← Κύπρος

ΚΑΙΚΙΤΗ ν. ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε., Αρ. Αγωγής 775/20, 4/5/2022

ΚΑΙΚΙΤΗ ν. ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε., Αρ. Αγωγής 775/20, 4/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 775/20 Μεταξύ: ΧΧΧ ΚΑΙΚΙΤΗ Ενάγοντα - και - ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε. 3036 / 18006807-Ο, Εναγόμενης Ημερομηνία: 4η Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος. Ανδρέου Για τον Εναγόμενο: κα. Γαβριηλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους διαδίκους μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος κατ' εφαρμογή των διαδικαστικών κανονισμών που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο των μέτρων προς αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού (Covid-19) και κατόπιν λήψης της ρητής συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Εισαγωγή και έγγραφες προτάσεις

  1. Στις 9.12.2019, στη συμβολή των οδών ΧΧΧ και ΧΧΧ στη Λεμεσό, συγκρούστηκαν το όχημα του Ενάγοντος και όχημα ασφαλισμένο στην Εναγόμενη. Ο Ενάγων, ήγειρε την παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγόμενης ασφαλιστική εταιρείας επικαλούμενος ότι ο οδηγός στον οποίο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη, ευθύνεται για τη σύγκρουση εκείνη και τη ζημιά στο όχημά του. Στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρίζεται ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην Εναγόμενη οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΧΝ1Χ6 εισήλθε στη διασταύρωση οδού ΧΧΧ και ΧΧΧ από πάροδο, χωρίς να σταματήσει και παραβιάζοντας το σήμα 'Αλτ', προσέκρουσε στη δεξιά πλευρά του οχήματός του με αριθμούς εγγραφής ΚΧΚ5Χ3, ενόσω αυτό οδηγείτο από την κόρη του. Απαιτεί ποσό €1534,36 ως ειδική αποζημίωση πλέον τόκο, δικηγορικά έξοδα και ΦΠΑ.
  2. Η Εναγόμενη αρχικά παραδέχθηκε μόνον ότι ο Ενάγοντας ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος ΚΧΚ5Χ3 και ότι την 9.12.2019 το όχημα ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με το όχημα ΚΧΝ1Χ6 και στο οποίο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη. Ισχυρίστηκε, παραθέτοντας λεπτομέρειες, ότι η οδηγός του οχήματος ΚΧΚ5Χ3 ήτο αμελής γενικά αλλά και συγκεκριμένα ότι απέτυχε να δώσει προτεραιότητα στο όχημα ΚΧΝ1Χ6 το οποίο βρισκόταν στα δεξιά του επί της επίδικης διασταύρωσης και άρα ο Ενάγων δεν δικαιούται σε θεραπεία. Μαρτυρία
  3. Η Αγωγή εκδικάστηκε με ταχεία διαδικασία ως προνοείται στη Διαταγή 30 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Έγγραφη μαρτυρία για την πλευρά του Ενάγοντος καταχώρησε η κα. ΧΧΧ Καϊκίτη («Μ.Ε.1») και ο Ενάγοντας. Για την πλευρά της Εναγόμενης οι κ.κ. ΧΧΧ Λοΐζου («Μ.Υ.1») και ΧΧΧ Μέρικου («Μ.Υ.2»). Η μαρτυρία όλων είναι γραπτή και δεν χρήζει επανάληψης. Αποσπάσματα αυτής χρησιμοποιούνται όπου κρίνεται σκόπιμο προς επεξήγηση συγκεκριμένων σημείων της απόφασης του Δικαστηρίου.
  4. Η Μ.Ε.1 αναφέρει ότι την επίδικη μέρα οδηγούσε το όχημα ΚΧΚ5Χ3 και συγκρούστηκε με το όχημα ΚΧΝ1Χ6, αφού ο οδηγός του της απέκοψε την πορεία, μη συμμορφούμενος με το σήμα 'Αλτ'. Αποδίδει σ' αυτόν αμελή οδηγική συμπεριφορά και ότι δεν έλαβε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης, ενώ αναφέρει ότι η ίδια δεν οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και δεν ήτο δυνατό να αντιδράσει προς αποφυγή της σύγκρουσης. Επεσύναψε τέσσερα τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένου και αριθμού φωτογραφιών (Τεκμήριο 2) τις οποίες ισχυρίζεται ότι έλαβε ο αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας αφικνούμενος στη σκηνή αμέσως μετά τη σύγκρουση. Ο ίδιος ετοίμασε και «Δήλωση Ατυχήματος». Απορρίπτει τα όσα αναφέρονται στη «Υπεύθυνη Δήλωση Ατυχήματος» (Τεκμήριο 3) που ετοίμασε αντιπρόσωπος της Εναγόμενης. Ο Ενάγων, στη μαρτυρία του, επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και αναφέρει ότι η ζημιά που υπέστη το όχημά του ανέρχεται στο ποσό της απαίτησης και παραθέτει τιμολόγια και αποδείξεις που εξέδωσε το συνεργείο που το επιδιόρθωσε (Τεκμήρια 1 και 3 στην Ένορκη Δήλωση Ενάγοντα). Λέγει ότι το ύψος της ζημιάς επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον εκτιμητή της Εναγόμενης, ο οποίος μάλιστα εκτιμά αυξημένο κόστος κατά 2 σεντ (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση Μ.Ε.2).
  5. Ο Μ.Υ.1 είναι διευθυντής του τμήματος αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων στην εταιρεία Lambros Papasavvas & Co. Ltd., η οποία διαχειρίζεται απαιτήσεις της Εναγόμενης. Είναι μηχανολόγος αυτοκινήτων με συγκεκριμένες ειδικεύσεις ως καταγράφονται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσής του. Συνέταξε έκθεση (Τεκμήριο 1), στην οποία περιλαμβάνονται και φωτογραφίες με σημειώσεις και την επισυνάπτει αυτούσια. Προσδιορίζει τις τελικές θέσεις των οχημάτων ως αυτές απεικονίζονται στις σελίδες 4 και 5 της έκθεσης. Γίνεται περιγραφή των ζημιών των ενεχόμενων οχημάτων και στην ενότητα 4, ανάλυση αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό αίτια της σύγκρουσης. Πρόκειται, ισχυρίζεται, για πλαγιομετωπική σύγκρουση με την ταχύτητα του ΚΧΚ5Χ3 κατά τη σύγκρουση να υπολογίζεται βάσει της εφαρμοσμένης μεθόδου σε 45 - 47 χιλιόμετρα ανά ώρα (στο εξής «χαω») και του ΚΧΝ1Χ6 σε 11 - 13 χαω. Το σημείο σύγκρουσης καθορίζεται ως «Χ» στην Εικόνα 17 και βάσει της αντιστοίχισης των τελικών θέσεων των οχημάτων, κρίνεται ότι η ταχύτητα του ΚΚΚ563 πριν τη σύγκρουση ήταν μεταξύ 73 - 75 χαω, ενώ του ΚΧΝ1Χ6 η ίδια ως και κατά τη σύγκρουση. Υποστηρίζει ότι εάν το ΚΧΚ5Χ3 ταξίδευε εντός του ορίου με τη χρήση φρένων θα απέφευγε τη σύγκρουση. Επίσης λέει ότι η φύση του δρόμου και της περιοχής δυσκόλευε το έργο του οδηγού του ΚΑΝ106 να αντιληφθεί την «ψηλή ταχύτητα με την οποία κινείτο» το ΚΧΚ5Χ
  6. Η Μ.Υ.2 είναι εσωτερική νομική σύμβουλος της εταιρείας Lambros Papasavvas & Co. Ltd. και αναφέρει ότι ο οδηγός του ΚΧΝ1Χ6 δεν βρίσκεται στην Κύπρο και ήτο αδύνατο να αποτελέσει μάρτυρα στη διαδικασία. Ανατέθηκε στον Μ.Υ.1 η εξέταση των δεδομένων της επίδικης σύγκρουσης. Βάσει τούτης, η Μ.Υ.2 ισχυρίζεται ότι ο οδηγός του ΚΧΝ1Χ6 δεν φέρει αποκλειστική ευθύνη για τη πρόκληση της σύγκρουσης, ζητώντας από το Δικαστήριο όπως είτε αποδώσει πλήρη είτε μέρος της ευθύνης στην οδηγό του ΚΧΚ5Χ
  7. Στην παράγραφο 7 της δήλωσής της, αποδέχεται το ύψος της ζημιάς που το όχημα ΚΧΚ5Χ3 υπέστη κατά τη σύγκρουση, ως εκείνο που καθορίζεται στην απαίτηση. Ακρόαση και αγορεύσεις
  8. Ουδείς εκ των μαρτύρων αντεξετάστηκε από το δικηγόρο της άλλης πλευράς. Οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Από πλευράς Ενάγοντα, ο δικηγόρος του εγείρει ζήτημα παράβασης των δικονομικών κανόνων και της αρχής της ισότητας των όπλων από μέρους της Εναγόμενης, καθότι το Τεκμήριο 1 του Μ.Υ.1 δεν είχε προηγουμένως αποκαλυφθεί, παρά μόνο με την ένορκη μαρτυρία του Μ.Υ.
  9. Δεν αντεξετάστηκε ο Μ.Υ.1, αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος, ακριβώς λόγω του ότι η μαρτυρία του θα πρέπει να αποκλειστεί. Προχωρεί να στηρίξει τη δικογραφικά προβληθείσα θέση του Ενάγοντος και παραπέμπει σε Νομολογία αναφορικά με το καθήκον οδηγού που εισέρχεται σε κύριο δρόμο. Εγείρει επίσης ζήτημα μη δικογράφησης από μέρους της Εναγόμενης του ισχυρισμού περί οδήγησης του ΚΧΚ5Χ3 με υπερβολική ταχύτητα. Ούτε κατά τη δήλωση που ο οδηγός του ΚΧΝ1Χ6 προέβη στη σκηνή αναφέρεται ότι η οδηγός του ΚΧΚ5Χ3 οδηγούσε με ταχύτητα υψηλότερη του ορίου.
  10. Οι συνήγοροι της Εναγόμενης επιβεβαιώνουν την εκ μέρους των πελατών τους αποδοχή του ύψους της επίδικης ζημιάς εις το όχημα ΚΧΚ5Χ3 και προτείνουν διαζευκτικές θέσεις αναφορικά με την ευθύνη πρόκλησης της σύγκρουσης, δηλαδή ότι αυτή επεσυνέβη λόγω είτε της αποκλειστικής είτε της συντρέχουσας αμέλειας της Μ.Ε.
  11. Με παραπομπή σε νομολογία, υποστηρίζουν ότι η Μ.Ε.1 δεν έλαβε εύλογα μέτρα για την προστασία του προβλεπτού κινδύνου της εισόδου του οδηγού του ΚΧΝ1Χ6 στον κύριο δρόμο από την πάροδο. Επικαλούνται τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 προς επίρρωση της θέσης τους ότι αιτία της σύγκρουσης ήτο η υπερβολική ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα ΚΧΚ5Χ
  12. Εισηγούνται τέλος ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Επίδικα ζητήματα μετά την Ακρόαση
  13. Παρά τη δικογραφημένη άρνηση της Εναγόμενης αναφορικά με το ύψος της επίδικης ζημιάς, αυτή, ως αναφέρεται τόσο στη μαρτυρία της Μ.Υ.2 όσο και ως επιβεβαιώνεται στην αγόρευση των δικηγόρων της Εναγόμενης, έγινε, εν τέλει, παραδεκτή. Απομένει λοιπόν να αποφασιστεί από το Δικαστήριο ποιος ευθύνεται και σε ποιο βαθμό για την πρόκληση της σύγκρουσης και αναλόγως, εάν εφαρμόζεται, να επιδικαστεί σχετική αποζημίωση.
  14. Προέχει όμως η εξέταση των δύο ζητημάτων που έγειρε ο δικηγόρος του Ενάγοντος στη γραπτή του αγόρευση, δηλαδή (α) η επίδραση της μη αποκάλυψης του Τεκμηρίου 1 στην ένορκη δήλωση του Μ.Υ.1 και (β) η μη δικογράφηση ισχυρισμού περί οδήγησης της Μ.Ε.1 με υπερβολική ταχύτητα. Η πλευρά της Εναγόμενης δεν προσέφερε οτιδήποτε αγορεύοντας σε σχέση με τα θέματα αυτά. Μη συμμόρφωση με το Διάταγμα αποκάλυψης
  15. Την 16.2.21, ημέρα κατά την οποία η πλευρά της Εναγόμενης καταχώρισε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, δεν αποκάλυψε το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του Μ.Υ.
  16. Το επίμαχο Τεκμήριο, στο εξώφυλλό του, φέρει ημερομηνία 31.8.21, ενώ η ένορκη δήλωση του Μ.Υ.1 καταχωρήθηκε στις 15.9.
  17. Η πλευρά της Εναγόμενης δεν προέβη σε οποιαδήποτε συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων μετά τις 16.2.21 που να περιλαμβάνει το εν λόγω Τεκμήριο.
  18. Η Διαταγή 28, θεσμός 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού αναφέρει ότι «If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing [.]». Καθίσταται σαφές ότι έγγραφο που δεν αποκαλύφθηκε μετά από σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται να προσκομιστεί ως μαρτυρία, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει επαρκής δικαιολογία για την αποτυχία αποκάλυψης. Στο θεσμό 1 της ίδιας Διαταγής, διευκρινίζεται ότι τα έγγραφα που μπορεί να αποτελέσουν μέρος της αποκάλυψης είναι εκείνα που είναι ή που έχουν περιέλθει στην κατοχή ή τον έλεγχο του διαδίκου και είναι σχετικά με οποιοδήποτε επίδικο θέμα («[.] of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein [.]»). Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 και συγκεκριμένα στη σελίδα 712, με αναφορά στην παλαιά Διαταγή 31, θεσμός 12, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη φράση «possession or power» ότι αυτή αφορά σε «[.] all documents must be included in which the party has any possession or property jointly with others, or even in which he has no property at all, if they are in his corporal possession, for instance, the solicitor's own documents in his own possession [.] and careful search must be made for all relevant documents in his own physical possession, and proper inquiries and efforts must be made as to those which are not [.]».
  19. Στην απόφαση ημερομηνίας 31.5.2016 στην Αγωγή Ναυτοδικείου 31/2013, Marcegaglia SpA κ.α. ν. του πλοίο «Vysokogorsk» σημαίας Βανουάτου και τώρα στο λιμάνι Λεμεσού, με αναφορά στο Supreme Court Practice 1987 Vol. 1, para 24/1/12 και στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co.

(1884)[1], αναγνωρίστηκε η συνεχής υποχρέωση των διαδίκων να προβαίνουν σε αποκάλυψη εγγράφων, ακόμα και χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου, με την επιφύλαξη ότι το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της κατάθεσης εγγράφου ως μαρτυρία στο κατάλληλο στάδιο υπό το πρίσμα της Διαταγής 28, θ.
  1. Παράλληλα, η Νομολογία καταδεικνύει ότι σκοπός της Διαταγής 28, θεσμός 1 είναι να δίδεται, δια της αποκαλύψεως, η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να εκτιμήσει τον χειρισμό και την ισχύ της υπόθεσής της αλλά και να αποτραπεί τυχόν αιφνιδιασμός της[2]. Συνδυαστικά, λοιπόν, προκύπτει ότι ένας διάδικος υποχρεούται καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας να αποκαλύπτει έγγραφα που περιέρχονται στην κατοχή ή στον έλεγχό του ή και δυνητικά στον έλεγχο του κατόπιν κατάλληλης διερεύνησης και προσπαθειών («proper inquires and efforts»).
  2. Στην προκείμενη περίπτωση η πλευρά της Εναγόμενης αναφέρει ότι η ίδια έδωσε οδηγίες στην ετοιμασία του Τεκμήριου 1 του Μ.Υ.
  3. Εκ της ημερομηνίας που φέρει στο εξώφυλλο, συμπεραίνεται ότι τούτο ήταν έτοιμο από τις 3.8.
  4. Σημειώνεται ότι αμφότεροι οι μάρτυρες της πλευράς της Εναγόμενης είναι υπάλληλοι της ίδιας Εταιρείας. Παρά ταύτα η Εναγόμενη δεν προέβη σε οποιοδήποτε αίτημα, έστω και με καθυστέρηση, προς συμπλήρωση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 16.2.21 για να περιλάβει το Τεκμήριο 1 του Μ.Υ.
  5. Ούτε καν μετά την ανάδειξη του ζητήματος από πλευράς δικηγόρων του Ενάγοντος τέθηκε οτιδήποτε από την πλευρά της Εναγόμενης ενώπιον του Δικαστηρίου που να επεξηγεί ή έστω να επιζητεί την έγκριση του Δικαστηρίου στην κατάθεση του εν λόγω Τεκμηρίου. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει το ζήτημα της μη αποκάλυψής του υπό το φως της εξαίρεσης που προβλέπεται στoν προμνησθέντα θεσμό 3 της Διαταγής
  6. Εν όψει όλων των πιο πάνω και κατ' εφαρμογή της Διαταγής 28, θεσμός 3, το Τεκμήριο 1 του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την Εναγόμενη, μια και αυτό δεν αποκαλύφθηκε προς την άλλη πλευρά και δεν προσφέρθηκαν στο Δικαστήριο οποιεσδήποτε εξηγήσεις αναφορικά με το λόγο που αυτό δεν έγινε. Μη δικογράφηση του ισχυρισμού περί οδήγησης της Μ.Ε.1 καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας
  7. Ο ισχυρισμός περί οδήγησης της Μ.Ε.1 καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας προβάλλεται πρώτη φορά από την πλευρά της Εναγόμενης στο Τεκμήριο 1 του Μ.Υ.
  8. Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα αυτό στην Υπεράσπιση. Οι λεπτομέρειες αμέλειας που καταλογίζονται στην Μ.Ε.1 από την Εναγόμενη παρατίθενται στην παράγραφο 5, υποπαραγράφους (α) έως (ι) και πουθενά αλλού. Σε αυτές δεν υπάρχει ισχυρισμός περί οδήγησης της Μ.Ε.1 με υπερβολική ταχύτητα. Υπενθυμίζεται ότι το Τεκμήριο 1 του Μ.Υ.1 φέρει ημερομηνία 3.8.21 και η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 9.7.
  9. Η πλευρά της Εναγόμενης δεν ζήτησε την τροποποίηση της Υπεράσπισης για να συμπεριλάβει συγκεκριμένο ισχυρισμό περί οδήγησης της Μ.Ε.1 καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. Αλλ' ούτε στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της γίνεται οποιαδήποτε αναφορά έστω προς υποστήριξη τυχόν επιχειρήματος περί ύπαρξης δικογραφικού υποβάθρου προς προώθηση του εν λόγω ισχυρισμού. Οι αρχές που καθόρισαν ότι μαρτυρία που εκφεύγει του πλαισίου των δικογράφων δεν λαμβάνεται υπόψη είναι καλά γνωστές[3]. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 1228 εντοπίζεται το εξής βοηθητικό κείμενο, σε ευθυγράμμιση με την επί του θέματος Κυπριακή Νομολογία: «[.] if the defendant intends not merely to traverse the plaintiff's case, but to raise an affirmative case or to raise facts which might otherwise take the plaintiff by surprise, to show that he was not negligent, he should specifically raise such case or the facts relied on [.]».
  10. Εν όψει των πιο πάνω, βρίσκω ότι εάν η πλευρά της Εναγόμενης σκόπευε να εγείρει ζήτημα οδήγησης από την Μ.Ε.1 καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, όφειλε να δικογραφήσει τη θέση της κατάλληλα και με τέτοια λεπτομέρεια ούτως ώστε η πλευρά του Ενάγοντος να μην καταλαμβάνεται προ εκπλήξεως αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό. Εάν σε τούτο συνίσταται, είτε εν όλω είτε εν μέρη, και η θέση της Εναγόμενης περί καταλογισμού συντρέχουσας αμέλειας στην Μ.Ε.1, τότε και πάλι, τέτοιες λεπτομέρειες έπρεπε να δίδονται στο αντίστοιχο μέρος της Υπεράσπισης. Δεν το έπραξε, αφήνοντας τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1, ο οποίος υιοθετείται γενικώς και από την Μ.Υ.2 στην παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσής της, μετέωρο και άνευ δικογραφικού υποβάθρου. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός περί οδήγησης της Μ.Ε.1 με καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Νομική πτυχή
  11. Κατά την εκτίμηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων περί αμέλειας και επίρριψης ευθύνης για πρόκληση της σύγκρουσης στην αντίδικη πλευρά, το Δικαστήριο καθοδηγείται από την πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία καθορίζεται ότι η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με κριτήριο το συνετό οδηγό[4] ο οποίος «χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο»[5] και «το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη»[6]. Στην Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. Σταματίας Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150 λέχθηκε ότι «[.] ο οδηγός οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κυρίου δρόμου, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπει από πάροδο στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει». Στην Ευάγγελος Χαραλάμπους ν. Θεοφάνη Στυλιανού
(1991)1 Α.Α.Δ. 284, καθοριστικοί παράγοντες στον καταμερισμό ευθύνης κρίθηκαν «η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας [.] και της ζημιάς». Υπενθυμίζεται ότι σε υποθέσεις αστικής φύσεως, ο Ενάγων φέρει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[7]. Το βάρος αποσείεται αποκλειστικά με μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[8]. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις τροχαίων συγκρούσεων δίδεται βαρύτητα στα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας ως τον αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των γεγονότων[9]. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα
  1. Λόγω της ταχείας φύσεως της διαδικασίας το Δικαστήριο δεν παρακολούθησε δια ζώσης τους μάρτυρες για να σχηματίσει εντυπώσεις για τη συμπεριφορά εκάστου στο εδώλιο. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λοιπόν έγινε στη βάση των όσων κατατέθηκαν ενόρκως και η μαρτυρία προσεγγίζεται με αναλογική προσαρμογή των επί του θέματος καθιερωμένων Νομολογιακών θέσεων. Αναφέρεται για σκοπούς πληρότητας ότι η μαρτυρία συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων» χωρίς μικροσκοπική κρίση ή απομόνωση των λεγόμενων των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας[10]. Αξιολογούνται, υπό το πρίσμα αυτό, το περιεχόμενο, η ποιότητα, η πειστικότητα και η σύγκριση κάποιας μαρτυρίας στην υπόθεση με την υπόλοιπη[11]. Σημειώνεται τέλος και η προσοχή με την οποία η μαρτυρία προσεγγίζεται όταν μάρτυρες έχουν συμφέρον στο αποτέλεσμα της δίκης.
  2. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 κρίνεται ως σημαντική στην υπόθεση, μια και η ίδια ήτο μια εκ των δύο εμπλεκομένων οδηγών. Δεν παρουσιάζει ουσιαστική διάσταση με τα όσα διαπιστώνονται από την πραγματική μαρτυρία και καταγράφονται πιο κάτω με λεπτομέρεια. Συνάδει δε και με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντος. Η Μ.Ε.1 κινείτο με το όχημα του Μ.Ε.2 σε κύριο δρόμο κατά μήκος του οποίου φαίνεται, από το Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσής της, υπάρχουν πάροδοι. Ούτε στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 αλλ' ούτε και στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η Μ.Ε.1 έκανε χρήση των φρένων της πριν ή κατά τη σύγκρουση. Στην Υπεράσπιση (Παράγραφος 5(β)) μάλιστα η Εναγόμενη καταλογίζει στην Μ.Ε.1 ότι μεταξύ άλλων «παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα της έγκαιρα και/ή καθόλου». Ούτε στα Τεκμήρια 2 των ενόρκων δηλώσεων των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.2 φαίνονται οποιαδήποτε σημάδια τροχοπέδησης του οχήματος της Μ.Ε.
  3. Η μόνη αναφορά που γίνεται σε χρήση φρένων στο ΚΚΚ563 είναι στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του Μ.Υ.1 που δεν έγινε δεκτό. Έστω και στην περίπτωση λαμβανόταν υπόψη, σε αυτό δεν αναφέρεται με ποιο τρόπο ή και συλλογισμό ο συντάξας καταλήγει ότι πράγματι χρησιμοποιήθηκαν τα φρένα του ΚΚΚ
  4. Δεν γίνεται αναφορά σε σημάδια τροχοπέδησης ή σε οποιαδήποτε σχετική μέτρηση. Ούτε στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης της Μ.Υ.2 γίνεται οποιαδήποτε αναφορά από το ΧΧΧ Λαμάρη σε σημάδια τροχοπέδησης οποιουδήποτε εκ των ενεχόμενων οχημάτων.
  5. Οι μαρτυρίες των Ενάγοντος και Μ.Υ.1 δεν ρίχνουν φως στις συνθήκες σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Ο Ενάγων απλώς εκφράζει την πεποίθηση ότι η Μ.Ε.1 του περιέγραψε τις πραγματικές συνθήκες. Ως προς τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα για τις ζημιές στο όχημά του, αυτές έγιναν παραδεκτές και οι αποδείξεις πληρωμής δεν αμφισβητήθηκαν. Η απόρριψη του Τεκμηρίου 1 του Μ.Υ.1 ως μη αποδεχτό καθιστά τη μαρτυρία του, ουσιαστικά, χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Τα προσόντα του Μ.Υ.1 ως εμπειρογνώμονα δεν αμφισβητούνται.
  6. Η μαρτυρία της Μ.Υ.2 περιορίζεται ουσιαστικά στην παράθεση των τριών τεκμηρίων και στην υιοθέτηση των όσων προσπάθησε να προβάλει ο Μ.Υ.
  7. Στο Τεκμήριο 1 της ένορκης της δήλωσης, περιέχεται δήλωση στην οποία ο οδηγός του ΚΧΝ1Χ6 φέρεται να ανέφερε ότι η Μ.Ε.1 τον κτύπησε ενώ αυτός είχε ήδη εισέλθει στο δρόμο για να ελέγξει το κατά πόσο υπήρχαν άλλα οχήματα. Η δήλωση τούτη, ως θα εξηγήσω πιο κάτω, προσκρούει στα όσα λογικά διαπιστώνονται από μελέτη των Τεκμηρίων 2 και 3 της ίδιας της ένορκης δήλωσης της Μ.Υ.2, δηλαδή των φωτογραφιών εκείνων που απεικονίζουν το σημείο σύγκρουσης του ενός οχήματος με το άλλο και του καταλόγου επιδιορθώσεων του ΚΧΚ5Χ3 που επιβεβαιώνουν το σημείο της ζημιάς που εκείνο υπέστη.
  8. Τόσο η Μ.Ε.1 όσο και η Μ.Υ.2 παρέθεσαν σε αντίστοιχα Τεκμήρια 2 στις ένορκες δηλώσεις τους αριθμό φωτογραφιών από τη σκηνή της σύγκρουσης. Σε αυτές απεικονίζονται τα δύο ενεχόμενα οχήματα με εμφανείς τις ζημιές που έκαστο φέρει (Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης της Μ.Υ.2 και Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης της Μ.Ε.1, φωτογραφίες Α - Κ).
  9. Από το σύνολο του πιο πάνω υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι: - το όχημα ΚΧΚ5Χ3 φέρει ζημιά στο μπροστινό δεξί φτερό, πάνω από το δεξί εμπρόσθιο τροχό, στο δεξί μέρος του εμπρόσθιου προφυλακτήρα και στο δεξί εμπρόσθιο φανάρι (2η, 3η και 5η φωτογραφία του Τεκμηρίου 2 της ένορκης δήλωσης της Μ.Υ.2), - το όχημα ΚΧΝ1Χ6 φέρει ζημιά στον εμπρόσθιο προφυλακτήρα, ο οποίος φαίνεται να έχει εξέλθει από τη θέση του, με την εξαίρεση ενός πλαστικού μέρους που παραμένει να εφάπτεται του κάτω μέρους της δεξιάς εμπρόσθιας πλευράς του οχήματος, το εμπρόσθιο καπό (κόλπος μηχανής) φαίνεται να έχει διπλωθεί και στις δύο πλευρές (4η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10η και 12η φωτογραφία του Τεκμηρίου 2 της ένορκης δήλωσης της Μ.Υ.2), - η οδός Μουσών εφάπτεται της οδού ΧΧΧ και στο σημείο συμβολής υπάρχει τόσο στο έδαφος όσο και πινακίδα με την ένδειξη «STOP» (φωτογραφία 11 της ένορκης δήλωσης της Μ.Υ.2), - δεν υπάρχει αντίστοιχη ένδειξη «STOP» για τους οδηγούς που κινούνται στην οδό ΧΧΧ κατά το σημείο συμβολής της με την οδό ΧΧΧ.
  10. Διαπιστώνεται επίσης ότι το σημείο στο οποίο έγινε η επίδικη σύγκρουση δεν είναι διασταύρωση. Ο όρος χρησιμοποιείται σε διάφορα σημεία της δικογραφίας και της μαρτυρίας (βλ. παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης, παράγραφο 5(θ) της Υπεράσπισης) πλην όμως, παρατηρώ, με προφανώς διαφορετική πρόθεση ως προς την ερμηνεία. Ενώ η πλευρά του Ενάγοντα φαίνεται να χρησιμοποιεί τον όρο προκειμένου να καταδείξει το σημείο εις το οποίο το όχημα ΚΧΝ1Χ6 εισήλθε κάθετα στην οδό ΧΧΧ χωρίς να συμμορφωθεί με την ένδειξη «ΣΤΟΠ» που υπήρχε στην πορεία του, η δε πλευρά της Εναγόμενης διατείνεται στην Υπεράσπιση ότι πρόκειτο για «σταυροδρόμι» και ότι η Μ.Ε.1 απέτυχε να «δώσει προτεραιότητα» στο όχημα ΚΧΝ1Χ6 που βρισκόταν στα δεξιά της. Η ερμηνεία που δίδεται από την πλευρά της Εναγόμενης δεν συνάδει με την πραγματική κατάσταση του δρόμου όπως απεικονίζεται στις σχετικές φωτογραφίες.
  11. Κρίσιμα επίσης θεωρώ και τα αντίστοιχα σημεία σύγκρουσης και πρόκλησης ζημιάς στα ενεχόμενα οχήματα. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου είναι ότι αυτά καταμαρτυρούν ότι ήταν το όχημα ΚΧΝ1Χ6 που προσέκρουσε στο όχημα ΚΧΚ5Χ3 και όχι αντίστροφα. Η ζημιά στο ΚΧΝ1Χ6 εμφανώς εντοπίζεται στο εμπρόσθιο μέρος του με, επίσης εμφανώς, ομοιόμορφη αλλοίωση του καπό. Τούτο οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι το ΚΧΝ1Χ6 συγκρούστηκε κάθετα στο εμπρόσθιο δεξί φτερό του ΚΚΚ563, προκαλώντας αντίστοιχα την εξίσου εμφανή ζημιά σε αυτό. Συνεπώς καταλήγω ότι το ΚΧΝ1Χ6 κινήθηκε προς το μέρος του ΚΧΚ5Χ3, ενώ το ΚΧΚ5Χ3 περνούσε, και προσέκρουσε σε αυτό. Εν όψει τούτων, η θέση που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης της Μ.Υ.2, δηλαδή ότι το όχημα ΚΧΝ1Χ6 είχε ήδη εξέλθει από την πάροδο και ήτο σταματημένο ήδη εντός του κυρίου δρόμου δεν βρίσκει λογικό ή πραγματικό έρεισμα. Το σημείο αυτό ενισχύει και τη δήλωση της Μ.Ε.1 περί μη χρήσης των φρένων του ΚΧΚ5Χ
  12. Δεν τα χρησιμοποίησε επειδή, με την κάθετη είσοδο του ΚΧΝ1Χ6 στον κύριο δρόμο, δεν πρόφτασε.
  13. Συνεπώς αποδέχομαι τη θέση της Μ.Ε.1 και αποτελεί εύρημά μου ότι αυτή κινείτο στον κύριο δρόμο που ήταν η οδός ΧΧΧ ενώ το όχημα ΚΧΝ1Χ6, ασφαλισμένο από την Εναγόμενη, βρισκόταν σε πάροδο που ήταν η οδός Μουσών και προσπάθησε να εισέλθει στον κύριο δρόμο. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η Μ.Ε.1 οδηγούσε το όχημα του Ενάγοντος καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας και άρα αποδέχομαι και τη θέση της Μ.Ε.1 και αποτελεί επίσης εύρημά μου ότι η ίδια οδηγούσε εντός του ορίου ταχύτητας και παράλληλα απορρίπτω τον ισχυρισμό της Μ.Υ.2 περί του αντιθέτου. Ως συνάδουσα με την πραγματική μαρτυρία κρίνεται και η θέση της Μ.Ε.1 εν σχέση προς την κίνηση του οχήματος ΚΧΝ1Χ6 προς το μέρος του οχήματος ΚΧΚ5Χ3 προσκρούοντας μετωπικά στο μπροστινό δεξί φτερό του δεύτερου, πράγμα που επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Παράλληλα η θέση που προβάλλεται από την πλευρά της Εναγόμενης ότι ο οδηγός του οχήματος ΚΧΝ1Χ6 είχε ήδη εισέλθει στο δρόμο και σταμάτησε για να ελέγξει το κατά πόσο υπήρχε ελευθερία διέλευσης απορρίπτεται. Κατάληξη
  14. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω στο ότι ο οδηγός του οχήματος ΚΧΝ1Χ6 εξήλθε από την πάροδο ΧΧΧ και εισήλθε στον κύριο δρόμο οδό ΧΧΧ ξαφνικά την ώρα που το όχημα του Ενάγοντος, οδηγούμενο από την Μ.Ε.1 διέσχιζε αυτή και προσέκρουσε μετωπικά στο μπροστινό δεξί φτερό του προκαλώντας του ζημιά. Βρίσκω ότι η Μ.Ε.1 δεν είχε οποιοδήποτε χρόνο να αντιδράσει στην είσοδο του οχήματος ΚΧΝ1Χ6 στον κύριο δρόμο και ότι αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση της επίδικης τροχαίας σύγκρουσης φέρει ο οδηγούς του ΚΧΝ1Χ6, ασφαλισμένος της Εναγόμενης.
  15. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1534,36 με νόμιμο τόκο από 13.5.20 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 HL [2] (βλ. The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides, Debtor a.o.
(1962)1 CLR 40 και G.A.P. Navigation Ltd. v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624) [3] (βλ. Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 A.A.Δ. 24) [4] (βλ. Ανδρέας Βίκης ν Πολύκαρπου Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345) [5] (βλ. Άδωνης Αλεξάνδρου (ανήλικος) ν. Άντρης Σωτηρίου Λεβέντη κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420) [6] (βλ. Βίκης υποσημ. 4 πιο πάνω) [7] (βλ. Χρύσανθου ν Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295) [8] (βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220) [9] (βλ. Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία
(2003)1 Α.Α.Δ. 540) [10] (βλ. Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης ν. Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1056) [11] (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.