ETORO GROUP LIMITED ν. CFD DIGITAL LTD κ.α., Aγωγή αρ. 2350/20, 15/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A97 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 2350/20 Μεταξύ: ETORO GROUP LIMITED Ενάγοντες/Αιτητές -και- 1.CFD DIGITAL LTD 2.ΧΧΧ MABJISH 3.ΧΧΧ KHOURY 4.FINTECHWALL LTD Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 19.10.2020 Ημερομηνία: 15.4.2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Γ. Κτωρίδης για κ. Α. Δημητρίου Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4/Καθ' ων η Αίτηση: κα Κ. Κίζη για Στέλιος Αμερικάνος & Σια Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση ο κ. Τ. Στρατής) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα, με βάση την υπό εξέταση Αίτηση της, εξασφάλισε μονομερώς τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους Εναγομένους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4, ενεργώντας μέσω των αξιωματούχων και/ή εκπροσώπων και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή καταπιστευματοδόχων και/ή αντιπροσώπων τους και/ή συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους (tied agents) και/ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού και/ή νομικού προσώπου και/ή άλλως πως εκ μέρους τους στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, να αποσύρουν και/ή αποξενώσουν και/ή μεταφέρουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δωρίσουν και/ή εκχωρήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 2,058,996.- και/ή το ισόποσο σε Ευρώ, είτε το ποσό αυτό βρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε τραπεζικά ιδρύματα στην Κύπρο και/ή το εξωτερικό, είτε αυτά κατέχονται στο όνομα τους εξ ολοκλήρου είτε από κοινού με τρίτα πρόσωπα και είτε το συμφέρον τους σε αυτά είναι νόμιμο συμφέρον, συμφέρον ως δικαιούχος ή οποιοδήποτε άλλο συμφέρον μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. Νοείται ότι ουδέν των αναφερομένων στο παρόν διάταγμα Θα εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τις Εναγόμενες 1 και/ή 4 από του να χρησιμοποιούν το ποσό των ΕΥΡΩ5,000 το μήνα για την κάλυψη των εξόδων τα οποία είναι αναγκαία για τη λήψη νομικής συμβουλής και αντιπροσώπευσης και/ή για τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών τους. Νοείται περαιτέρω ότι ουδέν των αναφερομένων στο παρόν διάταγμα θα εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τους Εναγόμενους 2 και/ή 3 από του να χρησιμοποιούν το ποσό των ΕΥΡΩ1,500.- το μήνα για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης τους καθώς επίσης και να χρησιμοποιούν το ποσό των €500.- το μήνα για τη λήψη νομικής συμβουλής και αντιπροσώπευσης. Β. Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους Εναγομένους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4, ενεργώντας μέσω των αξιωματούχων και/ή εκπροσώπων και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή καταπιστευματοδόχων και/ή αντιπροσώπων τους και/ή συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους (tied agents) και/ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού και/ή νομικού προσώπου και/ή άλλως πως εκ μέρους τους στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δωρίσουν και/ή εκχωρήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία εντός της Κύπρου αξίας μέχρι του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ 2,058,996.- και/ή το ισόποσο σε Ευρώ, είτε αυτά κατέχονται εξ ολοκλήρου στο όνομα τους είτε από κοινού με τρίτα πρόσωπα και είτε το συμφέρον τους σε αυτά είναι νόμιμο συμφέρον, συμφέρον ως δικαιούχος ή οποιοδήποτε άλλο συμφέρον μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση περιλαμβάνει δυο ακόμα αιτητικά (παράγραφοι Γ και Δ) με τα οποία αξιώνονται διατάγματα αποκάλυψης, τα οποία όμως δεν εκδόθηκαν μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες για επίδοση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του xxx Sela, εργοδοτούμενου της Ενάγουσας, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο όμιλος εταιρειών eToro, στον οποίο υπάγεται η Ενάγουσα, ιδρύθηκε το 2007 και εργοδοτεί σήμερα περισσότερους από 900 υπαλλήλους σε 12 γραφεία διεθνώς. Ο όμιλος και οι θυγατρικές του εταιρείες αναπτύσσουν και λειτουργούν μια διαδικτυακή επενδυτική πλατφόρμα διαφόρων χρηματοπιστωτικών μέσων και προσφέρουν στους πελάτες τους διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, όπως χρηματοοικονομικές συμβάσεις επί διαφορών, κινητές αξίες και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, cryptocurrencies και άλλες υπηρεσίες. Οι περισσότερες υπηρεσίες του ομίλου παρέχονται διαδικτυακά. Οι χρήστες δημιουργούν από μόνοι τους διαδικτυακούς λογαριασμούς, μέσω των θυγατρικών του ομίλου εταιρειών, ώστε να επενδύουν σε διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα. Η συνήθης πρακτική είναι οι χρήστες να ανοίγουν επενδυτικούς λογαριασμούς με τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο/θυγατρική του ομίλου, ως αποτέλεσμα προσέλκυσης τους από διαφημίσεις και υλικό που δημιουργήθηκε από τον όμιλο ή από συνεργάτη προώθησης του ομίλου. Ο προϋπολογισμός για την προώθηση διαμοιράζεται σε διάφορα διαδικτυακά και άλλα κανάλια για να ταιριάζουν στις συγκεκριμένες ανάγκες και σκοπούς των εταιρειών του ομίλου. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία υπάγεται στην εποπτεία διαφόρων δικαιοδοσιών με θυγατρικές αδειοδοτημένες και εποπτευόμενες από τις χρηματοοικονομικές αρχές διαφόρων χωρών, περιλαμβανομένης της Κύπρου, των Η.Π.Α. και του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι θυγατρικές του ομίλου στην Κύπρο και στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι αδειοδοτημένες επενδυτικές εταιρείες και είναι εξουσιοδοτημένες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και την αντίστοιχη αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου να παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Ο Εναγόμενος 2 είναι Ισραηλινός υπήκοος και είναι ο διευθύνων σύμβουλος και ο μόνος μέτοχος της Εναγόμενης
- Είναι επίσης ο μόνος μέτοχος της Εναγόμενης 4 η οποία συστάθηκε στο Ισραήλ και το εγγεγραμμένο της γραφείο βρίσκεται στη Χάιφα. Ο Εναγόμενος 3 είναι επίσης Ισραηλινός υπήκοος, διαμένει στη Ναζαρέτ και εργοδοτείται από την Ισραηλινή θυγατρική της Ενάγουσας, eToro Ltd, ως υπεύθυνος συνεργατών από τις 9.5.
- Οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι γνωστοί μεταξύ τους και είναι συνδεδεμένοι μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης. Για καλύτερη οργάνωση και έλεγχο του προϋπολογισμού προώθησης και για βελτιστοποίηση της απόδοσης των επενδύσεων στην προώθηση, ο όμιλος χρησιμοποιεί διάφορα μέσα ανίχνευσης (tracking) για να ανιχνεύει την διαδρομή κάθε χρήστη του. Τα δεδομένα ανίχνευσης (tracking data) συλλέγονται και αποθηκεύονται στους servers του ομίλου και αποτελούν τη βάση υπολογισμού των διαφόρων πληρωμών προς τα διάφορα μέσα προώθησης. Οι πελάτες του ομίλου προκύπτουν από προωθητικές καμπάνιες για τις οποίες πληρώνει ο όμιλος, από κατευθείαν εγγραφή στην ιστοσελίδα/εφαρμογή του ομίλου καθώς και από διαφημίσεις, κατηγοριοποιούνται δε ως άμεσοι πελάτες εφόσον το κόστος διαφήμισης και προώθησης καταβλήθηκε από τον ίδιο τον όμιλο. Περαιτέρω ο όμιλος λειτουργεί και πρόγραμμα συνεργατών, οι οποίοι προωθούν τα προϊόντα του ομίλου. Για να καταστεί κάποιος συνεργάτης, θα πρέπει να εγγραφεί ως τέτοιος και να αποδεχθεί τους όρους και προϋποθέσεις του προγράμματος συνεργατών, μέσω ειδικής ιστοσελίδας. Οι ανωτέρω όροι συνιστούν δεσμευτική σύμβαση μεταξύ του ομίλου και των συνεργατών του, αναφορικά με τις ενέργειες των συνεργατών. Ο συνεργάτης μπορεί να επιλέξει να προωθεί τα προϊόντα του ομίλου και να αμείβεται στη βάση προμήθειας. Όταν ένας πελάτης εγγράφεται για πρώτη φορά μέσω διαφήμισης που δημοσιεύτηκε από συνεργάτη, ο πελάτης αυτός ανιχνεύεται στο σύστημα του ομίλου και καταχωρείται ως πελάτης που προήλθε από σύνδεσμο (link) συνεργάτη, καλούμενο ως lead. Στην περίπτωση που ο πελάτης επιλέξει να καταθέσει χρήματα στον λογαριασμό του με τον όμιλο, ο συνεργάτης που τον έφερε σε επαφή, δικαιούται να λάβει προμήθεια γι' αυτό τον πελάτη. Στην περίπτωση δε που ένας πελάτης δεν κατατάσσεται ως πρώτη επαφή, δηλαδή εάν η πρώτη επαφή του πελάτη δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποιο συνεργάτη, τότε δεν θα υπάρχει συνεργάτης που να δικαιούται σε προμήθεια για την συγκεκριμένη εγγραφή. Στους συνεργάτες καταβάλλεται προμήθεια επί καθορισμένου ποσοστού των καθαρών εσόδων που προκύπτουν από τους πελάτες τους οποίους σύστησαν στον όμιλο μέσω των ενεργειών τους για προώθηση. Η λανθασμένη απόδοση πελατών σε συγκεκριμένους συνεργάτες σημαίνει, με απλά λόγια, ότι οι συνεργάτες λαμβάνουν προμήθειες τις οποίες δεν δικαιούνται. Σε κάποιους από τους συνεργάτες αναγνωρίζεται και η ιδιότητα του «κυρίως συνεργάτη» και δικαιούνται να λαμβάνουν προμήθεια δεύτερου επιπέδου για πελάτες που προέρχονται από άλλους συνεργάτες τους οποίους έχουν συστήσει οι κυρίως συνεργάτες, καλούμενοι ως «υποσυνεργάτες». Οι συγκεκριμένες διευθετήσεις εγκρίνονται από τον όμιλο μόνο κατά περίπτωση. Η Ενάγουσα διενήργησε μια εις βάθος ανάλυση των προμηθειών που λάμβανε ο Εναγόμενος 2, η οποία αποκάλυψε ότι, με την συμβολή του Εναγόμενου 3 και μέσω της πρόσβασης που ο Εναγόμενος 3 είχε στη βάση δεδομένων της Ενάγουσας, κατάφεραν σε συστηματική βάση να εκμεταλλεύονται το σύστημα ανακατηγοριοποίησης πελατών και να μεταφέρουν πελάτες στο όνομα του Εναγόμενου
- Οι πελάτες αυτοί δεν είχαν άλλη σχέση μαζί του και ούτε προέκυπταν από τα μέσα προώθησης που χρησιμοποιούσε. Η ανασκόπηση συνήθων επικοινωνιών με τους πελάτες αυτούς κατέδειξε ότι δεν είχαν ιδέα για την ύπαρξη του Εναγόμενου 2 και αναφέρουν ότι άκουσαν για τον όμιλο μέσω εντελώς διαφορετικών καναλιών. Ο Εναγόμενος 2, σε συνέργεια με τον Εναγόμενο 3 που ενεργούσε προς όφελος του, στόχευαν σε πελάτες με υψηλή αξία ενεργητικού που ήταν άμεσες επαφές με την Ενάγουσα και μετέφεραν τους πελάτες αυτούς στο όνομα του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 3 κατέγραφε ότι ήταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 που τους σύστησαν και ότι λανθασμένα δεν τους αποδόθηκαν εξ αρχής. Ανάλυση των μεταφορών προς τον Εναγόμενο 2, καταδεικνύει ότι ένας ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός μεταφορών λάμβανε χώρα μετά από σχετικά μεγάλο διάστημα (30 - 96 μέρες) που οι μεταφερόμενοι πελάτες διενεργούσες τις πρώτες τους καταθέσεις. Κάποιοι ακόμα είχαν μεταφερθεί μετά από πάροδο 90 - 190 ημερών από την ημερομηνία της πρώτης τους κατάθεσης. Οι Εναγόμενοι συνωμότησαν στην εκτέλεση ενός σχεδίου που έγινε με ξεκάθαρη πρόθεση να αποδοθούν δολίως οι πλέον επιφανείς πελάτες στον Εναγόμενο 2, ο οποίος στην συνέχεια τους μετέφερε στις υπό τον έλεγχο του εταιρείες, Εναγόμενες 1 και 4, οι οποίες ήταν και οι τελικές αποδέκτες των κερδών της εξαπάτησης. Οι εν λόγω μεταφορές αφορούν σε 181 πελάτες. Από τη δημιουργία του λογαριασμού συνεργάτη του Εναγόμενου 2, ο Εναγόμενος 3 πρόσθεσε στον λογαριασμό του και το σχέδιο προμήθειας δεύτερου επιπέδου. Η Ενάγουσα αποκάλυψε επιπλέον, μέσω της έρευνας της, ότι ο Εναγόμενος 3 δόλια απέδιδε επιπλέον «υποσυνεργάτες» στον λογαριασμό «κυρίως συνεργάτη» των Εναγομένων 1, 2 και 4, που δεν είχαν συστηθεί από αυτούς. Ο Εναγόμενος 2 συνήψε συμφωνία συνεργάτη με τον όμιλο περί τον Αύγουστο του 2017 με πρόγραμμα προμήθειας επι των εσόδων ύψους 35% πλέον 10% προμήθεια δεύτερου επιπέδου. Περί τον Απρίλιο του 2018 ο Εναγόμενος 3 άλλαξε το καθεστώς του Εναγόμενου 2 σε «μεσίτη συστάσεων» υπό την πρόφαση ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε ιστοσελίδα ή άλλα διαδικτυακά κανάλια που επιδέχονταν ιχνηλάτησης και ισχυριζόταν ότι έφερνε τους πελάτες μέσω ομάδας στο telegram την οποία διαχειριζόταν ο ίδιος. Ο Εναγόμενος 3 αύξησε επίσης το ποσοστό προμήθειας του Εναγόμενου 2 σε 40% πλέον 10% προμήθειας δεύτερου βαθμού, η οποία, ως αναφέρθηκε, τελικά μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη
- Περί τον Μάιο του 2019, ο Εναγόμενος 3 ζήτησε να μεταφερθούν οι πελάτες του Εναγόμενου 2 σε νέο λογαριασμό συνεργάτη στο όνομα της Εναγόμενης
- Με δεδομένο ότι ο λογαριασμός συνεργάτη του Εναγόμενου 2 περιλάμβανε προμήθεια δεύτερου επιπέδου και ότι αυτή η προμήθεια δεν τερματίστηκε κατά την μεταφορά στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1, η Εναγόμενη 1 λάμβανε προμήθεια 40% και ο Εναγόμενος 2 συνέχισε να λαμβάνει προμήθεια δεύτερου επιπέδου 10%, συνολικά δε λάμβαναν προμήθεια 50%. Αυτά, παρά το γεγονός ότι και οι δυο προμήθειες λαμβάνονταν από το ίδιο πρόσωπο και την εταιρεία που του ανήκε πλήρως. Περί τον Σεπτέμβριο του 2020 ο Εναγόμενος 3 μεταβίβασε τον διορισμό του κυρίως συνεργάτη του Εναγόμενου 2 στην Εναγόμενη
- Περί το ίδιο διάστημα, ο Εναγόμενος 2 μεταβίβασε επίσης τους πελάτες της Εναγόμενης 1 στην Εναγόμενη
- Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2020 μετά που η Ενάγουσα άρχισε να υποπτεύεται και να αμφισβητεί την εγκυρότητα της ανωτέρω εγγραφής, λειτουργός της έφερε το Εναγόμενο 3 αντιμέτωπο με τα ως άνω ευρήματα και παραδέχθηκε ότι η εν λόγω εγγραφή δεν έπρεπε να είχε γίνει επιτρεπτή από τον ίδιο και ότι απέτυχε να την εντοπίσει. Το αποτέλεσμα των δόλιων πράξεων των Εναγομένων ήταν η απόσπαση του συνολικού ποσού των USD 2,058.
- H ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1, 2, 3 ΚΑΙ 4 Οι Εναγόμενοι με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης, την οποία καταχώρησαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν σε καμία περίπτωση οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 ως τροποποιήθηκε.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal ή άλλων ενδιάμεσων διαταγμάτων είτε με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου ή με βάση το δίκαιο της επιείκειας ούτε και προκύπτει ανάγκη για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων.
- Η Ενάγουσα δεν απέδειξε καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι οι Εναγόμενοι είναι οικονομικά αφερέγγυοι και/ή ότι δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση εκδοθεί προς όφελος της.
- Η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη {«full and frank disclosure») των ουσιωδών γεγονότων, αλλά αντιθέτως απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και κυρίως την αληθινή φύση της συναλλαγής μεταξύ των μερών και ταυτόχρονα παρέθεσε άλλα, με τρόπο παραπλανητικό, παραλείποντας έτσι να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, ως ήταν βασική της υποχρέωση, με «καθαρά χέρια».
- Η Ενάγουσα επιχειρεί να πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος (unjust enrichment) των Εναγομένων.
- Η παρούσα αγωγή βασίζεται όχι σε πραγματικά γεγονότα ή μαρτυρία αλλά σε απλά αυθαίρετα συμπεράσματα, προφανώς καθοδηγούμενα από αλλότρια κίνητρα.
- Ο Εναγόμενος 3 δεν είχε ελεύθερη πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων, τα συστήματα και αρχεία της Ενάγουσας ούτε την εξουσία να εγκρίνει μηνιαίες πληρωμές σε συνεργάτες παρά μόνο να δώσει προκαταρκτική έγκριση ενώ η πληρωμή γινόταν μόνο μετά από διάφορες άλλες εγκρίσεις σε διάφορα επίπεδα της εταιρικής δομής της Ενάγουσας, γεγονός που απέκρυψε.
- Κανένας δόλος υπήρχε είτε από μέρους του Εναγόμενου 3 είτε του Εναγόμενου 2 για να αποδοθούν πελάτες στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 και όλοι οι πελάτες που τους είχαν αποδοθεί ήταν αποτέλεσμα της χρήσης της μεθόδου «Hunting» την οποία και χρησιμοποιούσαν οι περισσότεροι συνεργάτες της Ενάγουσας.
- Ο Εναγόμενος 2 διατηρούσε σχετικές ιστοσελίδες με μεγάλη επισκεψιμότητα και δραστηριοποιείται σε διάφορες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης από το 2017 για σκοπούς προώθησης της Ενάγουσας και η Ενάγουσα παραπλάνησε το Δικαστήριο όταν αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν ιστοσελίδα και ότι μόνο η Εναγομένη 4 λειτουργούσε σχετική ιστοσελίδα από τον Οκτώβριο
- Ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε ενήργησε είτε αυθαίρετα είτε δόλια για να αποδώσει πελάτες στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 αφού όλες οι κατηγοριοποιήσεις και/ή επανακατηγοριοποιήσεις πελατών γίνονταν μόνο κατόπιν έγκρισης της Ενάγουσας, γεγονός φυσικά που η Ενάγουσα απέφυγε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο.
- Τα ποσά που έχουν εισπράξει οι Εναγόμενοι αφορούν χρήματα που δικαίως και ορθώς είχαν πιστωθεί στους λογαριασμούς τους ως προμήθειες για όλους τους πελάτες που είχαν εγγραφεί μέσω τους ως επίσης και για τους υπό-συνεργάτες που εντάχθηκαγ ως συνεργάτες μέσω των επαφών του Εναγόμενου 2 ενώ όλες οι πληρωμές έγιναν κατόπιν εγκρίσεων από την Ενάγουσα και όχι μόνο από τον Εναγόμενο 3 και καμιά απάτη ή συνομωσία υπάρχει από πλευράς των Εναγομένων.
- Η Ενάγουσα παρουσιάζει σχετική μαρτυρία από πελάτες- επενδυτές με παραπλανητικό τρόπο και/ή ερμηνεύει τη μαρτυρία αυτή αυθαίρετα και/ή αποδίδει και ή καταλήγει σε αυθαίρετα συμπεράσματα.
- Το ζήτημα της λανθασμένης πληρωμής διπλής προμήθειας επαναλαμβάνεται από την Ενάγουσα με παραπλανητικό τρόπο και προφανώς σε μια προσπάθεια να αναχθεί ως κάτι το μεμπτό ή το δόλιο, αν και το λάθος είχε ήδη διορθωθεί χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην Ενάγουσα και χωρίς την αποκόμιση οποιουδήποτε κέρδους από πλευράς των Εναγομένων αλλά ούτε και προκύπτει ότι έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια από τον Εναγόμενο 3 να εμποδίσει την ακύρωση της πληρωμής ή άλλη συμπεριφορά που να δεικνύει δόλο από μέρους του.
- Η Ενάγουσα δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και όχι μόνο έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο παραποιώντας τα γεγονότα αλλά έχει αποκρύψει γεγονότα με στόχο προφανώς να δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις προς όφελος της και για να πείσει το Δικαστήριο να εκδώσει μονομερώς το υπό κρίση διάταγμα.
- Η Ενάγουσα είναι ένοχος εγκληματικής συμπεριφοράς με θύματα τους Εναγόμενους 2 και 3 και έχει ήδη υποβληθεί παράπονο στη τοπική αστυνομία στο Ισραήλ.
- Η Ενάγουσα έχει καταχωρήσει στο Ισραήλ στις 11 Νοεμβρίου 2020 αγωγή εναντίον των ιδίων Εναγομένων επί των ιδίων γεγονότων ως η παρούσα και η οποία δεν έχει αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο ενώ αποτελεί και κατάχρηση της διαδικασίας. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Α. Πάρπα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Ο Εναγόμενος 3 πράγματι εργαζόταν στην Ενάγουσα για περίοδο 41/2 ετών και είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους στον τομέα marketing με εξαιρετικές επιδώσεις. Ως υπάλληλος της Ενάγουσας, είχε την εξουσία να εγκρίνει μηνιαίες πληρωμές σε όλους τους συνεργάτες που τελούσαν υπό την επίβλεψη του, όμως η έγκριση που έδιδε ήταν απλά προκαταρτική, αφού στη συνέχεια θα έπρεπε να δοθεί δεύτερη έγκριση από το διευθυντή (manager) ή τον αντιπρόεδρο για το ίδιο ποσό και τέλος θα έπρεπε να δοθεί έγκριση από το χρηματοοικονομικό τμήμα της Ενάγουσας. Μόνο μετά τις ανωτέρω εγκρίσεις μπορούσαν να μεταφερθούν χρήματα σε κάθε συνεργάτη της Ενάγουσας. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του κ. Sela ότι ο Εναγόμενος 3 είχε εκτενή πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων, στα συστήματα και αρχεία της Ενάγουσας. Η πρόσβαση που είχε, όπως και όλοι οι υπόλοιποι συνεργάτες της Ενάγουσας που είχαν την ίδια θέση μαζί του, ήταν περιορισμένη. Ουδέποτε ο Εναγόμενος 3 χρησιμοποίησε την πρόσβαση του στη βάση δεδομένων της Ενάγουσας με σκοπό να εντοπίσει ή να αναζητήσει πελάτες «υψηλής χρηματικής αξίας» για να τους αποδώσει στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 με σκοπό να λάβουν αχρεωστήτως προμήθειες. Κανένας δόλος υπήρξε είτε από μέρους του Εναγόμενου 3 είτε του Εναγόμενου 2 και όλοι οι πελάτες που είχαν αποδοθεί στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 ήταν αποτέλεσμα της χρήσης της μεθόδου «hunting» την οποία χρησιμοποιούσαν οι περισσότεροι συνεργάτες της Ενάγουσας. Η συγκεκριμένη μέθοδος πραγματοποιείται συνήθως μέσω εφαρμογών, διαδικτυακού marketing ή ομάδων κοινωνικών μέσων στο Facebook, Twitter, Telegram και μερικές φορές στο Instagram. Μέσω αυτών των καναλιών, ο κάθε «μεσίτης συστάσεων» (introducing broker) προσεγγίζει επενδυτές συστήνοντας σε αυτούς να προβούν σε επενδύσεις μέσω συγκεκριμένης επενδυτικής πλατφόρμας, στην προκείμενη περίπτωση μέσω της πλατφόρμας της Ενάγουσας, ενώ στην συνέχεια ενημερώνεται ο υπεύθυνος συνεργατών για να καταχωρήσει τα ονόματα των επενδυτών, ως πελατών που είχαν συστηθεί από τους εν λόγω συνεργάτες για να μπορεί πλέον να τους πιστωθεί η ανάλογη προμήθεια, αφού σε διαφορετική περίπτωση οι επενδυτές θα παραμείνουν κατηγοριοποιημένοι ως άμεσοι πελάτες (direct clients) της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 2 χρησιμοποιούσε την ανωτέρω μέθοδο από το 2017 που έγινε συνεργάτης της Ενάγουσας. Όπως τον πληροφορεί ο Εναγόμενος 2, κατά την διάρκεια του «κυνηγιού», ένας συνεργάτης της Ενάγουσας μπορεί να εισέλθει μέσω Telegram σε ομάδες επενδυτών και να εντοπίσει δυνητικούς πελάτες πολύ υψηλής καθαρής αξίας και να τους μιλήσει για την πλατφόρμα της Ενάγουσας. Εφόσον εντοπίζονταν τέτοιοι πελάτες, ο Εναγόμενος 2 προσπαθούσε να πωλήσει/προωθήσει τα προϊόντα της Ενάγουσας και να τους πείσει να ανοίξουν λογαριασμό μέσω της ιστοσελίδας της. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος 3 εντόπιζε τους ανωτέρω πελάτες μετά που λάμβανε μήνυμα ή τηλεφωνική κλήση από τον Εναγόμενο 2 ότι τους είχε μιλήσει ή προσεγγίσει για να τους πείσει ότι η επενδυτική πλατφόρμα της Ενάγουσας ήταν η πλέον αξιόπιστη. Υπήρχαν πελάτες που εγγράφονταν μέσω του σχετικού συνδέσμου (direct link) που παρείχε ο Εναγόμενος 2, ενώ υπήρχαν άλλοι που δεν προχωρούσαν μέσω του συνδέσμου, από τον οποίο θα μπορούσε να διαφανεί και η σχέση τους με τον Εναγόμενο 2, ή απλά περίμεναν για λίγες μέρες πριν χρησιμοποιήσουν τον σύνδεσμο. Μερικοί δε εκ των πελατών δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν τον σύνδεσμο που τους έδινε ο Εναγόμενος 2, είτε γιατί δεν γνώριζαν πως να το κάνουν είτε γιατί τη δεδομένη στιγμή δεν είχαν καλή σύνδεση με το σύνδεσμο, οπόταν και άνοιγαν απευθείας λογαριασμό με την Ενάγουσα. Από τη στιγμή που κάποιος επενδυτής γινόταν άμεσος πελάτης της Ενάγουσας, στην πραγματικότητα όμως γινόταν πελάτης μέσω των καναλιών marketing, και ο συνεργάτης πληροφορούσε τον Εναγόμενο 3 ότι ενήργησε ως μεσίτης συστάσεων για τον συγκεκριμένο πελάτη, τότε ο Εναγόμενος 3 θα έπρεπε να αποστείλει αίτημα στην διοίκηση της Ενάγουσας, μέσω κοινού αρχείου με την ονομασία «affiliate details change» ώστε ο συγκεκριμένος πελάτης που είχε εγγραφεί ως άμεσος, να κατηγοριοποιηθεί ως πελάτης του αντίστοιχου συνεργάτη. Ο Εναγόμενος 3, ως υπεύθυνος λογαριασμών συνεργατών, θα έπρεπε να περιμένει την έγκριση του χρηματοοικονομικού τμήματος και της διοίκησης της Ενάγουσας, πριν ολοκληρώσει την επανακατηγοριοποίηση και την απόδοση του πελάτη στον σωστό συνεργάτη. Όσον αφορά την πληρωμή των προμηθειών στους συνεργάτες, όπως τον πληροφορεί ο Εναγόμενος 3, πραγματοποιείτο σε διάφορα στάδια. Συγκεκριμένα υπήρχε αρχείο με την ονομασία Superquery, που ετοιμαζόταν σε μηνιαία βάση από κάποιον ανώτερο συνεργάτη και όχι από τον Εναγόμενο 3, το οποίο στη συνέχεια μοιραζόταν σε όλους τους διευθυντές συνεργατών. Το εν λόγω αρχείο περιείχε πληροφορίες, όπως το όνομα και τον αριθμό λογαριασμού του συνεργάτη, πόση εργασία ή χρήματα κινήθηκαν μέσω αυτού κατά τον τελευταίο μήνα. Ο Εναγόμενος 3 θα έπρεπε, μετά που έλεγχε τα ποσά των προμηθειών, να εγκρίνει τις πληρωμές των συνεργατών της ομάδας που επέβλεπε. Στην συνέχεια θα έπρεπε η τελική πληρωμή να εγκριθεί από τον διευθυντή ή τον αντιπρόεδρο. Ακολούθως η τελική πληρωμή θα έπρεπε να εγκριθεί από το χρηματοοικονομικό τμήμα της Ενάγουσας και στην συνέχεια το χρηματοοικονομικό τμήμα στην Κύπρο τις προωθούσε σε κάθε λογαριασμό. Όσον αφορά την «διπλή προμήθεια», η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Sela, αυτή πράγματι λήφθηκε, από λάθος όμως και είχε μάλιστα αφαιρεθεί με την έγκριση του χρηματοοικονομικού τμήματος και με ενημέρωση του Εναγόμενου 3, ο οποίος έλαβε μήνυμα ότι δεν ήταν ορθό να γίνει διπλή πληρωμή σε ένα συνεργάτη, κάτι με το οποίο συμφώνησε. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του κ. Sela ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, και 4 δεν δικαιούνταν τα ποσά τα οποία είχαν πιστωθεί ως προμήθειες στους λογαριασμούς τους. Οι εν λόγω προμήθειες αφορούν πελάτες που είχαν εγγραφεί μέσω των Εναγομένων 1, 2 και
- Περί το 2019 ο Εναγόμενος 2 προχώρησε στη σύσταση της Εναγόμενης 1, η οποία στις 10.9.2019 απέκτησε την ιστοσελίδα sayednafsak.com, η οποία λειτουργούσε με μεγάλη επιτυχία αφού είχε περί τις 30,000 επισκέψεις μηνιαίως. Στις 15.9.2019 ο Εναγόμενος 2 προχώρησε στη δημιουργία της ιστοσελίδας fintechwall.com και, ένα περίπου χρόνο μετά, προχώρησε στη σύσταση της Εναγόμενης
- Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 προσέγγιζαν ή έβρισκαν επενδυτές για να εγγραφούν στην πλατφόρμα της Ενάγουσας, είτε μέσω διαφόρων άλλων πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης, είτε μέσω των ιστοσελίδων που διατηρούσαν οι ίδιοι. Όπως τον πληροφορεί ο Εναγόμενος 2, μέσω των ως άνω ιστοσελίδων επιχειρούσε την προσέγγιση επενδυτών από τον αραβικό κόσμο, πλην όμως επειδή ήταν δύσκολο να το πράξει μέσω εταιρείας στο Ισραήλ για γνωστούς πολιτικά λόγους, κατά την επικοινωνία του με τους ανωτέρω επενδυτές μπορεί να χρησιμοποιούσε διαφορετικό όνομα. Σε μερικές περιπτώσεις χρησιμοποιούσε διαφορετικό όνομα από το χριστιανικό του όνομα «Fadi», αφού πολλοί πελάτες ανήκουν στον Ισλαμικό κόσμο. Επειδή δε κάποιοι από τους ως άνω επενδυτές δεν χρησιμοποιούσαν τον σύνδεσμο συνεργάτη που λάμβαναν μέσω των Εναγομένων 1, 2 και 4 για διάφορους λόγους, αρκετοί από αυτούς εγγράφονταν απευθείας στην Ενάγουσα, παρά την μεσολάβηση των Εναγομένων 1, 2 και 4 και χωρίς φυσικά οι Εναγόμενοι να μπορούν να το ελέγξουν. Σε κάθε περίπτωση όμως οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 εξακολουθούν να δικαιούνται σε προμήθεια επί των επενδύσεων των ως άνω πελατών, οι οποίοι, μέσω της διαδικασίας που αναφέρθηκε πιο πάνω, επανακατηγοριοποιούνταν ως πελάτες συνδεδεμένοι με τους Εναγόμενους 1, 2 και
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 21, 29, 31, 32, και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 3 και 22 του Περί Αποδείξεων Νόμου Κεφ. 9 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, ΘΘ1-4, Δ.39 και Δ.48 ΘΘ1-4, 7, 8 και
- Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αιτούμενο στην παράγραφο Α της Αίτησης και μονομερώς εκδοθέν διάταγμα είναι τύπου Mareva αφού με αυτό δεσμεύονται περιουσιακά στοιχεία, συγκεκριμένα τραπεζικοί λογαριασμοί των Εναγομένων, τόσο εντός όσο και εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, νομολογήθηκε ότι η εξουσία που παρέχει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στο Δικαστήριο είναι τόσο ευρεία, σε βαθμό που επιτρέπει την επέκταση της εμβέλειας των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Όπως ειδικότερα αναφέρεται στις σελίδες 177 και 178: «Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο άρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίστηκε ότι τα δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Σε σχέση με την αλλαγή που επήλθε στην Αγγλική νομολογία το 1975, με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων τύπου Mareva, το Εφετείο στην προαναφερόμενη υπόθεση παρατήρησε ότι το άρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act του 1925, στο οποίο βασίστηκαν οι Αγγλικές αποφάσεις Nippon Ysen Kaisha v. Karagiorghis [1975] 3 All E.R. 282 και Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1975] 2 Lloyd's Rep. 509, είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 37
(1)του δικού μας παλαιού περί Δικαστηρίων Νόμου 40/53 και με το άρθρο 32 του ισχύοντος Νόμου 14/60. Είναι πρόδηλο πως τα Αγγλικά δικαστήρια έκριναν τότε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία, ειδικότερα στον τομέα της επικοινωνίας, καθώς βέβαια και τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Λέχθηκε στην υπόθεση Κιταλίδης (ανωτέρω) ότι σήμερα μπορεί να γίνουν δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από τον ένα λογαριασμό σε άλλο και από τη μια χώρα στην άλλη σε λίγα δευτερόλεπτα. Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ' αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς. Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας.» Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Έχοντας κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θα προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο η προσαχθείσα από την Ενάγουσα μαρτυρία ικανοποιεί τις εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά. (ανωτέρω). H Ενάγουσα στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή συνωμοσίας προς εξαπάτηση της και/ή συνωμοσίας για πρόκληση ζημιάς με παράνομα και/ή νόμιμα μέσα και/ή ιδιοποίησης και/ή αμέλειας. Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή για άδικο πλουτισμό. Από τα όσα αναφέροντα πιο πάνω διαφαίνεται ότι η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται, κατά ένα μέρος, στα αστικά αδικήματα της συνωμοσίας, του δόλου, της απάτης, της ιδιοποίησης και της αμέλειας. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ.15-21, σελ.871 αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με την έννοια της συνωμοσίας: «Α conspiracy consists . in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means.» Eπίσης στο ίδιο σύγγραμμα στην παρ.15-22, σελ.873, αναφέρεται ότι: «The tort requires an agreement, combination, understanding, or concert to injure, involving two or more persons.» Στην υπόθεση Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc
(2009)1 A.A.Δ.25, αναφέροντα τα ακόλουθα σχετικά με το αδίκημα της συνωμοσίας: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έχει, μέχρι σήμερα, πραγματευθεί το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας. Σύμφωνα με τον Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Tόμος 45
(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα: "697. Εssential ingredients of conspiracy. In order to make out a case of conspiracy the claimant must establish
(1)an agreement between two or more persons;
(2)either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and
(3)that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant." Σε μετάφραση: «697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει:
(1)συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων
(2)είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα και
(3)πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα.» Όσον αφορά την έννοια του δόλου, στην υπόθεση Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ.992 επεξηγήθηκε, με αναφορά στους Halsbury's Laws of England, 3rd edition, τόμος 18, σελ.189, ότι είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα (βλέπε επίσης Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ.1523, 1538 και 1539). Η απάτη επεξηγείται στο άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά.» Το αδίκημα της ιδιοποίησης καθορίζεται στο άρθρο 39 του Κεφ. 148 και το αδίκημα της αμέλειας στο άρθρο
- Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εμπεριέχει αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και, κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα, Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015 ημερ. 23/3/2017). Θα προχωρήσω στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου
- Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών διαφαίνεται ως κοινός τόπος το ότι ο Εναγόμενος 3, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο από την Ισραηλινή θυγατρική της Ενάγουσας, eToro Ltd, ως υπεύθυνος συνεργατών από τις 9.5.2016, ενώ ο Εναγόμενος 2 ήταν ένας εκ των συνεργατών της Ενάγουσας. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Sela, ο Εναγόμενος 3, εκμεταλλευόμενος τη θέση του, ειδικότερα το ότι είχε εκτενή πρόσβαση στην βάση δεδομένων, στο σύστημα καθώς και στα αρχεία της Ενάγουσας, όπως και την εξουσία του να εγκρίνει πληρωμές προμηθειών προς τους συνεργάτες της Ενάγουσας, προέβαινε σε παράνομες ανακατηγοριοποιήσεις πελατών της Ενάγουσας που είχαν εγγραφεί ως πελάτες της άμεσα, δηλαδή χωρίς την διαμεσολάβηση συνεργάτη. Όπως επεξηγείται λεπτομερώς από τον κ. Sela, ο Εναγόμενος 3 επέλεγε πελάτες «υψηλής χρηματικής αξίας» και, σε συνέργεια με τον Εναγόμενο 2, τους μετέφερε στο όνομα του τελευταίου, καταγράφοντας στο σύστημα (Affwiz) ότι ήταν ο Εναγόμενος 2 που τους σύστησε και ότι λανθασμένα δεν του αποδόθηκαν εξ' αρχής. Ένας ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός μεταφορών λάμβανε χώρα μετά από την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος που οι μεταφερόμενοι πελάτες διενεργούσαν τις πρώτες τους καταθέσεις. Ακολούθως ο Εναγόμενος 2 μετέφερε τους πελάτες αυτούς στις Εναγόμενες 1 και 4, οι οποίες ήταν οι τελικές αποδέκτες των παράνομων προμηθειών και οι οποίες ήταν υπό τον έλεγχο του. Με βάση τα στοιχεία τα οποία παρουσιάζονται με την ένορκη δήλωση του κ. Sela, οι ρηθείσες μεταφορές αφορούν σε 181 πελάτες από τους οποίους οι 7 μόνο είχαν εγγραφεί από τον Εναγόμενο 2, ενώ οι υπόλοιποι εντοπίστηκαν μετά που είχαν ήδη εγγραφεί από μόνοι τους ως άμεσοι πελάτες της Ενάγουσας. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος 3 μετέφερε στον Εναγόμενο 2 και υποσυνεργάτες που δεν είχαν συστηθεί στην Ενάγουσα από τον Εναγόμενο
- Όλοι οι ανωτέρω υποσυνεργάτες ήταν ενεργοί πριν αποδοθούν στον Εναγόμενο
- Κατ' αυτό τον τρόπο, πιστώνονταν στο λογαριασμό του Εναγόμενου 2 προμήθειες, με την έγκριση του Εναγόμενου 3, τις οποίες ο Εναγόμενος 2 δεν δικαιούτο. Το αποτέλεσμα των ανωτέρω μεταφορών που έγιναν από τον Εναγόμενο 3 σε συνέργεια με τον Εναγόμενο 2 ήταν η δόλια απόσπαση συνολικού ποσού προμηθειών USD2.058,
- Είμαι της άποψης ότι το μαρτυρικό υλικό το οποίο παρουσίασε η Ενάγουσα είναι λεπτομερές αλλά και επαρκές ώστε να καταδείξει την εκ πρώτης όψεως εμπλοκή όλων των Εναγομένων στην ισχυριζόμενη συνομωσία προς καταδολίευση και εξαπάτηση της. Φυσικά και δεν παραγνωρίζω τα όσα προβάλλονται από πλευράς Εναγομένων, μέσω της ενόρκου δηλώσεως του κ. Πάρπα, συγκεκριμένα ότι υπήρξαν περιπτώσεις που έγινε ανακατηγοριοποίηση πελατών της Ενάγουσας οι οποίοι, παρά τη διαμεσολάβηση του Εναγόμενου 2, εντούτοις, για διάφορους λόγους που επεξηγούνται στην ένορκο δήλωση του κ. Πάρπα, εγγράφονταν απευθείας ως άμεσοι πελάτες της Ενάγουσας. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν διιστάμενων εκδοχών και σε διατύπωση ανάλογων ευρημάτων, έργο το οποίο ανάγεται σε τελικό στάδιο (Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α.
(2014)1 (Β) Α.Α.Δ. 1665). Οι Εναγόμενοι στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων τους υποστηρίζουν ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, το οποίο παρουσιάστηκε από τον κ. Sela προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι πελάτες/επενδυτές της Ενάγουσας που μεταφέρθηκαν από τον Εναγόμενο 3 στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 κακώς αποδόθηκαν σ' αυτούς, σε καμιά περίπτωση υποστηρίζει τον ανωτέρω ισχυρισμό για τον λόγο ότι αυτό αφορά μόνο 8 πελάτες, οι οποίοι αναφέρουν ότι άνοιξαν λογαριασμό μέσω κάποιου φίλου, που θα μπορούσαν να εννοούν τον Εναγόμενο 2, ενώ είναι επίσης πιθανό να ήταν πελάτες που άνοιξαν λογαριασμό στην Ενάγουσα κάποια χρόνια προηγουμένως και να μην θυμούνταν ποιος ήταν ο μεσάζοντας. Όπως δε αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση του κ. Πάρπα, ο Εναγόμενος 2 κάποιες φορές χρησιμοποιούσε διαφορετικό όνομα από το χριστιανικό του, καθότι πολλοί πελάτες ανήκαν στον Ισλαμικό κόσμο. Σε καμιά περίπτωση οι πελάτες αυτοί ανέφεραν ότι ο Εναγόμενος 2 δεν σχετίζεται μαζί τους. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Sela, το τεκμήριο 6 αποτελεί δέσμη απομαγνητοφωνήσεων επικοινωνιών με πελάτες της Ενάγουσας, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί στον Εναγόμενο 2. Εξετάζοντας με προσοχή το τεκμήριο αυτό έχω παρατηρήσει ότι στις συνομιλίες που ανταλλάγηκαν με κάποιους από τους πελάτες της Ενάγουσας τους υπεβλήθη η ερώτηση πως έτυχε να πληροφορηθούν για την Ενάγουσα. Πιο συγκεκριμένα στην ερώτηση «how did you get to know eΤoro.» δόθηκε από συγκεκριμένο πελάτη η απάντηση «from a friend». Περαιτέρω στην ερώτηση που υπεβλήθη σε άλλο πελάτη «how did you find out about eToro? Through friends or advertising?» δόθηκε η απάντηση «advertising». Στην ίδια ερώτηση που υπεβλήθη σε τρίτο πελάτη δόθηκε η απάντηση «through the internet». Αναμφίβολα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Χωρίς να αποφαίνομαι για την βαρύτητα που θα αποδοθεί από το Δικαστήριο σε τελικό στάδιο στο τεκμήριο αυτό, εντούτοις είμαι της άποψης ότι το περιεχόμενο του είναι επαρκές για το στάδιο αυτό για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του κ. Sela ότι οι συγκεκριμένοι πελάτες, με τους οποίους ανταλλάγηκε επικοινωνία, δεν ανέφεραν το όνομα του Εναγόμενου 2 ως του προσώπου το οποίο ήταν ο σύνδεσμος τους με την Ενάγουσα, ή ότι ήταν με τη διαμεσολάβηση του Εναγόμενου 2 που άνοιξαν λογαριασμό με την Ενάγουσα. Είναι κατάλληλο το στάδιο αυτό για να γίνει αναφορά και στο λόγο ένστασης των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» καθότι απέκρυψε ή και παραποίησε τα γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Όπως συγκεκριμένα υποστηρίζεται, η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι όλες οι κατηγοριοποιήσεις πελατών γίνονταν μετά από έγκριση της, όπως επίσης και η πληρωμή των προμηθειών προς τους συνεργάτες γινόταν κατόπιν διαφόρων εγκρίσεων και όχι μόνο του Εναγόμενου 3, του οποίου η έγκριση ήταν απλά προκαταρκτική. Της επιρρίπτεται ακόμα ότι δεν αποκάλυψε την καταχώρηση αγωγής στο Ισραήλ εναντίον των ιδίων Εναγομένων επί των ιδίων γεγονότων. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734). Είμαι της άποψης ότι τα όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ως μη αποκαλυφθέντα, δεν αποτελούν κοινώς αποδεκτά και από τις δυο πλευρές ή με αντικειμενικό έρεισμα ουισιώδη γεγονότα, αλλά πρόκειται για τη δική τους διαφορετική εκδοχή, η οποία προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Πάρπα (Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.α. Πολ. 'Εφεση Ε64/2015 ημερ. 20.7.21). Όσον αφορά δε την αγωγή την οποία η Ενάγουσα καταχώρησε στο Ισραήλ, όπως αναφέρεται ρητά στην ένορκη δήλωση του κ. Πάρπα, αυτή καταχωρίστηκε στις 11.11.2020, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της υπό εξέταση Αίτησης. Διερωτώμαι πως θα μπορούσε να γίνει μνεία σ' αυτήν από τον κ. Sela, από τη στιγμή που καταχωρίστηκε μεταγενέστερα της ενόρκου δηλώσεως του. Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο λόγος ένστασης ότι η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Με βάση τα ανωτέρω καταλήγω ότι η Ενάγουσα με την παρουσιασθείσα εκ μέρους της μαρτυρία πέτυχε να καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της υπόθεσης της και, κατ' επέκταση, πέτυχε να ικανοποιήσει την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Σειρά έχει τώρα η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του ίδιου άρθρου. Στην Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η Ενάγουσα ισχυρίζεται, μέσω της ένορκης δήλωσης Sela, ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι Eναγόμενοι να αποξενώσουν τα κεφάλαια τους με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανακτήσει τις ζημιές της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Ο κ. Sela ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία χωρίς περιουσία, εργασίες και γραφεία στην Κύπρο. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν είναι κάτοικοι χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αποτέλεσμα να είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να μεταφέρουν τα κεφάλαια τους σε χώρα με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει συνάψει συμφωνία αμοιβαίας εκτέλεσης αποφάσεων ή σε δικαιοδοσία στην οποία τα τραπεζικά ιδρύματα δεν μπορούν να ελεγχθούν σύμφωνα με τους αυστηρούς κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην αντίπερα όχθη προβάλλεται από πλευράς Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι είναι οικονομικά αφερέγγυοι ή ότι δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος της. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγομένων υποστηρίζεται ακόμα ότι από τη στιγμή που η ζημιά της Ενάγουσας είναι καθαρά χρηματική και έχει ήδη καθοριστεί σε συγκεκριμένο ποσό, δεν τίθεται ζήτημα πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στην Ενάγουσα. Στην υπόθεση Rapp v. Sinden κ.ά. Πολ. Έφεση Ε191/2014 ημερ. 20/3/2020 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την πρόθεση για αποξένωση: «Ο κύριος λόγος απόρριψης της αίτησης είναι συνυφασμένος με την τρίτη προϋπόθεση. Αναφορικά με αυτή και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Στα πλαίσια του άρθρου 32, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέγγισε το ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Αναλώθηκε στην εκτίμηση του κινδύνου αποξένωσης, αντί να εξετάσει τον κίνδυνο να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαζόταν ή επιβαρυνόταν το ακίνητο.» Απόλυτα σχετικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. 'Εφεση Αρ Ε14/2017 και Ε209/2017 ημερ. 16/7/2019: «Στη Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301 τονίστηκε ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η όποια επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Ο κίνδυνος αποξένωσης ήταν υπαρκτός ώστε εντέλει να υφίσταται η αδυναμία ή δυσκολία απονομής δικαιοσύνης και το επιχείρημα της φερεγγυότητας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί με την ευκολία αποξένωσης.» Οι ως άνω αρχές επαναδιατυπώθηκαν στην πρόσφατη υπόθεση Heinrich v. Banc De Binary Limited, Πολ. Έφεση Αρ. Ε148/2016 ημερ. 26.11.2021, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένων χρημάτων κατατεθειμένων σε τράπεζα, δεν αποτελεί, χωρίς άλλο, ικανοποιητική εξασφάλιση ότι δικαστική απόφαση που τυχόν να εκδοθεί σε αγωγή θα τύχει, οπωσδήποτε, ικανοποίησης. Εάν ο ίδιος ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δε δεσμευτεί επαρκώς, ως προς τούτο, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα, όπως το υπό συζήτηση, για παγοποίηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, ώστε αυτά να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον πιο πάνω σκοπό. Εν ολίγοις, η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων και μόνο δεν είναι αρκετή. ΄Οπως ετέθη στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd. v. Σκυρ. "Λεωνίκ" Λτδ.
(2001)1 Α.Δ.Δ. 785, σελίδες 789 έως 790: «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί.»» Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία την οποία παρουσίασε η Ενάγουσα κατέδειξε ότι είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί προς όφελος της σε περίπτωση αποξένωσης κεφαλαίων εκ μέρους των Εναγομένων. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Πάρπα προβάλλεται μια γενική άρνηση των ισχυρισμών της ενόρκου δηλώσεως του κ. Sela για τον κίνδυνο αποξένωσης κεφαλαίων, για το ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει περιουσία, ούτε και διεξάγει εργασίες στην Κύπρο. Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι κανένας ισχυρισμός προβάλλεται από τον κ. Πάρπα αναφορικά με τη φερεγγυότητα των Εναγομένων. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Προχωρώ τώρα στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφεση Αρ. 7/2018, ημερ. 21.3.2019 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) ΑΑΔ 1237), το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.» Στην προκείμενη περίπτωση αφού στάθμευσα όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τις εκατέρωθεν πλευρές, κατέληξα ότι η πλάστιγγα γέρνει προς την πλευρά της Ενάγουσας. Είμαι της άποψης ότι η τυχόν απόρριψη της Αίτησης θα προκαλέσει σ' αυτήν, συγκριτικά, πολύ μεγαλύτερη ζημιά από οποιανδήποτε ζημιά την οποία ήθελε προκαλέσει στους Εναγόμενους η οριστικοποίηση των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Πάρπα κανένας ισχυρισμός προβάλλεται ότι οι Εναγόμενοι θα υποστούν οποιανδήποτε ζημιά από την οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Φυσικά δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στη γραπτή αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εναγομένων υποστηρίζεται ότι η μη ακύρωση των επίδικων διαταγμάτων θα οδηγήσει σε κατάφορη αδικία, αφού μέχρι την εκδίκαση της αγωγής οι τραπεζικοί λογαριασμοί των Εναγομένων θα παραμείνουν δεσμευμένοι. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο για τον λόγο ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών των Εναγομένων, η οποία τυχόν έγινε με βάση το επίδικο διάταγμα, δεν είναι για απεριόριστο ποσό αλλά μέχρι του ποσού της αξίωσης της Ενάγουσας. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι η ένορκη αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων, η οποία αξιώνεται με την παράγραφο Δ της υπό εξέταση Αίτησης, εφόσον διαταχθεί από το Δικαστήριο, δυνατόν να αποτελέσει λόγο για αναπροσαρμογή των επίδικων διαταγμάτων, κατά τρόπο ώστε να περιοριστεί η ισχύς τους στους λογαριασμούς εκείνους που διασφαλίζουν το αξιούμενο από την Ενάγουσα ποσό. Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο η πλάστιγγα γέρνει προς όφελος της Ενάγουσας είναι η διατήρηση του status quo ante, το οποίο πολύ πιθανόν να διαταραχθεί σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθούν το εκδοθέντα διατάγματα. Θεωρώ δε απόλυτα σχετικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Seamark v. Lasala (ανωτέρω) τα οποία παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «Η φύση του διατάγματος ως mareva και ο εγγενής σκοπός του να προστατέψει το status quo, απαγορεύοντας την αποξένωση που άλλως πως θα ήταν εύκολη και δυσδιάκριτη και δεν συσχετίζεται απαραιτήτως με τη φερεγγυότητα, μας οδηγεί στα λεχθέντα υπό του Δικαστή Hoffman στην υπόθεση Films Rover ν. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR670, ότι δηλαδή το Δικαστήριο κατά το στάδιο της εξέτασης της προσφορότητας πρέπει να υιοθετήσει κείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους μικρότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη.» Πέραν των πιο πάνω δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι τα εκδοθέντα διατάγματα παγοποίησης περιλαμβάνουν ακίνητη περιουσία η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Δεν θεωρώ όμως ότι υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στη δέσμευση της. Όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, στις περιπτώσεις που εγείρεται αγωγή για αποζημιώσεις είναι δυνατή η δέσμευση ακίνητης περιουσίας, με βάση το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρχει καλή βάση αγωγής και θα πρέπει να αποδειχθεί πως αν πωληθεί ή αποξενωθεί η ακίνητη περιουσία πιθανόν ο Ενάγοντας να εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει μεταγενέστερη απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 και ότι η 3η προϋπόθεση προσομοιάζει με την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.6 πως αν πωληθεί ή αποξενωθεί η ακίνητη περιουσία πιθανόν ο Ενάγοντας να εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει την απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του (Λακαταμίτης ν. Θεοδώρου
(1983)1 ΑΑΔ 120 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά. (ανωτέρω)). Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Ειδικά όμως όσον αφορά την 3η προϋπόθεση θα ήθελα να προσθέσω ότι από τη στιγμή που η Ενάγουσα δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ακόμα τα επακριβή περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων ούτε και την αξία τους, η δέσμευση της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων είναι απόλυτα δικαιολογημένη. ΤΑ ΑΙΤΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΤΥΠΟΥ NORWICH PHARMACAL Όπως έχει ήδη αναφερθεί η Ενάγουσα με το αιτητικό της παραγράφου Δ αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως ετοιμάσουν και καταχωρήσουν ένορκη δήλωση η οποία να περιλαμβάνει και/ή περιέχει όλες τις λεπτομέρειες των περιουσιακών τους στοιχείων που βρίσκονται είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό μέχρι του ποσού της αξίωσης της. Περαιτέρω με την παράγραφο Γ ζητείται διάταγμα το οποίο να διατάσσει όλα τα τραπεζικά ιδρύματα καθώς και τα επαρχιακά γραφεία του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπως αποκαλύψουν γραπτώς λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών καθώς και της ακινήτου περιουσίας των Εναγομένων που δεσμεύτηκαν με το επίδικο διάταγμα. Εν πρώτοις όσον αφορά το αιτητικό της παραγράφου Γ της Αίτησης, θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί από την Ενάγουσα αφού, παρά τις οδηγίες του Δικαστηρίου για επίδοση της Αίτησης, εντούτοις δεν έχει επιδοθεί στα πρόσωπα ή/και οργανισμούς προς τους οποίους απευθύνεται, ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και εκθέσουν τις απόψεις τους. Στην ένορκη δήλωση του κ. Sela προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα διατάγματα αποκάλυψης είναι αναγκαία ενόψει του ότι η Ενάγουσα δεν έχει άλλα μέσα να εντοπίσει και να ενημερωθεί για τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων. Οι αρχές με βάση τις οποίες εκδίδεται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd. v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.,
(2012)1Β ΑΑΔ 1403. Οι αρχές αυτές, όπως παρατίθενται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, είναι οι ακόλουθες: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλούκινα
(2014)1Α ΑΑΔ 118, καταγράφεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση εμπλέκονται σ' αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.» Στην προκείμενη περίπτωση το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης δεν ζητείται για σκοπούς ιχνηλάτησης ούτε βέβαια και η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε ως τέτοια, αφού στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα αδικήματα του δόλου, της απάτης και της συνωμοσίας προς καταδολίευση (Αθανασίου κ.ά. ν. Οντόνι
(2014)1Γ ΑΑΔ 2669). Είναι φανερό ότι ζητείται για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης. Η Ενάγουσα δεν γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατέχουν οι Εναγόμενοι, ούτε και την αξία τους. Στην υπόθεση Raikov v. Rual Trade Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 184/2012, ημερομηνίας 18/1/2016, ECLI:CY:AD:2016:A19 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως είναι γνωστό, διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης.» Θεωρώ επίσης απόλυτα σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά. (ανωτέρω): «Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών. Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes [1994] 4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12
(6)(
- f)και (
- h)του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva.» Με οδηγό τα όσα εκτίθενται πιο πάνω καταλήγω ότι το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης είναι αναγκαίο προς το σκοπό της υποβοήθησης καθώς και αστυνόμευσης των εκδοθέντων διαταγμάτων παγοποίησης. Θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω ότι, όπως έχει αναφερθεί κατά την εξέταση της συνδρομής της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32, η παρουσιασθείσα μαρτυρία έχει καταδείξει την εκ πρώτης όψεως εμπλοκή των Εναγομένων στο σχέδιο συνωμοσίας το οποίο ενορχηστρώθηκε προς καταδολίευση και εξαπάτηση της Ενάγουσας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι τα εκδοθέντα διατάγματα παγοποίησης, θα πρέπει να οριστικοποιηθούν. Επίσης θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων. Με βάση τα πιο πάνω, το Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 21.10.20 οριστικοποιείται. Επίσης εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 διατάσσονται όπως εντός 30 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος στους δικηγόρους τους ετοιμάσουν και καταχωρήσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και επιδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας ένορκη δήλωση η οποία να αναφέρει και/ή περιλαμβάνει και/ή περιέχει τα ακόλουθα:
(1)Λεπτομέρειες περιουσιακών στοιχείων ήτοι κινητής και/ή ακίνητης περιουσίας που βρίσκονται είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό αξίας μέχρι του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ 2,058,996.- και/ή του ισόποσου σε Ευρώ, είτε αυτά κατέχονται εξ ολοκλήρου στο όνομα τους είτε από κοινού με τρίτα πρόσωπα και είτε κατέχονται και/ή ελέγχονται άμεσα και/ή έμμεσα εκ μέρους τους και είτε το συμφέρον τους σε αυτά είναι νόμιμο συμφέρον, συμφέρον ως δικαιούχος ή οποιοδήποτε άλλο συμφέρον και στην οποία να αποκαλύπτεται η αξία έκαστου περιουσιακού στοιχείου κατά την ημερομηνία καταχώρησης της εν λόγω ένορκης δήλωσης και η τοποθεσία και λεπτομέρειες και στοιχεία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένων των στοιχείων ταυτοποίησης και επικοινωνίας του εγγεγραμμένου κατόχου.
(2)Λεπτομέρειες τραπεζικών λογαριασμών που κατέχονται στο όνομα τους στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό είτε αυτοί κατέχονται εξ ολοκλήρου στο όνομα τους είτε από κοινού με τρίτα πρόσωπα και είτε κατέχονται και/ή ελέγχονται άμεσα και/ή έμμεσα εκ μέρους τους και είτε το συμφέρον τους σε αυτούς είναι νόμιμο συμφέρον, συμφέρον ως δικαιούχος ή οποιοδήποτε άλλο συμφέρον και είτε το δικαίωμα υπογραφής στους εν λόγω τραπεζικούς λογαριασμούς δύναται να ασκηθεί μονομερώς είτε από κοινού με οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες του αριθμού τραπεζικού λογαριασμού και τα στοιχεία του κατόχου και το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο κατέχεται έκαστος τραπεζικός λογαριασμός και το υπόλοιπο έκαστου τραπεζικού λογαριασμού κατά την ημερομηνία καταχώρησης της εν λόγω ένορκης δήλωσης Τα έξοδα της Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ). ........... Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΚΑ,ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο