← Κύπρος

ΒΑΣΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΟΚΚΟΥ, Αγωγή αρ. 857/2021, 6/6/2022

ΒΑΣΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΟΚΚΟΥ, Αγωγή αρ. 857/2021, 6/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 857/2021 ΒΑΣΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Ενάγων v. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΟΚΚΟΥ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 10.02.2022 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 06 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Χρ. Ματσεντίδου (κα) για Christina Matsentidou & Associates LLC Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Ελ. Γιασουμή (κα) για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων, ιδιοκτήτης μονοκατοικίας στην οδό Αρχ. Μακαρίου, 4746, στο Μονάγρι, της Επαρχίας Λεμεσού, με αριθμό τεμαχίου 493, Φ./Σχ.47/61 («το ακίνητο»), την 01.02.2018, συμφώνησε με τον Εναγόμενο τη μίσθωση του ακινήτου για ένα χρόνο, από την 01.02.2018 μέχρι την 01.02.2019, έναντι μισθώματος €350,00 μηνιαίως. Την 01.02.2020, συνάφθηκε νέα συμφωνία μίσθωσης του ακινήτου μέχρι την 01.02.2021, με το ίδιο μίσθωμα. Κατά τον Ενάγοντα, η συμφωνία έληξε, ο Ενάγων είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο πως δεν προτίθεται να την ανανεώσει, καλώντας τον να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου, πλην όμως, ο Εναγόμενος, από την 01.02.2021 μέχρι σήμερα, κατακρατεί το ακίνητο και εκδικητικά δεν καταβάλλει και οποιοδήποτε μίσθωμα, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να τον θεωρεί επεμβασία. Η ενοικιαστική αξία του ακινήτου, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, είναι €500,00 μηνιαίως. Αξιώνει διάταγμα για ανάκτηση της κατοχής του και αποζημιώσεις. Την 24.06.2021, ο Ενάγων καταχώρισε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης. Την 24.09.2021, καταχώρισε και αίτηση για συνοπτική απόφαση, η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Ο Εναγόμενος καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης, με την οποίαν εγείρει προδικαστική ένσταση που σχετίζεται με την υλική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, καθότι, όπως είναι η θέση του, το ακίνητο ήταν υπό/προς ενοικίαση για κατοικία και συμπληρώθηκε μέχρι την 31.12.1999 και βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής. Άνευ βλάβης αυτής της προδικαστικής ένστασης, ενώ δεν αρνείται τη σχέση, ισχυρίζεται πως, μετά από τη λήξη της πρώτης συμφωνίας μίσθωσης, κατέστη «θέσμιος ενοικιαστής» και ότι κατέχει νόμιμα το ακίνητο, και δεν είναι επεμβασίας, η δε επιστολή που έλαβε, ημερομηνίας 18.03.2021, δεν είναι νόμιμη. Το ποσό των €500,00 μηνιαίως είναι υπερβολικό και δεν έχει βάση, και ουδεμία ζημιά υπέστη ο Ενάγων εξαιτίας του, συνεπώς ζητά την απόρριψη της αγωγής. Σε απαντητικό δικόγραφο, ο Ενάγων αρνείται την προδικαστική ένσταση, αναφέροντας πως το Μονάγρι δεν εμπίπτει στις ελεγχόμενες περιοχές και ότι το ακίνητο δεν προσφέρονταν προς ενοικίαση πριν από το 2016, και επαναλαμβάνει την απαίτησή του. Την 10.02.2022, ο Ενάγων, θεωρώντας ότι ο Εναγόμενος δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση και επιχειρεί να προκαλέσει καθυστέρηση στη διαδικασία, υπέβαλε εκ νέου αίτηση για συνοπτική απόφαση· την υπό εξέταση αίτηση. Στην ένορκη δήλωσή του, που συνοδεύει την αίτηση, βεβαιώνει ενόρκως τα γεγονότα που αναφέρει και στην αγωγή του, και προσκομίζει αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του ακινήτου του (Τεκμήριο 1), τη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 01.02.2018 (Τεκμήριο 2), και τη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 01.02.2020 (Τεκμήριο 3). Αναφέρει πως, κατά τη λήξη της συμφωνίας, ο Εναγόμενος όφειλε να παραδώσει το ακίνητο, μαζί με κάποια έπιπλα που είχαν αφεθεί εντός αυτού. Είχε ενημερωθεί από τον Δεκέμβριο του 2020, προφορικά, ότι, με τη λήξη του συμβολαίου, δεν ήταν επιθυμητή η ανανέωση της συμφωνίας, γιατί ο Ενάγων χρειάζονταν το ακίνητό του για προσωπική χρήση. Την 12.01.2021, στάλθηκε και επιστολή προς τον Εναγόμενο, με την οποίαν, επίσης, ενημερώθηκε ο Εναγόμενος ότι ο Ενάγων δεν επιθυμούσε την ανανέωση της μίσθωσης και ότι θα έπρεπε να παραδώσει το ακίνητο εντός 30 ημερών από τη λήψη της επιστολής ή από τη λήξη του συμβολαίου (Τεκμήριο 4). Από την 01.01.2021, όμως, ο Εναγόμενος, γνωρίζοντας ότι ο Ενάγων δεν επιθυμεί την ανανέωση της μίσθωσης, δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ενοίκιο (Τεκμήριο 5 που συνιστά την τελευταία απόδειξη πληρωμής), και παράλληλα κατακράτησε και την κατοχή του ακινήτου και την κατακρατεί μέχρι και σήμερα· κατά τη θέση του Ενάγοντος, εκδικητικά. Στάλθηκε και νέα επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντος, ημερομηνίας 18.03.2021 (Τεκμήριο 6), χωρίς ανταπόκριση, μέχρι και σήμερα. Η ενοικιαστική αξία του ακινήτου, σύμφωνα με εκτίμηση που εξασφάλισε ο Ενάγων (Τεκμήριο 7) είναι €500,00 μηνιαίως. Ο Εναγόμενος δεν επέστρεψε ούτε τα έπιπλα, παρά το ότι ο Ενάγων επικοινώνησε μαζί του για τον σκοπό αυτό με ηλεκτρονικό μήνυμα μέσω της εφαρμογής Viber (Τεκμήριο 8). Σε ένσταση που καταχώρισε ο Εναγόμενος, ως οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται, και μαρτυρούνται περαιτέρω με την ένορκη του δήλωση, ισχυρίζεται πως η αίτηση του Ενάγοντος είναι νομικά αβάσιμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, ενώ ο Ενάγων καταχώρισε την αίτησή του αυτή με καθυστέρηση, μετά που καταχωρίστηκε η Έκθεση Υπεράσπισης και απάντησε σε αυτήν και ζήτησε και προώθηση της αγωγής του σε κανονική δίκη. Πέραν του θέματος της υλικής αρμοδιότητας, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως ο Ενάγων δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα, που να καταδεικνύουν πως και ο Εναγόμενος διαθέτει καλή υπεράσπιση για την οποία θα πρέπει να του δοθεί δικαίωμα πλήρους ακρόασης, ως κατοχυρώνει το άρθρο 30 του Συντάγματος και αντίστοιχα το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως κατέχει το ακίνητο νόμιμα και κανονικά και μετά τη λήξη της μίσθωσης, γιατί αυτό επιθυμούσε ο Ενάγων, χωρίς να υπογραφθεί νέο ενοικιαστήριο, για να μην πληρώνει φόρο και να εισπράττει αδήλωτα ενοίκια. Αντίθετα, ο ίδιος ο Εναγόμενος επιθυμούσε την υπογραφή συμβολαίου καθότι λαμβάνει σχετικό επίδομα από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Είναι ψεύδος, κατά τον Εναγόμενο, η ανάγκη ιδιοκατοίκησης που πρόβαλε ο Ενάγων και είναι ο ίδιος ο Ενάγων που φέρεται καταχρηστικά, επειδή ο Εναγόμενος δεν ενέδωσε στην απαίτησή του να παρανομήσει. Έλαβε τις επιστολές, αλλά τις θεωρεί παράνομες και χωρίς αποτέλεσμα. Θεωρεί πως δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και σε κάθε περίπτωση η ενοικιαστική αξία του ακινήτου δεν είναι €500,00, εφόσον ο ίδιος το ενοικίαζε για €350,

  1. Προσκομίζει έγγραφο από την ιστοσελίδα του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 9) για να υποστηρίξει ότι ο ακίνητο ανεγέρθηκε το 1986 και η εκτιμημένη αγοραία αξία του, το 2018, ήταν €29.600,
  2. Μετά την καταχώριση της αγωγής, τον Ιούνιο του 2021, ο Ενάγων του ζήτησε να παραμείνει στο ακίνητο, να υπογράψουν νέο συμβόλαιο, και να πληρώνει €700,00, και ο Εναγόμενος αρνήθηκε. Θεωρεί ότι θα πρέπει να διεξαχθεί πλήρης δίκη. Αρχίζοντας από το θέμα της υλικής δικαιοδοσίας, που προέχει, παρατηρείται πως το Μονάγρι δεν εμπίπτει στις περιοχές της Επαρχίας Λεμεσού που έχουν κηρυχθεί ως ελεγχόμενες με την ΚΔΠ 519/2007 που είχε εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 3 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου 23/1983, ο οποίος δεν εφαρμόζεται στα δεδομένα αυτής της υπόθεσης. Δικαιοδοσία για να επιληφθεί αυτής της υπόθεσης έχει το παρόν Δικαστήριο και η μίσθωση που το απασχολεί δεν είναι προστατευόμενη. Για τη διαπίστωση του θέματος αυτού, στη βάση του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι το ακίνητο που αποτέλεσε το μίσθιο είναι στο Μονάγρι, δεν χρειάζεται να διεξαχθεί δίκη. Η αίτηση του Ενάγοντος βασίζεται στη Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), που περιέχεται στη νομική βάση της αίτησής του και προσδίδει επαρκώς τη δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να την εξετάσει. Επειδή τυγχάνει και αρκετής ανάλυσης στην αγόρευση του συνηγόρου του Εναγόμενου το θέμα του χρονικού σταδίου, θα πρέπει να λεχθεί πως, παρόλο που αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση τη Δ.18 ΚΠΔ είναι δυνατόν να καταχωριστεί οποτεδήποτε μετά από την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης του εναγόμενου, δεν αποκλείεται η καταχώρισή της μετά και από τη συμπλήρωση των δικογράφων, και γενικότερα οποτεδήποτε πριν από την προετοιμασία της δίκης, εάν τότε φαίνεται πως δεν προβάλλεται από πλευράς εναγόμενου κάποια υπεράσπιση που να εγείρει όντως δικάσιμο θέμα (disclosing such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend). Καταρχάς, το γεγονός ότι υφίσταται καταχωρισμένο δικόγραφο Έκθεσης Υπεράσπισης ή και απαντάται με δικόγραφο Απάντησης στην Υπεράσπιση δεν σημαίνει ότι αυτό θέτει και καλή ή ουσιαστική υπεράσπιση ή ότι αποκλείεται η έκδοση απόφασης συνοπτικά. Όπου υφίσταται δικόγραφο Έκθεσης Υπεράσπισης και καταχωρίζεται και αίτηση για συνοπτική απόφαση, ο εναγόμενος δεν εμποδίζεται να υποστηρίξει ότι έχει καλή υπεράσπιση δια ένορκης δήλωσης ή με προφορική μαρτυρία εάν ζητηθεί (viva voce) (Δ.18,κ.3α). Θα μπορούσε να θεωρείται και επιβεβλημένη η μαρτυρία σε ορισμένες περιπτώσεις[1], αν και το δεδομένο πως υφίσταται ήδη ένα καταχωρισμένο δικόγραφο Έκθεσης Υπεράσπισης προδιαγράφει, ως ένα βαθμό, ότι και οι μετέπειτα ένορκοι ισχυρισμοί του εναγόμενου δεν θα αποκλίνουν θεμελιωδώς από το περιεχόμενο εκείνου του δικογράφου· αναλόγως και της περίστασης ή και της δυνατότητας τροποποίησής του. Η αίτηση του Ενάγοντος εδώ δεν υποβλήθηκε με χρονική καθυστέρηση που να εμποδίζει το Δικαστήριο να την εξετάσει. Όπως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να την εξετάσει το γεγονός ότι είχε αποσυρθεί σε προηγούμενο χρόνο άνευ βλάβης άλλη αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ή ότι ο Ενάγων καταχώρισε απαντητικό δικόγραφο ή ότι εξέδωσε και κλήση για οδηγίες, ζητώντας να οδηγηθεί η αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες όσον αφορά την εκδίκαση της αγωγής. Εξ αυτών των δικονομικών διαβημάτων του Ενάγοντος, δεν εξυπακούεται πως το Δικαστήριο θα πρέπει να διεξάγει οπωσδήποτε πλήρη δίκη, καλώντας τον Εναγόμενο να προσφέρει μαρτυρία, ακόμα κι αν δεν εγείρεται δικάσιμο θέμα. Ειδικότερα, εάν δεν έχουν ήδη δοθεί οδηγίες για την εκδίκαση της αγωγής, δεν διαφαίνεται λόγος ο Ενάγων να μην μπορεί να αιτηθεί την έκδοση απόφασης συνοπτικά βάσει της Δ.18 ΚΠΔ. Ίχνη διαδικασίας έκδοσης απόφασης συνοπτικά εντοπίζονται από το Ρωμαϊκό δίκαιο. Στην Αγγλία, και πριν από το 1855, είχαν γίνει ορισμένες προσπάθειες να αναπτυχθούν μηχανισμοί συνοπτικής εκδίκασης χωρίς κανονική δίκη. Ο διαδικαστικός κανονισμός φαίνεται περισσότερο να βρίσκει ρίζες στη Summary Procedure on Bills and Exchange 1855, που έδιδε τη δυνατότητα εξασφάλισης απόφασης συνοπτικά εναντίον οφειλετών χρημάτων που καταχωρούσαν παρελκυστικές υπερασπίσεις. Με την Judicate Act 1873 και μετέπειτα τους Rules of the Supreme Court (RSC) 1883, η δυνατότητα επεκτάθηκε και σε άλλες περιπτώσεις, που στη εξέλιξη των RSC έλαβαν και τη μορφή που έχει σήμερα η εγχώρια Δ.18 ΚΠΔ. Ο διαχρονικός σκοπός ενός τέτοιου μηχανισμού ήταν και είναι η εξασφάλιση απόφασης χωρίς κανονική δίκη, σε περιπτώσεις όπου τα πράγματα είναι απλά και η υπεράσπιση καταχωρίζεται προφανώς για να κωλυσιεργήσει τη διαδικασία. Όσον αφορά το στάδιο στο οποίο ενεργοποιείται ένας τέτοιος μηχανισμός, δεν απασχόλησε οποτεδήποτε, ως να είχε σημασία. Η προσέγγιση της νεότερης αγγλικής πρακτικής, μετά την αντικατάσταση της RSC O.14 (CPR PD 24), είναι πως κατάλληλο στάδιο για την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι κάθε στάδιο πριν ή κατά την προδικασία (before or when filing directions questionnaire). Εάν καταχωριστεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση πριν και από την καταχώριση του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης, απλώς αναστέλλεται η προθεσμία της καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης· με την έννοια ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καταχώρισής της, όχι ότι απαγορεύεται η καταχώρισή της[2]. Σημειώνεται, παρενθετικά, πως, στο στάδιο πριν από την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης, ο ενάγων μπορεί να επιλέξει να αιτηθεί απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης ή συνοπτικής απόφασης, εάν όμως αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν μπορεί να αιτηθεί και απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης. Δεν απαγορεύεται βεβαίως ο ενάγων να αναμένει την καταχώριση του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης, για να αποφασίσει τότε εάν θα προβεί σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχοντας υπόψη και τη δικογραφημένη υπεράσπιση του εναγόμενου. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η προσέγγιση της πλευράς του Εναγόμενου. Η κλήση για οδηγίες με βάση τη νεότερη Δ.30 ΚΠΔ δεν αποκλείει τη δυνατότητα του ενάγοντος να αιτηθεί και συνοπτική απόφαση· με αίτηση, εφόσον το αίτημα για συνοπτική απόφαση δεν εξετάζεται συνοπτικά, ως τα αιτήματα που προβάλλονται δια του Παραρτήματος Τύπου 25, αλλά χρειάζεται μαρτυρία. Μπορεί να αιτείται και διαζευκτικά, συνοπτική απόφαση ή άμεση εκδίκαση, εάν το Δικαστήριο θεωρήσει πως θα πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπισή του σε κανονική δίκη. Δεν υπάρχει ακριβώς ταύτιση των επιδιωκόμενων σκοπών σε τέτοια διάζευξη, με διαφορετικά μέσα. Ομοίως, δεν εμποδίζεται οποιοσδήποτε διάδικος να καταχωρίσει αίτηση για διαγραφή δικογράφου, στο ίδιο στάδιο, επειδή απλώς και μόνον εκδόθηκε η κλήση για οδηγίες. Γενικότερα, η έκδοση κλήσης για οδηγίες με βάση την Δ.30 ΚΠΔ, ενώ οδηγεί την αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για να προετοιμαστεί για την εκδίκασή της, δεν αποκλείει και άλλες δικονομικές δυνατότητες, ακόμα και αν ορισμένες εξ αυτών (λ.χ. τροποποίηση δικογράφων με βάση τη Δ.25 ΚΠΔ), ευλόγως, δυσχεραίνουν ενόσω προχωρά η διαδικασία εγγύτερα προς από την εκδίκαση της ουσίας. Δυσχεραίνουν για τον ίδιο λόγο, να μην παρεμβάλλονται καταχρηστικά στον σκοπό της εκδίκασης. Εξάλλου, το ίδιο το Δικαστήριο εκεί, στο στάδιο της κλήσης για οδηγίες, είναι που έρχεται για πρώτη φορά σε ουσιαστική επαφή με την υπόθεση, και εκεί μπορεί και το ίδιο να παρατηρήσει διάφορα ζητήματα, που έχουν να κάνουν με τα δικόγραφα ή με την ουσία· γιατί όχι και το ότι ο εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση, ακόμα κι αν καταχώρισε ένα δικόγραφο Έκθεσης Υπεράσπισης. Εφόσον ο εναγόμενος καταχώρισε δικόγραφο Έκθεσης Υπεράσπισης, η καταχώριση αίτησης για συνοπτική απόφαση μετά από αυτό (που είναι εφικτή[3]), μπορεί να λειτουργήσει ως καλός λόγος και για επέκταση της προθεσμίας για έκδοση κλήσης για οδηγίες με βάση τη Δ.30,κκ.1,2β ΚΠΔ, όπου δεν έχει καταχωριστεί (δεν θεωρείται εγκαταλειφθείσα η απαίτηση στη βάση της οποίας ο ενάγων έχει επιδιώξει συνοπτική απόφαση), ενώ το Δικαστήριο μπορεί να χειριστεί την ίδια την αίτηση για συνοπτική απόφαση ως αίτηση για οδηγίες, για την αγωγή που είναι ενώπιον του, καθιστώντας αχρείαστη την αίτηση για οδηγίες (παρά τη διατύπωση της Δ.30,κ.1 ΚΠΔ που την καθιστά υποχρεωτική χωρίς εξαίρεση στο δικό της κείμενο στη βάση της Δ.18 ΚΠΔ). Δεν συνάγεται, όμως, λογικά, από αυτή τη δυνητική ανασταλτική ή και ευρεία λειτουργία της αίτησης για συνοπτική απόφαση, ότι, εάν εκδοθεί παράλληλα και κλήση για οδηγίες, απενεργοποιείται ταυτόχρονα η δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δια παντός. Εάν το Δικαστήριο μπορεί να χειριστεί την αίτηση για συνοπτική απόφαση ευρέως, και ως αίτηση για οδηγίες, δεν υπάρχει ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί λόγος αποκλεισμού της δικονομικής συνύπαρξής των δύο αιτήσεων. Η επιθυμία του ενάγοντος να εκδοθεί προς όφελός του απόφαση το συντομότερο δυνατόν, είτε με οδηγίες σχετικά με την εκδίκαση της αγωγής και εκδίκασή της είτε με έκδοση συνοπτικής απόφασης εάν δικαιολογείται, και γενικότερα να προστατευθεί από οποιαδήποτε κατάχρηση από πλευράς εναγόμενου, όχι μόνον δεν είναι καταχρηστική, αλλά απαντά στο δικό του δικαίωμα υπό το άρθρο 30 του Συντάγματος ή το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, να εκδικαστεί η απαίτησή του σε εύλογο χρόνο, όπου το «εύλογο», έναντι σε πιθανή καταχρηστική υπεράσπιση, επιβάλλει μηχανισμό ανάλογου χειρισμού. Είναι έτσι και μέσα στις γενικές δυνατότητες διαχείρισης που έχει κάθε Δικαστήριο, εκ της φύσης του και της κανονικής λειτουργίας του, να αποφασίζει ζητήματα που μπορούν να αποφασιστούν συνοπτικά, με αυτό τον τρόπο· εξ ου και στην νεότερη αγγλική πρακτική, υπό την πλέον ρητή διαδικαστική διατύπωση του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective) και επιμέρους διατάξεις[4], το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει συνοπτικά και σε μεταγενέστερο στάδιο. Εν τέλει, εάν στην ίδια τη Δ.18 ΚΠΔ δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός, δεν προστίθεται ερμηνευτικά, εφόσον τέτοια ερμηνευτική προσθήκη θα τίθετο και έναντι και αντίθετα στην ανάγκη για ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, η οποία αντλεί νομιμοποίηση από υπέρτερα κείμενα. Καταληκτικά, δεν είναι δυνατόν να θεωρείται καταχρηστική η αίτηση του Ενάγοντος για συνοπτική απόφαση, επειδή καταχωρίστηκε στο στάδιο της προδικασίας, μετά την έκδοση και κλήσης για οδηγίες αλλά πριν η αγωγή οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες ή πριν να δοθούν τέτοιες οδηγίες, προκειμένου να επιτραπεί ενδεχόμενη καταχρηστική υπεράσπιση από πλευράς Εναγόμενου· το να επιτραπεί μια ενδεχομένως καταχρηστική υπεράσπιση δεν συνιστά κύρωση κατά του δικονομικά αμελούς Ενάγοντος, αλλά σοβαρή θεσμική επιβάρυνση. Όπως έτυχε επανάληψης και στη νομολογία, ανάμεσα στην οποία και η Μιχαηλίδου-Φατσίτα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 60/2011, ημερομηνίας 12.07.2016, ECLI:CY:AD:2016:A353 ή και η Χαραλάμπους (Καρούσου) ν. Μελά, Πολιτική Έφεση Ε242/2014, ημερομηνίας 03.09.2020, προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 ΚΠΔ, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, δηλαδή σπάνιο· όσο σπάνιο, όμως, θα έπρεπε να είναι και το φαινόμενο της προσπάθειας κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με την καταχώριση υπερασπίσεων που δεν έχουν ουσία. Δίδει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να επιτύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας την πολύ σημαντική διαδικασία της δίκης. Κατ' επέκταση, μπορεί να εκδοθεί τέτοια συνοπτική απόφαση μόνον όταν η υπόθεση του ενάγοντος είναι τόσο ξεκάθαρη, και παράλληλα ο εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, ή ο εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει ικανοποιητικά γεγονότα, για να του δίνουν ουσιαστικά δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο, είναι να δείξει πως έχει ένα δικάσιμο θέμα (triable issue). Όταν έχει ένα δικάσιμο θέμα, το Δικαστήριο θα του επιτρέψει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ασχέτως εάν η υπεράσπισή του έχει και προοπτικές να επιτύχει. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να παρέχει λεπτομέρειες σε μια λογική έκταση[5]. Στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα

(1999)1 Α.Α.Δ. 817, 822, λέχθηκε πως «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Η ευχέρεια που παρέχει η Δ.18 ΚΠΔ για εξασφάλιση απόφασης χωρίς υπεράσπιση, όπως ήδη προαναφέρθηκε, εξετάζεται υπό το φως της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα των διαδίκων βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ[6]. Η απαίτηση του Ενάγοντος, στην προκειμένη περίπτωση, περιέχεται σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και ο Εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης. Έπειτα, ο Ενάγων βεβαίωσε το αληθές της αιτίας αγωγής του εναντίον του Εναγόμενου δια της ένορκης του δήλωσης. Ο Ενάγων εκθέτει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα που καταθέτει και δήλωσε επίσης πως, κατά τη θέση του, ο Εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση, και εξηγεί τους λόγους. Προσκομίζει έγγραφη μαρτυρία επί της βασίζει την απαίτησή του, που εάν δεν υπήρχε αμφισβήτηση από πλευράς του Εναγόμενου, δυνατόν να οδηγούσε σε απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντος. Έχουν, κατά τη γνώμη μου, εκπληρωθεί οι τυπικές και κατ' επέκταση δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18,κ.1 ΚΠΔ, ώστε το βάρος να μετατίθεται πλέον στην πλευρά του Εναγόμενου, να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Το ζητούμενο δεν είναι εάν τα γεγονότα είναι πράγματι όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, αλλά κατά πόσον οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Εναγόμενος θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεσή του, σε σχέση πάντα με την συγκεκριμένη απαίτηση του Ενάγοντος, παραπέμποντας τη διαφορά σε μια κανονική δίκη (trial). Ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι ο Ενάγων είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, πως έληξε η μεταξύ τους συμφωνία μίσθωσης την 01.02.2021, και πως ο ίδιος εξακολουθεί να διαμένει στο ακίνητο, χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε αντάλλαγμα, παρόλο που έλαβε τις επιστολές του Ενάγοντος. Δεν έχει πείσει το Δικαστήριο, ο Εναγόμενος, πως έχει εκ πρώτης όψεως δικαίωμα να παραμένει στο ακίνητο μετά τη λήξη της μίσθωσης βάσει οποιασδήποτε άλλης νέας συμφωνίας μίσθωσης με τον Ενάγοντα ή νομιμοποιητικής αιτίας μετά από την 01.02.2021 ή και ότι καταβάλλει κρυφά ενοίκια που ο Ενάγων δεν θέλει να φορολογούνται· δεν θέτει δεδομένα που εκ πρώτης όψεως να επισκιάζουν την απαίτηση του Ενάγοντος, δημιουργώντας δικάσιμο θέμα, και να οδηγούν το Δικαστήριο στην ανάγκη διεξαγωγής πλήρους και κανονικής δίκης, να ακούσει περαιτέρω μαρτυρία για τους ισχυρισμούς αυτούς, προκειμένου να αποφασίσει. Οι διάφοροι ισχυρισμοί του Εναγόμενου περί κάποιας προσπάθειας του Ενάγοντος να αποκρύψει μίσθωση για φορολογικούς σκοπούς δεν συνάδουν με το αδιαμφισβήτητο - κοινά δεδηλωμένο - γεγονός ότι ήδη υφίσταντο έγγραφες συμφωνίες μίσθωσης για την προηγούμενη χρονική περίοδο. Δεν δικογραφεί, ο Εναγόμενος, αλλά ούτε και εξηγεί στην ένορκη του δήλωση συγκεκριμένα την ύπαρξη κάποιας άλλης συμφωνίας, αλλά και αντιφάσκει, λέγοντας ότι ο Ενάγων του πρότεινε, μετά την αγωγή, να κάνουν νέα έγγραφη συμφωνία με αυξημένο ενοίκιο, που ο ίδιος δεν αποδέχθηκε (παραμένοντας ωστόσο στο ακίνητο). Δεν δίδει, ο Εναγόμενος, οποιονδήποτε νομιμοποιητικό λόγο παραμονής του στο ακίνητο του Ενάγοντος. Δεν είναι ιδιοκτήτης, δεν υπάρχει συμφωνία, δεν είναι «θέσμιος ενοικιαστής» και δεν εμπίπτει σε οποιοδήποτε ειδικό καθεστώς προστασίας, που να υπερτερεί έναντι των δικαιωμάτων του Ενάγοντος, με τη λήξη της μίσθωσης να λάβει πίσω το ακίνητό του χωρίς δυσανάλογη καθυστέρηση, χωρίς προσπάθεια άντλησης ωφέλιμου για τον Εναγόμενο χρόνου, εκ του δικαστικού χρόνου που απαιτείται να αναλωθεί για την κανονική εκδίκαση της υπόθεσης. Η υπεράσπιση του Εναγόμενου ότι δικαιούται να διαμένει στο ακίνητο, χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένη νομιμοποιητική αιτία, είναι μετέωρη, και, σε συνάρτηση με τον τρόπο που αυτή προβάλλεται, λαμβάνει τη μορφή μη ουσιαστικής ή τεχνητής υπεράσπισης (sham). Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι, μέχρι την 01.02.2021, υπήρχε συμφωνία για μίσθωμα €350,00 μηνιαίως. Όσον αφορά την ενοικιαστική αξία του ακινήτου, που αυτή λειτουργεί ως βάση υπολογισμού αποζημιώσεων σε περίπτωση κατακράτησης της κατοχής ακινήτου χωρίς νόμιμη αιτία, το Τεκμήριο 9, που προσκόμισε ο Εναγόμενος, δεν συνιστά εκτίμηση της ενοικιαστικής αξίας της μονοκατοικίας, αλλά καταχωρισμένη στο Κτηματολόγιο εκτιμημένη αξία του ακινήτου ως είχε η εγγραφή του χωρίς το κτίσμα, ως τόπος με αμυγδαλιές. Δεν δημιουργεί εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση ως προς τη χρηματική απαίτηση του Ενάγοντος για απόδοση ενδιάμεσων οφελών μέχρι την παράδοση του ακινήτου, που ο Εναγόμενος δεν απέκλεισε ότι υπάρχουν τέτοια ενδιάμεσα οφέλη. Το Τεκμήριο 7 που προσκόμισε ο Ενάγων συνιστά συγκεκριμένη εκτίμηση που περιλαμβάνει και την αγοραία αξία της οικίας και την ενοικιαστική της αξίας. Επί του Τεκμηρίου 7 ο Εναγόμενος δεν τοποθετήθηκε συγκεκριμένα και πειστικά, ώστε να ωθεί το Δικαστήριο στο να πρέπει να διεξάγει κανονική δίκη έστω για τη διάγνωση της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου, αλλά συνάρτησε τον ισχυρισμό του πως επειδή ο ίδιος ενοικίαζε το ακίνητο για €350,00 από το 2018 και μέχρι το 2021, γι' αυτό η πραγματική ενοικιαστική αξία του έπρεπε να είναι τέτοια, και απαράλλαχτη στον χρόνο. Η απαίτηση του Ενάγοντος είναι ξεκάθαρη, και έναντι σε αυτήν, πράγματι, δεν δείχνει ο Εναγόμενος καλή και ουσιαστική υπεράσπιση, που να εισάγει δικάσιμο θέμα και να οδηγεί στην ανάγκη διεξαγωγής πλήρους και κανονικής δίκης, για την επίλυση της διαφοράς αυτής. Η διαφορά αυτή επιλύεται συνοπτικά, κατόπιν ακρόασης του Ενάγοντος και του Εναγόμενου, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, και: Εκδίδονται: 1. Διάταγμα δια του οποίου διατάσσεται ο Εναγόμενος, εντός 30 ημερών από την επίδοση σε αυτόν του παρόντος διατάγματος, να παραδώσει στον Ενάγοντα την ελεύθερη κατοχή του ακινήτου της μονοκατοικίας που βρίσκεται στην οδό Αρχ. Μακαρίου, 4746, στο Μονάγρι, της Επαρχίας Λεμεσού, με αριθμό τεμαχίου 493, Φ./Σχ.47/61, δια της παράδοσης των κλειδιών της στη δικηγόρο του Ενάγοντος κυρία Χριστίνα Ματσεντίδου, στην οδό Ρήνου 1, Αποστόλου Ανδρέα, 3061, Λεμεσός. 2. Απόφαση ο Εναγόμενος να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των €350,00 για το ενοίκιο της περιόδου 01.01.2021 μέχρι 01.02.2021, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον τα έξοδα της αίτησης και της αγωγής, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 3. Διάταγμα δια του οποίου ο Εναγόμενος διατάσσεται να πληρώνει στον Ενάγοντα το ποσό των €500,00 μηνιαίως, ως ενδιάμεσα οφέλη, από την 01.02.2021 και κάθε επόμενο μήνα, μέχρι την παράδοση της ελεύθερης κατοχής του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου στον Ενάγοντα. Όσον αφορά τα έπιπλα, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του συγκεκριμένα δεδομένα και ο Ενάγων δεν απέδειξε κάποια απαίτησή του σχετικά με τα έπιπλα. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. και την διατύπωση στη Φιλίππου ν. Κούτρα, Πολιτική Έφεση 397/2012, ημερ. 20.06.2019, ECLI:CY:AD:2019:A235. [2] Από την παλαιά Hobson v Monks [1884] WN 8 που τεκμηριώνει την αναφορά της Annual Practice σελ.252 με βάση την O.14, μέχρι και τη PBS Energo AS v Bester Generacion UK Ltd [2020] EWCA Civ 404 στη νεότερη δικονομική εποχή. [3] Χαραλάμπους (Καρούσου) ν. Μελά, Πολιτική Έφεση Ε242/2014, ημερομηνίας 03.09.2020. [4] λ.χ. CPR 3.3
(1)&
(4), CPR 1.4 [5] N. V. Caterchef v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912. Βλ. και Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408 και Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148. [6] Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1968, J. & M. Loizides Agencies Ltd ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280, Ironfx Global Limited v. Χριστάκης Αλεξάνδρου & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε338/2016, ημερ. 23.03.2017. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.