← Κύπρος

TA MERI FINANCE PVT. LTD ν. LOUIS MANUEL BUNZEL JIMENEZ, Αγωγή αρ. 10/2022, 21/6/2022

TA MERI FINANCE PVT. LTD ν. LOUIS MANUEL BUNZEL JIMENEZ, Αγωγή αρ. 10/2022, 21/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 10/2022 I-JUSTICE TA MERI FINANCE PVT. LTD Ενάγουσα v.

  1. LOUIS MANUEL BUNZEL JIMENEZ
  2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 30.03.2022 για ακύρωση/παραμερισμό προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 21 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 2/Αιτητή: Μ. Κιτρομηλίδης, Δικηγόροι ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Λ. Λουκαΐδου Θεοφάνους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αγωγή που καταχώρισε η Ενάγουσα εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, για την οποία εκδόθηκε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνει διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους να της παραδώσουν ένα όχημα Landrover Rangerover, που περιγράφει πληρέστερα στην αγωγή της («το όχημα»), το οποίο επιβαρύνθηκε προς εξασφάλιση δανειακών υποχρεώσεων του Εναγόμενου
  3. Αξιώνει και χρηματικό ποσό €42.786,16, πλέον τόκους, ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ή κατ' επίκληση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και διάταγμα για εκποίηση του επιβαρυνόμενου οχήματος ή μεταβίβασή του στην Ενάγουσα. Στο πλαίσιο της αγωγής της, η Ενάγουσα αιτήθηκε μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 να πωλήσουν, εκχωρήσουν, μεταβιβάσουν, εκποιήσουν ή διαθέσουν, παραδώσουν ή καταστρέψουν το επίδικο όχημα, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου (σημείο Α της αίτησης). Εκτός από το διάταγμα που απαγορεύει (συνοπτικά να λεχθεί) την περαιτέρω διάθεση ή καταστροφή του οχήματος, αιτήθηκε και άλλες ενδιάμεσες θεραπείες σε σχέση με το όχημα, όπως την απαγόρευση της χρησιμοποίησής του, την παράδοσή του στην Ενάγουσα ή διαζευκτικά τη φύλαξή του (σημεία Β, Γ, Δ). Το Δικαστήριο, την 21.01.2022, στη βάση της μαρτυρίας της κυρίας Μιράντας Κωνσταντίνου, υπαλλήλου της Ενάγουσας, ότι το επιβαρυνόμενο όχημα, αναφορικά με το οποίο η Ενάγουσα κατέστη συνιδιοκτήτρια, πωλήθηκε παράνομα από τον Εναγόμενο 1 στον Εναγόμενο 2, που σήμερα το κατέχει, λόγος για τον οποίον οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία, και έχοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης, επιλήφθηκε μονομερώς της αίτησης μόνον όσον αφορά την αιτούμενη θεραπεία για την απαγόρευση της περαιτέρω διάθεσης ή καταστροφής του και μόνον εναντίον του Εναγόμενου 2 που επί του παρόντος το κατέχει (σημείο Α της αίτησης). Υπό τον όρο υπογραφής εγγύησης ύψους €20.000,00, εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου 2 προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα σε σχέση με τη διάθεση ή καταστροφή του οχήματος, ενώ η αίτηση κατέστη δια κλήσεως όσον αφορά όλες τις αιτούμενες θεραπείες εναντίον του Εναγόμενου 1 και τις υπόλοιπες ενδιάμεσες θεραπείες (σημεία Β, Γ, Δ της αίτησης) εναντίον του Εναγόμενου
  4. Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε για επιστροφή την 28.01.
  5. Ωστόσο, η Ενάγουσα δεν κατέστη εφικτό να επιδώσει στον Εναγόμενο 2 μέχρι εκείνη την ημέρα. Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε εκ νέου για επιστροφή την 11.02.2022, ημερομηνία μέχρι την οποία παρέμεινε σε ισχύ. Για την επίδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 21.01.2022, η Ενάγουσα χρειάστηκε τελικά να αιτηθεί την υποκατάστατη επίδοση. Εκδόθηκε σχετικό διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση την 11.02.2022, και το προσωρινό διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ και για επιστροφή μέχρι την 28.02.
  6. Την 28.02.2022, παρά το γεγονός ότι υπήρξε επίδοση του προσωρινού διατάγματος στον Εναγόμενο 2 με βάση το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, δεν υπήρξε εμφάνιση από τον Εναγόμενο 2 στη διαδικασία. Ως αποτέλεσμα, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.01.2022 οριστικοποιήθηκε. Η Ενάγουσα δεν προώθησε τελικά την αίτησή της εναντίον του Εναγόμενου
  7. Όσον αφορά τις θεραπείες υπό τα σημεία Β, Γ, Δ της αίτησής της, παρά τη μη εμφάνιση του Εναγόμενου 2 την 28.02.2022, το Δικαστήριο ζήτησε από τους συνήγορους της Ενάγουσας να επιχειρηματολογήσουν, με δεδομένη την προστασία που παρέχει η ήδη υφιστάμενη ενδιάμεση θεραπεία, ορίζοντας την αίτηση για τον σκοπό αυτό την 17.03.
  8. Στο μεταξύ, ο Εναγόμενος 2 εμφανίστηκε στη διαδικασία της αίτησης για τις αιτούμενες θεραπείες υπό τα σημεία Β, Γ, Δ, ενώ, σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.01.2022, που οριστικοποιήθηκε την 28.02.2022, με την υπό εξέταση αίτησή του, ζητά να ακυρωθεί ή να παραμεριστεί. Ο Εναγόμενος 2/Αιτητής (στο εξής «ο Αιτητής»), με ένορκη του δήλωση, αναφέρει πως έλαβε γνώση του προσωρινού διατάγματος την 25.02.2022 και επικοινώνησε άμεσα με τον δικηγόρο του, με τον οποίον διευθέτησε συνάντηση την 28.02.2022 το απόγευμα, που έγινε. Από τα έγγραφα που έλαβε, ως αυτά επιδόθηκαν, δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε για επιστροφή την 28.02.2022, κάτι που κατέστη γνωστό το απόγευμα της ίδιας ημέρας, μετά που ο δικηγόρος του επικοινώνησε με τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Με την ενέργεια της Ενάγουσας να μην διαμορφώσει κατάλληλα τα προς επίδοση έγγραφα, για να είναι σαφής η ημερομηνία που ο Αιτητής πρέπει να εμφανιστεί στη διαδικασία, ο Αιτητής θεωρεί ότι στερήθηκε το δικαίωμά του να ακουστεί. Επίσης, θεωρεί ότι ο χρόνος που είχε στη διάθεσή του, από την 25.02.2022 μέχρι την 28.02.2022, δεν ήταν επαρκής. Η παραλαβή των εγγράφων που ταχυδρομήθηκαν ήταν μετά την 28.02.
  9. Ο Αιτητής ισχυρίζεται, επίσης, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης του προσβαλλόμενου διατάγματος. Ο ίδιος αγόρασε το όχημα μετά από συμφωνία που έκανε με τον Εναγόμενο 1 έναντι τιμήματος €41.800,
  10. Πριν να καταβάλει το ποσό αυτό στον Εναγόμενο 1, μετέβη μαζί του στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών και παρουσίασε όλα τα σχετικά έγγραφα μεταβίβασης, τα οποία κρίθηκαν νόμιμα, ωστόσο δεν προχώρησε άμεσα στη μεταβίβαση, καθότι είχε ενδιαφερόμενο πελάτη για το συγκεκριμένο όχημα. Τελικά, δεν το πώλησε, και μεταβιβάστηκε κανονικά στο όνομά του. Προσκομίζει πιστοποιητικό εγγραφής στο οποίο φαίνεται ως ο αποκλειστικός κύριος του οχήματος. Ο ίδιος αγνοούσε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε δάνειο που δεν πλήρωσε και εφόσον η πράξη μεταβίβασης του οχήματος ολοκληρώθηκε χωρίς πρόβλημα, σημαίνει, κατά τη θέση του, πως το όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο στην Ενάγουσα. Δεν απέκτησε παράνομα το όχημα αυτό, αλλά νόμιμα, και δεν ισχύουν οι λεπτομέρειες δόλου που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Έδωσε κατάθεση και στην Αστυνομία, παρουσιάζοντας όλα τα έγγραφα που κατείχε. Ουδέποτε κυκλοφόρησε παράνομα έγγραφα ή πλαστογράφησε ή εξαπάτησε οποιονδήποτε, και είναι απλώς ένας καλόπιστος αγοραστής. Η Ενάγουσα ενίσταται στον παραμερισμό ή ακύρωση του απαγορευτικού διατάγματος μέσα από πολυάριθμους λόγους ένστασης που συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να παραμεριστεί ή να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα, ενώ και η αίτησή του κατατέθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, χωρίς επαρκή νομική θεμελίωση, καθότι, κατά τη θέση της Ενάγουσας, εάν ο Αιτητής ήθελε να αμφισβητήσει το διάταγμα, θα έπρεπε να το εφεσιβάλει. Δικηγόρος, εκ των δικηγόρων που εκπροσωπούν την Ενάγουσα, με ένορκη δήλωσή του, εξηγεί τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, και αναφέρει πως η επικοινωνία με το γραφείο τους από δικηγόρο που ήθελε να εκπροσωπήσει τον Αιτητή δεν έγινε την 28.02.2022, όπως αναφέρει ο Αιτητής, αλλά την 09.03.2022, οπότε και τότε ενημερώθηκαν οι δικηγόροι του πως το προσωρινό διάταγμα έγινε απόλυτο την 28.02.2022, εξ ου και καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του την 10.03.
  11. Στη βάση αυτή, διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή πως αποτάθηκε άμεσα σε δικηγόρο και ότι ο χρόνος δεν ήταν επαρκής. Η πλευρά της Ενάγουσας παραδέχεται πως στα έγγραφα που είχε επιδώσει στον Αιτητή δεν αναγράφονταν η ημερομηνία 28.02.2022 και στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα, αλλά, εάν όντως αποτείνονταν σε δικηγόρο ο Αιτητής, θα έβλεπε πως η ημερομηνία 28.02.2022 αναφέρονταν στην αίτηση για υποκατάστατη επίδοση που επίσης επιδόθηκε, δηλαδή δεν αποκρύφθηκε. Ο Αιτητής, κατά την Ενάγουσα, εφόσον έλαβε γνώση της διαδικασίας την 25.02.2022, είχε τη δυνατότητα να κινηθεί με αμεσότητα και να εμφανιστεί την 28.02.
  12. Όσον αφορά την ταχυδρομική αποστολή, είχε γίνει από την 15.02.2022 με απλό ταχυδρομείο και από την 17.02.2022 με συστημένο ταχυδρομείο. Ο φάκελος με τα έγγραφα που είχαν σταλεί με συστημένο ταχυδρομείο την 17.02.2022 επιστράφηκε ως «αζήτητος» την 15.04.
  13. Από έρευνα των δικηγόρων, διαπιστώθηκε ότι, παρά την ειδοποίηση του Αιτητή, δεν παρέλαβε τον φάκελο. Αυτά τα γεγονότα, κατά την Ενάγουσα, δείχνουν μη έγκαιρη αντίδραση και αδιαφορία του Αιτητή και όχι παραπλάνησή του επειδή η ημερομηνία 28.02.2022 δεν αναγράφονταν στην αίτηση που επιδόθηκε, παράλειψη που συνιστά απλή παρατυπία, που από μόνη της δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ακύρωση ή παραμερισμό της ενδιάμεσης θεραπείας. Όσον αφορά την αναγκαιότητα του προσβαλλόμενου διατάγματος, ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της Ενάγουσας επαναλαμβάνει όσα και στην αίτηση για την έκδοσή του. Η φερόμενη ως απόδειξη αγοράς, που προσκομίζει ο Αιτητής με την ένστασή του, επισημαίνει, δεν έχει ημερομηνία και οι υπογραφές που υπάρχουν στο έγγραφο αυτό διαφέρουν από αυτές που κατέχει η Ενάγουσα, εξ ου και η Ενάγουσα αποτάθηκε σε δικαστικό γραφολόγο την 07.04.2022 και σύμφωνα με την έκθεσή του ημερομηνίας 11.04.2022, που προσκομίζει, οι πιθανότητες είναι να πρόκειται για μη γνήσια υπογραφή. Εξάλλου, όπως αναφέρει, δεν προσκομίστηκε κανονική και πειστική απόδειξη πληρωμής κάποιου τιμήματος για το όχημα. Η μεταβίβαση του οχήματος δεν θα μπορούσε να γίνει νόμιμα γιατί και η Ενάγουσα κατείχε πιστοποιητικό εγγραφής και στο δικό της όνομα, ως συνιδιοκτήτρια, μαρτυρία που επίσης προσκομίζει, και ουδέποτε συγκατατέθηκε. Ο Αιτητής, όπως αναφέρει η πλευρά της Ενάγουσας, δεν προσκόμισε έγγραφα σχετικά με τη μεταβίβαση, ενώ σημειώνει αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που γνωρίζει η πλευρά της Ενάγουσας, που άντλησε μέσα από τον ημερήσιο τύπο και προσκομίζει, ο Αιτητής καταζητείτο από την Αστυνομία την 15.03.2022 για απάτη σχετικά με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Καταλήγει, η πλευρά της Ενάγουσας, πως δεν θα πρέπει να παραμεριστεί ή να ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.01.2022 που οριστικοποιήθηκε την 28.02.
  14. Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν, δια γραπτών αγορεύσεων. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Καταρχάς, η ουσία, εάν δηλαδή η μεταβίβαση του οχήματος στο όνομα του Αιτητή έγινε νόμιμα ή παράνομα, δεν είναι κάτι που θα επιλυθεί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Ο λόγος για μια διαδικασία που πάντως είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε περίπτωση έκδοσης και μετέπειτα οριστικοποίησης προσωρινού διατάγματος ερήμην. Όχι με βάση τη Δ.48,κ.8

(4)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ)· πρόκειται για διαδικασία για την οποία δόθηκε ειδοποίηση στον Αιτητή για να ακουστεί μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, και δεν είναι ακριβώς επηρεαζόμενος από μονομερώς εκδοθέν διάταγμα με την έννοια της Δ.48,κ.8
(4)ΚΠΔ. Εάν ο λόγος για τον οποίον ζητείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός του οριστικού προσωρινού διατάγματος είναι ότι εκδόθηκε και έπειτα οριστικοποιήθηκε ερήμην, χωρίς να εφαρμόζονται οι Δ.17,κ.10 και Δ.26,κ.14 ή και Δ.33,κ.5 (που αφορούν τις διαδικασίες που προβλέπονται σε αυτές), ισχύουν ανάλογα οι ίδιες αρχές που απορρέουν από αυτές για τον παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται ερήμην. Δηλαδή, ο αιτών θα πρέπει να αποδεικνύει σωρευτικά ότι δικαιολογημένα (για σοβαρό και εύλογο λόγο) δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, και ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση για την οποία θα πρέπει να ακουστεί. Οι δικηγόροι και των δύο πλευρών έχουν παραθέσει αρκετή νομολογία επί των αρχών αυτών. Ωστόσο, στα προσωρινά διατάγματα που οριστικοποιήθηκαν ερήμην, οι προαναφερόμενες αρχές προσαρμόζονται με όλες τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις (mutatis mutandis) που επιβάλλει η ίδια η φύση των προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο διατηρεί ούτως ή άλλως την εξουσία να αναθεωρεί τα προσωρινά διατάγματα που εκδίδει μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερη διαταγή του, με βάση τόσο τα ίδια τα διατάγματα όσο και ευθέως το άρθρο 32 § 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  1. Η απόφαση της οριστικοποίησης ημερομηνίας 28.02.2022 δεν προσβάλλεται ξεχωριστά, με την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να παραμερίσει αυτήν, εάν λόγου χάριν ικανοποιηθεί ότι δικαιολογημένα δεν εμφανίστηκε ο Αιτητής στη δικάσιμο την 28.02.2022 και ότι πρέπει να ακουστεί, και στη συνέχεια να διεξάγει άλλη δίκη για το προσωρινό διάταγμα, για το εάν θα πρέπει να οριστικοποιηθεί ή όχι. Υπάρχει ήδη το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς την 21.01.2022 γιατί το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής του. Εάν ο Αιτητής δεν ακουστεί δια ένστασης πριν αυτό καταστεί οριστικό, μπορεί να ακουστεί δια αίτησης, εξηγώντας γιατί δεν πρόβαλε ένσταση, και παράλληλα εύλογους λόγους για τους οποίους το προσβαλλόμενο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, να παύει να ισχύει ή να τροποποιηθεί. Ο χρόνος που υποβάλλεται η αίτηση λαμβάνεται υπόψη, αλλά όχι όπως ισχύει στην Δ.30,κ.5 που επικαλείται η Ενάγουσα, ενιστάμενη. Το γεγονός ότι η αίτηση του Αιτητή δεν περιέχει σχετικές δικονομικές διαταγές ή άρθρα (πλην της Δ.26,κ.14 που εφαρμόζεται αναλογικά και το άρθρο 30 του Συντάγματος), ούτε το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 ή το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, αλλά γίνεται γενική επίκληση των αρχών της δικαιοσύνης, της νομολογίας και των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου, δεν καθιστά την αίτηση νομικά αβάσιμη, κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί δικαιοδοτικά να της επιληφθεί. Ο Αιτητής, παρά το ότι αναφέρεται στον τρόπο επίδοσης, δεν ζητά την ακύρωση της επίδοσης του προσωρινού διατάγματος με σχετικό αιτητικό (λ.χ. γιατί δεν επιδόθηκαν σε αυτόν όλα τα έγγραφα που έπρεπε). Η επίδοση έγινε με βάση διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που είχε εκδοθεί, που δεν προσβάλλεται, και δι' αυτής ο Αιτητής έλαβε και γνώση της ύπαρξης του προσωρινού διατάγματος, όπως ο ίδιος δέχεται. Ήταν νομότυπη και καλή επίδοση. Ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίον γίνεται η επίδοση (κανονική ή υποκατάστατη), όταν η ημερομηνία επιστροφής ενός προσωρινού διατάγματος μετατίθεται, κατ' επέκταση η ισχύς του επεκτείνεται, γιατί δεν κατέστη στο μεταξύ δυνατή η επίδοσή του, πρακτικά, χρειάζεται να επιδίδεται και το σχετικό διάταγμα δια του οποίου ή τα σχετικά διατάγματα δια των οποίων μετατίθεται ο χρόνος επιστροφής και επεκτείνεται η ισχύς του προσωρινού διατάγματος, ή άλλως πώς να καθίσταται σαφές στον παραλήπτη τι ακριβώς συνέβη κατά την αρχική ημερομηνία επιστροφής και μετά από αυτήν, και φυσικά εάν και πότε μπορεί να ενστεί. Αντίστοιχα, η μονομερής αίτηση που καθίσταται δια κλήσεως θα πρέπει, όταν επιδίδεται, να περιέχει ξεκάθαρα την κλήση του Καθ' ου η αίτηση να εμφανιστεί στο Δικαστήριο σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα. Στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται πως επιδόθηκε στον Αιτητή μόνον το προσωρινό διάταγμα με την αρχική ημερομηνία επιστροφής 28.01.2022 και η αίτηση για έκδοσή του χωρίς ανάλογη διαμόρφωση ή με την ορθή ημερομηνία κατά την οποία είχε οριστεί η υπόθεση για επιστροφή (return day). Η ημερομηνία 28.02.2022 αναγράφονταν μόνον στην αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, που επίσης επιδόθηκε στον Αιτητή. Δεν φαίνεται να έγινε κάποια σκόπιμη προσπάθεια παραπλάνησης του Αιτητή, για να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο την 28.02.2022 και το διάταγμα να καταστεί οριστικό λόγω μη εμφάνισής του. Όπως, όμως, και η ίδια η Ενάγουσα δέχεται, ήταν παρατυπία. Ο Αιτητής, λαμβάνοντας ένα προσωρινό διάταγμα, γνώρισε πάντως ότι εκδόθηκε ένα προσωρινό διάταγμα εναντίον του. Ανέγραφε ημερομηνία επιστροφής που παρήλθε. Θα μπορούσε να διερωτηθεί τι έγινε εκείνη την ημερομηνία, την 28.01.2022 και η όποια ασάφεια να αρθεί με άμεσα διαβήματα. Μέσα από το σύνολο των εγγράφων που επιδόθηκαν, περιλαμβανομένης της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση, θα μπορούσε όντως να ληφθεί γνώση για την ημερομηνία 28.02.
  2. Η παρατυπία της Ενάγουσας, που αφορά στα έγγραφα που επιδόθηκαν στον Αιτητή, ακόμα κι αν η επίδοση προσβάλλονταν ξεχωριστά από τον Αιτητή, δεν θα αρκούσε για να επιτευχθεί παραμερισμός ιδίω δικαιώματι (ex debito justitiae). Θα μπορούσε να αξιολογηθεί, όμως, σε συνάρτηση με τον λόγο απουσίας του Αιτητή την 28.02.
  3. Ως προς τη δικαιολόγηση της μη εμφάνισης, ότι ο χρόνος από την 25.02.2022 μέχρι την 28.02.2022 ήταν σύντομος (short notice), ως εξάλλου είθισται στις διαδικασίες αυτής της φύσης, επίσης, δεν επαρκεί για να εξηγήσει την παράλειψη εμφάνισης του Αιτητή την 28.02.
  4. Έπειτα, στη σύνοψη του ότι ο Αιτητής, εξαιτίας του τρόπου που έγινε η επίδοση, δεν ήταν εύκολο να κατανοήσει ότι έπρεπε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο την 28.02.2022, τίθεται η πραγματική εκδοχή της πλευράς της Ενάγουσας πως η επικοινωνία από δικηγόρο του Αιτητή με τους δικηγόρους της Ενάγουσας ήταν την 09.03.2022 και όχι την 28.02.2022, που δεν αντικρούστηκε με κάποιον δικονομικά αποδεκτό τρόπο, και συνάδει με το γεγονός ότι ο Αιτητής εμφανίστηκε στη διαδικασία της αγωγής την 10.03.
  5. Εάν η μη εμφάνιση του Αιτητή την 28.02.2022 δεν ήταν αποτέλεσμα αδιαφορίας για τη διαδικασία ώστε αυτή από μόνη της να αποτρέπει το Δικαστήριο από το να αναθεωρήσει το προσωρινό διάταγμα υπό το φως όσων ο Αιτητής έχει να πει δια της αίτησής του, δεν εξηγήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο γιατί η αίτηση αυτή καταχωρίστηκε την 30.03.
  6. Έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την αδιαμφισβήτητη γνώση του Αιτητή για την ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος από την 25.02.2022 αλλά και τον λόγο της Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1283, όπου κι εκεί είχε επιχειρηθεί παραμερισμός ή ακύρωση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, κατόπιν παράλειψης εμφάνισης στην ακρόαση για την οριστικοποίησή του. Το Δικαστήριο θεωρεί απορριπτέα την αίτηση του Αιτητή γι' αυτό τον λόγο, της μη δικαιολόγησης του χρόνου που παρήλθε μέχρι την υποβολή της. Πέραν, όμως, του προαναφερόμενου λόγου, είτε ο Αιτητής ακούγεται δια ένστασης πριν από την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, είτε δια αίτησης ακύρωσης ή παραμερισμού μετά από την οριστικοποίησή του (όταν τέτοια αίτηση υποβάλλεται έγκαιρα) ή χωρίς αίτηση με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου, σε κάθε περίπτωση, η ακρόαση, για ζητήματα που αφορούν το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα περιστρέφεται γύρω από τη συνδρομή ή και εξακολούθηση της συνδρομής των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν, για να δοθεί ή και να συνεχιστεί η ενδιάμεση θεραπεία. Η προϋπόθεση της ύπαρξης καλής υπεράσπισης, που ισχύει στις περιπτώσεις παραμερισμού αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, προσαρμοσμένη στα δεδομένα των προσωρινών διαταγμάτων που οριστικοποιήθηκαν ερήμην, συνιστά βασικά προϋπόθεση ύπαρξης εύλογης αιτίας παραμερισμού ή ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Όπως προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι και τα δύο μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση της άλλης πλευράς, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Περαιτέρω, όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε ότι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[3]. Εάν η περίπτωση στην οποία εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα μονομερώς ήταν επείγουσα ή ειδική και εάν ο ενάγων αποκάλυψε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου, είναι ζητήματα που εξετάζονται κατά προτεραιότητα, εφόσον μπορεί να καταστήσουν και αχρείαστη την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(Α) ΑΑΔ 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[4]. Υπάρχουν, επίσης, περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[5], γιατί, λόγου χάριν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται η δέσμευση περιουσίας που είναι επίδικη και υπό τον απόλυτο έλεγχο του Αιτητή, και υπάρχει η δυνατότητα, τουλάχιστον όπως αυτή εκτίθεται μέσα από τη μαρτυρία της Ενάγουσας, εάν ο Αιτητής λάβει γνώση της διεκδικούμενης ενδιάμεσης θεραπείας και αυτή δεν έχει ήδη δεσμευτεί, και εάν ισχύει η θέση της Ενάγουσας ότι συμπεριφέρθηκε δόλια σε σχέση με το επίδικο αντικείμενο, να προβεί σε ενέργειες ώστε να αποφύγει τη δέσμευση. Μέσα από τη μαρτυρία της Ενάγουσας, δικαιολογούνταν η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος μονομερώς, ενώ δεν φαίνεται, και υπό το φως όσων εξέθεσε ο Αιτητής, το Δικαστήριο να βάσισε την κρίση του σε ελλιπή ή λανθασμένα δεδομένα που προσέφερε η Ενάγουσα, η οποία δεν όφειλε να εκθέσει και την ενδεχόμενη υπεράσπιση του Αιτητή. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 ορίζει το ίδιο τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, για να μπορεί να εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, και κατ' επέκταση για να μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει. Είναι αυτές οι προϋποθέσεις που εξετάζονται ακόμα και όταν ζητείται θεραπεία με βάση το άρθρο 4 ή το άρθρο 5 του Κεφ.6. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 όπως σε πολλές άλλες αποφάσεις που επακολούθησαν. Θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία ή τη συνέχισή της να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[6]· Θα πρέπει να υπάρχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[7]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια. Τέλος, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, θα πρέπει να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[8]. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) συνυπολογίζεται σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Μέσα από τη μαρτυρία της Ενάγουσας, που ασφαλώς δεν αξιολογείται στο στάδιο αυτό, η Ενάγουσα είχε θέσει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και έδειξε επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας. Διεκδικεί βάσει συγκεκριμένων συμφωνιών για τις οποίες δίδει επαρκή στοιχεία, και επιδιώκει να κάνει χρήση συγκεκριμένης εξασφάλισής της επί του οχήματος. Σε σχέση με τη συνιδιοκτησία του οχήματος, προσκόμισε εξ αρχής πιστοποιητικό εγγραφής, εξηγώντας γιατί, κατά τη γνώμη της, υπήρξε παρανομία στη μεταβίβασή του από τον Εναγόμενο 1 στον Αιτητή, εφόσον ουδέποτε η ίδια συγκατατέθηκε. Ενόψει του ότι όχημα είναι αντικείμενο της δίκης, και η Ενάγουσα ζητά την κατάσχεση και εκποίησή του προκειμένου να κάνει χρήση της εξασφάλισής της, η μη δέσμευσή του, δικαιολογεί την ανησυχία της Ενάγουσας ότι μπορεί να διατεθεί περαιτέρω από τον Αιτητή που το κατέχει ή να καταστραφεί, καθιστώντας, σε τέτοια περίπτωση, δυσκολότερη την απονομή της δικαιοσύνης. Ο ίδιος ο Αιτητής ανέφερε πως αρχικά είχε βρει αγοραστή για το όχημα, βεβαιώνοντας και την πραγματική διάσταση του κινδύνου περαιτέρω διάθεσης του οχήματος. Έναντι στο ενδεχόμενο απώλειας της εξασφάλισης της Ενάγουσας από την οποία μπορεί να ικανοποιηθεί το χρέος του Εναγόμενου 1, που συναρτάται και με την ευκολία διάθεσης ή καταστροφής του αντικειμένου, δεν φαίνεται να υπάρχει δυσανάλογη επιβάρυνση ή ζημιά του Αιτητή, εάν απλώς απαγορευτεί σε αυτόν η περαιτέρω διάθεση ή καταστροφή του επίδικου οχήματος, τον τίτλο και την κατοχή του οποίου διεκδικεί η Ενάγουσα, μέχρι να εκδικαστεί η αγωγή. Η αίτηση του Αιτητή υποβλήθηκε με χρονική καθυστέρηση που δεν εξηγήθηκε, αλλά ακόμα και εξετάζοντας όσα ο Αιτητής ανέφερε στο Δικαστήριο με την αίτησή του αυτή, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να οδηγεί ευλόγως στην ανάγκη να ακυρωθεί ή να παραμεριστεί ή να παύσει να ισχύει ή να τροποποιηθεί το προσβαλλόμενο προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.02.2022 ως οριστικοποιήθηκε την 28.02.
  2. Συνακόλουθα, η αίτηση αυτή δεν μπορεί να έχει επιτυχία και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, εφόσον δεν συντρέχει λόγος απόκλισης από αυτό τον κανόνα, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 2/Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο· να είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557· Staνros Hotels Aprts Ltd κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(Β) ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 ΑΑΔ 248. [4] Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162. [5] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [6]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [7]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [8]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.