ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. KM FIRST CLASS HOMES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1487/20, 10/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1487/20 Μεταξύ: ΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγοντα και KM FIRST CLASS HOMES LTD
- ΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛ
- PHC TSANGARIDES LLC
- ΧΧΧ ΦΙΚΡΕΤ Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερ. 26.3.2021 Ημερομηνία: 10.05.2022 Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Σ. Νεοκλέους για PHC TSANGARIDES LLC Για Καθ' ου η αίτηση- Ενάγοντα: κα Α. Παναγιώτου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 26.03.21 και με αυτήν οι Εναγόμενοι 3 και 4 αξιώνουν την ακόλουθη θεραπεία: «Διάταγμα του Δικαστηρίου για απόρριψη (dismiss) και/ή αναστολή (stay) και/ή διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό (set aside) της Αγωγής και/ή του Γενικού Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 24.7.2020 και συνακόλουθα της καταχωρηθείσας την 8.3.2021 Έκθεσης Απαίτησης εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 ως μη αποκαλύπτουσας αγώγιμο δικαίωμα και/ή ως συνιστούσα κατάχρηση της διαδικασίας και/ή νομικά αβάσιμης και/ή ανυπόστατης και/ή επιπόλαιας και ενοχλητικής (frivolous and vexatious) και/ή καταπιεστικής και/ή σκανδαλώδους.» Σημειώνεται, ότι το παρακλητικό της παραγράφου Β της αίτησης αποσύρθηκε με δήλωση του συνηγόρου των Εναγομένων 3 και 4 στις 27.09.
- Κατά συνέπεια, οι σχετικές αναφορές που γίνονται στις αγορεύσεις των διαδίκων σε σχέση με τη θεραπεία της παραγράφου Β θα αγνοηθούν. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 4 και σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει, ότι είναι δικηγόρος και εργοδοτείται υπό αυτήν την ιδιότητα στην Εναγόμενη 3 - δικηγορική εταιρεία. Από την Έκθεση Απαίτησης διαφαίνεται, ότι τόσο η ίδια, όσο και η Εναγόμενη 3, ενάγονται λόγω του ότι ενήργησαν ως δικηγόροι και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι είναι πελάτες της Εναγόμενης
- Συγκεκριμένα, το ηλεκτρονικό μήνυμα - Τεκμήριο 1 (στο εξής «Τεκμήριο 1»), επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αγωγή, συντάχθηκε και στάλθηκε κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων 1 και 2 προς την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 3, αλλά και η ίδια, δεν έχουν οποιοδήποτε όφελος ή συμφέρον από την αποστολή του Τεκμηρίου 1, καθώς ενήργησαν εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 παρέχοντας τις υπηρεσίες τους ως δικηγόροι στη βάση των στοιχείων και πληροφοριών που δόθηκαν από τους τελευταίους. Το Τεκμήριο 1 κοινοποιήθηκε από την ίδια σε πρόσωπα που συνεργάζονταν με τον Ενάγοντα και τα οποία γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν για τις δοσοληψίες και συναλλαγές του τελευταίου, ένεκα των οποίων συναλλαγών και δοσοληψιών η Εναγόμενη 1 υπέστη ζημιές και απώλειες. Τα εν λόγω πρόσωπα καλούνταν, μεταξύ άλλων, να επικοινωνήσουν με την ίδια και την Εναγόμενη 3 προκειμένου να τους εφοδιάσουν με στοιχεία που είχαν ενώπιον τους και σχετίζονταν με τις συναλλαγές και δοσοληψίες που πραγματοποίησε ο Ενάγων σε συνεργασία με άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο. Η αποστολή του Τεκμηρίου 1 θεωρείται προνομιούχα, καθώς στάλθηκε καλόπιστα από την Εναγόμενη 3, μέσω της ίδιας, υπό την ιδιότητα τους ως δικηγόροι και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι των Εναγομένων 1 και 2 και κατόπιν οδηγιών των τελευταίων. Η σύνταξη και αποστολή του έγινε μέσα στα πλαίσια προετοιμασίας νομικών διαβημάτων ή διαδικασιών ή καταγγελιών. Η επίδικη επικοινωνία έγινε, δηλαδή, ενόψει δικαστικής διαδικασίας με σκοπό την έναρξη της και ως μέρος της διερεύνησης των καταγγελιών των Εναγομένων 1 και
- Η προώθηση της αγωγής εναντίον της ίδιας και της Εναγόμενης 3 εγκυμονεί κινδύνους, αφού θα εξοστρακίσει το επαγγελματικό απόρρητο και θα οδηγήσει σε σύγκρουση συμφερόντων με τους Εναγόμενους 1 και
- Σε κάθε περίπτωση, δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και τυχόν συνέχιση της αγωγής θα προκαλέσει μόνο ταλαιπωρία και έξοδα. Ο Ενάγων εκδήλωσε την αντίθεση του στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 17.05.
- Σε αυτήν εγείρει 22 λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν στους ακόλουθους δύο πυλώνες: Η αγωγή καταχωρήθηκε καλόπιστα και με αυτήν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 3 και
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει στην παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του Ενάγοντα για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Ο τελευταίος επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται, ότι σύμφωνα με συμβουλή που έλαβε από τους συνηγόρους του, οι δικηγόροι δεν απολαμβάνουν απεριόριστης ασυλίας, αλλά μπορούν να κριθούν υπεύθυνοι για τη διάπραξη αστικού αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τεκμήριο 1 δεν συντάχθηκε, ούτε και στάλθηκε στα πλαίσια επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και τρίτων προσώπων ενόψει δικαστικής διαδικασίας ή προς τον σκοπό προώθησης της. Αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός, ότι στάλθηκε με την ένδειξη «ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ». Περαιτέρω, η Εναγόμενη 4 δεν διευκρίνισε στην ένορκη δήλωση της ποια ήταν τα πρόσωπα που συνεργάζονταν με τον ίδιο και γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν για τις ισχυριζόμενες παράνομες συναλλαγές ή δοσοληψίες. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 4 ισχυρίστηκε στην ένορκη δήλωση της, ότι το Τεκμήριο 1 στάλθηκε και σε πρόσωπα που θα πραγματοποιούσαν συναλλαγές μαζί του. Συνεπώς, εφόσον αφορά και μελλοντικές συναλλαγές, τότε, πώς είναι δυνατό να στάλθηκε ενόψει δικαστικής διαδικασίας; Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 3 και 4 δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις εκείνες που, σύμφωνα με τη νομοθεσία μας, ένα δυσφημιστικό δημοσίευμα είναι απόλυτα προνομιούχο. Αντιθέτως, τα όσα προβάλλουν αποτελούν υπερασπίσεις επί της ουσίας. Τέλος, τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα οδηγήσει σε παραβίαση του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματός του για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των αγορεύσεων τους, επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων έχουν μελετηθεί στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Νομική πτυχή Η βασική διάταξη επί της οποίας εδράζεται η υπό κρίση αίτηση είναι η Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αναστολής ή απόρριψης αγωγής σε προκαταρκτικό στάδιο λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος. Οι αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την εξουσία που του παρέχεται από τη Δ.27 θ.3 τέθηκαν με ενάργεια στην υπόθεση Λοϊζος Λουκά &Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ 1316: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Η εξέταση αίτησης αυτής της φύσης διενεργείται με αναφορά στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης (Masar v. Κυπριακής Δημοκρατίας δια μέσου του Γενικού Εισαγγελέα κ.α. Πολιτική Έφεση αρ.Ε200/14 ημερ.30.12.20). Συμπεράσματα Το πρωταρχικό, επομένως, ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί συνίσταται στο κατά πόσο η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων 3 και
- Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι, κατά την άποψη μου, καταφατική. Η ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης αποκαλύπτει με σαφήνεια, ότι ο Ενάγων στηρίζει την αγωγή του στα αστικά αδικήματα της δυσφήμησης και της επιζήμιας ψευδολογίας. Πιο συγκεκριμένα, από τις παραγράφους 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει, ότι ο Ενάγων αποδίδει σε όλους τους Εναγόμενους, περιλαμβανομένων των Εναγομένων 3 και 4, τη διενέργεια δυσφήμισης και επιζήμιας ψευδολογίας εις βάρος του. Η δυσφήμιση και η επιζήμια ψευδολογία αναγνωρίζονται ως αστικά αδικήματα από τα άρθρα 17 και 25 του Κεφ.148 αντίστοιχα. Επομένως, η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων 3 και
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 3 και 4 αφιέρωσε μεγάλο μέρος της αγόρευσης του στην ανάπτυξη της εισήγησης του, ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν μπορεί να αποτελέσει αιτία αγωγής αφ' ης στιγμής οι Εναγόμενοι 3 και 4 ενήργησαν υπό την ιδιότητα του δικηγόρου. Ο κ. Νεοκλέους, αφού ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 απέστειλαν το Τεκμήριο 1 κατόπιν εντολής των πελατών τους - Εναγομένων 1 και 2 προς τον σκοπό διερεύνησης των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους τελευταίους στα πλαίσια προετοιμασίας νομικών διαβημάτων ή διαδικασιών, υποστήριξε, με παραπομπή σε αγγλική κυρίως νομολογία, ότι η επίμαχη δημοσίευση είναι προνομιούχα. Καταρχάς, θα πρέπει να σημειώσω, ότι δεν έχω εντοπίσει, ούτε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παρέπεμψαν, σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να καταπιάνεται με το προαναφερόμενο ζήτημα. Η ημεδαπή νομοθεσία, ωστόσο, και συγκεκριμένα το άρθρο 20 του Κεφ.148 παραθέτει κατά τρόπο περιοριστικό, σε ποιες περιπτώσεις ένα δημοσίευμα, αν και δυσφημιστικό, θεωρείται ως απόλυτα προνομιούχο. Ως σχετικό με την επίδικη περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί το άρθρο 20
(1)(ε) του Κεφ.148, το οποίο έχει ως εξής: «(ε) αv τo δημoσίευμα δημoσιεύεται σε κάπoια δικαστική διαδικασία από τo πρόσωπo πoυ μετέχει της διαδικασίας αυτής ως δικαστής, δικηγόρoς, μάρτυρας ή διάδικoς͘ » Η αγγλική νομολογία, καθώς και η νομολογία άλλων χωρών του κοινοδικαίου, αλλά και τα συγγράμματα που επικαλέστηκε στην αγόρευση του ο συνήγορος των Εναγομένων 3 και 4, αποδίδουν διευρυμένη έννοια στον όρο «δικαστική διαδικασία» έτσι ώστε να καλύπτουν και δημοσιεύσεις που γίνονται από δικηγόρους εκτός Δικαστηρίου, οι οποίες όμως σχετίζονται με δικαστική διαμάχη ή γίνονται ενόψει δικαστικής διαδικασίας. Εγείρεται το ζήτημα, κατά πόσο η αγγλική νομολογία και ευρύτερα η νομολογία των χωρών του κοινοδικαίου, στην οποία παρέπεμψε ο κ. Νεοκλέους, είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο. Το δίκαιο το οποίο εφαρμόζει κάθε Δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής ή ποινικής δικαιοδοσίας του καθορίζεται στο άρθρο 29 του Ν.14/60. Συγκεκριμένα, το άρθρο 29
(1)(γ) του Ν14/60, διαλαμβάνει τα ακόλουθα σε σχέση με την εφαρμογή του κοινοδικαίου: «29.-
(1)Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής ή πoιvικής αυτoύ δικαιoδoσίας θα εφαρμόζη- .................................................... (γ) τo κoιvόv δίκαιov (common law) και τας αρχάς της επιεικίας (equity) εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη υπό oιoυδήπoτε vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς ή oιoυδήπoτε vόμoυ διατηρηθέvτoς εv ισχύϊ δυvάμει της παραγράφoυ (β) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εφόσov δεv αvτιβαίvoυv ή δεv είvαι ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα». Εν προκειμένω το όλο ζήτημα, ως ήδη αναφέρθηκε, τυγχάνει ειδικής ρύθμισης στο άρθρο 20
(1)(ε) του Κεφ.148. Η διατύπωση του εν λόγω άρθρου καθιστά σαφές, ότι στην Κύπρο η έννοια «δικαστική διαδικασία» δεν μπορεί να επεκταθεί σε στάδια εκτός της διαδικασίας της δίκης. Το υπό αναφορά άρθρο κατονομάζει τα πρόσωπα που καλύπτονται από το απόλυτο προνόμιο και αυτά δεν είναι άλλα, από όσους μετέχουν στη διαδικασία ως δικαστές, δικηγόροι, μάρτυρες ή διάδικοι. Η διασύνδεση της δικαστικής διαδικασίας με την ιδιότητα των προαναφερόμενων προσώπων που μετέχουν σε αυτή καθιστά, κατά την άποψη μου, επιβεβλημένη τη στενή ερμηνεία του όρου «δικαστική διαδικασία». Κατά συνέπεια, η ρύθμιση της εθνικής νομοθεσίας, η οποία δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του Ν.14/60 υπερέχει του κοινοδικαίου, δεν συμβαδίζει στο υπό εξέταση ζήτημα με το κοινό δίκαιο. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η κατά περιοριστικό τρόπο ρύθμιση των προνομιούχων δημοσιεύσεων δυνάμει των άρθρων 20 και 21 του Κεφ.148 δεν αντίκειται στην Ε.Σ.Δ.Α. Αυτό συνάγεται από τα λεχθέντα στην Πολ. Έφεση αρ.45/2013 ημερ.23.05.19 Σοφοκλείδης και Νεάρχου κ.α.: «Το δίκαιο της δυσφήμισης στην Κύπρο έχει κριθεί στην απόφαση του ΕΔΑΔ Alithia Publishing Company Limited and Constantinides v. Cyprus, Application No. 17550/03, ημερ. 22.5.2008, ως μη αντιβαίνον το Άρθρο 10 της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή το Άρθρο 9 σε σχέση με το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης αντίστοιχα. Κρίθηκε στην ομόφωνη αυτή απόφαση του ΕΔΑΔ ότι η εθνική νομοθεσία που αποτυπώνεται στο άρθρο 17 κ.ε. του Κεφ. 148, δεν θέτει περιορισμούς πέραν εκείνων που θεωρούνται λογικώς αναγκαίοι. Το δεδομένο αυτό, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής.» Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 19 του Κεφ.148 ορίζει, ότι το προνόμιο, είτε, απόλυτο, είτε υπό επιφύλαξη, αποτελεί υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμιση. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 19(γ) του Κεφ.148, μία προνομιούχα δημοσίευση αποτελεί υπεράσπιση και όχι λόγο για απόρριψη ή παραμερισμό της αγωγής. Αυτό υποδείχθηκε και στη Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ 474, όπου εξηγήθηκε ότι το προνόμιο γενικώς αποτελεί υπεράσπιση διαχωριζόμενο στο απόλυτο και στο περιορισμένο προνόμιο. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 επικαλούνται ως επιπρόσθετο και ανεξάρτητο λόγο για παραμερισμό της αγωγής, το ότι το επίδικο δημοσίευμα - Τεκμήριο 1 στάλθηκε «άνευ βλάβης». Σημειώνει, ο κ. Νεοκλέους, ότι το περιεχόμενο επικοινωνίας που ανταλλάσσεται μεταξύ των μερών στα πλαίσια συζήτησης ή διερεύνησης ή προσπάθειας για διευθέτηση διαφορών, είναι προνομιούχο και δεν μπορεί να αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο, εκτός εάν συγκατατίθενται όλα τα μέρη που μετείχαν στην εν λόγω επικοινωνία. Είναι ορθό, ότι το περιεχόμενο επικοινωνίας μεταξύ των μερών που γίνεται «άνευ βλάβης» αποτελεί προνομιούχο επικοινωνία. Η εν λόγω αρχή καθιερώθηκε, διότι η αποκάλυψη δηλώσεων που έγιναν στα πλαίσια της προσπάθειας για συμβιβασμό πιθανό να ήταν επιζήμια για τα συμφέροντα του προσώπου που προέβη στην εν λόγω δήλωση. Το όλο θέμα τέθηκε ως εξής στην ANTONIS YIANNI SKATTOU -v- M/U "KOREIZ" AND ANOTHER
(1981)1 C.L.R. 804: "It is well settled that correspondence addressed to an adversary "without prejudice" especially in the context of an effort to ascertain whether there is room for settlement of an action is inadmissible in evidence on grounds of privilege. (Tenant v. Hamilton
(1839)7 CI paragraph Fin. 122 (H.L.), Scott v. Drayton Paper Works [1927] 44 R. P. C. 151, Rabin v. Mendoza [1954] 1 W. L. R. 271, Cory v. Bretton
(1830)4 C paragraph 462)." Η προαναφερόμενη αρχή επαναλήφθηκε και στη μεταγενέστερη Λαζούρας ν. Σεργίου
(1999)1 Α.Α.Δ 500, στην οποία παρέπεμψαν οι Εναγόμενοι 3 και 4 στην αγόρευση τους. Στην προκείμενη περίπτωση, η πιο πάνω αρχή δεν τυγχάνει, κατά την άποψη μου, εφαρμογής. Αυτό, διότι, αφενός, το Τεκμήριο 1 δεν στάλθηκε στα πλαίσια προσπάθειας συμβιβασμού της επίδικης διαφοράς και αφετέρου, δεν απευθύνεται στον Ενάγοντα. Επομένως, ελλείπει η αιτία για τον χαρακτηρισμό του Τεκμηρίου 1 ως προνομιούχου. Επισημαίνω, ότι στο Τεκμήριο 1 δεν γίνεται οποιαδήποτε πρόταση από τους Εναγόμενους 3 και 4 ή τους Εναγόμενους 1 και 2 προς τον Ενάγοντα για εξώδικη διευθέτηση των διαφορών τους, έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα επηρεασμού των δικαιωμάτων τους ως εκ της αποκάλυψης του. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον Εναγομένων 3 και 4, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο