MOROZOV ν. MAJED, Αγωγή αρ. 4361/2014, 30/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4361/2014 ΧΧΧΧ MOROZOV Ενάγων v. ΧΧΧΧ MAJED Εναγόμενος Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Δ. Μιχαήλ για Δημήτρης Μιχαήλ & Συνεργάτες Για Εναγόμενο: Δ. Τερψόπουλος Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα και επίδικα θέματα Είναι η θέση του Ενάγοντος πως, κατά το 2013, πλήρωσε στον Εναγόμενο, με τον οποίον διατηρούσε φιλικές σχέσεις, λόγω γειτνίασης, ποσό €6.043,76, προκειμένου ο Εναγόμενος να βοηθήσει στην έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτων που ο Ενάγων και η σύζυγός του είχαν αγοράσει το 1999, περιλαμβανομένων εξόδων και φόρων, που ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι έπρεπε να πληρωθούν. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως ο Εναγόμενος τελικά οικειοποιήθηκε το ποσό αυτό, χρησιμοποιώντας το για δικούς του σκοπούς. Αξιώνει την επιστροφή του, προς αποκατάσταση, πλέον παραδειγματικές αποζημιώσεις, θεωρώντας πως ο Εναγόμενος τον εξαπάτησε. Όπως αναφέρει, παρά τις εξωδικαστικές απαιτήσεις του Ενάγοντος για επιστροφή του ποσού αυτού, προφορικά και μέσω δικηγόρου, και παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος είχε εκφράσει την πρόθεση να πληρώσει το χρέος αυτό, εν τέλει, ουδέν έπραξε. Ο Εναγόμενος, από την άλλη, δεν αρνείται πως του καταβλήθηκε ένα ποσό, πλην όμως, όπως λέει, αφενός δεν το πλήρωσε ο Ενάγων, αλλά η εταιρεία Bardolf Limited, συνεπώς, όπως είναι η θέση του, ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται να τον ενάγει και να το αξιώνει, αφετέρου δεν ήταν στο ύψος που ισχυρίζεται ο Ενάγων, αλλά €5.200,
- Ο Εναγόμενος δεν αρνείται πως δέχθηκε να βοηθήσει τον Ενάγοντα στη διαδικασία έκδοσης των τίτλων ιδιοκτησίας, λόγος για τον οποίον είχαν δοθεί στον Εναγόμενο πληρεξούσια έγγραφα. Ο Εναγόμενος προχώρησε, όπως αναφέρει, σε όλες τις ενέργειες που απαιτούνταν, πληρώνοντας φόρους, και ενημέρωσε τους πωλητές να προσέλθουν για τη μεταβίβαση. Ενημερώθηκε, όμως, πως αυτό ήταν αδύνατον να γίνει γιατί μία εκ των δύο πωλητριών εταιρειών ήταν υπό εκκαθάριση. Ο εκκαθαριστής ανέφερε στον Εναγόμενο πως, για να γίνει η μεταβίβαση, θα πρέπει ο Ενάγων, όπως και ο Εναγόμενος, ο καθένας για το ακίνητό του, να καταβάλουν προς τον Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων ο μεν Ενάγων €5.100,00 και ο Εναγόμενος €5.200,
- Ο Εναγόμενος, έχοντας εμπιστοσύνη στον Ενάγοντα, πλήρωσε από τον προσωπικό του λογαριασμό και το ποσό των €5.100,00 που όφειλε ο Ενάγων, εκδίδοντας την επιταγή με αριθμό 00866243 της Τράπεζας Κύπρου. Για όλες τις ενέργειες του Εναγόμενου, ήταν ενήμερος ο Ενάγων. Παρόλο που ο Εναγόμενος προέβη στις πληρωμές που του ζητήθηκαν από τον εκκαθαριστή, ο τελευταίος τον ενημέρωσε πως, και πάλι, δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση, λόγω νομικών προβλημάτων, και θα μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση μόνον του ½. Αργότερα, πληρώθηκε στον Εναγόμενο από την πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία το ποσό €5.200,00, προς εξόφληση του ποσού που ήδη είχε πληρώσει ο Εναγόμενος για λογαριασμό του Ενάγοντος. Ο Εναγόμενος δεν θεωρεί πως εξαπάτησε τον Ενάγοντα, δεν του παρείχε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση με τέτοια γνώση ή πρόθεση, ενήργησε στο πλαίσιο πληρεξουσιότητας και κατά τρόπο που ενέκρινε ο Ενάγων, για το όφελος του Ενάγοντος. Περαιτέρω, όπως είναι η δική του θέση, ουδέποτε αποδέχθηκε να πληρώσει κάποιο ποσό στον Ενάγοντα. Αντίθετα, όταν ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του Ενάγοντος για την απαίτησή του, αρνήθηκε πως οφείλει κάποιο ποσό και ανέφερε πως, όταν ο Ενάγων επέστρεφε στην Κύπρο, εάν από τη μεταξύ τους συζήτηση προέκυπτε διαφορά, θα την επέλυαν. Σε μεταγενέστερη συνάντησή του με τον Ενάγοντα, του παρέδωσε τα πληρεξούσια και τις αποδείξεις για τα ποσά που πλήρωσε, και ο Ενάγων του ανέφερε πως ήταν παρεξήγηση ό,τι συνέβη, εξ ου και ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Ενάγοντα να υπογράψει βεβαίωση πως δεν υπάρχει κάποια απαίτηση. Σε απαντητικό δικόγραφο, ο Ενάγων ισχυρίζεται πως το ποσό των €5.200,00 πληρώθηκε μέσω της εταιρείας Bardolf Limited, συμφερόντων του υιού του, που γνώριζε ο Εναγόμενος. Από το ποσό αυτό, τα €100,00 ήταν φιλοδώρημα για τη μεσολάβηση του Εναγόμενου. Επιπλέον, πληρώθηκε το ποσό των €843,76 από τον Ενάγοντα προσωπικά στον Εναγόμενο με μετρητά, εκ του οποίου τα €500,00 ήταν για πληρωμή δικηγόρου, και τα €51,76 και €292,00 ήταν τέλη που ο Εναγόμενος ανέφερε πως χρειάζονταν για τη μεταβίβαση, οπότε το συνολικό ποσό που πληρώθηκε από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο ήταν αυτό που ζητά και με την αγωγή του. Ο λόγος που ο Ενάγων ζήτησε από τον Εναγόμενο να μεριμνήσει για να εκδοθούν και οι δικοί τους τίτλοι, παραχωρώντας, ο ίδιος και η σύζυγός του, σχετικά πληρεξούσια, ήταν γιατί έπρεπε να μεταβαίνει στο εξωτερικό για λόγους υγείας. Ο Εναγόμενος, όμως, κατέβαλε το ποσό που έλαβε από τον Ενάγοντα ξεκάθαρα για