ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 91/22, 17/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 91/22 Επί τοις αφορώσι τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ.224 και επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/65) ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Μεταξύ: XXXXXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Aιτήτριας/Εφεσείουσας και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη -------------------- Ημερομηνία: 17.05.22 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κα Χ' Στερκώτη Για Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη: κος Παύλου για κ. Λουκά Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 18.05.22 είναι προγραμματισμένος ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός του ακινήτου με αρ. εγγραφής X/XXXXX Φ/Σχ.X-XXX-XXX Τμήμα 1, τεμάχιο XXX το οποίο υποθηκεύθηκε δυνάμει της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης με αρ.ΥXXXXX/06 (στο εξής το «ακίνητο»). Η Αιτήτρια καταχώρησε στις 29.04.22 την υπό κρίση αίτηση/έφεση αξιώνοντας τον παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ» για 22 λόγους. Θεωρώ αχρείαστη την αυτούσια παράθεση των πολυάριθμων λόγων που επικαλείται η Αιτήτρια, οι οποίοι, εν πολλοίς, επαναλαμβάνονται. Για σκοπούς, ωστόσο, ευκολότερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν σημειώνω, ότι οι λόγοι έφεσης περιστρέφονται στο ζήτημα της επίδοσης της ειδοποίησης «ΙΑ», του τύπου και περιεχομένου της, καθώς και στο ότι στάλθηκε πρόωρα. Πέραν των ζητημάτων που αφορούν την ειδοποίηση «ΙΑ», η Αιτήτρια εγείρει και ζητήματα που αφορούν αφενός τις ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι» και αφετέρου την ορθότητα των διαβημάτων για τη δημοσίευση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Η αίτηση/έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται οι λόγοι επί των οποίων αξιώνεται ο παραμερισμός της ειδοποίησης «ΙΑ». Πιο συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν επιδόθηκε δεόντως η ειδοποίηση «ΙΑ», διότι από τη μία δεν προηγήθηκε ορθή επίδοση της ειδοποίησης «Ι» και από την άλλη δεν της επιδόθηκε καθόλου η ειδοποίηση «Θ». Η δε ειδοποίηση «Ι» δεν στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο, ενώ πάσχει ο τύπος και το περιεχόμενο της, όπως και η κατάσταση λογαριασμού που τη συνόδευε, αφού δεν διευκρινίζεται ποιο ποσό αποτελεί το οφειλόμενο κεφάλαιο και ποιο τους τόκους. Η ειδοποίηση «ΙΑ», επίσης, επιδόθηκε παράτυπα, διότι έγινε απευθείας ιδιωτική επίδοση. Παράλληλα, η ειδοποίηση «ΙΑ» στάλθηκε πρόωρα, καθώς, η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να στείλει νέα ειδοποίηση «Ι». Αυτό, διότι το ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικίας της Αιτήτριας και ως τέτοιο ενέπιπτε στις τροποποιήσεις του Ν.9/65 με τις οποίες αναστέλλονταν οι εκποιήσεις μέχρι τις 31.07.
- Επιπροσθέτως των πιο πάνω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν νομιμοποιείται στην αποστολή της ειδοποίησης «ΙΑ» και την προώθηση της παρούσας διαδικασίας, αφ' ης στιγμής ο ενυπόθηκος δανειστής είναι διαφορετικό πρόσωπο. Από τη δική της πλευρά η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εγείροντας 11 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν στο ότι ακολούθησε και εφάρμοσε ορθά τις διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος VIA του Ν.9/
- Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται, μεταξύ άλλων, η θέση ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι το πρόσωπο που νομιμοποιείται στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ (προηγούμενη ονομασία της Καθ' ης η αίτηση), η οποία ανέλαβε όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ περιλαμβανομένης της επίδικης υποθήκης. Η διαδικασία εκποίησης του ακινήτου έγινε καθόλα νόμιμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/
- Συγκεκριμένα, οι ειδοποιήσεις «Ι» και «ΙΑ» επιδόθηκαν στην Αιτήτρια στις 09.03.21 και 19.03.22 αντίστοιχα. Δεν υπήρχε υποχρέωση αποστολής ειδοποίησης «Θ», διότι εναντίον της Αιτήτριας εκδόθηκε διαιτητική απόφαση η οποία εγγράφηκε δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ Λεμεσού. Επιπλέον, η Καθ' ης η αίτηση από τις 31.08.18 απώλεσε την άδεια λειτουργίας της ως πιστωτικό ίδρυμα. Τέλος, όσον αφορά τη διαφορά που εντοπίζεται στο ύψος του ενυπόθηκου χρέους μεταξύ της ειδοποίησης «Ι» και της ειδοποίησης «ΙΑ», αυτή οφείλεται στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ των δύο ειδοποιήσεων. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης - έφεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει, όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Νομική πτυχή Με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014, εισάχθηκε στον Ν.9/65 το Μέρος VIA το οποίο προνοεί για τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Η δυνατότητα καταχώρησης έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο προς παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ», με την οποία ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο για την πρόθεση του ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο με πλειστηριασμό, προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65 του Μέρους VIA. Στο εν λόγω άρθρο απαριθμούνται κατά τρόπο περιοριστικό οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να προσβληθεί η ειδοποίηση «ΙΑ». Συγκεκριμένα, το άρθρο 44Γ
(3)έχει ως εξής: «
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, εφεξής καλούμενος «αγοραστής», αρνήθηκε να προσέλθει και/ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου ή τέτοια διαδικασία εκκρεμεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2019: ................................... (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙ (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.» Συμπεράσματα Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, οι ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι» δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ομοίως, εκφεύγει του πεδίου της παρούσας διαδικασίας η εξέταση των διαδικαστικών διαβημάτων που έλαβε η Καθ' ης η αίτηση για δημοσίευση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Κατά συνέπεια, οι λόγοι με αρ.11, 18, 19, 20 και 21 που επικαλείται η Αιτήτρια προς παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ» δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης. Όσον αφορά τους λοιπούς λόγους παραμερισμού που επικαλείται η Αιτήτρια, παρατηρώ, ότι σε αρκετούς από αυτούς συμπλέκεται η ειδοποίηση «ΙΑ» με τις ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι». Διευκρινίζω, ότι η εξέταση τους θα γίνει μόνο σε σχέση με την ειδοποίηση «ΙΑ» και θα επεκταθεί στην ειδοποίηση «Ι» στον βαθμό που μπορεί να συσχετιστεί με το άρθρο 44Γ
(3)(γ) του Ν.9/65. Αναφορικά με την ειδοποίηση «Θ», επισημαίνω ότι η Αιτήτρια δεν είναι μόνο ενυπόθηκος οφειλέτης, αλλά και εξ αποφάσεως οφειλέτης. Συγκεκριμένα, σε σχέση με την επίδικη υποθήκη εκδόθηκε εναντίον της Αιτήτριας διαιτητική απόφαση η οποία στη συνέχεια εγγράφηκε δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο Δ της ένστασης). Επομένως, από την ημερομηνία εγγραφής της περιβάλλεται την ισχύ δικαστικής απόφασης. Συνεπώς, δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 44Β
(2)Ν.9/65 δεν υπήρχε υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης «Θ». Παράλληλα, τέτοια υποχρέωση δεν υπήρχε και για τον ακόλουθο επιπρόσθετο λόγο. Σύμφωνα με δήλωση της ενόρκως δηλούσας για την Καθ' ης η αίτηση, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, η τελευταία έπαυσε να είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα από τις 31.08.18 Προχωρώ στην εξέταση των λόγων παραμερισμού που μπορούν να προβληθούν στην παρούσα διαδικασία. Θα ξεκινήσω με τους λόγους που άπτονται της ορθότητας της επίδοσης της ειδοποίησης «ΙΑ». Αποτελεί κοινό έδαφος, ότι η επίμαχη ειδοποίηση επιδόθηκε στην Αιτήτρια με ιδιωτική επίδοση στις 19.03.22 (Τεκμήρια 3 και Γ της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα). Το ερώτημα που τίθεται, συνίσταται στο κατά πόσο θα έπρεπε να προηγηθεί επίδοση με συστημένη επιστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της Αιτήτριας και εάν τούτο δεν ήταν εφικτό, τότε να πραγματοποιηθεί επίδοση μέσω ιδιώτη επιδότη. Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι, κατά την άποψη μου, αρνητική για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω. Θεωρώ χρήσιμη την παράθεση της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 44ΙΕ του Ν.9/65, στο οποίο περιλαμβάνεται η ερμηνεία της έννοιας «επίδοση»: ««επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο: Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης:, Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση ή η επικοινωνία είναι πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα στο εκπλειστηρίασμα της πώλησης λόγω της εγγραφής στο κτηματικό μητρώο επί του ενυπόθηκου ακινήτου οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους προς όφελός του, η εν λόγω ειδοποίηση αποστέλλεται στη διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο σχετικό Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο σε σχέση με το πρόσωπο αυτό και την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής ή ο κάτοχος εμπράγματου βάρους δικαιούται να ζητήσει και να λάβει από το εν λόγω κτηματολογικό γραφείο.» Το όλο ζήτημα προκύπτει από τη φράση: «και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό», η οποία προστέθηκε στο άρθρο 44ΙΕ με τον τροποιητικό νόμο, Ν.87(Ι)/18. Η αυστηρή γραμματική ερμηνεία οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ιδιωτική επίδοση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο, αφού προηγουμένως καταστεί ανέφικτη η επίδοση με συστημένη επιστολή. Αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να αποδώσει το πραγματικό νόημα της συγκεκριμένης διάταξης. Θεωρώ, ότι η προαναφερόμενη φράση, θα πρέπει να ενταχθεί στο σύνολο των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/65, έτσι ώστε να ανευρεθεί το πραγματικό νόημα της. Στην Κυριακίδης κ.α ν. Δικηγορόπουλου κ.α
(2012)1Β Α.Α.Δ 1164, αναγνωρίστηκε ότι ένας νόμος θα πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολο του, καθώς και ότι ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε ο νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του. Πιο συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρενθετικά σημειώνουμε ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος, έχει πλέον νομολογιακά εδραιωθεί (Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348). Στην προσπάθεια μας να διαπιστώσουμε την πρόθεση του Νομοθέτη θα λάβουμε υπόψη τους πιο κάτω ερμηνευτικούς κανόνες: (α) Ένας Νόμος πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολό του (Georghiades v. Republic
(1969)3 C.L.R. 396, P. Katsaras and Others v. Republic
(1973)3 C.L.R. 145), (β) Ένας Νόμος δεν μπορεί να ερμηνεύεται με τρόπο που οδηγεί σε άδικα, παράδοξα, παράλογα ή άτοπα αποτελέσματα (Katsaras (πιο πάνω), Southfields Industries Ltd. ν. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου
(2003)2 Α.Α.Δ. 82) και (γ) Ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ο Νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για σκοπούς της ορθής ερμηνείας του (Ράφτης ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 345).» Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι η πρόθεση του νομοθέτη είναι να διασφαλίσει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ότι οι ειδοποιήσεις «Ι» και «ΙΑ» θα περιέλθουν στη γνώση του ενυπόθηκου οφειλέτη και οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου. Αυτό καθίσταται σαφές από την επιλογή του νομοθέτη να επιδίδονται οι προαναφερόμενες ειδοποιήσεις, σε αντίθεση με την ειδοποίηση «Θ» σε σχέση με την οποία ο νομοθέτης επέλεξε την απλή «αποστολή» της. Δεν είναι, άλλωστε, χωρίς σημασία, ότι ο όρος «επίδοση», τόσο αρχικά με τον Ν.142(Ι)/14, όσο και τώρα με τον Ν.87(Ι)/18, περιλαμβάνει μόνο τη συστημένη επιστολή και την ιδιωτική επίδοση, δηλαδή μεθόδους οι οποίοι παρέχουν υψηλά εχέγγυα ασφάλειας ως προς την παράδοση και λήψη των σκοπούμενων ειδοποιήσεων. Με τον τροποποιητικό νόμο Ν.87(Ι)/18, ο νομοθέτης θέλησε, προφανώς, να περιορίσει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί «επίδοση» με βάση τα προβλεπόμενα στον Ν.142(Ι)/14, διευρύνοντας, προς εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, τις μεθόδους επίδοσης. Αυτό, καθίσταται ξεκάθαρο από την προσθήκη της δυνατότητας για υποκατάστατη επίδοση με διάταγμα του Δικαστηρίου, καθώς και της δυνατότητας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Εντάσσοντας, επομένως, την επίμαχη φράση στο σύνολο των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/65 και έχοντας κατά νου τον σκοπό του εν λόγω Μέρους και ειδικότερα την πρόθεση του νομοθέτη όπως διευρυνθούν οι μέθοδοι επίδοσης των ειδοποιήσεων «Ι» και «ΙΑ» προκειμένου αυτές να περιέρχονται σε γνώση του ενυπόθηκου οφειλέτη και οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου, θεωρώ, ότι η συμπερίληψη της προαναφερόμενης επίμαχης φράσης δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι η ιδιωτική επίδοση εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που δεν είναι εφικτή η επίδοση με συστημένη επιστολή. Το πραγματικό νόημα συνίσταται, κατά την άποψη μου, στο ότι η επίδοση με συστημένη επιστολή θα γίνεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις που αυτό είναι εφικτό, δηλαδή στις περιπτώσεις που η παράδοση της ειδοποίησης ή επικοινωνίας θα συνεπάγεται και την παραλαβή αυτών, χωρίς, όμως, να τίθεται ως προϋπόθεση για την πραγματοποίηση ιδιωτικής επίδοσης η προηγούμενη προσπάθεια επίδοσης με συστημένη επιστολή. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση, θεωρώ ότι βρίσκεται εκτός του σκοπού του νομοθέτη και θα οδηγούσε σε παράδοξα αποτελέσματα. Ακόμα, όμως, και αν η πιο πάνω προσέγγιση είναι λανθασμένη, θεωρώ, ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μη δέουσα επίδοση. Όπως ήδη αναφέρθηκε αποτελεί κοινό έδαφος, ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» περιήλθε στη γνώση της Αιτήτριας, η οποία, άλλωστε, καταχώρησε την υπό εκδίκαση αίτηση - έφεση. Συνεπώς, ουδεμία ζημιά επήλθε στα δικαιώματα της Αιτήτριας. Από την άλλη, το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση χρησιμοποίησε απευθείας τη μέθοδο της ιδιωτικής επίδοσης, αντί της συστημένης επιστολής, δεν μπορεί να προσμετρήσει εις βάρος της. Στην υπόθεση Θεοδώρου και Hellenic Bank Ltd
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2059, ο εφεσείων ήταν εγγυητής σε σύμβαση δανείου και υποστήριξε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι το χρέος κατέστη απαιτητό έναντι του. Στήριξε την επιχειρηματολογία του, μεταξύ άλλων, στο ότι στον όρο 9 της σύμβασης καταγραφόταν ότι η επιστολή τερματισμού θα αποστελλόταν με συνηθισμένο ταχυδρομείο, ενώ στην περίπτωσή του στάλθηκε με συστημένη επιστολή. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «Διευκρινίζεται ότι οι επιστολές ημερ. 26/3/2002, τεκμ. 9 προς την ΜΙΤ και τεκμ. 9(α) προς τον εφεσείοντα, στάληκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο, ενώ οι επιστολές ημερ. 18/9/2002 τεκμ. 10 προς την ΜΙΤ και τεκμ. 10(α) προς τον εφεσείοντα ως «ΣΥΣΤΗΜΕΝΗ». Το γεγονός ότι με βάση τη συμφωνία ήταν αρκετό αν η αποστολή γινόταν με συνηθισμένο ταχυδρομείο και εδώ οι επιστολές ημερ. 18/9/2002 στάληκαν η καθεμιά ως «ΣΥ-ΣΤΗΜΕΝΗ», δε νομίζουμε ότι διαφοροποιεί την κατάσταση. Οι εφεσίβλητοι έκαναν κάτι πέραν της υποχρέωσης που είχαν με βάση τη συμφωνία εγγύησης.» Στην προκείμενη περίπτωση η πρόνοια ως προς τον τρόπο επίδοσης περιλαμβάνεται σε νομοθεσία και όχι σε σύμβαση. Παρά ταύτα, η πιο πάνω αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να εφαρμοστεί, κατ' αναλογία, και στην παρούσα περίπτωση, αφού, επί της ουσίας, η Καθ' ης η αίτηση με την ιδιωτική επίδοση έπραξε κάτι περισσότερο από αυτό που όφειλε να κάνει επιλέγοντας, μάλιστα, την ασφαλέστερη από τις προβλεπόμενες μεθόδους επίδοσης. Στη βάση όλων των πιο πάνω, οι λόγοι με αρ.1-3 και 5-8 δεν ευσταθούν. Η επόμενη ενότητα (λόγοι με αρ.4, 9, 10, 12 και 13) αφορά τη θέση της Αιτήτριας, ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» στάλθηκε πρόωρα. Ό,τι μπορεί να τύχει εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας από την επιχειρηματολογία της Αιτήτριας, είναι το κατά πόσο η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να στείλει νέα ειδοποίηση «Ι» πριν την αποστολή της επίμαχης ειδοποίησης «ΙΑ». Η Αιτήτρια στήριξε την επιχειρηματολογία της στα άρθρα 61 και 62 του Ν.9/65, τα οποία ανέστειλαν την εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/65 μέχρι τις 31.03.21 και 31.07.21 αντίστοιχα. Σχετικό είναι το άρθρο 61 του Ν.9/65 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «61.-
(1)Η εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους VIA αναστέλλεται μέχρι την 31η Μαρτίου 2021 στην περίπτωση κύριας κατοικίας του χρεώστη ή επαγγελματικής στέγης του χρεώστη: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο ορισμός του όρου "ενυπόθηκος δανειστής" περιλαμβάνει και εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, όπως ο όρος αυτός ορίζεται στον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέµατα Νόμο.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου: "κύρια κατοικία" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 44ΙΕ. "επαγγελματική στέγη" σημαίνει ακίνητο το οποίο χρησιμοποιείται ως χώρος στέγασης πολύ μικρής επιχείρησης, που απασχολεί λιγότερο από δέκα
(10)εργαζομένους και με ετήσιο κύκλο εργασιών που δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια ευρώ (€2.000.000), όπως ο όρος αυτός ορίζεται στη Σύσταση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά µε τον ορισµό των πολύ µικρών, των µικρών και των µεσαίων επιχειρήσεων.» Το άρθρο 61 προστέθηκε στον Ν.9/65 με τον τροποποιητικό νόμο, Ν.212(Ι)/20, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 29.12.20, οπότε και τέθηκε σε ισχύ. Καταρχάς, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι το ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της ίδιας και της οικογένειας της παρέμεινε, ουσιαστικά, αναντίλεκτος. Δεν παραβλέπω, ότι στην παράγραφο 23 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση απορρίπτεται η αντίστοιχη παράγραφος της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας. Η μελέτη, ωστόσο, της παραγράφου 23 της ένορκης δήλωσης της ένστασης αποκαλύπτει, ότι η διαφωνία της Καθ' ης η αίτηση περιορίζεται στο κατά πόσο θα έπρεπε να σταλθεί νέα ειδοποίηση «Ι» ενόψει της νομοθετικής αναστολής των εκποιήσεων. Δεν προβάλλεται ειδική άρνηση της θέσης της Αιτήτριας, ότι το ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της, ούτε και ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό η ενόρκως δηλούσα για την Καθ' ης η αίτηση. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί, ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση της Αιτήτριας. Επανέρχομαι στην ειδοποίηση «Ι», η οποία, σύμφωνα με το Τεκμήριο Β της ένστασης επιδόθηκε στην Αιτήτρια με ιδιωτική επίδοση στις 09.03.21. Το άρθρο 61 του Ν.9/65 ανέστειλε το σύνολο των διατάξεων του Μέρους VIA περιλαμβανομένου και του άρθρου 44Γ
(1)το οποίο προβλέπει για την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι». Επομένως, μέχρι τις 31.03.21 δεν επιτρεπόταν η επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι». Συνεπώς, η επίδοση της επίμαχης ειδοποίησης «Ι» στην Αιτήτρια στις 09.03.21 έγινε κατά παράβαση των ρητών προνοιών του άρθρου 61, εφόσον αυτή έλαβε χώρα εντός της περιόδου αναστολής. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(1), η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή ξεκινά με την επίδοση της προαναφερόμενης ειδοποίησης (Μυλωνάς και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση αρ.Ε176/19 ημερ.10.12.19). Η νομότυπη έναρξη της διαδικασίας με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», αποτελεί προϋπόθεση για το επόμενο στάδιο που αφορά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ» (άρθρο 44Γ
(2)). Στην προκείμενη περίπτωση, η έναρξη της διαδικασίας πάσχει, αφού, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η ειδοποίηση «Ι» επιδόθηκε ενόσω οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις τελούσαν σε αναστολή, με αποτέλεσμα να στερείται έννομου αποτελέσματος. Κατά συνέπεια, ό,τι επακολούθησε την επίδοση της ειδοποίησης «Ι», επίσης πάσχει και συμπαρασύρεται από την παράνομη επίδοση της πρώτης. Επομένως, η Καθ' ης η αίτηση δεν νομιμοποιούνταν στην επίδοση της επίμαχης ειδοποίησης «ΙΑ», αφού δεν προηγήθηκε νομότυπη έναρξη της διαδικασίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση στην αγόρευσή του δεν σχολιάζει το άρθρο 61, αλλά το άρθρο 62 του Ν.9/65 το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 07.05.21 και προνοούσε για αναστολή της εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους «ΙΑ» μέχρι τις 31.07.
- Η θέση του κ. Λουκά, ότι η επίμαχη ειδοποίηση «Ι» στάλθηκε πριν την αναστολή των εκποιήσεων δεν είναι, κατά την άποψή μου, ορθή. Αυτό, διότι παραγνωρίζει τις πρόνοιες του άρθρου 61 το οποίο, ως αναφέρθηκε, τέθηκε σε ισχύ στις 29.12.20 και ανέστειλε την εφαρμογή των υπό αναφορά νομοθετικών διατάξεων μέχρι τις 31.03.
- Περαιτέρω, επισημαίνω, ότι σημασία δεν έχει η ημερομηνία κατά την οποία ετοιμάστηκε ή δόθηκε προς επίδοση η επίμαχη ειδοποίηση, αλλά η ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε στην Αιτήτρια. Σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση στην Αίτηση-Έφεση 291/20 ημερ.19.01.21 Officeline Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Λουκά παρατηρώ, ότι τα γεγονότα της διαφέρουν από αυτά της παρούσας. Εν προκειμένω, δεν αναστάλθηκαν οι επίμαχες διατάξεις μετά τον ορισμό ημερομηνίας πλειστηριασμού του ακινήτου. Στην υπό κρίση περίπτωση, η έναρξη της διαδικασίας μέσω της ειδοποίησης «Ι» ήταν εξ' υπαρχής θνησιγενής αφού, επαναλαμβάνω, επιδόθηκε καθ' όν χρόνο η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων τελούσε σε αναστολή. Θεωρείται, επομένως, ως μη γενόμενη και η επακόλουθη επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ» ως πρόωρη. Για τους πιο πάνω λόγους οι λόγοι παραμερισμού με αρ.4, 9 και 12 επιτυγχάνουν. Παρά το ότι, η πιο πάνω κατάληξή μου σφραγίζει και το αποτέλεσμα της αίτησης, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα σχολιάσω και την τελευταία ενότητα λόγων που μπορούν να εξεταστούν στην επίδικη υπόθεση η οποία αφορά τον τύπο και το περιεχόμενο της ειδοποίησης «ΙΑ» (λόγοι παραμερισμού αρ.14 - 17). Έχω αντιπαραβάλει την επίμαχη ειδοποίηση «ΙΑ» (Τεκμήρια 3 και Γ της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα) με τον Τύπο «ΙΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος του Ν.9/
- Από την εν λόγω σύγκριση δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε παρατυπία στην επίδικη ειδοποίηση «ΙΑ». Σημειώνω, ότι στον λόγο παραμερισμού υπ' αρ.15 εγείρεται ζήτημα ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο και της ειδοποίησης «Ι». Επαναλαμβάνω, ότι η εν λόγω ειδοποίηση δεν περιλαμβάνεται στους λόγους παραμερισμού που περιοριστικά καταγράφονται στο άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65. Μέσα στα πλαίσια, όμως, του άρθρου 44Γ
(3)(γ) του Ν.9/65, μπορεί να εξεταστεί το ζήτημα της προθεσμίας που πρέπει να τάσσεται με την ειδοποίηση «Ι» για την πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους. Το ζήτημα της προθεσμίας έχει ήδη εξεταστεί πιο πάνω. Ως προς την πληρωμή, τώρα, του ενυπόθηκου χρέους παρατηρώ ότι στην ειδοποίηση «Ι» (Τεκμήρια 4 και Β της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα) γίνεται αναφορά στο ποσό που όφειλε να αποπληρώσει η Αιτήτρια και επισυναπτόταν σχετική κατάσταση λογαριασμού. Τέλος, η θέση της Αιτήτριας, ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, διότι είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ενυπόθηκο δανειστή, δεν ευσταθεί (λόγοι παραμερισμού με αρ.16 και 17). Στις παραγράφους 6 - 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, περιγράφεται η συγχώνευση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και τη μετονομασία της τελευταίας αρχικά σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και ακολούθως σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα για την Καθ' ης η αίτηση ανέφερε, ότι στα πλαίσια της συγχώνευσης του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η τελευταία ανέλαβε όλα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της πρώτης περιλαμβανομένης και της επίδικης υποθήκης. Σημειώνεται, ότι οι αναφορές της ενόρκως δηλούσας, η οποία δεν αντεξετάστηκε, επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο Α της ένστασης. Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι παραμερισμού υπ' αρ.14 - 17 απορρίπτονται. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η ειδοποίηση «ΙΑ» ημερ.11.03.22 παραμερίζεται και ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός του ακινήτου που περιγράφεται στην εν λόγω ειδοποίηση και είναι προγραμματισμένος στις 18.05.22 ακυρώνεται. Ενόψει της επιτυχίας της αίτησης/έφεσης, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Αγιομαμίτης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο