερεύνηση του ζητήματος δεν παρουσίασε την καταγγελία στην οποία πρόβηκε αφήνοντας μετέωρη τη θέση του. Κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν ασαφής, γενικόλογη και δεν έπεισε το Δικαστήριο για τις πραγματικές προθέσεις του ως προς την υποβολή της γραπτής καταγγελίας εναντίον του Ενάγοντος. Κρίνω επίσης ότι ο μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Μετέωρη επίσης παρέμεινε η θέση του ότι η επιστολή στάλθηκε εκ μέρους των ενοίκων της πολυκατοικίας αφού δεν παρουσίασε μαρτυρία προς απόδειξη της θέσης του. Η μαρτυρία του δε γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κρίνω ότι είναι αναξιόπιστος μάρτυρας και δε θα μπορούσα να στηριχθώ στη μαρτυρία του για διατύπωση οιονδήποτε ευρημάτων. Σε αυτό το σημείο κρίνω ορθό να αναφέρω ότι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης ως βλ. Άρθρο 17 του περι Αστικών Αδικηματων Νόμου Κεφ. 148 (στο εξής "Κεφ. 148") συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή(γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Από το άρθρο 17 του Κεφ.148 προκύπτει λοιπόν ότι για να πετύχει ο Ενάγοντας σε αγωγή για δυσφήμηση, θα πρέπει να αποδείξει (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, (β) ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αυτόν και (γ) ότι δημοσιεύτηκε. Όπως προκύπτει από ανάγνωση του εν λόγω άρθρου προκύπτουν ουσιαστικά δύο κατηγορίες δυσφήμησης. Η πρώτη περίπτωση αφορά το λίβελλο που συνίσταται σε δημοσίευμα με μόνιμη μορφή και την προφορική δυσφήμηση (Slander) η οποία έχει παροδική μορφή. Η παροδική μορφή περιλαμβάνει μόνο χειρονομίες, λόγια, ή άλλους ήχους, εκτός εκπομπές με ασύρματη τηλεγραφία. Η διάκριση έχει ουσιαστική σημασία, διότι στην περίπτωση προφορικής δυσφήμησης πρέπει να αποδεικνύεται ειδική ζημιά για να πετύχει ο Ενάγοντας, εκτός όπου το δημοσίευμα, ανάμεσα σε άλλα, σκοπεύει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (βλ. άρθρο 17
(3)(β) του Κεφ.148 και σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1 των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου σελ. 61-62). Το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης διαπράττεται ακόμα και εάν η δυσφημιστική δήλωση γίνεται υπό μορφή επανάληψης ή φημολογίας (hearsay) ή έστω και αν αποκαλύπτει έγκαιρα την πηγή στην οποίαν στηρίζεται η δήλωση ή ότι δεν σκόπευε να προβεί σε αυτή ή να δημοσιευτεί αυτή για τον ενάγοντα ή ότι πίστευε ότι η δήλωση ήταν αληθινή (άρθρο 17
(2)Κεφ. 148), εκτός όπου εφαρμόζονται οι ειδικές υπερασπίσεις που προβλέπει το άρθρο 19 Κεφ. 148 ήτοι: (α) ότι το δημοσίευμα ήταν αληθές, (β) ότι το δημοσίευμα ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος, (γ) ότι η δημοσίευση ήταν προνομιούχα και (δ) ότι η δυσφήμηση έγινε χωρίς πρόθεση δυνάμει του άρθρου 22 Κεφ. 148. Ως δε προκύπτει από τα άρθρα 19-21 το προνόμιο ως υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμηση διαχωρίζεται σε απόλυτο («absolute privilege») (άρθρο 20 Κεφ. 148) και περιορισμένο ή υπό επιφύλαξη («conditionally» ή «qualified privilege») (άρθρο 21 του Κεφ. 148). Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα έχει δυσφημιστικό χαρακτήρα όπως και το κατά πόσο αυτό συνιστά δυσφήμιση για τον ενάγοντα κρίνεται από το Δικαστήριο. Και για τα δύο θέματα οδηγό αποτελεί το κείμενο του δημοσιεύματος. Θα πρέπει να αποδίδεται στο δημοσίευμα η ερμηνεία που ενέχει η συνήθης σημασία της ορολογίας που χρησιμοποιείται και όχι η ερμηνεία που δίδει ο εναγόμενος σε λέξεις ή φράσεις του δημοσιεύματος (βλ. Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» κ.α. ν. Σοφοκλέους
(2003)1Α Α.Α.Δ 549). Όσον δε αφορά τις υπερασπίσεις σε αγωγές για δυσφήμηση αυτές δεν έρχονται στο προσκήνιο παρά μόνο όταν και εφόσον το Δικαστήριο καταλήξει ότι πρόκειται για δημοσίευμα το οποίο είναι δυσφημιστικό. Αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό, το θέμα λήγει εκεί και η οποιαδήποτε ενασχόληση με τις προβαλλόμενες υπερασπίσεις παρέλκει (βλ. Γαληνιώτης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, Πολ. Έφεση αρ. 20/2009, ημερ. 22.11.12). Στην προκείμενη περίπτωση ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας τόσο του Ενάγοντα, όσο και του κου Ιωάννου ΜΕ2, αλλά και του Εναγόμενου το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στη διατύπωση οιονδήποτε ευρημάτων. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να επισημάνω ότι στις πολιτικές υποθέσεις η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο Ενάγων θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την απαραίτητη αποδεικτική βαρύτητα ώστε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που το βαραίνει. Το κριτήριο είναι να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο με επαρκή στοιχεία ότι η θέση του είναι πιο πιθανή. Βλ. σύγραμμα των κκ Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη "Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικες και Ουσιαστικές Πτυχές " 2014, σελ. 196-198. Στην προκείμενη περίπτωση ο Ενάγοντας θα έπρεπε πρωτίστως να παρουσιάσει μαρτυρία ότι υπήρξε δημοσίευμα. Ο Ενάγοντας μέσω της μαρτυρίας που παρουσίασε συμπεριφέρθηκε ωσάν ήταν αποδεδειγμένη η ύπαρξη της γραπτής καταγγελίας και της προφορικής δήλωσης του Εναγόμενου εναντίον του. Στο σύγραμμα Gatley on Libel and Slander 11th Ed. Common Law Library στο κεφάλαιο με τίτλο section 3 Proof of Publication στην παράγραφο 34.15 αναγράφονται αυτολεξεί: "Production of the libel. As it is the core of the claimant's claim that defamatory words have been published about him in a document, he should produce the document or the material part of it, as primary evidence of the libel. Where the original libel cannot be produced, because it has been lost or is in possession of a third party, or because it is psysically impossible to produce it, secondary evidence of the contents of the document may be given. A statement in a document may be proved by production of a copy of that document authenticated in such manner as the court may approve." Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει αβίαστα ότι αποτελεί βασική προϋπόθεση όπως ο Ενάγοντας ο οποίος επικαλείται ότι έχει δυσφημιστεί να παρουσιάσει το ίδιο το έγγραφο ή εάν δεν υπάρχει αυτό ή εάν είναι ανέφικτο να παρουσιαστεί αυτό να παρουσιάσει δευτερογενής μαρτυρία που να αποδεικνύει το περιεχόμενο του. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί η σχετική μαρτυρία που να καταδεικνύει το περιεχόμενο της γραπτής καταγγελίας/επιστολής. Βασικό συστατικό στοιχείο στη δυσφήμηση μεταξύ άλλων είναι να καταδειχθεί ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και αυτό κρίνεται με εξέταση του κειμένου από το Δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση με τη μη παρουσίαση της επιστολής δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεος ο λίβελλος. Κατ' ακολουθία δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη του δημοσιεύματος. Στο ίδιο σύγραμμα στην παράγραφο 34.11 σε σχέση με την προφορική δυσφήμηση αναγράφονται τα εξής: "Action for slander. Where there is no admission by the defendant that he spoke the words complained of or words to like effect, the claimant must call evidence of what the defendant said and of who heard him. The witnesses will usually be those who were present but evidence is admissible of what the witness was told the defendant said by someone who was present.....The actual words alleged to have been published must be proved. It is not sufficient for witnesses to state that they conceive to the substance or effect of the words, or their impression of what was said." Σύμφωνα με το πιο πάνω απόσπασμα ο Ενάγοντας όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία τι ακριβώς λέχθηκε για εκείνον από τον Εναγόμενο και να παρουσιάσει μαρτυρία και ποιος τον άκουσε. Όταν ο εναγόμενος δεν παραδέχεται ότι είπε τα λόγια για τα οποία παραπονέθηκε Οι μάρτυρες θα είναι συνήθως αυτοί που ήταν παρόντες. Στην προκείμενη περίπτωση σε σχέση με τη προφορική δυσφημιστική δήλωση ο Ενάγοντας αναφέρθηκε γενικά και αόριστα ότι ο Εναγόμενος είπε στον προϊστάμενο του στις 07/01/2014 ότι έγραψε στην επιστολή ημερομηνίας 09/01/2014, το περιεχόμενο της οποίας δεν αποδείχθηκε αλλά εν πάση περίπτωση δεν αποδείχθηκε ούτε τι ειπώθηκε. Τα πραγματικά λόγια που φέρεται να έχουν δημοσιευτεί πρέπει να αποδεικνύονται σε κάθε περίπτωση. Ο Ενάγοντας πέραν των πιο πάνω δεν έχει καταφέρει να αποσείσει ούτε το αποδεικτικό βάρος που το βαραίνει με τη μαρτυρία που παρουσίασε και αυτό είναι μοιραίο. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Η αγωγή απορρίπτεται λοιπόν. Ως προς το θέμα των εξόδων κρίνω ορθό και δίκαιο όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο όμως ως προς το ½ των εξόδων της κλίμακας που καταχωρήθηκε η αγωγή δεδομένου ότι ο Εναγόμενος έχει κριθεί ως αναξιόπιστος μάρτυρας. (Υπ.) ............ Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.