τη δική του οικία. Δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στην έκδοση των τίτλων και ο εκκαθαριστής ουδέποτε είχε αναφέρει όσα ο Εναγόμενος δικογραφεί, ούτε έπρεπε να γίνουν πληρωμές που είχε αναφέρει ο Εναγόμενος. Κατά τον Ενάγοντα, δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί υπεράσπισης του Εναγόμενου. Εκ των δικογράφων, δεν αμφισβητείται η πληρωμή του ποσού των €5.200,00 από την εταιρεία Bardolf Limited προς τον Εναγόμενο, στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου, ο Εναγόμενος να προβεί σε ενέργειες για την εξασφάλιση τίτλων ιδιοκτησίας για τα ακίνητα του Ενάγοντος και της συζύγου του, γειτόνων, λόγος εκ των οποίων δόθηκαν πληρεξούσια έγγραφα. Απασχολούν εάν το ποσό αυτό ή και τυχόν επιπλέον ποσό που πληρώθηκε στον Εναγόμενο χρειάζονταν όντως να καταβληθεί για την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας του Ενάγοντος και της συζύγου του, εάν πληρώθηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή απάτης από μέρους του Εναγόμενου ως προς την αναγκαιότητά του, εάν η πληρωμή θεωρείται πως έγινε από τον Ενάγοντα με δεδομένο ότι τα χρήματα πληρώθηκαν από τρίτο πρόσωπο, εάν δαπανήθηκε όντως από τον Εναγόμενο για τον συμφωνημένο σκοπό ή για δικό του σκοπό, και, τελικά, εάν ο Εναγόμενος θα πρέπει να το επιστρέψει ή να αποζημιώσει τον Ενάγοντα. Διαδικασία Για την απόδειξη της απαίτησής του, ο Ενάγων προσκόμισε μαρτυρία της συζύγου του, κυρίας ΧΧΧΧ (ME1) (09.11.2021), η οποία αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου (12.11.2021). Κατατέθηκε και έγγραφη μαρτυρία. Η μαρτυρία της ΜΕ1 και η έγγραφη μαρτυρία, στην οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, είναι βασικά και το σύνολο της μαρτυρίας που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος δεν προσέφερε μαρτυρία. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του δικηγόρου του Εναγόμενου, ο Εναγόμενος βρίσκονταν στη Συρία, όπου υπάρχει εμπόλεμη κατάσταση. Έχοντας υπόψη την εκπροσώπηση του Εναγόμενου στη διαδικασία αυτή, που βεβαιώθηκε, τον χρόνο που δόθηκε από το Δικαστήριο βάσει των δηλώσεων του δικηγόρου του Εναγόμενου, που ήταν επαρκής, τις δυνατότητες απόδειξης που προσφέρουν οι διατάξεις του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η προσκόμιση προσωπικής μαρτυρίας, και την παράλληλη ανάγκη αλλά και δικαίωμα του Ενάγοντος να εκδικαστεί η απαίτησή του χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, η θέση της πλευράς του Εναγόμενου ότι βασικά δεν θα έπρεπε να διεξαχθεί δίκη, για αόριστο χρονικό διάστημα, μέχρι να ομαλοποιηθεί η κατάσταση στη Συρία και να επιστρέψει ο Εναγόμενος στην Κύπρο, προκειμένου τότε να διασφαλιστεί ότι θα ήταν δίκαιη δίκη, δεν έγινε αποδεκτή. Η ακροαματική διαδικασία διήρκησε περίπου 3 ώρες και 30 λεπτά. Τηρήθηκαν πρακτικά, που βρίσκονται στον φάκελο της διαδικασίας. Οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν, και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου τα δικόγραφα, η μαρτυρία και η επιχειρηματολογία, ακόμα κι αν δεν αναφέρεται εδώ το περιεχόμενό τους με όλη τη λεπτομέρειά του. Η μαρτυρία Το Δικαστήριο ακούει μόνον τη μαρτυρία που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και ό,τι καλείται να αποφασίσει. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία, στην οποίαν μπορεί να βασιστεί, για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο παρατηρεί καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή την σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στην ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. H ME1 ανέφερε πως ήρθαν στην Κύπρο με τον σύζυγό της, Ενάγοντα, από το
- Προσκόμισε το συμβόλαιο αγοραπωλησίας που υπογράφθηκε από τον Ενάγοντα την 18.08.1999 για την αγορά του δικού του ακινήτου (Τεκμήριο 1), και τα πληρεξούσια έγγραφα που η ίδια και ο σύζυγός της χορήγησαν στον Εναγόμενο την 27.04.2013 (Τεκμήρια 2 και 3). Όπως ανέφερε, τον Δεκέμβριο του 2012, είχαν ανακαλύψει ότι ο Ενάγων είχε μελάνωμα και έπρεπε να μεταβούν στο Ισραήλ για τη θεραπεία του. Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Όταν είχαν επιστρέψει στην Κύπρο, ανακάλυψαν ότι όλοι οι άλλοι ιδιοκτήτες είχαν τίτλους ιδιοκτησίας. Ο γείτονάς τους, Εναγόμενος, επίσης, δεν είχε πάρει τον τίτλο του, και τους είπε ότι ο δικηγόρος προχωρά με τις απαραίτητες διαδικασίες. Έτσι, πρότειναν να χρησιμοποιήσουν τις ίδιες διαδικασίες και τον ίδιο δικηγόρο, εφόσον έπρεπε να επιστρέψουν στο Ισραήλ κατά τις αρχές του Μαΐου
- Ο Εναγόμενος τους πρότεινε να του δώσουν πληρεξούσια, για να τους αντιπροσωπεύσει σε διαδικασία εξασφάλισης των τίτλων. Έτσι, εκδόθηκαν τα Τεκμήρια 2 και 3, που δόθηκαν στον Εναγόμενο την προηγούμενη ημέρα της αναχώρησής τους. Τα ακίνητα ήταν δύο, και το ένα θα έπρεπε να εγγραφεί στο όνομα του Ενάγοντος και το άλλο στο δικό της όνομα. Τα Τεκμήρια 2 και 3, όπως φαίνεται από το περιεχόμενό τους, έδιδαν ευρεία πληρεξουσιότητα στον Εναγόμενο σε σχέση με οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία του Ενάγοντος και της συζύγου του στην Κύπρο. Ο Ενάγων και η σύζυγός του επέστρεψαν στην Κύπρο τα τέλη Μαΐου, και τότε ο Εναγόμενος τους είπε ότι πλήρωσε ήδη €5.100,00, φόρους που οποιοσδήποτε ξένος αγοράζει περιουσία στην Κύπρο πρέπει να πληρώσει. Τους παρουσίασε την επιταγή που εξέδωσε ως απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 4). Τον ρώτησε, η ΜΕ1, για ποιο λόγο είναι αυτά τα λεφτά, και είπε ότι αυτά πρέπει να πληρώνονται από ξένους που αγοράζουν γη στην Κύπρο. Η ΜΕ1 ανέφερε πως ήταν παρούσα όταν ο Εναγόμενος έδωσε στον Ενάγοντα την επιταγή που πλήρωσε ο ίδιος (Τεκμήριο 4), ίσως τις αρχές Ιουνίου, και έβαλε και από κάτω από αυτήν αντίγραφο του διαβατηρίου του Ενάγοντος, λέγοντάς τους ότι πλήρωσε αυτά τα χρήματα εκ μέρους τους. Το Τεκμήριο 4 είναι αντίγραφο τραπεζικής επιταγής που εξέδωσε η Τράπεζα Κύπρου την 10.05.2013 για €5.100,00 στο όνομα «Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων» με αριθμό XXXXX43 στον λογαριασμό XXXXX
- Στο απόκομμα αυτής αναγράφεται με αχνά γράμματα, στο σημείο «προς/to» το όνομα του Εναγόμενου και στις «Λεπτομέρειες/Particulars» το όνομα του Ενάγοντος. Η πληρωμή προς τον Εναγόμενο, στη συνέχεια, προς κάλυψή του, έγινε από τον υιό τους μέσω της εταιρείας του την 05.06.2013, για λογαριασμό του Ενάγοντος, γιατί ο υιός τους ήταν στην Κύπρο τη δεδομένη στιγμή και προθυμοποιήθηκε να πληρώσει αυτός το ποσό στον Εναγόμενο λόγω του κόστους της θεραπείας του Ενάγοντος. Ο Εναγόμενος τους είπε ότι πλήρωσε €5.100,00 και του πληρώθηκε ποσό €5.200,00 (Τεκμήριο 5) γιατί ο Ενάγων και η σύζυγός του ήταν πολύ ευγνώμονες που ο Εναγόμενος τους βοηθούσε τη δεδομένη χρονική στιγμή και είχαν αποφασίσει να τον ευχαριστήσουν, πληρώνοντας €100,00 επιπλέον, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Ο Εναγόμενος τους είχε αναφέρει, επίσης, ότι πλήρωσε στον δικηγόρο €1.000,00 και ότι «τους αναλογούσε» το ποσό των €500,00, που ο Ενάγων του κατέβαλε σε μετρητά την 22.06.2013 (Τεκμήριο 6). Η διαφορά αναδείχθηκε όταν τους κάλεσε ο κύριος ΧΧΧΧ, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της μιας εκ των πωλητριών εταιρειών, να τον επισκεφθούν και να αποφασίσουν τι θα γίνει με το θέμα των τίτλων ιδιοκτησίας. Τους είπε ότι θα μπορούσαν να αποκτήσουν τους τίτλους για το ½. Συμφώνησαν, και τότε τους είπε ότι θα έπρεπε να πληρώσουν και κάποιους φόρους. Του απάντησαν ότι ήδη πλήρωσαν φόρους, δείχνοντάς του το έγγραφο που τους έδωσε ο Εναγόμενος, και λέγοντάς του ότι είναι ο φόρος που θα πρέπει να πληρώσει κάποιος ξένος στην Κύπρο όταν αγοράζει ακίνητη περιουσία, όπως δηλαδή τους είχε αναφέρει ο Εναγόμενος. Ο διαχειριστής είχε μείνει έκπληκτος, εξηγώντας τους πως δεν υπάρχει τέτοιος φόρος. Ήταν, μάλιστα, πολύ περίεργος και θα έκανε έλεγχο για το πού πήγαν τα χρήματα. Την επόμενη ημέρα, τους κάλεσε και σε νέα συνάντηση που είχαν, τους έδειξε ένα έγγραφο (Τεκμήριο 7), ημερομηνίας 18.10.2013, εξηγώντας τους ότι τα χρήματα από την επιταγή του Τεκμηρίου 4 δεν πήγαν για δική τους εξυπηρέτηση, αλλά σχετίζονται με πληρωμή που έγινε την 13.05.2013 για την περιουσία άλλου προσώπου, ονόματι XXXX. Το πρόσωπο αυτό, όπως εξηγεί η ΜΕ1, ήταν ο γείτονάς τους πριν από τον Εναγόμενο, που διέμενε στην οικία που αγόρασε ο Εναγόμενος. Ο Εναγόμενος, σύμφωνα με την ΜΕ1, τους είχε υποδείξει, επίσης, έγγραφα (Τεκμήρια 8Α και 8Β), ημερομηνιών 27.08.2013 και 13.05.2013 αντίστοιχα, λέγοντάς τους ότι πλήρωσε φόρους στον Δήμο Γερμασόγειας και στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, και ο Ενάγων τον πλήρωσε σε μετρητά τα αντίστοιχα ποσά. Μετά που κατάλαβαν πως ουσιαστικά εξαπατήθηκαν, ερεύνησαν και για ποιον πληρώθηκαν και αυτά τα ποσά που τους υπέδειξε ο Εναγόμενος, και πληροφορήθηκαν πως, επίσης, δεν πληρώθηκαν για τη δική τους περιουσία. Πήγαν να δουν και τον Εναγόμενο. Του ανέφεραν ότι τους εξαπάτησε. Το αποδέχθηκε, και είχε πει ότι θα τους ξεπλήρωνε. Ανέμεναν βάσει των υποσχέσεών του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μίλησαν ξανά με τον κύριο ΧΧΧΧ, που τους εισηγήθηκε να μην το αφήσουν να περάσει έτσι· βεβαίως, δεν ανέμεναν, όπως ανέφερε η ΜΕ1, να πάρει και τόσο καιρό η υπόθεση. Μετά από την υπόσχεση του Εναγόμενου ότι θα πληρώσει, υπήρξε και αλληλογραφία, από την οποία φαίνεται η εξέλιξη αυτή (Τεκμήρια 9, 10Α και 10Β). Τα πληρεξούσια τα είχαν λάβει πίσω, όταν επέστρεψαν στην Κύπρο, εφόσον δεν χρειάζονταν. Στο Τεκμήριο 10Α, επιστολή ημερομηνίας 19.06.2014, φέρεται να υπογράφει ο Εναγόμενος, σε απάντηση στην επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντος ημερομηνίας 02.05.2014 (Τεκμήριο 9), με την οποία ο Ενάγων, δια των δικηγόρων του, απαιτούσε ποσό €5.700,00 για ισχυριζόμενες υπηρεσίες και πληρωμές. Ο Εναγόμενος αναφέρει στην επιστολή του (Τεκμήριο 10Α) ότι μετά και από συνομιλία, επιθυμεί φιλική διευθέτηση και μεταξύ άλλων ότι: «προτείνω εξόφληση του ποσού σε δέκα
(10)μηνιαίες δόσεις». Το Τεκμήριο 10Β είναι φάκελος που φέρεται να προέρχεται από τον Εναγόμενο και να απευθύνεται στους δικηγόρους του Εναγόμενου με σφραγίδα αποστολής από το ταχυδρομείο την 20.06.
- Κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, της υποβλήθηκε πως δεν πλήρωσαν προσωπικά κάποιο ποσό στον Εναγόμενο και ότι δεν έχει γνώση για το τι μπορεί να πληρώνει η εταιρεία Bardolf Limited σε οποιονδήποτε και για οποιονδήποτε. Η ΜΕ1 ήταν σταθερή στην εκδοχή της πως, τη δεδομένη στιγμή, όταν πληρώθηκε αυτό το ποσό στον Εναγόμενο, ο υιός τους ήταν μαζί τους και τους είπε ότι, επειδή πλήρωσαν πολλά λεφτά για τις θεραπείες του Ενάγοντος, θα τους βοηθούσε να πληρώσουν αυτά τα χρήματα, έτσι αφού πλήρωσε το σχετικό ποσό, τους έδωσε την απόδειξη. Έδειξαν την απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 5) και ρώτησαν τον Εναγόμενο εάν είχε πάρει αυτά τα χρήματα, και τους είπε ότι όλα ήταν εντάξει, ότι παρέλαβε τα χρήματα. Ούτε αργότερα έλαβαν τους τίτλους τους, λόγω της εμπλοκής της υπό διαχείριση εταιρείας. Στο γραφείο του διαχειριστή, όπως είπε, γελούσαν όταν ανέφεραν πως πλήρωσαν φόρο που πληρώνουν οι ξένοι στην Κύπρο, αλλά ήταν ευγενικοί ως προς το να τους βοηθήσουν να ανακαλύψουν πού πήγαν τα χρήματα. Οι κατά καιρούς ενημερώσεις του Εναγόμενου, όπως ανέφερε η ΜΕ1, ήταν και προς την ίδια και προς τον Ενάγοντα, γιατί τα κάνουν όλα μαζί, έχουν κοινό λογαριασμό. Όταν πήραν πίσω τα πληρεξούσια, είχαν γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, αλλά όχι ότι εξαπατήθηκαν. Τα πήραν γιατί δεν χρειάζονταν, εφόσον βρίσκονταν στην Κύπρο. Η ΜΕ1 δεν αναγνώρισε την υπογραφή επί ενός εγγράφου που της υπέδειξε ο συνήγορος του Εναγόμενου, αναφέροντας πως είναι πλαστή, εφόσον δεν υπέγραψαν τέτοιο έγγραφο, που πρώτη φορά που το βλέπει. Ο Ενάγων, όπως ανέφερε, είναι 83 ετών, με ογκολογική ασθένεια και πρόβλημα ακοής, εξ ου και, ενώ ήταν στην αίθουσα κατά την ακροαματική διαδικασία, έδιδε μαρτυρία η ίδια. Στην υποβολή του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι ο Εναγόμενος, όντως, εξέδωσε δική του επιταγή για λογαριασμό του Ενάγοντος, και δεν τους κορόιδεψε, η ΜΕ1 ήταν επίσης σταθερή στην εκδοχή ότι με βάση την απόδειξη από τον Φόρο, που είναι επίσημο έγγραφο, τα χρήματα δεν καταβλήθηκαν για δική τους περιουσία, αλλά για άλλη περιουσία, έβαλε το διαβατήριο του Ενάγοντος κάτω από την επιταγή, για να τους δείξει ότι τα πλήρωσε γι' αυτούς, αλλά αυτό δεν ίσχυε. Ο συνήγορος του Εναγόμενου επέμεινε να υποβάλλει στην ΜΕ1 ότι η πληρωμή όντως έγινε για λογαριασμό τους, με τρόπο άλλον από την επιταγή, παρότι η ΜΕ1 επέμεινε στη δική της εκδοχή ότι δεν έγινε κάποια πληρωμή για λογαριασμό τους· γεγονός που εν τέλει δηλώθηκε ως παραδεκτό. Καταρχάς, δεν θα συμφωνήσω με τον συνήγορο του Εναγόμενου πως η μαρτυρία της ΜΕ1 ήταν στο σύνολό της εξ ακοής με την έννοια του άρθρου 23 του Κεφ.9· εισήγηση που υποβάλλει περισσότερο εστιάζοντας στο ότι στην αίθουσα του Δικαστηρίου βρίσκονταν και ο Ενάγων που όμως δεν έδωσε ο ίδιος μαρτυρία και έδωσε η σύζυγός του. Η ΜΕ1, όμως, πέραν του ότι ανέφερε το λόγο που κατέθεσε η ίδια, ανέφερε πως βίωσε και τα γεγονότα, ούσα επίσης αντιπροσωπευόμενη από τον Εναγόμενο, μαζί με τον σύζυγό της, Ενάγοντα. Δεν αμφισβητήθηκε αυτή η προσωπική γνώση της για τα γεγονότα. Οι αναφορές της ΜΕ1 που είναι εξ ακοής είναι σε σχέση με το γεγονός ότι τα χρήματα δεν πληρώθηκαν για περιουσία του Ενάγοντος ή της ίδιας, γεγονός που πληροφορήθηκαν από τον διαχειριστή της μιας εκ των πωλητριών εταιρειών και τρίτα πρόσωπα, όταν αντιλήφθηκαν πως «εξαπατήθηκαν» και ερεύνησαν περαιτέρω. Το γεγονός αυτό, όμως, πως δεν πληρώθηκε οποιοσδήποτε ποσό για λογαριασμό του Ενάγοντος, έγινε παραδεκτό κατά το τέλος της μαρτυρίας της ΜΕ
- Εξ ου και η πλευρά του Ενάγοντος ανέφερε πως δεν θα προσκομίσει μαρτυρία και από τον κύριο ΧΧΧΧ ή άλλη μαρτυρία. Εξάλλου, την ίδια εκδοχή της ΜΕ1 όσον αφορά τα ποσά των Τεκμηρίων 4 και 6 μαρτυρά και το Τεκμήριο 10Α, που προέρχεται από τον Εναγόμενο. Η προσπάθεια του συνηγόρου του Εναγόμενου, μέσω της αγόρευσής του, να πει ότι το Τεκμήριο 10Α υπογράφθηκε από τον Εναγόμενο υπό συνθήκες εξαναγκασμού ή ότι δεν κατανοούσε το περιεχόμενό του γιατί δεν γνωρίζει Ελληνικά, δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία. Στο Τεκμήριο 9, η απαίτηση πληρωμής του Ενάγοντος ήταν για το ποσό των €5.700,00, που φαίνεται πως περιλαμβάνει τα ποσά του Τεκμηρίου 4 (€5.200,00) και του Τεκμηρίου 6 (€500,00) και όχι τα μικρότερα ποσά των Τεκμηρίων 8Α και 8Β. Όμως, δεν αμφισβητήθηκε πως και τα ποσά αυτά των Τεκμηρίων 8Α και 8Β πληρώθηκαν από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο σε μετρητά. Δεν υποβλήθηκε κάποια αντίθετη εκδοχή στη μάρτυρα, η οποία κατείχε τα έγγραφα αυτά και τα προσκόμισε, ως έγγραφα που δόθηκαν στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο για να ζητήσει κάλυψη πληρωμών στις οποίες τους είχε πει πως προέβη στο πλαίσιο της συμφωνίας. Στα ίδια τα Τεκμήρια 8Α και 8Β δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά που να συσχετίζει τα έγγραφα αυτά με τον Ενάγοντα ή τη σύζυγό του. Η εκδοχή της ΜΕ1 ήταν σταθερή και συγκεκριμένη καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της ΜΕ1, έδιδε αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα και είχε διαρκή λογική συνέχεια, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις, και δεν θεωρώ πως η αντεξέταση που υπέστη από την πλευρά του Εναγόμενου κλόνισε καθόλου την αξιοπιστία της, ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί σε αυτήν. Η μαρτυρία της ΜΕ1 είναι αποδεκτή στο σύνολό της. Εάν αυτή επαρκεί για την απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντος, είναι διαφορετικό θέμα. Με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και έγινε αποδεκτή και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, το πραγματικό πλαίσιο που προκύπτει και εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί το Δικαστήριο είναι το εξής: Ο Ενάγων και ο Εναγόμενος, φίλοι και γείτονες, συμφώνησαν όπως ο Εναγόμενος βοηθήσει τον Ενάγοντα και τη σύζυγό του στη διαδικασία εξασφάλισης των τίτλων ιδιοκτησίας τους σχετικά με ακίνητα που αγόρασαν το 1999 (ME1, Τεκμήριο 1), λόγω της ανάγκης που υπήρχε οι ίδιοι να βρίσκονται στο εξωτερικό για λόγους υγείας του Ενάγοντος, εφόσον ο Εναγόμενος προέβαινε ήδη σε ενέργειες για την εξασφάλιση και του δικού του τίτλου (ΜΕ1). Για τον συμφωνημένο αυτό σκοπό, ο Ενάγων και η σύζυγός του, την 27.04.2013, χορήγησαν στον Εναγόμενο πληρεξούσια έγγραφα με ευρείες εξουσίες σε σχέση με την ακίνητη περιουσία τους στην Κύπρο (ΜΕ1, Τεκμήρια 2 και 3). Την 10.05.2013, ο Εναγόμενος φρόντισε για την έκδοση της τραπεζικής επιταγή 00866243 για ποσό €5.100,00 στο όνομα του Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων, δίδοντας στην Τράπεζα ως λεπτομέρειες του όνομα του Ενάγοντος (Τεκμήριο 4), ωστόσο, το ποσό αυτό, την 13.05.2013, πληρώθηκε για φόρους που αφορούσαν ακίνητη περιουσία στο όνομα του XXXX από τον οποίον ο Εναγόμενος είχε αγοράσει τη δική του οικία και όχι για λογαριασμό του Ενάγοντος (ΜΕ1, Τεκμήριο 7, Τεκμήριο 10Α). Την ίδια ημέρα, 13.05.2013, πληρώθηκε στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων το ποσό των €292,00 στο όνομα G. Zavos & Sons Developers Ltd (Τεκμήριο 8Β) που δεν αφορούσαν στα ακίνητα του Ενάγοντος ή της συζύγου του (ΜΕ1). Βάσει των παραστάσεων του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα πως το ποσό του Τεκμηρίου 4 και το ποσό του Τεκμηρίου 8Β αφορούσαν στα ακίνητα του Ενάγοντος ή και της συζύγου του και τη μεταξύ τους συμφωνία, ο Ενάγων, με τη βοήθεια του υιού και της εταιρείας του Bardolf Limited, την 05.06.2013, πλήρωσε στον Εναγόμενο ποσό €5.200,00, προσθέτοντας €100,00 ως ένδειξη ευγνωμοσύνης (ΜΕ1, Τεκμήριο 5), ενώ πλήρωσε σε μετρητά και το ποσό του Τεκμηρίου 8Β (ΜΕ1). Την 22.06.2013, ο Ενάγων πλήρωσε στον Εναγόμενο ποσό €500,00 ως μέρος δικηγορικών εξόδων που ο Εναγόμενος ανέφερε πως του αναλογούσαν για σχετικές υπηρεσίες (ΜΕ1, Τεκμήριο 6), οι οποίες, όμως, δεν αφορούσαν στον Ενάγοντα ή στη σύζυγό του (ΜΕ1, Τεκμήριο 10Α). Την 27.08.2013, είχε πληρωθεί στον Δήμο Γερμασόγειας το ποσό των €51,76 (Τεκμήριο 8Α), που ο Εναγόμενος ανέφερε στον Ενάγοντα πως αφορούσε στη μεταξύ τους συμφωνία, και ο Ενάγων το πλήρωσε στον Εναγόμενο σε μετρητά (ΜΕ1). Όταν ο Ενάγων και η σύζυγός του επέστρεψαν στην Κύπρο, τα πληρεξούσια δεν χρειάζονταν και ανακλήθηκαν. Τον Οκτώβριο του 2013, ο Ενάγων, μετά από επίσκεψή τους στο γραφείο του κύριου ΧΧΧΧ, για το θέμα των τίτλων, και περαιτέρω έρευνες, διαπίστωσαν πως δεν έγινε κάποια πληρωμή για λογαριασμό τους από τον Εναγόμενο, στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας (ΜΕ1, Τεκμήριο 7). Λόγω του ότι ο Ενάγων δεν κατάφερε να λάβει πίσω τα χρήματα που πληρώθηκαν στον Εναγόμενο, αποτάθηκε σε δικηγόρο που την 02.05.2014 απηύθυνε επιστολή προς τον Εναγόμενο εκ μέρους του Ενάγοντος, καλώντας τον να πληρώσει το ποσό των €5.700,00 για ισχυριζόμενες υπηρεσίες/πληρωμές, ποσό που καλύπτει τα ποσά των Τεκμηρίων 4 και 6, της οποίας ο Εναγόμενος έλαβε γνώση την 10.06.2014 (Τεκμήριο 9). Την 19.04.2014, ο Εναγόμενος απηύθυνε απαντητική επιστολή προς τους δικηγόρους του Ενάγοντος, που ταχυδρομήθηκε την 20.06.2014, εκφράζοντας την επιθυμία, μετά και από συνομιλία, για φιλική διευθέτηση και πληρωμή με δέκα μηνιαίες δόσεις, εάν γίνονταν αποδεκτή η πρότασή του (Τεκμήρια 10Α και 10Β). Μέχρι σήμερα, δεν πληρώθηκε από τον Εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα. Νομικές πτυχές και εξέταση Το γεγονός ότι το χρηματικό ποσό των €5.200,00, που πληρώθηκε στον Εναγόμενο, στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου για την έκδοση των τίτλων, προέρχονταν από κεφάλαιο της εταιρείας Bardolf Ltd, ιδιοκτησίας του υιού του Ενάγοντος (βάσει αναμεταξύ τους συμφωνίας), δεν έχει επίδραση στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο Εναγόμενος, ως αντιπρόσωπος (agent), έναντι στον Ενάγοντα, ως αντιπροσωπευόμενο (principal) ή και στο πλαίσιο της δικής τους συμφωνίας. Το ποσό των €5.200,00 θεωρείται πληρωμή που έγινε για λογαριασμό του Ενάγοντος και της συζύγου του (on his principals' behalf), στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου ο τελευταίος να βοηθήσει στις ενέργειες εξασφάλισης των τίτλων τους και του όρου που εξυπακούεται να καλυφθεί για το κόστος που θα υποστεί. Το επιχείρημα του Εναγόμενου, όπως προβάλλεται στην αγόρευση του συνηγόρου του, ότι τυχόν απαίτηση για τα χρήματα αυτά θα έπρεπε να προβάλλει το τρίτο πρόσωπο, που δεν συνδέεται συμβατικά με τον Εναγόμενο, δεν έχει νομική βάση, ούτε συνδέεται με κάποιον λόγο για τον οποίον ο Εναγόμενος οφείλει επιστροφή των χρημάτων αυτών στην εταιρεία Bardolf Ltd και όχι στον Ενάγοντα[3]. Η συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου και στο πλαίσιο αυτής και οι συμφωνίες αντιπροσωπείας που εντυπώθηκαν σε πληρεξούσια έγγραφα δεν πάσχουν από κάποιο ελάττωμα κύρους. Η απαίτηση του Ενάγοντος είναι απαίτηση επιστροφής χρημάτων (recovery) καταβληθέντων στο πλαίσιο και υπό τους όρους της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου για την αντιπροσώπευση του Ενάγοντος και της συζύγου του σε διαδικασία εξασφάλισης των τίτλων ιδιοκτησίας τους, που, ενώ λήφθηκαν από τον Εναγόμενο για συγκεκριμένο σκοπό βάσει παραστάσεων του Εναγόμενου που ενεργοποίησαν αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση του Ενάγοντος, χρησιμοποιήθηκαν από τον Εναγόμενο (αντιπρόσωπο), για άλλο σκοπό· κατ' επέκταση που κατακρατήθηκαν χωρίς αιτία που να αντλεί τη νομιμότητά της εκ της μεταξύ των μερών συμφωνίας ή άλλως πώς. Η δε πληρεξουσιότητα που δόθηκε στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου ανακλήθηκε, και ο Ενάγων κινείται καταρχάς στη βάση των συμβατικών σχέσεων του με τον Εναγόμενο και στο πλαίσιο του «δικαίου της αποκατάστασης»· δεν αλληλοαποκλείονται πάντα. Το ποσό των €5.100,00 (γιατί το επιπλέον ποσό των €100,00, στο σύνολο των €5.200,00, δόθηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης) και τα ποσά των €500,00 και €51,76 και €292,00 καταβλήθηκαν στον Εναγόμενο βάσει των παραστάσεων του Εναγόμενου ότι χρεώθηκε τα ίδια προς όφελος του Ενάγοντος και της συζύγου του (Τεκμήρια 4, 8Α, 8Β), στο πλαίσιο της αναμεταξύ τους συμφωνίας και της δοθείσας πληρεξουσιότητας, συνεπώς ότι θα έπρεπε να τα ανακτήσει (money had and received)[4]. Βάσει των παραστάσεων του Εναγόμενου ότι πλήρωσε αυτά τα ποσά για λογαριασμό του Εναγόμενου και της συζύγου του, στο πλαίσιο της συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντος και Εναγόμενου, ο Εναγόμενος εισέπραξε συνολικό ποσό €5.943,76 (πλέον €100,00 ως ένδειξη ευγνωμοσύνης). Ανεξαρτήτως της πρόθεσης με την οποίαν έγιναν από τον Εναγόμενο οι παραστάσεις αυτές, ότι δηλαδή τα ποσά ήδη πληρώθηκαν από τον ίδιο για λογαριασμό του Ενάγοντος και της συζύγου του, ως γεγονός, έγιναν. Η πρόθεση του Εναγόμενου δεν αποκλείεται, λαμβανομένων υπόψη και των λεπτομερειών στο Τεκμήριο 4, να ήταν αρχικά καλή, δηλαδή, όντως, η επιταγή να εκδόθηκε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για λογαριασμό του Ενάγοντος, αλλά το γεγονός που αποδείχθηκε είναι ότι, κατά τους χρόνους που ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Ενάγοντα τα χρήματα των Τεκμηρίων 4, 6, 8Α, 8Β, ο Εναγόμενος γνώριζε ή έπρεπε λογικά να γνωρίζει πως τα χρήματα αυτά δεν είχαν όντως ή τελικά καταβληθεί για λογαριασμό του Ενάγοντος ή για τους σκοπούς της συμφωνίας τους. Προέβη όμως σε παραστάσεις πως ήταν χρήματα που πληρώθηκαν για τον συμφωνημένο σκοπό, που έχρηζαν κάλυψης από τον Ενάγοντα, ο οποίος, βασιζόμενος σε αυτές τις παραστάσεις, που δεν ήταν αληθείς παραστάσεις, φρόντισε για την κάλυψη του Εναγόμενου. Εκεί ουσιαστικά βασίζει και την αναφορά της η ΜΕ1 πως υπήρξε «εξαπάτηση» (κυρίως ως "deception"). Επειδή και η σχέση που δημιουργείται μεταξύ αντιπροσωπευόμενου και αντιπρόσωπου είναι σχέση εμπιστοσύνης[5]. Όταν ο αντιπρόσωπος λαμβάνει χρήματα από τον αντιπροσωπευόμενο για συγκεκριμένο σκοπό, ο αντιπρόσωπος γίνεται εμπιστευματοδόχος (trustee) του αντιπροσωπευόμενου[6] (ή, εάν με βάση τους όρους της συμφωνίας μπορεί να τα αναμείξει με δική του περιουσία, θεωρείται οφειλέτης/debtor). Ο αντιπρόσωπος έχει καθήκοντα έναντι στον αντιπροσωπευόμενο που απορρέουν εγγενώς από την εμπιστευτική φύση της συμφωνίας τους, όπως να τηρεί και να αποδίδει λογαριασμό[7]. Εάν δεν αποδίδει λογαριασμό που του ζητείται, τα τεκμήρια βαρούν προς όφελος του αντιπροσωπευόμενου[8], όπως και εάν, σε περίπτωση μη δέουσας ανάμειξης προσωπικής του περιουσίας με περιουσία του αντιπροσωπευόμενου, ό,τι δεν μπορεί να αποδείξει ότι του ανήκει, τεκμαίρεται πως ανήκει στον αντιπροσωπευόμενο[9]. Οφείλει και να αποκαλύπτει τυχόν σύγκρουση συμφέροντος· να μην λαμβάνει οποιαδήποτε κρυφή αμοιβή και να μην δωροδοκείται. Οφείλει και να παρέχει στον αντιπροσωπευόμενο απρόσκοπτη πρόσβαση στα αρχεία των πράξεων που διενήργησε για λογαριασμό του. Πρωταρχικό καθήκον το αντιπρόσωπου βεβαίως είναι να φέρει εις πέρας την εργασία που ανέλαβε με τη δέουσα επιμέλεια[10] και να ενημερώνει τον αντιπροσωπευόμενο για οποιαδήποτε πιθανή δυσκολία[11]. Εκεί όπου έχει περιθώριο άσκησης διακριτικής ευχέρειας, θα πρέπει να την ασκεί με εντιμότητα και προς το καλύτερο συμφέρον του αντιπροσωπευόμενου. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιεί τον ρόλο του για να επωφελείται· ασφαλώς ούτε και κεφάλαια του αντιπροσωπευόμενου. Όταν ο αντιπρόσωπος καλείται να αποδώσει όφελος που έλαβε εκ της θέσης του, ο ίδιος θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε με τη γνώση και τη συγκατάθεση του αντιπροσωπευόμενου. Η καλοπιστία του αντιπρόσωπου δεν συνιστά υπεράσπιση σε τέτοιες περιπτώσεις. Όταν ο αντιπρόσωπος ενεργεί χωρίς αμοιβή (gratuitous agent) το αναμενόμενο από αυτόν πάντως είναι να ασκεί τις δεξιότητες που απλώς κατέχει[12]. Χρήματα που πληρώθηκαν για τον αντιπροσωπευόμενο (λ.χ. από τρίτο πρόσωπο, όπως ήταν η εταιρεία Bardolf Ltd) και ο αντιπροσωπευόμενος έδωσε οδηγίες να πληρωθούν για συγκεκριμένο σκοπό δεν μπορούν να κατακρατηθούν από τον αντιπρόσωπο έναντι στον αντιπροσωπευόμενο, ο οποίος, σε περίπτωση παράλειψης του αντιπρόσωπου να τα αποδώσει ή να τα πληρώσει για τον συμφωνημένο σκοπό, μπορεί να απαιτήσει την πληρωμή τους (money had and received)[13]. Απαίτηση μπορεί να προβληθεί από τον αντιπροσωπευόμενο εναντίον του αντιπρόσωπου και με βάση το γενικό δίκαιο των συμβάσεων, σε περίπτωση παράβασης σύμβασης (breach of contract), όπου εκεί το μέτρο της αποζημίωσης είναι η απώλεια (loss) που πράγματι συνέβη ως φυσικό και πιθανό αποτέλεσμα του συμβατικού καθήκοντος. Εάν δεν υφίσταται συμβατική σχέση ή εάν ο αντιπρόσωπος ενεργεί χωρίς αντάλλαγμα, δεν αποκλείεται να εγερθεί απαίτηση για αποζημίωση με βάση την αδικοπρακτική ευθύνη (π.χ. για απάτη/fraud, ως δικογραφεί διαζευκτικά και ο Ενάγων). Ο λόγος, επίσης, με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, είναι και για πληρωμή συνολικού ποσού €5.943,76 στον Εναγόμενο έναντι συγκεκριμένου ανταλλάγματος (consideration) - την εξόφληση κάποιων φόρων και τελών και εξόδων που περιγράφονται στα Τεκμήρια 4, 6, 8Α, 8Β -, που, όμως, τέτοιο αντάλλαγμα, δεν φαίνεται μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία να λήφθηκε από τον Ενάγοντα· εφόσον δεν αμφισβητήθηκε, και εν τέλει έγινε και παραδεκτό, πως δεν πληρώθηκαν ποσά για λογαριασμό του Ενάγοντος, αλλά διατέθηκαν για σκοπούς που δεν έχουν σχέση με τον Ενάγοντα ή τη συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου. Εξάλλου, η πληρωμή του συνολικού ποσού των €5.943,76 στον Εναγόμενο υπό την πεποίθηση που δημιούργησαν οι παραστάσεις του Εναγόμενου που ο Ενάγων δικογραφεί ως απατηλές, ότι αυτό το ποσό κάλυπτε πληρωμές που ο Εναγόμενος όντως έκανε για λογαριασμό του Ενάγοντος και της συζύγου του στο πλαίσιο της πληρεξουσιότητας και ότι υποχρεούνταν να καλύψουν τον Εναγόμενο, στοιχειοθετεί και την έννοια του «λάθους» (mistake), που δίδει επίσης βάση για αποκατάσταση, έχοντας υπόψη πως, με βάση τη μαρτυρία, το ποσό των €5.943,76 πληρώθηκε στον Εναγόμενο χωρίς χαριστική πρόθεση (delivered not gratuitously), αλλά για να καταβληθεί έναντι συγκεκριμένου ποσού που παρουσιάστηκε στον Ενάγοντα ως χρέος του έναντι στον Εναγόμενο για φόρους, τέλη και έξοδα σχετικά με τα ακίνητα του Ενάγοντος και της συζύγου του, χρέος που όμως δεν υφίστατο πραγματικά, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να επωφεληθεί του ποσού αυτού (he enjoyed it), καλύπτοντας δικά του έξοδα ή εκπληρώνοντας άλλες υποχρεώσεις του[14]. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς του Ενάγοντος επαρκεί, ως και η νομική θεμελίωση της απαίτησής του, και ο Ενάγων δικαιούται σε αποκατάσταση. Όσον αφορά το ποσό των €100,00, που, σύμφωνα με τη μαρτυρία, καταβλήθηκε στον Εναγόμενο ως «ένδειξη ευγνωμοσύνης», για τη βοήθειά του, απαιτήθηκε επίσης η επιστροφή του (ΜΕ1, Τεκμήριο 4, Τεκμήριο 5, Τεκμήριο 9, Τεκμήριο 10Α), στο ίδιο πλαίσιο, της αποκατάστασης. Η δωρεά εν ζωή (inter vivos) συνιστά μεταβίβαση περιουσίας οικειοθελώς από ένα πρόσωπο σε άλλο, με πλήρη πρόθεση αυτή η περιουσία να μην επιστραφεί. Ενώ τα δώρα είναι καταρχάς μη ανακλητά[15], υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις όπου στο δίκαιο αναγνωρίζεται η δυνατότητα ανάκλησής τους, όταν λόγου χάριν ο δωρεοδόχος επωφελείται του δώρου λόγω δικής του απατηλής συμπεριφοράς[16] ή όπου εμφιλοχώρησε σοβαρό λάθος[17]. Η ευγνωμοσύνη που εκδηλώθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, δια δώρου €100,00, συνδέονταν με ενέργειες και πληρωμές στις οποίες υποτίθεται πως προέβαινε ο Εναγόμενος για λογαριασμό του Ενάγοντος (που ήταν η «κεφαλή» της οικογένειας, κατά την ΜΕ1), που ασθενούσε και έλειπε, ως αντιπρόσωπος του ιδίου και της συζύγου του. Οι παραστάσεις του Εναγόμενου, ότι πλήρωνε από δικά του χρήματα πρώτα (και δη μεγάλο ποσό όπως αυτό του Τεκμηρίου 4) και μετέπειτα ζητούσε κάλυψη, δημιουργούσαν την ανάγκη του Ενάγοντος να εκφράσει ευγνωμοσύνη, δίδοντας επιπλέον €100,00, που, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα της ΜΕ1, δεν θα εκφράζονταν τέτοια ευγνωμοσύνη και δεν γίνονταν τέτοια πληρωμή, όπως και η πληρωμή του ποσού των €5.100,00 του Τεκμηρίου 4, εάν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη σχέση και οι δεδομένες παραστάσεις του Εναγόμενου. Διαφάνηκε, όμως, πως εν τέλει ο Εναγόμενος δεν προέβαινε πράγματι σε τέτοια βοήθεια, εφόσον οι πληρωμές που έκανε από χρήματά του δεν αφορούσαν τον Ενάγοντα και τη μεταξύ τους συμφωνία, όπως παρίστανε. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε τελικά στον Ενάγοντα μεγαλύτερη ταλαιπωρία, όπως αποτυπώθηκε γλαφυρά μέσα από τη μαρτυρία της ΜΕ
- Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα μικρό χρηματικό ποσό, στο πλαίσιο της σχέσης εμπιστοσύνης στην οποία δόθηκε, που είναι σχέση αντιπροσωπείας, και υπό όλες τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιολογείται η αξίωση για την επιστροφή του. Εξάλλου, η κατακράτηση του ποσού αυτού από τον Εναγόμενο θα έβαινε έναντι και στην ανάγκη να αποφευχθεί η επιβράβευση του Εναγόμενου, για τη συμπεριφορά του αυτή έναντι στον Ενάγοντα, που ήταν μεμπτή[18]. Την επιστροφή και του ποσού των €100,00, που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 5, φαίνεται να αποδέχθηκε ο Εναγόμενος δια του Τεκμηρίου 10Α. Όσον αφορά την αξίωση του Ενάγοντος και για τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις[19], δεν προωθήθηκε, και, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται για περίπτωση στην οποία θα επιδικάζονταν και τέτοιου είδους αποζημιώσεις. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, ο Ενάγων έχει αποδείξει επιτυχώς την απαίτησή του, και γι' αυτό εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €6.043,76, πλέον ο νόμιμος τόκος. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Murray v Mann
(1848)2 Exch
- [4] Άρθρο 182 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [5] Parker v McKenna
(1874)10 Ch App 96. [6] Burdick v Garrick
(1870)5 Ch App 233, Brown v IRC [1965] AC
- [7] Βλ. και άρθρο 173 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [8] Gray v Haig
(1855)20 Beav 219, Clarke v Tipping
(1846)9 Beav 284. [9] Lupton v White
(1808)15 Ves
- [10] Άρθρα 172-173 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [11] Άρθρο 74 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [12] Beal v South Devon Rly Co
(1864)3 H & C 337, Ex Ch, Wilson v Brett
(1843)11 M & W 113, Moffatt v Bateman
(1869)LR 3 PC
- [13] Blaustein v Maltz Mitchell & Co [1937] 2 KB 142, βλ. και άρθρο 176, και σε αντιδιαστολή άρθρο 177, και άρθρο 178 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [14] Άρθρα 70 και 72 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, Minerva Finance & Investments Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 2173. [15] Villers v Beaumont
(1682)1 Vern 100, Mackintosh v Stuart
(1864)36 Beav 21, Slater v Burnley Corpn
(1888)59 LT 636. [16] Halsbury's Laws of England > Gifts (Volume 52
(2020)) > 1. Gifts Made between Living Persons >
(7)Revocation and Avoidance of Gifts > 259. Fraud and undue influence. [17] Halsbury's Laws of England > Gifts (Volume 52
(2020)) > 1. Gifts Made between Living Persons >
(7)Revocation and Avoidance of Gifts >
- Mistake and misrepresentation. [18] Pitt v Holt [2013] UKSC
- [19] Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 CLR 254, Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65, Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1988)1 ΑΑΔ 1836, Rookes v Barnard [1964] 1 All E.R.367, Broome v Cassel & Co. [1972] Α.C. 1027 και Drane v Evangelou [1978] 1 W.L.R. 455 (CA), Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1952. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο