← Κύπρος

DAFNIS P. INSURANCE AGENCIES & CONSULTANTS LIMITED κ.α. ν. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, Αγωγή αρ. 4149/2013, 14/6/2022

DAFNIS P. INSURANCE AGENCIES & CONSULTANTS LIMITED κ.α. ν. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, Αγωγή αρ. 4149/2013, 14/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4149/2013

  1. DAFNIS P. INSURANCE AGENCIES & CONSULTANTS LIMITED
  2. ΠΑΥΛΟΥ Δ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Αιτητές v. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Καθ' ου η αίτηση Αίτηση έρευνας ημερομηνίας 10.01.2020 Ημερομηνία: 14 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Χρ. Ι. Κίτσιος για Α.Ι. Κίτσιος ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η αίτηση: Π. Κτίστη (κα) για Αντρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές, με χρήση των διατάξεων του Μέρους VIII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, αιτήθηκαν την εξέταση του Καθ' ου η αίτηση αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση, με σκοπό την έκδοση διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέος του ημερομηνίας 28.02.2019 με μηνιαίες δόσεις με βάση το άρθρο 90, διατάγματος ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων με βάση το άρθρο 91Γ, και διατάγματος αποκοπής απολαβών με βάση το άρθρο 91Ε. Πρόκειται για την προσπάθεια εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, η οποία προέκυψε μετά από ακροαματική διαδικασία. Ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στο να εξεταστεί, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, πως την 07.03.2014 είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στο πλαίσιο της αίτησης πτώχευσης 45/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, και την 22.04.2016 εκδόθηκε και διάταγμα πτώχευσης, κατ' επέκταση ότι, τυχόν χρέος για το οποίο εκκρεμούσε αγωγή και έπειτα εκδόθηκε και δικαστική απόφαση την 28.02.2019, θα έπρεπε να είχε διεκδικηθεί από τη πτωχευτική περιουσία γιατί ήταν επαληθεύσιμο. Έπειτα, την 07.09.2017, ο Καθ' ου η αίτηση αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως με βάση το άρθρο 27Α του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, με αποτέλεσμα την απαλλαγή του από τα επαληθεύσιμα χρέη, όπως και από το χρέος αυτό, ασχέτως εάν οι Αιτητές παρέλειψαν να το επαληθεύσουν στη διαδικασία της πτώχευσης. Με αυτά τα δεδομένα, για τον Καθ' ου η αίτηση δεν υφίσταται χρέος και εκτελεστή δικαστική απόφαση. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, οι Αιτητές ισχυρίζονται πως την 07.09.2017, δηλαδή πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ο Καθ' ου η αίτηση αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια και αυτό έδιδε τη δυνατότητα έκδοσης της απόφασης χωρίς οποιεσδήποτε ενέργειες, εφόσον και το χρέος δεν ήταν επαληθεύσιμο. Ο Καθ' ου η αίτηση εκπροσωπούνταν από δικηγόρους στο πλαίσιο της αγωγής, χωρίς οποτεδήποτε να είχαν αναφέρει ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση, ζήτημα που ήγειραν μόνον όταν η απόφαση κατέληξε να είναι εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Το χρέος δεν ήταν επαληθεύσιμο γιατί, κατά τη θέση των Αιτητών, αμφισβητούνταν από τον Καθ' ου η αίτηση με υπεράσπιση στην αγωγή και έπρεπε να διεξαχθεί δίκη, για να διαπιστωθεί ότι υπάρχει. Το χρέος αυτό, εξάλλου, δεν δηλώθηκε ούτε από τον ίδιο τον Καθ' ου η αίτηση κατά την προκαταρκτική του εξέταση, ούτε και στην έκθεση που υπέβαλε στο Επίσημο Παραλήπτη· προσκομίζουν σχετικά στοιχεία. Ότι απέκρυψε από τον Επίσημο Παραλήπτη το χρέος και τώρα θέλει να απαλλαγεί από αυτό, δεν συνιστά καλόπιστη συμπεριφορά που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απαλλαγή εν πάση περιπτώσει. Το Δικαστήριο ζήτησε και άκουσε πρώτα την επιχειρηματολογία των δικηγόρων των Αιτητών και του Καθ' ου η αίτηση επί του ζητήματος αυτού. Όπως προκύπτει και από το άρθρο 82 § 1 του Κεφ.6, η απόφαση ως προς το εάν υφίσταται ή όχι χρέος οφειλόμενο με βάση δικαστική απόφαση προέχει της υποβολής του Καθ' ου η αίτηση σε διαδικασία εξέτασης, που σημαίνει εκτέλεση. Το ζήτημα είναι νομικό και βασίζεται σε μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ότι η προς εκτέλεση δικαστική απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο αγωγής για χρηματική απαίτηση, που είχε αρχίσει και συνεχίσει εναντίον ατόμου που, κατά τη διάρκειά της, κηρύχθηκε σε πτώχευση, και έπειτα αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως, έχοντας απαλλαγεί από τα επαληθεύσιμα χρέη. Η απαίτηση για την οποίαν οι Αιτητές κίνησαν την αγωγή στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η προς εκτέλεση απόφαση ήταν για εκκαθαρισμένο ποσό δυνάμει σύμβασης και, υπό αυτή την έννοια, ήταν για επαληθεύσιμο χρέος (provable debt), ασχέτως εάν εκκρεμούσε αγωγή για την εκεί απόδειξη της απαίτησης, στην οποίαν ο Καθ' ου η αίτηση είχε προβάλει υπεράσπιση. Για να είναι ένα χρέος «επαληθεύσιμο», δεν χρειάζεται να έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση, ενώ το γεγονός ότι εκκρεμεί δικαστική διαδικασία δεν το αποχαρακτηρίζει. «Επαληθεύσιμο» είναι το χρέος για το οποίο μπορεί να υποβληθεί από τον πιστωτή απαίτηση για την απόδειξη και την πληρωμή του, οπότε, εφόσον έχει απαίτηση για τέτοια πληρωμή και επιθυμεί να ανακτήσει το χρέος, μπορεί να υποβάλει επαλήθευση στον Επίσημο Παραλήπτη ή διαχειριστή, σύμφωνα και με τη διαδικασία που προβλέπεται στους Κανονισμούς του Δεύτερου Παραρτήματος του Κεφ.
  3. Τα περισσότερα χρέη που έχει ένας χρεώστης μέχρι την έκδοση διατάγματος πτώχευσης είναι επαληθεύσιμα, όπως προκύπτει από την ευρύτητα του άρθρου 34 § 3, εκτός αυτά που προβλέπει ο νόμος, περιοριστικά στις διατυπώσεις του άρθρου 34 §§ 1,
  4. Ή εκτός από αυτά που, με διάταγμα του Δικαστηρίου της πτώχευσης, έχουν κηρυχθεί μη επαληθεύσιμα, επειδή η αξία του χρέους ή της ευθύνης δεν μπορεί να εκτιμηθεί δίκαια, κατά το άρθρο 34 §
  5. Δεν φαίνεται, στην προκειμένη περίπτωση, να ήταν μη επαληθεύσιμο το χρέος ή να εκδόθηκε κάποιο διάταγμα που να κηρύσσει το χρέος μη επαληθεύσιμο, επειδή εκκρεμούσε αγωγή. Οι πιστωτές πτωχεύσαντος μπορούν να συμμετέχουν στην πτωχευτική διαδικασία είτε για να ανακτήσουν τις οφειλές τους από την πτωχευτική περιουσία, ούτε για να έχουν λόγο στη διαδικασία της πτώχευσης. Στο πλαίσιο της διαδικασίας της επαλήθευσης, αποφασίζεται από τον Επίσημο Παραλήπτη ή διαχειριστή εάν θα γίνει αποδεκτή η συμμετοχή ή όχι, και σε περίπτωση που ο πιστωτής δεν είναι ικανοποιημένος με την απόφαση, μπορεί να την προσβάλει δικαστικά με βάση τους Κανονισμούς 21 και 22 του Δεύτερου Παραρτήματος του Κεφ.
  6. Ο προορισμός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η αποκατάσταση του χρεώστη, για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς όλες τις θεσμοθετημένες (δραστικές) ανικανότητες που του προσδίδει το καθεστώς της πτώχευσης. Η παράλειψη του πιστωτή να υποβάλει απαίτηση για επαληθεύσιμο χρέος, δεν είναι χωρίς οποιαδήποτε επίδραση στο χρέος, όπως εισηγούνται οι Αιτητές. Εάν δεν πρόκειται για εξασφαλισμένο χρέος (secured debt), όπου μπορεί να γίνει χρήση της εξασφάλισης (collateral), ή για χρέος για το οποίο δεν μπορεί να επέλθει απαλλαγή σύμφωνα με τον νόμο (nondischargeable debt), τότε επέρχεται απαλλαγή με την αποκατάσταση. Στην περίπτωση της αυτοδίκαιης αποκατάστασης, με εξαίρεση τα χρέη που αναφέρονται στο άρθρο 27Α § 8(α)-(η) Κεφ.5, το αποτέλεσμα είναι η απαλλαγή του πτωχεύσαντος (discharge) από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη. Το άρθρο 30 § 4 δεν εφαρμόζεται στην αυτοδίκαιη αποκατάσταση, όπως προκύπτει από την ίδια την επιφύλαξη του άρθρου 27 § 8 μόνον υπέρ των υπόλοιπων παραγράφων του άρθρου
  7. Η πτωχευτική περιουσία (άρθρο 41), με την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, τίθεται υπό την προστασία της Πολιτείας και τον έλεγχο του Δικαστηρίου. Η αποκατάσταση του πτωχεύσαντος, με οποιονδήποτε τρόπο, δεν αναιρεί το καθεστώς προστασίας της παραληφθείσας και μη διανεμηθείσας πτωχευτικής περιουσίας. Όπου ο πτωχεύσας δεν ενεργεί με καλή πίστη και δεν συνεργάζεται πλήρως με τον Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας, δυνατόν να μην απαλλαγεί από ένα επαληθεύσιμο χρέος· αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως δεν πρέπει το χρέος αυτό να επαληθευτεί. Η αποκατάσταση του πτωχεύσαντος δεν σημαίνει - ούτε μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά από τον νόμο - αναβίωση επαληθεύσιμων χρεών που προέκυψαν πριν από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης και δεν επαληθεύθηκαν, κατ' επιλογή του πιστωτή. Η επαλήθευση επαληθεύσιμων χρεών δεν είναι υποχρεωτική, με την έννοια ότι δεν μπορεί να υποχρεωθεί ένας πιστωτής να συμμετέχει στη πτωχευτική διαδικασία, αλλά καθίσταται αναγκαστική εάν ο πιστωτής θέλει να ανακτήσει το συγκεκριμένο χρέος από τον πτωχεύσαντα. Το διάταγμα πτώχευση δημοσιεύεται (άρθρα 4 § 4, 13 Κεφ.5). Η άγνοια της πτώχευσης από τον πιστωτή δεν επενεργεί προς όφελός του, ούτε φυσικά η επίκλησή της προσδίδει κύρος σε διαδικασίες και πράξεις που άλλως πώς δεν θα είχαν, λόγω της πτώχευσης. Η παράλειψη του χρεώστη να περιλάβει στην έκθεσή του ένα χρέος (λ.χ. επειδή αμφισβητεί την ύπαρξή του), επίσης, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη κακοπιστία του ή έλλειψη συνεργασίας του στη διαχείριση ή διανομή της πτωχευτικής περιουσίας. Ούτε εκείνη επιδρά προς όφελος του πιστωτή που παρέλειψε να επαληθεύσει και να διασφαλίσει το δικαίωμά του σε μέρισμα, μέχρι και σήμερα. Η αναγκαιότητα για τον πιστωτή να επαληθεύσει το επαληθεύσιμο χρέος του, εάν επιθυμεί να το ανακτήσει, δεν αναιρείται από τυχόν ασυνέπεια που δείχνει ο χρεώστης σε σχέση με την εκπλήρωση των δικών του νόμιμων υποχρεώσεων· τότε μπορεί να είναι πιο επιτακτική. Η υποβολή της απαίτηση του πιστωτή στη πτωχευτική διαδικασία, επίσης, δεν αφαιρεί από τον πτωχεύσαντα το δικαίωμα να την αμφισβητήσει, στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Όσον αφορά την αγωγή, που κατά την έκδοση διατάγματος πτώχευσης εκκρεμούσε, το άρθρο 9 § 2 Κεφ.5 δεν είναι μια αυτοτελής πηγή άντλησης ουσιαστικού δικαιώματος συνέχιση αγωγών που άρχισαν εναντίον του πτωχεύσαντος για επαληθεύσιμα χρέη. Συνερμηνευόμενη στο όλο κείμενο της πτωχευτικής νομοθεσίας, εφαρμόζεται εκεί όπου, κατ' εξαίρεση, πρέπει να συνεχίσει μια αγωγή ή νόμιμη διαδικασία εναντίον του πτωχεύσαντος. Έναντι στο άρθρο 9 § 1, τα άρθρα 9 § 2 και 11 δεν εισάγουν παράλληλη νόμιμη δυνατότητα του πιστωτή επαληθεύσιμου χρέους να επιλέγει ανάμεσα στη συλλογική πτωχευτική και την ατομική αστική διαδικασία, για να ανακτήσει το χρέος· ούτε ο χρεώστης προωθεί κανονικά υπερασπίσεις σε αγωγές για επαληθεύσιμα χρέη εν αγνοία του Επίσημου Παραλήπτη ή διαχειριστή. Η πτωχευτική δικαιοδοσία, εκεί όπου ενεργοποιείται, δεν είναι για να προσφέρει θεραπεία σε συγκεκριμένο πιστωτή, αλλά για να διανεμηθεί η πτωχευτική περιουσία στους πιστωτές του πτωχεύσαντος δίκαια και κατ' αναλογία (pari passu). Ισχύουν οι αρχές της καθολικότητας και της ισότιμης μεταχείρισης και όλοι όσοι είναι πιστωτές του πτωχεύσαντος κατά την κήρυξή του σε πτώχευση συμμετέχουν σε κοινωνία ζημιάς. Η ενεργοποίηση της πτωχευτικής δικαιοδοσίας απενεργοποιεί κατ' αρχήν την ανάγκη για συνέχιση άλλης διαδικασίας για επαληθεύσιμο χρέος, εκτός εάν η ατομική αγωγή εναντίον του πτωχεύσαντος ή της πτωχευτικής περιουσίας είναι και προς όφελος όλων των πιστωτών να συνεχίσει. Τότε, δεν χρειάζεται να ληφθεί άδεια για συνέχιση από το Δικαστήριο της πτώχευσης, εφόσον μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια για αναστολή με βάση το άρθρο 11 (εφόσον δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να την ασκήσει, και εφόσον συντρέχει συγκεκριμένος λόγος να την ασκήσει υπέρ της συνέχισης της δικαστικής διαδικασίας[1]), και δεν χρειάζεται να γίνει τροποποίηση του τίτλου. Εάν η αγωγή που εκκρεμεί είναι για επαληθεύσιμο χρέος, αλλά κρίνεται ότι, για κάποιους εξαιρετικούς λόγους που είναι προς το συμφέρον όλων των πιστωτών, δεν θα πρέπει να ανασταλεί και άρα ότι θα πρέπει να συνεχιστεί, αφενός ευλόγως καταλήγει σε κάποια δικαστική απόφαση που από μόνη της δεν συνιστά θεραπεία με την έννοια του άρθρου 9 § 1 Κεφ.5[2], αφετέρου, η συνέχισή της δεν αναιρεί την ανάγκη του πιστωτή, εάν θέλει να ικανοποιήσει την απαίτησή του αυτή, να επαληθεύσει μετά την έκδοση της απόφασης. Η μη επαλήθευση επαληθεύσιμου χρέους που είχε δημιουργηθεί πριν από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, με ή χωρίς την έκδοση δικαστικής απόφασης, δεν δίδει στον πιστωτή του χρέους εξωθεσμική δυνατότητα να το διατηρεί και μετά την αποκατάσταση του πτωχεύσαντος με δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης. Μια τέτοια προσέγγιση, χρέη που υφίσταντο και ήταν επαληθεύσιμα να μην έχουν επαληθευτεί κατ' επιλογή του πιστωτή προκειμένου να μην υπάρξει οποτεδήποτε απαλλαγή από αυτά με την αποκατάσταση του πτωχεύσαντος και ο αποκατασταθείς πτωχεύσας να υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση γι' αυτά προς όφελος μεμονωμένου πιστωτή, θα καθιστούσε την εφαρμογή του Κεφ.5 - που υπηρετεί δημόσιο συμφέρον - δίκαιο ενδοτικό, την πτώχευση χωρίς οποιαδήποτε αρνητική επενέργεια στα δικαιώματα του πιστωτή, και τον σκοπό της προστασίας του πτωχεύσαντος από την οικονομικοκοινωνική εξόντωση και την προσπάθεια επανένταξής του μέσα από τις εξυγιαντικές λειτουργίες της πτωχευτικής διαχείρισης προς αποκατάσταση, εν τέλει, άνευ ουσίας. Η επαλήθευση του χρέους σε δικαστική διαδικασία, αντί στη διαδικασία της πτώχευσης, είναι εφικτή, νοουμένου ότι δεν θα απολήγει σε προτιμησιακή ικανοποίηση και όφελος του ενός πιστωτή - χρέους που προέκυψε πριν από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης - έναντι των υπολοίπων που συμμετείχαν στην πτωχευτική διαδικασία[3]. Ο πτωχεύσας που έχει αποκατασταθεί (discharged bankrupt) έχει τη δυνατότητα να προβάλει, σε διαδικασίες που εγείρονται εναντίον του μετά την αποκατάστασή του περιλαμβανομένης της αίτησης για εξέταση με σκοπό την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ότι απαλλάχθηκε από το χρέος του οποίου επιδιώκεται η ανάκτηση γιατί ήταν χρέος που προέκυψε πριν από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης και ήταν επαληθεύσιμο (άρθρα 27Α, 30 § 5 Κεφ.5). Η απαλλαγή έχει την έννοια ότι πλέον δεν υφίσταται η νομική υποχρέωση του πτωχεύσαντος που αποκαταστάθηκε για την πληρωμή του και δεν μπορεί να εισπραχθεί με νόμιμες διαδικασίες, περιλαμβανομένων των μέτρων εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Η απαλλαγή (discharge) ισχύει ακόμα και για χρέος που δεν έχει πληρωθεί. Ωθώντας, έτσι, τον πιστωτή που δεν επαλήθευσε και επιχειρεί ανάκτηση για τέτοιο χρέος να την αναζητήσει μόνον από τη πτωχευτική (και όχι άλλη) περιουσία, και δια της πτωχευτικής διαδικασίας[4]. Έχοντας εξηγήσει τα πιο πάνω, με δεδομένο ότι το χρέος ήταν επαληθεύσιμο και ο Καθ' ου η αίτηση έχει απαλλαγεί από αυτό με βάση το άρθρο 27Α Κεφ.5, η εξέταση του Καθ' ου η αίτηση, με σκοπό την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του για το χρέος αυτό, δεν επιτρέπεται. Η αίτηση απορρίπτεται. Το ένταλμα σύλληψης ακυρώνεται. Όσον αφορά τα έξοδα, ενόψει της ιδιαιτερότητας των περιστάσεων υπό τις οποίες προέκυψε το ζήτημα, κρίνω δικαιότερο κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Hellard v Chadwick [2014] EWHC 2158 (Ch) από Charles Hollander QC. [2] Heating Electrical Lighting and Piping Ltd (in liquidation) v Ross [2012] EWHC 3764 (Civ). [3] Smith, ex parte Braintree District Council [1990] 2 AC
  8. [4] Law Society v Official Receiver [2007] EWHC 2841 (Ch) (Chancery Division: Floyd J), Secretary of State for Work and Pensions v Payne and another [2011] UKSC
  9. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.