← Κύπρος

ELECTROKLIMA LTD ν. EMINENTLY REAL ESTATE DEVELOPMENT CO LTD, Αρ. Αγωγής: 2828/15, 27/5/2022

ELECTROKLIMA LTD ν. EMINENTLY REAL ESTATE DEVELOPMENT CO LTD, Αρ. Αγωγής: 2828/15, 27/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: X.M. Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2828/15 Μεταξύ: ELECTROKLIMA LTD, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και EMINENTLY REAL ESTATE DEVELOPMENT CO LTD, εκ Λεμεσού Εναγόμενης ---------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 27/05/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Σ./ Φασουλιώτης για κκ. Χρήστος Πουργουρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενη: κ. Π. Γαβριηλίδης με κα Α. Παναγή για κκ. Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή- Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδικών:- Η Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε στις 09/07/2015 αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €6.447-, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αποτελεί ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένης σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με έδρα την Λεμεσό και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εκτέλεση ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων. Όπως προβάλλει η Ενάγουσα, δυνάμει προφορικής συμφωνίας που μαρτυρείται γραπτώς συναφθείσας κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2013 στην Λεμεσό, εκτέλεσε για λογαριασμό της Εναγόμενης διάφορες ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές εγκαταστάσεις και/ή εργασίες προς την απόλυτη ικανοποίηση της Εναγόμενης και των αντιπροσώπων της. Σύμφωνα με την Ενάγουσα αποτελούσε όρο της επίδικης συμφωνίας και/ή της ακολουθήσασας πρακτικής εκτέλεσης, ότι η Εναγόμενη είχε την υποχρέωση να καταβάλει στην Ενάγουσα κάθε ποσό που είχε εγκριθεί ως εκτελεσθείσα εργασία δυνάμει του σχετικού διατακτικού και/ή πιστοποιητικού πληρωμής των αρμοδίων μελετητών του έργου εντός εύλογης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσής του. Κατά την 16/12/2013, αφού η Ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε στην Εναγόμενη τις σχετικές εργασίες, οι αρμόδιοι μελετητές εξέδωσαν πιστοποιητικά/διατακτικά πληρωμής για τα υπόλοιπα αμοιβής εκτελεσθεισών εργασιών ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων, καθώς και για ποσό κατακρατηθέν για την πιστή εκτέλεση μηχανολογικών εγκαταστάσεων, συνολικού ποσού €6.447-, τα οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας αποτυπώθηκαν σε σχετικά τιμολόγια που εκδόθηκαν κατά ή περί την 28/03/2014, τα οποία και παραδόθηκαν στην Ενάγουσα, η οποία όμως παραλείπει ή αρνείται να αποπληρώσει. Στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση της Εναγόμενης, πέραν της παραδοχής αναφορικά με την υπόστασή της ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένης σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 με έδρα την Λεμεσό, ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία όπως την επικαλείται η Ενάγουσα και ότι η οποιαδήποτε συμφωνία είχε γίνει με τον εργολάβο του έργου και όχι με την Εναγόμενη. Διαζευκτικά ισχυρίζεται η Εναγόμενη ότι αν ήθελε αποδειχτεί τέτοια συμφωνία Ενάγουσας με Εναγόμενη, οι ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές εργασίες ουδέποτε παραλήφθηκαν από αυτή και ειδικότερα ότι ήταν ακατάλληλες και ελαττωματικές. Αρνούνται την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας για ακολουθήσασα πρακτική και άνευ βλάβης ισχυρίζονται ότι η όποια συμφωνία ήθελε αποδειχθεί δεν καταρτίστηκε με τους όρους που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Αρνούνται ότι οφείλουν τα ποσά που διεκδικεί η Ενάγουσα και άνευ βλάβης της θέσης αυτής ισχυρίζονται ότι το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό δεν είναι αυτό που διεκδικεί η Ενάγουσα. Η προσαχθείσα μαρτυρία των διαδίκων:- Πρώτος μάρτυρας Ενάγουσας ήταν ο κ. ΧΧΧ Νικολάου, μοναδικός διευθυντής της Ενάγουσας (ΜΕ1), ο οποίος και κατέθεσε Γραπτή Δήλωση που σημειώθηκε ως «Έγγραφο Α» για σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας και κατέθεσε συνολικά 14 τεκμήρια (1Α, 1Β και 2-13). Το Τεκμήριο 1Α και 1Β που κατέθεσε ο ΜΕ1 αποτελούν έρευνα της ιστοσελίδας του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με το εγγεγραμμένο γραφείο της Ενάγουσας και έρευνα αναφορικά με τους διευθυντές και γραμματέα της Ενάγουσας αντίστοιχα. Όπως αναφέρει στην Γραπτή Δήλωση ο ΜΕ1 τον Σεπτέμβριο του 2013 υπέβαλε στην Εναγόμενη μέσω των συμβούλων της κκ. CYMEC ENGINEERING SERVICES LTD («CYMEC») και Κ. IOANNIDES & ASSOCIATES («IOANNIDES») προσφορές για την εκτέλεση των μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εργασιών σε σύμπλεγμα κατοικιών ιδιοκτησίας της Εναγόμενης στην Παρεκκλησιά. Κατέθεσε προς τον σκοπό αυτό ως «τεκμήριο 2» αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 9/09/13 στην Αγγλική γλώσσα που φέρεται να υπογράφει o κ. ΧΧΧ Ορφανός εκ μέρους της CYMEC προς την Ενάγουσα με τίτλο που φέρει το όνομα της Εναγόμενης και με περαιτέρω αναφορά στον τίτλο την φράση "Mechanical Installations-Letter of intent", στην οποία αναφέρεται ότι η CYMEC έχει εξουσιοδοτηθεί από τον Αρχιτέκτονα να τον πληροφορήσει ότι η αναθεωρημένη της προσφορά για τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις για το έργο (που πιο πάνω γίνεται αναφορά στην περιοχή Παρεκκλησιά) έγινε δεκτή για το ποσό των €54.850- πλέον Φ.Π.Α. Στο τεκμήριο 2 γίνεται αναφορά στο όνομα του εργολάβου ("Patsias & Mamoulos Construction Ltd") και ότι τα έγγραφα συμβάσεων ετοιμάζονταν και σύντομα θα καλείτο η Ενάγουσα να τα υπογράψει με τον εργολάβο, προς όφελος του οποίου θα έπρεπε η Ενάγουσα να εκδώσει και να παραδώσει κατά την ημέρα υπογραφής τραπεζική εγγυητική ύψους 5% της αξίας της σύμβασης. Η υπό αναφορά επιστολή φέρεται να κοινοποιείται στους κκ. Λακαταμίτης Αρχιτέκτονες. Περαιτέρω, στο τεκμήριο 2 επισυνάπτεται αντίγραφο της προσφοράς της Ενάγουσας στην Ελληνική γλώσσα. Επίσης κατέθεσε ως «τεκμήριο 3» αντίγραφο της επιστολής στην Αγγλική γλώσσα ημερομηνίας 09/09/13 από IOANNIDES, Σύμβουλοι Ηλεκτρολογικών και Μηχανολογικών, την οποία φέρεται να υπογράφει ο κ. Ιωαννίδης προς την Ενάγουσα με οδηγίες από τους κκ. Λακαταμίτης Αρχιτέκτονες και τους πελάτες τους, ήτοι την Εναγόμενη αναφορικά με τις ηλεκτρολογικές εργασίες για το ίδιο έργο στην Παρεκκλησιά ("Letter of Intent") που αναφέρει ότι γίνεται δεκτή η προσφορά της Ενάγουσας για το ποσό των €20.000- εκτός Φ.Π.Α, η οποία αφορά μόνο εργατικά. Το τεκμήριο 3, το οποίο φέρεται να κοινοποιείται στους κκ. Λακαταμίτης Αρχιτέκτονες και στον εργολάβο καλεί την Ενάγουσα να επικοινωνήσει με τον εργολάβο για συντονισμό των ηλεκτρολογικών εργασιών και να εκδώσει εγγυητική (αναφέρεται ως "performance bond") στο όνομα του πελάτη, ήτοι της Εναγόμενης για καλή εκτέλεση των εργασιών ίση με το 10% του ποσού της σύμβασης. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 κατέθεσε ως «τεκμήριο 4» αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 24/10/13 στην Ελληνική γλώσσα της CYMEC προς την Εναγόμενη, ήτοι τον πελάτη, που φέρεται να υπογράφει ο κ. Ορφανός με αναφορά στο όνομα της Ενάγουσας ως εργολάβο και με κοινοποίηση προς την Ενάγουσα και τους κκ. Λακαταμίτης Αρχιτέκτονες με τον τίτλο «Πιστοποιητικό Πληρωμής Αρ. 1». Στην επιστολή αυτή αναφέρεται ρητά ότι η Ενάγουσα δικαιούται να πληρωθεί το ποσό των €2.610- για εργασίες που είχε διεκπεραιώσει μέχρι τότε και σε αυτή επισυνάπτεται σχετική ανάλυση του πιστοποιητικού. Στην συνέχεια της Γραπτής του Δήλωσης ο ΜΕ1 αναφέρει ότι στις 25/10/13 η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο αρ. 0517 για το ποσό του τεκμηρίου 4, το οποίο κατέθεσε ως «τεκμήριο 5» και ανέφερε ότι εξοφλήθηκε από τους Εναγόμενους με επιταγή στις 6/11/13, για την οποία η Ενάγουσα έκδωσε την απόδειξη είσπραξης αρ. 0520 προς την Εναγόμενη, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως «τεκμήριο 6». Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, η ίδια ακριβώς πρακτική συνεχίστηκε σύμφωνα με την πρόοδο των εκτελεσθεισών εργασιών και ο κ. Ορφανός για την CYMEC, στις 16/12/13 προέβηκε στην έκδοση του Πιστοποιητικού Πληρωμής Αρ. 2 προς την Εναγόμενη με κοινοποίηση προς τους κκ. Λακαταμίτης Αρχιτέκτονες και την Ενάγουσα, με το οποίο την πληροφορούσε ότι η Ενάγουσα δικαιούτο να πληρωθεί το ποσό των €2.070- για εργασίες που διεκπεραίωσε μέχρι τότε (μηχανολογικά), με επισυνημμένη ανάλυση πιστοποιητικού, το οποίο και κατέθεσε ως «τεκμήριο 7». Συνεχίζοντας την Γραπτή του Δήλωση ο ΜΕ1 ανέφερε ότι κατά την ίδια πρακτική ο κ. Ιωαννίδης για την IOANNIDES στις 16/12/13 εξέδωσε και υπέβαλε στους Εναγόμενους μέσω των κκ. Λακαταμίτης Αρχιτέκτονες πιστοποιητικό πληρωμής αρ.1 ("Payment Certificate No 1"), του οποίου αντίγραφο κατέθεσε ως «τεκμήριο 8», με το οποίο πιστοποιούσε ότι αναφορικά με τα ηλεκτρολογικά η Ενάγουσα δικαιούτο να λάβει το ποσό των €3.857- μη συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. για εργασίες που έγιναν μέχρι την ημερομηνία εκείνη. Στο τεκμήριο 8 επισυνάπτεται αναλυτική κατάσταση εκτελεσθείσας εργασίας. Επί τη βάση των τεκμηρίων 7 και 8, όπως αναφέρει ο ΜΕ1, προχώρησε στις 28/03/14 στην έκδοση και παράδοση στην Εναγόμενη των τιμολογίων αρ. 535 και 536 αντίστοιχα, αντίγραφα των οποίων κατέθεσε ως «τεκμήριο 9» και «τεκμήριο 10» αντίστοιχα. Διευκρίνισε δε, ότι στο τεκμήριο 7 συμπεριέλαβε εκτός από το ποσό των €2.070- και το συνολικό ποσό των κρατήσεων των €520-, το οποίο αναφέρεται στο ίδιο πιστοποιητικό πληρωμής κατόπιν σχετικής υπόδειξης του κ. Ορφανού. Ο ΜΕ1 συνεχίζοντας αναφέρει ότι επειδή η Εναγόμενη δεν προέβαινε στην πληρωμή των τιμολογίων τεκμήρια 9 και 10 ζήτησε από τον αρχιτέκτονα της Εναγόμενης κ. Δημήτρη Λακαταμίτη να του επιβεβαιώσει ότι τα ποσά των τιμολογίων αυτών δεν είχαν πληρωθεί στον κυρίως εργολάβο του έργου (Patsias & Mamoullos Constructions Ltd) από την Ενάγουσα και κατέθεσε ως «τεκμήριο 11» επιστολή στην Αγγλική γλώσσα ημερομηνίας 6/10/14 του κ. Λακαταμίτη προς την Ενάγουσα με την οποία, όπως ανέφερε επιβεβαίωνε το γεγονός αυτό. Η ίδια διαβεβαίωση, σύμφωνα με τον ΜΕ1 δόθηκε προς την Ενάγουσα τόσο από την CYMEC με επιστολή ημερομηνίας 7/10/14 που υπογράφει ο κ. Ορφανός, την οποία και κατέθεσε ως «τεκμήριο 12», όσο και από IOANNIDES, την οποία και κατέθεσε ως «τεκμήριο 13». Σύμφωνα με τον ΜΕ1 με τις επιστολές αυτές επιβεβαιώνεται ότι η πληρωμή των ποσών που είχαν πιστοποιηθεί δυνάμει των πιστοποιητικών πληρωμής οφείλονταν κατευθείαν από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα, καθότι δεν είχε υπογραφεί μέχρι τότε οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ Εναγόμενης και του κυρίως εργολάβου του έργου έτσι ώστε να ακολουθήσει μετά η υπογραφή συμβολαίων υπεργολαβίας μεταξύ της Ενάγουσας και του κυρίως εργολάβου αναφορικά με τις μηχανολογικές και ηλεκτρολογικές εργασίες. Ο ΜΕ1 με την τελευταία παράγραφο του Εγγράφου Α επιβεβαιώνει ότι μέχρι σήμερα η Εναγόμενη δεν κατέβαλε στην Ενάγουσα κανένα ποσό έναντι των τιμολογίων αρ. 0ΧΧ5 και 0ΧΧ6, τα οποία και αξιώνει. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανέφερε ότι με την Εναγόμενη δεν υπεγράφη οποιαδήποτε σύμβαση. Σε υπόδειξη του τεκμηρίου 2 που του έγινε και του υπεβλήθηκε ότι ζητήθηκε από την Ενάγουσα να υπογράψει σύμβαση με τον εργολάβο του έργου Patsias & Mamoullos Constructions Ltd άμεσα, ανέφερε ότι δεν υπέγραψαν γιατί δεν ετοιμάστηκαν τέτοιες συμβάσεις. Ανέφερε δε, ότι ήδη το πρώτο τιμολόγιο εκδόθηκε στην εταιρεία και η συμφωνία ήταν ώσπου να υπογράψουν τα συμβόλαια θα πλήρωνε η εταιρεία και ότι το πρώτο τιμολόγιο πληρώθηκε με επιταγή της εταιρείας, προφανώς εννοούσε της Εναγόμενης, ότι είχε το αντίγραφο της επιταγής στην κατοχή τους, αλλά όχι μαζί του για να το παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Του έγινε υπόδειξη από το τεκμήριο 3 ότι έπρεπε να επικοινωνήσει με τον κυρίως εργολάβο του έργου για να συντονίσουν τις ηλεκτρολογικές δουλειές και ότι η Ενάγουσα εργαζόταν με βάση τις οδηγίες που της έδινε ο εργολάβος του έργου και απάντησε ότι συμφωνία έκανε με την εταιρεία (σσ. Εναγόμενη) και όχι με τον εργολάβο, η οποία δεν ήταν γραπτή, αφού έδωσε μια προσφορά, κλήθηκε από την Εναγόμενη στα γραφεία της και του ανέφεραν (σσ. οι εκπρόσωποι της) ενώπιον του μηχανολόγου και του αρχιτέκτονα ότι θα εκτελούσε η Ενάγουσα τις εργασίες. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1 τους εργολάβους δεν τους γνώριζε. Σε περαιτέρω υποβολή που του έγινε ότι με βάση το τεκμήριο 2 είναι ο κ. Ορφανός της CYMEC που απαντά στην Ενάγουσα και όχι η Εναγόμενη, ανέφερε ότι έχει μάρτυρες τον κ. Ορφανό, τον κ. Ιωαννίδη και τον κ. Λακαταμίτη που στην παρουσία τους έγινε η συνάντηση με τους ιδιοκτήτες της Εναγόμενης και πως ο εργολάβος δεν ήταν καμία φορά στις συναντήσεις για να συμφωνήσουν το ποσό. Σε άλλη ερώτηση του κ. Γαβριηλίδη προς τον ΜΕ1 αν στην συνάντηση ήταν παρών οποιοσδήποτε αξιωματούχος της Εναγόμενης ανέφερε ότι ήταν ο κ. Λακαταμίτης, ο αρχιτέκτονας του έργου και δεν γνώριζε αν αυτός ήταν αξιωματούχος. Σε άλλη ερώτηση που του έγινε ως προς τον λόγο της καθυστέρησης έκδοσης των τεκμηρίων 9 και 10 ανέφερε ότι αυτά εκδίδονται αναλόγως της πορείας του έργου και δεν θυμόταν τον λόγο γιατί καθυστέρησαν, ενώ στην υποβολή που του έγινε ότι τα τιμολόγια εκδόθηκαν μερικούς μήνες αφού έφυγαν από το έργο απάντησε ότι και να έφυγε η Ενάγουσα από το έργο δεν έχει σημασία αν εκδόθηκαν μετά τα τιμολόγια. Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι η λογική υποδεικνύει ότι αν εργαζόταν η Ενάγουσα θα έκδιδε τα τιμολόγια κατά την πρόοδο της δουλειάς άρα το ένα τιμολόγιο θα είχε εκδοθεί νωρίτερα και το άλλο αργότερα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι σε κάποια στιγμή έγινε μια παρεξήγηση στο εργοτάξιο με τον κυρίως εργολάβο του έργου και το έργο σταμάτησε. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ο ίδιος έκανε μερικές συναντήσεις στα γραφεία με την Εναγόμενη για να πληρωθεί η Ενάγουσα και να συνεχίσει να εκτελεί τις εργασίες κάνοντάς τους και κάποιες εργασίες. Η Εναγόμενη του επιβεβαίωσε, όπως ανέφερε ο ΜΕ1 ότι θα προχωρούσε το έργο και πως θα συνέχιζε η Ενάγουσα, στην πορεία όμως προχώρησαν με άλλους εργολάβους και άλλους ηλεκτρολόγους και υδραυλικούς χωρίς να τον ενημερώσουν. Μετά, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, είχε κάποιες τηλεφωνικές επικοινωνίες με το λογιστήριο με κάποια κα ΧΧΧ που τον διαβεβαίωσε ότι θα προσπαθούσε να τον εξοφλήσουν. Σε υποβολή προς τον ΜΕ1 αναφορικά με το τεκμήριο 11, ήτοι της επιστολής του κ. Λακαταμίτη, ο οποίος επιβεβαίωνε κατά το λεκτικό της επιστολής ημερομηνίας 6/10/14 ότι τα χρήματα που οφείλονταν στην Ενάγουσα δεν συμπεριλήφθηκαν στα χρήματα προς τον κυρίως εργολάβο, ότι ο λόγος που του δόθηκε ένα χρόνο μετά ήταν διότι είχαν διαφωνήσει με την Εναγόμενη και είχαν αποχωρήσει από αρχιτέκτονες, απάντησε ότι ζήτησε την επιστολή αυτή μετά από αρκετές διαβουλεύσεις που είχε μαζί με την Εναγόμενη που ήταν, όπως ανέφερε, πελάτες του, πίστευε ότι θα συνέχιζε τις εργασίες, ανεξαρτήτως αρχιτέκτονα, γι' αυτό και καθυστέρησε να πάρει την επιστολή. Ο ΜΕ1 επέμεινε, μετά από συνεχείς ερωτήσεις, ότι μέχρι να υπογράφονταν τα συμβόλαια με τον κυρίως εργολάβο θα πλήρωνε η εταιρεία (σσ. η Εναγόμενη) και ότι για αυτό έχει μάρτυρες τον αρχιτέκτονα και τους δύο μηχανικούς, ήτοι τον κ. Ορφανό και κ. Ιωαννίδη και πως ήταν και ο διευθυντής της Εναγόμενης παρών στην συνάντηση. Σε ερώτηση αν έχει κάτι να παρουσιάσει για την σχέση του κ. Ορφανίδη, του κ. Ιωαννίδη και του κ. Λακαταμίτη με την Εναγόμενη απάντησε ότι ο κ. Λακαταμίτης εκπροσωπούσε τους πελάτες του (σσ. Εναγόμενη) όμως δεν είχε κάτι γραπτώς που να υποδεικνύει την σχέση του κ. Λακαταμίτη με την Εναγόμενη. Αρνήθηκε σε σχετική υποβολή που του έγινε ότι η συμβατική σχέση της Ενάγουσας ήταν με τον κυρίως εργολάβο του έργου και επέμεινε ότι η συμφωνία ήταν με την Εναγόμενη. Επίσης ανέφερε ότι καθυστέρησε στην έκδοση των τιμολογίων γιατί είχε διαβουλεύσεις με την Εναγόμενη και τον διευθυντή τους για αρκετό χρόνο, ο οποίος του είπε να εκδώσει τα τιμολόγια και να πληρωθεί, σε συναντήσεις που είχαν στα γραφεία τους στην Α..... Α...... Εν κατακλείδι ο ΜΕ1 ανέφερε ότι παρών στις συναντήσεις ήταν ο διευθυντής της Εναγόμενης και πως αυτό που ο ίδιος γνώριζε ήταν ότι ο αρχιτέκτονας εκπροσωπούσε την εταιρεία, όπως και ο κ. Ορφανός και κ. Ιωαννίδης που ήταν σύμβουλοι. Σε ερώτηση κατά την επανεξέτασή του αν θυμόταν το όνομα του διευθυντή της Εναγόμενης απάντησε αρνητικά. Μαρτυρία έδωσε υπέρ Ενάγουσας ο κ. ΧΧΧ Ιωαννίδης, ηλεκτρολόγος μηχανικός (ΜΕ2). Ο ΜΕ2 αναγνώρισε ότι είναι ο συντάκτης των τεκμηρίων 3, 8 και 13 και υιοθέτησε το περιεχόμενό τους ως αληθές. Αναφορικά με το τεκμήριο 8, ήτοι το πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 1, ημερομηνίας 16/12/2013 για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, ανέφερε ότι όταν αιτηθεί ο ηλεκτρολόγος πληρωμή τότε αυτοί με βάση την προσφορά του εγκρίνουν την εκτελεσθείσα εργασία ή και πρόσθετες εργασίες αν υπάρχουν μετά από επίσκεψη τους στο εργοτάξιο. Εν συνεχεία, όπως εξήγησε ο ΜΕ2 όταν ετοιμάζουν το πιστοποιητικό το αποστέλλουν στον επικεφαλής του έργου που είναι ο αρχιτέκτονας για να το προωθήσει στον επιμετρητή ποσοτήτων για την πληρωμή και όταν στείλουν την πιστοποίηση αυτή τελειώνει η εργασία τους. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον κ. Φασουλιώτη ότι στα τεκμήρια που του υποδείχθηκαν και αναγνώρισε γίνεται λόγος στην Εναγόμενη ως πελάτης τους και τι αυτό σημαίνει υποδεικνύοντας του πιο συγκεκριμένα το τεκμήριο 3, ήτοι την επιστολή ανάθεσης ("letter of intent") και την λέξη "client" που αναφέρεται εκεί, απάντησε ότι αυτή είναι μια διατύπωση που κάνουν σε όλες τις επιστολές ανάθεσης, δηλαδή ότι ενημερώνουν τον ηλεκτρολόγο ότι εκ μέρους του επικεφαλής του έργου που είναι ο αρχιτέκτονας και εκ μέρους των πελατών τους ότι έχουν οδηγίες να σταλεί αυτή η επιστολή για κατακύρωση της προσφοράς. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 ερωτήθηκε αν για το τεκμήριο 3 που εστάλη στην Εναγόμενη επικοινώνησε κάποιος από αυτή για τον ρωτήσουν κατά πόσο κατανόησαν το κείμενο που αυτό περιέχει ή για να τον ενημερώσουν ότι ο διευθυντής της δεν κατανοεί Αγγλικά και απάντησε αρνητικά. Όπως απάντησε σε άλλη ερώτηση ο ΜΕ2 δεν γνωρίζει αν η Ενάγουσα επικοινώνησε με τον κυρίως εργολάβο για να συγχρονιστούν για τις ηλεκτρολογικές εργασίες. Περαιτέρω, όπως εξήγησε ο ΜΕ2 σε ερώτηση που του υποβλήθηκε αν για να αναλάβει απευθείας εργασίες πρέπει να λάβεις άδεια εργολάβου και σε σχετική διευκρίνιση, ηλεκτρολογικές υπεργολαβίες, απάντησε ότι ο ηλεκτρολόγος υπεργολάβος για να του δοθεί έντυπο για να δώσει προσφορά γνωρίζουν ότι έχει την άδεια από την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία, διαφορετικά δεν του δίδουν τα έντυπα για προσφορά. Επίσης ανέφερε ότι δεν έχει οτιδήποτε γραπτώς να παρουσιάσει ότι έγινε η οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ εργολάβου και υπεργολάβου για τις εργασίες που θα γίνονταν, ούτε και γραπτή συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης, όμως αυτό του το ανέφερε ο αρχιτέκτονας, ο οποίος είναι και ο επικεφαλής του έργου και αυτός που έκανε την συνάντηση με τον πελάτη, γι' αυτό και οι επιστολές ήταν γραμμένες στην Αγγλική γλώσσα και όχι στα Ελληνικά επειδή δίδονταν στον πελάτη. Τρίτος μάρτυρας για την Ενάγουσα κατέθεσε ο κ. ΧΧΧ Λακαταμίτης, αρχιτέκτονας (ΜΕ3). Όπως ανέφερε ο ΜΕ3 το γραφείο του προχώρησε στην μελέτη, αδειοδότηση και στην εκ των υστέρων επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών και πως οι πελάτες ήρθαν σε συνεννόηση με τους εργολάβους κκ. Patsias & Mamoullos στους οποίους ανάθεσαν το έργο. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΕ3 οι μηχανολογικές και οι ηλεκτρολογικές εργασίες στο έργο ανατέθηκαν μέσω προσφορών από τους μηχανολόγους μηχανικούς και από τους ηλεκτρολόγους μηχανικούς του έργου στην εταιρεία Electroklima (σσ. Ενάγουσα). Πιο συγκεκριμένα από τους κκ. ΧΧΧ Ιωαννίδη και ΧΧΧ Ορφανό. Όπως εξήγησε ο ΜΕ3 μετά από τη διαδικασία των προσφορών από τους δύο αυτούς συμβούλους σε συνεννόηση με τους πελάτες ανάθεσαν μέσω των συμβούλων αυτό το έργο στην Ενάγουσα. Ο ΜΕ3 παραδέχθηκε ότι έχει ξαναδεί τα τεκμήρια 2, 3, 4, 7 και 8 και εξήγησε ξεχωριστά για το καθένα τις ενέργειές του. Συγκεκριμένα σε σχέση με τα τεκμήρια 2 και 3 (ανάθεση μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εργασιών) ανέφερε ότι οι προσφορές για τα ηλεκτρολογικά και τα μηχανολογικά στάληκαν και συζητήθηκαν και κατ' ιδίαν με τους πελάτες και αποφασίστηκε η ανάθεσή τους στους πιο φθηνούς προσφοροδότες. Την απόφαση, όπως επισήμανε την έλαβαν οι πελάτες. Εν σχέση με το τεκμήριο 4, ήτοι το πιστοποιητικό πληρωμής εκτελεσθείσας εργασίας για μηχανολογικά, όπως εξήγησε, αφού το παρέλαβε, παραπέμφθηκε στον πελάτη για πληρωμή. Το ίδιο έγινε είπε και για το τεκμήριο 7, ήτοι το πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 2, καθώς και το τεκμήριο 8 που αφορούσε πιστοποιητικό πληρωμής για ηλεκτρολογικές εργασίες. Η κυρίως εξέταση του ΜΕ3 ολοκληρώθηκε με την υιοθέτηση του τεκμήριου 11 ως αληθές, το οποίο και του υποδείχθηκε. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ3 επιβεβαίωσε ότι τα συμβόλαια στα οποία αναφέρεται το τεκμήριο 2 δεν έχουν υπογραφεί, ήτοι μεταξύ της Ενάγουσας και του κυρίως εργολάβου Patsias & Mamoullos, κάτι που αποτελεί την διαδικασία που γίνεται. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε αναφορικά με το πώς γίνεται να εκδοθεί διάταγμα πληρωμής αφού η προσφορά δεν έχει υπογραφεί απάντησε ότι η επιστολή ανάθεσης, ήτοι το "letter of intent" υπέχει θέση προσωρινού συμβολαίου μέχρι την υπογραφή του κύριου συμβολαίου. Σε άλλη ερώτηση που του υποβλήθηκε αν η Εναγόμενη έκαμε δεκτή την προσφορά της Ενάγουσας απάντησε ότι δόθηκαν οδηγίες σε εκείνον από τους πελάτες για αποδοχή των προσφορών της Ενάγουσας τόσο για τα μηχανολογικά όσο και για τα ηλεκτρολογικά. Οι οδηγίες αυτές ήταν προφορικές, καθότι οι συγκεκριμένοι πελάτες, όπως είπε, ως επί το πλείστο ήταν εκτός Κύπρου και πως απέφευγαν συστηματικά να υπογράφουν οτιδήποτε, κάτι που τον ανάγκασε ένεκα αυτού του τρόπου ενεργειών τους να παραιτηθεί από το έργο. Σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε απάντησε ότι ο λόγος που δεν υπογράφηκε συμβόλαιο μεταξύ Ενάγουσας και του κυρίως εργολάβου ήταν επειδή οι πελάτες απέφευγαν να υπογράψουν το κύριο συμβόλαιο, οπόταν και δεν μπορούσε να υπάρξει παρεμφερής συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και του κυρίως εργολάβου. Με τους ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 η Ενάγουσα έκλεισε την υπόθεσή της. Η πλευρά της Εναγόμενης επέλεξε να μην παρουσιάσει τον οποιονδήποτε μάρτυρα, οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις στις 24/03/22, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο επιφύλαξε την παρούσα απόφασή του. Νομικές Αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας: Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014, ECLI:CY:AD:2014:A319). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057). Το Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του από τους ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3. Επίσης το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα τεκμήρια που αυτοί κατέθεσαν. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Τα προς εξέταση ζητήματα και αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας: Ενόψει του γεγονότος ότι η πλευρά της Εναγόμενης επέλεξε να μην προσκομίσει την οποιαδήποτε μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία για να υποστηρίξει τα όσα έχει δικογραφήσει, αλλά και τις όποιες θέσεις υπέβαλε στους μάρτυρες των Εναγόντων, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην αξιολόγηση των μαρτύρων της Ενάγουσας, ενόψει του βάρους απόδειξης που αυτή φέρει, τόσο αναφορικά με το τι αυτοί παράθεσαν προφορικά και κατέθεσαν ως τεκμήρια σε συνδυασμό με ευρήματα ως προς το κατά πόσο η θέσεις τους κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, δεν υπάρχει κανόνας ότι ανεξάρτητα από το πόσο αναξιόπιστη φαίνεται να είναι μια μαρτυρία το Δικαστήριο οφείλει να τη δεχθεί εφόσον η άλλη πλευρά δεν προσκομίσει μαρτυρία πάνω στα σημεία που κάλυψε (βλ. Παναγιώτης Χαραλάμπους Μουζέ ν. Λουρέντζου Λαμπρή
(1994)1. Α.Α.Δ. 216). Αξιολογώντας τον ΜΕ1 κρίνω ότι άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, προσφέροντας αξιόπιστη μαρτυρία, η οποία σε κανένα σημείο δεν φαίνεται να έχει κλονιστεί από την αντεξέταση. Ουσιαστικά ο ΜΕ1 παρέθεσε το ιστορικό της σχέσης της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, καταθέτοντας σειρά από τεκμήρια τα οποία είχε στην κατοχή του και επεξηγώντας το πως προέκυψε η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης. Ουδόλως κρίνεται μεμπτό το γεγονός ότι κάποια από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του ήταν γραμμένα στην Αγγλική γλώσσα την οποία, όπως δήλωσε στο Δικαστήριο δεν κατανοεί, αφού φάνηκε ότι γνώριζε το περιεχόμενο και την σημασία τους και αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου τους από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης δίδοντας ξεκάθαρες απαντήσεις. Λαμβάνω υπόψη επί αυτού το γεγονός ότι τα τεκμήρια αυτά συντάχθηκαν στην Αγγλική γλώσσα, καθότι δίδονταν και στον πελάτη, προφανώς στους εκπροσώπους και μετόχους της Εναγόμενης, όπως επίσης ότι έγγραφα συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα γίνονται αποδεκτά ως αποδεικτικά μέσα σε δικαστική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 1988 (67/1988) ως ετροποποιήθηκε. Οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 ήταν εξαρχής ξεκάθαροι, ότι δηλαδή ανατέθηκαν στην Ενάγουσα οι ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές εγκαταστάσεις στο έργο της Εναγόμενης στην Παρεκκλησιά με κυρίως εργολάβο την εταιρεία Patsias & Mamoullos Constructions Ltd με τους οποίους όμως δεν υπεγράφηκε το οποιοδήποτε συμβόλαιο, καθότι ουδέποτε κλήθηκε να υπογράψει παρά την αναφορά που γινόταν επί τούτου στο τεκμήριο 2, ήτοι την επιστολή ανάθεσης στην Ενάγουσα των Μηχανολογικών εργασιών. Ξεκάθαρη ήταν και η θέση του ότι τόσο ο κ. Ορφανός της CYMEC όσο και ο κ. Ιωαννίδης της IOANNIDES εκπροσωπούσαν την Εναγόμενη, όπως και ο κ. Λακαταμίτης της Lakatamites Architects, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής αρχιτέκτονας. Μάλιστα ήταν ξεκάθαρη η θέση του στην υποβολή ότι η Εναγόμενη ουδέποτε ανάθεσε στην Ενάγουσα τις εργασίες για τις οποίες διεκδικεί ως η απαίτησή της, ότι είχε γίνει συζήτηση στα γραφεία της παρουσία και του υπεύθυνου αρχιτέκτονα κ. Λακαταμίτη, αλλά και εκπρόσωπου της Εναγόμενης. Οι θέσεις που πρόβαλε ο ΜΕ1 επί τούτου είναι σύμφωνα με τα τεκμήρια που κατέθεσε και πιο συγκεκριμένα με τα τεκμήρια 2 και 3, αλλά και με το τεκμήριο 11, ήτοι την επιστολή του αρχιτέκτονα. Δεν έχω διαπιστώσει το οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 που να μην συνάδει με τα κατατιθέμενα υπό αυτού τεκμήρια και που να μην επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του ΜΕ2 και ΜΕ
  1. Μάλιστα δε, ο ΜΕ3 ξεκαθάρισε ότι οι πελάτες, ήτοι η Εναγόμενη, γνώριζαν για την ανάθεση των εργασιών στην Ενάγουσα και πως ο λόγος που δεν υπογράφηκε συμβόλαιο μεταξύ Ενάγουσας και κυρίως εργολάβου ως η αναφορά του τεκμηρίου 2 ήταν η μη υπογραφή συμβολαίου μεταξύ Εναγόμενης ως ιδιοκτήτη του έργου και του κυρίως εργολάβου, ένεκα της παράλειψης της Εναγόμενης να πράξει τούτο, κάτι που όπως ανέφερε ο ΜΕ3 ήταν μια τακτική που γενικά ακολουθούσε η Εναγόμενη και η οποία αποτέλεσε τον λόγο να παραιτηθεί από το έργο. Το γεγονός του προκύψαντος προβλήματος στο έργο παράθεσε στην μαρτυρία του και ο ΜΕ1, ο οποίος ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι έκανε διάφορες διαβουλεύσεις για να πληρωθεί τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα ποσά πιστεύοντας ότι θα συνέχιζε στο έργο, κάτι που αποδείχθηκε αναληθές, εξ' ου και η καθυστέρηση στην έκδοση των τιμολογίων τεκμήρια 9 και 10 με τα οποία στηρίζει την απαίτησή της η Ενάγουσα. Εκείνο μόνο που προβλημάτισε το Δικαστήριο ήταν η προσθήκη στο τιμολόγιο-τεκμήριο 9 του ποσού των €520-, που όπως ανέφερε ήταν καθ' υπόδειξη του κ. Ιωαννίδη, το οποίο και δεν ενισχύθηκε από την μαρτυρία του ιδίου. Παρόλο όμως τούτο θα δεχθώ ότι αυτό έγινε καθ' υπόδειξη του κ. Ιωαννίδη, καθότι κρίνω τον ΜΕ1 αξιόπιστο και επί του ,σημείου αυτού, καθότι περαιτέρω δεν έχει παραθέσει η πλευρά της Εναγόμενης την οποιαδήποτε μαρτυρία επί του αντιθέτου για να αξιολογήσει το Δικαστήριο, ούτε και υπέβαλε τον οποιονδήποτε ισχυρισμό προς το αντίθετο επί τούτου στον ΜΕ
  2. Ουσιαστικά, αυτό που πρόβαλε ως θέση ο ΜΕ1 είναι ότι γνώριζε η Εναγόμενη περί της ανάθεσης των εργασιών στην Ενάγουσα, καθότι τόσο ο εκπρόσωπός της ήταν παρόν στις συναντήσεις, αλλά και διαμέσου του υπεύθυνου αρχιτέκτονα κ. Λακαταμίτη και των μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών συμβούλων της που την εκπροσωπούσαν. Το Δικαστήριο δέχεται προς τούτο και τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο ΜΕ1 παραθέτοντας ως τεκμήριο 6 ότι το διατακτικό τεκμήριο 5 πλήρωσε με επιταγή της η Εναγόμενη ασχέτως του εάν δεν την παρουσίασε ή κατάθεσε ως τεκμήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Όλα αυτά επιβεβαιώθηκαν και από την μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος κατέθεσε ότι τα διατακτικά αυτά αποστέλλονταν στον πελάτη για πληρωμή και πως, κάτι πολύ σημαντικό προς τον σκοπό αυτό, οι επιστολές ανάθεσης αποτελούν προσωρινό συμβόλαιο μεταξύ πελάτη και Ενάγουσας μέχρι την υπογραφή των συμβολαίων μεταξύ Εναγόμενης/πελάτη και κυρίως εργολάβου και ακολούθως μεταξύ κυρίως εργολάβου και Ενάγουσας, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Ερχόμενος στην αξιολόγηση του ΜΕ2, ήτοι του κ. Ιωαννίδη, συμβούλου ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων στο έργο, κρίνω ότι και αυτός ήταν καθόλα συνεπής στα όσα παράθεσε ως μαρτυρία και αξιόπιστα. Ο ΜΕ2 σε όσες ερωτήσεις του υποβλήθηκαν απάντησε θετικά κατά την αντεξέταση και παρέμεινε αμετακίνητος στις θέσεις του. Αναφορικά με το ζήτημα του κατά πόσο μπορούσε να αναλάβει η Ενάγουσα τέτοιο έργο ανέφερε ότι δεν θα έδιδε έντυπο για υποβολή προσφοράς αν δεν είχε η Ενάγουσα σχετική άδεια από την Ηλεκτρομηχανολογική υπηρεσία. Πράγματι, αν και κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να προκύπτει στην περίπτωση των ηλεκτρολογικών, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι κάτι τέτοιο έγινε αναφορικά με την επισυναπτόμενη προσφορά της Ενάγουσας στο τεκμήριο 2, που φαίνεται ότι αποτελεί έντυπο επί της οποίας συμπληρώθηκε για τα μηχανολογικά της CYMEC, αφού φέρει σε κάθε σελίδα το όνομά "CYMEC". Περαιτέρω, ήταν ξεκάθαρος και μη κλονιζόμενος κατά την αντεξέταση ότι η επιστολή ανάθεσης τεκμήριο 3 έγινε εκ μέρους του αρχιτέκτονα και εκ μέρους των πελατών, ήτοι της Εναγόμενης. Μάλιστα, αναφορικά με το ζήτημα ενημέρωσης του πελάτη για τις ακολουθητέες διαδικασίες και εξέλιξη των εργασιών ανέφερε ότι οι επιστολές γράφονταν στα Αγγλικά, κάτι που διαπιστώνει και το Δικαστήριο από τα πλείστα των κατατιθέμενων τεκμηρίων. Η μαρτυρία του ΜΕ3 κρίνεται ότι επιβεβαιώνει τα όσα παρέθεσε τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ2, η οποία και αυτή κρίνεται αξιόπιστη και αληθής. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ΜΕ1 με επιβεβαίωση από την μαρτυρία του ΜΕ3, τα οποία το Δικαστήριο δέχεται ως αξιόπιστα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ΜΕ3 ήταν ξεκάθαρος ότι οι μηχανολογικές και ηλεκτρολογικές εργασίες ανατέθηκαν μετά την λήψη προσφορών του χαμηλότερου προσφοροδότη μέσω των συμβούλων στην Ενάγουσας και πως την απόφαση αυτή την έλαβαν οι πελάτες, οι οποίοι γνώριζαν την εξέλιξη της όλης διαδικασίας. Η θέση που πρόβαλε η πλευρά της Εναγόμενης ως προς το ότι δεν υπήρξε η οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ της Εναγόμενης και της Ενάγουσας, αλλά τέτοια έπρεπε να συνομολογηθεί μεταξύ της Ενάγουσας και του κυρίως εργολάβου και κατά συνέπεια δεν μπορεί η Ενάγουσα να διεκδικεί τα οποιαδήποτε ποσά από την Εναγόμενη, αν και δεν υποστηρίζεται από προσκομισθείσα μαρτυρία εκ μέρους της, το Δικαστήριο εκ των όσων κατέθεσαν οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 κρίνει ότι δεν γίνεται αποδεκτή. Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει και από τα όσα παραθέτει πιο πάνω αναφορικά με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων Ενάγουσας, διαπιστώνει ότι η θέση αυτή δεν στηρίζεται και δεν θα μπορούσε να στηριχθεί εξαιτίας των τεκμηρίων που κατέθεσε ο ΜΕ1, τα οποία καταδεικνύουν ότι η ανάθεση των μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εργασιών έγινε στην Ενάγουσα από την Εναγόμενη διαμέσου του υπεύθυνου αρχιτέκτονα του έργου και των κκ. Ορφανού και Ιωαννίδη, ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών συμβούλων. Κάτι τέτοιο προκύπτει ότι γνώριζε η Εναγόμενη, καθότι όλα τα τεκμήρια ανάθεσης και διατακτικά πληρωμής παραδίδονταν στον υπεύθυνο αρχιτέκτονα, ΜΕ3, ο οποίος και κατά δική του μαρτυρία ενημέρωνε τον πελάτη, ήτοι την Εναγόμενη και τα απέστελλε για πληρωμή. Το Δικαστήριο δέχεται ότι η Εναγόμενη ήταν ενήμερη και γνώριζε ότι τη ελλείψει συμβολαίου με τον κυρίως εργολάβο και ακολούθως μεταξύ της Ενάγουσας και του κυρίως εργολάβου, αυτή έπρεπε να καταβάλει τα ποσά των διατακτικών, κάτι που προκύπτει ότι έπραξε με το πιστοποιητικό πληρωμής Αρ. 1 για μηχανολογικές εργασίες, όπως επίσης και από τα τεκμήρια 5 και
  3. Το γεγονός της ύπαρξης σχέσης αντιπροσώπευσης μεταξύ της Εναγόμενης και του Αρχιτέκτονα, καθώς και μεταξύ της Εναγόμενης και των συμβούλων κκ. Ορφανού και Ιωαννίδη, μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις της όλης υπόθεσης όπως αυτές καταγράφονται και εμφαίνονται από τα τεκμήρια και ειδικότερα τις κοινοποιήσεις των επιστολών/τεκμηρίων στον υπεύθυνο αρχιτέκτονα. Εξάλλου τίποτα δεν υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση και τίποτα δεν προσκομίστηκε ως μαρτυρία προς το αντίθετο από την πλευρά της Εναγόμενης, ότι δηλαδή τόσο ο αρχιτέκτονας, ΜΕ3, όσο και οι μηχανολογικοί και ηλεκτρολογικοί σύμβουλοι κκ. Ορφανός και Ιωαννίδης δεν εκπροσωπούσαν την Εναγόμενη. Εκείνο στο οποίο επέμεινε η πλευρά της Εναγόμενης να αναζητεί και να υποβάλλει σε όλους τους μάρτυρες Εναγόντων είναι ότι δεν υπήρχε γραπτή σύμβαση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης, αντεξετάζοντας όλους τους μάρτυρες επί της 3ης παραγράφου του τεκμηρίου 2, που αφορούσε την ανάθεση στην Ενάγουσα των μηχανολογικών εργασιών, όπου γίνεται αναφορά σε συμβόλαια τα οποία ετοιμάζονταν για να υπογραφούν μεταξύ Ενάγουσας και του κυρίως εργολάβου, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Εν πάση περιπτώσει ή όλη εξέλιξη των σχέσεων αυτών των μερών μπορεί να καταδείξει στην απίθανη περίπτωση που θεωρηθεί ότι δεν υπήρχε η όποια ρητή εξουσιοδότηση, αφού σύμφωνα και με τον ΜΕ3 η Ενάγουσα απέφευγε να υπογράφει το οτιδήποτε, ότι οι σύμβουλοι αλλά και ο αρχιτέκτονας μηχανικός είχαν την φαινομενική εξουσία να δεσμεύουν την Εναγόμενη (ostensible authority), εξουσία που αναγνωρίζει το δίκαιο της αντιπροσώπευσης. Σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, δημιουργείται σχέση αντιπροσώπευσης με διάφορους τρόπους, όπως με ρητή εξουσιοδότηση (express appointment- βλ. άρθρο 147 Κεφ. 149), δια επικύρωσης πράξεων που δεν είχαν εκ των προτέρων εξουσιοδοτηθεί, που στην περίπτωση αυτή επενεργεί αναδρομικά (by ratification-βλ. άρθρο 156 επ. Κεφ. 149), σε περιπτώσεις έκτακτων καταστάσεων (by necessity, βλ. Great Northern Railway Co v. Swaffield
(1874)LR 9 Exch 132), σε περιπτώσεις εξυπακουόμενες (by implication), αλλά και σε περιπτώσεις όπου ο αντιπροσωπευόμενος εμποδίζεται να αρνηθεί την ύπαρξη σχέσης αντιπροσώπευσης λόγω πράξεων ή παραλείψεών του με τις οποίες δίδει την εντύπωση (impression) σε κάποιον άλλο για την ύπαρξη σχέσης αντιπροσώπευσης. Η τελευταία αυτή περίπτωση αναφέρεται ως η δημιουργία σχέσης αντιπροσώπευσης δια κωλύματος [agency by estoppel/agency by holding out- βλ. άρθρο 197 Κεφ. 149 και Armagas Ltd v. Mundogas SA (The Ocean Frost) [1986] 1 A.C. 717)], η οποία αποδίδει στον αντιπρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου την λεγόμενη φαινομενική εξουσία (apparent or ostensible authority), η ενάσκηση της οποίας και τον δεσμεύει έναντι εκείνων των προσώπων τα οποία δικαιολογούνται να υποθέτουν (assume) ότι υπάρχει σχέση αντιπροσώπευσης, εκτός αν γνωρίζουν προς το αντίθετο (επίσης βλ. απόφαση Εφετείου στην Liopetri Transport Co. v. Loucas Constantinou
(1971)1 CLR 424 με παράθεση της απόφασης του Λόρδου Denning στην Hely-Hutchinson v. Brayhead, Ltd. and Another [1967] 3 All E.R. p. 98). Αυτό συνεπάγεται ότι δεν απαιτείται να υπάρχει υπογραφή της όποιας σύμβασης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης, όπως κατά την αντεξέταση όλων των μαρτύρων για τους Ενάγοντες ερωτούσε επανειλημμένα και υπέβαλλε σχετικά ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης. Υπενθυμίζω τα όσα ανέφερε ο ΜΕ3, τα οποία έκρινε αξιόπιστα το Δικαστήριο, ότι μέχρι την υπογραφή των συμβολαίων, η επιστολές ανάθεσης ("letters of intent") υπέχουν θέση προσωρινού συμβολαίου, το οποίο τελικά αποδείχθηκε μόνιμο. Όλες οι πράξεις ανάθεσης από τους ηλεκτρολογικούς και μηχανολογικούς συμβούλους, καθώς και από τον αρχιτέκτονα ή διαμέσου αυτού δέσμευσαν την Εναγόμενη και αυτό δεν μπορεί να τυγχάνει αμφισβήτησης σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, η οποία υπέστηκε τον βάσανο της αντεξέτασης. Οι πιο πάνω σκέψεις, αξιολογήσεις και παρατηρήσεις του Δικαστηρίου προδιαγράφουν και την κατάληξή του αναφορικά με το τι θα αποφασίσει αναφορικά με την τύχη της υπό κρίση αγωγής. Δεν κρίνω ότι είναι απαραίτητο να κάνω αναφορά στα όσα δέχομαι ότι αποτελούν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ποιες οι συμβατικές σχέσεις των διαδίκων, καθότι θα αποτελούσαν μια ατελέσφορη και μη αναγκαία επανάληψη, η οποία το μόνο που θα προσέφερε στην απόφαση αυτή θα ήταν ένα αχρείαστο μέγεθος. Προτού όμως προχωρήσω στην κατάληξη κρίνω ότι θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο κάποια ζητήματα που έχει εγείρει στην γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης. Όπως αναφέρεται στην Γραπτή Αγόρευση Εναγόμενης, το τεκμήριο 1 (σσ. προφανώς εννοεί τα τεκμήρια 1 Α και 1Β) δεν συμπεριλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της Ενάγουσας και συνεπώς θα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο σύμφωνα με την Δ.28 Θ. 3 των Θ.Π.Δ. Αναφορικά με το τεκμήριο 2 (επιστολή ανάθεσης από CYMEC) υποστηρίζει ότι στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης Ενάγουσας ημερομηνίας 28/07/2016 γίνεται αναφορά σε επιστολή του κ. Κώστα Ορφανού, ενώ εν σχέση με το τεκμήριο 6, ήτοι την απόδειξη πληρωμής ημερομηνίας 6/11/2013 υποστηρίζει ότι δεν έχει γίνει πλήρης αποκάλυψη, καθότι στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης Ενάγουσας αναφέρεται ως ημερομηνία της η 6/1/
  1. Όπως υποβάλλει ο κ. Γαβριηλίδης, μαρτυρία που κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία. Το Δικαστήριο κρίνει ότι εν σχέση με το τεκμήριο αρ. 6 και την αναγραφή της ημερομηνίας 6/1/2013 αντί 6/11/2013, δεν προκύπτει ο όποιος επηρεασμός της Ενάγουσας, καθότι είναι φανερό ότι έγινε μια λανθασμένη αναφορά αντί στον 11ον μήνα στον 1ον. Αυτό γίνεται φανερό εκ του γεγονότος ότι στην αποκάλυψη γίνεται αναφορά στον αρ. 0520 της απόδειξης είσπραξης, ο οποίος είναι ο ορθός αριθμός απόδειξης του τεκμηρίου
  2. Για το τεκμήριο 2, όντως γίνεται αναφορά στο όνομα του κ. Ορφανού, ο οποίος υπογράφει για την CYMEC, αντί σε επιστολή της CYMEC προς την Ενάγουσα. Ούτε όμως και αυτό θεωρεί το Δικαστήριο ότι δεν εκπληρώνει τον σκοπό και την υποχρέωση της αποκάλυψης, καθότι γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ήτοι αυτή του τεκμηρίου
  3. Η επιστολή τεκμήριο 2 δεν παύει να έχει συνταχθεί από τον κ. Ορφανό και να φέρει την συγκεκριμένη ημερομηνία, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε. Αναφορικά δε, με τα τεκμήρια 1 Α και 1 Β που δεν έχουν συμπεριληφθεί στην αποκάλυψη εγγράφων το Δικαστήριο θεωρεί ότι εκ του γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε ένσταση από πλευράς της Εναγόμενης, αν και το Δικαστήριο σε κάθε κατάθεση τεκμηρίου ερωτούσε σχετικά την πλευρά της και αυτή απαντούσε αρνητικά, μπορεί να τα λάβει υπόψη του. Για τον ίδιο λόγο το Δικαστήριο κρίνει, εν πάση περιπτώσει, ότι μπορεί να πράξει αναφορικά και με τα τεκμήρια 2 και 6, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν έγινε επαρκής και πλήρης αποκάλυψή τους. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Νεοφύτου κ.α. ν. Γερακιώτη,
(2010)1 ΑΑΔ 25, σε σχέση με την Δ.38, κάτι που κρίνω ότι έχει εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση: «Στη Βίκτωρος v. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512, αποφασίστηκε ότι δεν είναι παραδεκτό να αφήνονται ζητήματα δεκτότητας μαρτυρίας κατά την τελική απόφαση, εφόσον εγείρονται κατά την προσπάθεια κατάθεσης μαρτυρικού υλικού, ενστάσεις. Λέχθηκε δε ότι η Δ.38, θ.4 «ρυθμίζει τη διαδικασία αποδοχής αμφισβητούμενης μαρτυρίας και ορίζει ότι το θέμα πρέπει να αποφασίζεται κατά το στάδιο που υποβάλλεται η ένσταση. Και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση, το παραδεκτό προηγούμενης μαρτυρίας αποφασίζεται, κατά κανόνα, κατά το χρόνο προσαγωγής της.». Η ίδια θεώρηση ως προς την ορθή δικονομική πορεία, που ενσωματώθηκε στη Δ.38, θ.θ. 4 και 5, επιδοκιμάσθηκε και στη Χλόη Κυριάκου v. Άννας Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ. 826, 831-832, όπου ο συνήγορος του εφεσείοντα επίσης δεν είχε φέρει ένσταση στην προσαγωγή και κατάθεση εγγράφου και ήταν επομένως ανεπίτρεπτο να τίθετο θέμα εξέτασης της πτυχής αυτής κατ' έφεση. Στην υπόθεση Teklima Ltd v. Salamis Tours Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 317, το Εφετείο έκρινε ότι λανθασμένα παραγνωρίστηκε ως μηδαμινής αξίας, κατάθεση αποβιώσαντος μάρτυρα επειδή δεν είχε τεθεί σε αντεξέταση, εφόσον το περιεχόμενο της είχε κατατεθεί εκ συμφώνου κατά τη διάρκεια της δίκης. Εδώ, κατά την έναρξη της προσαγωγής της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, ηγέρθηκε αρχικά ένσταση από τον κ. Χριστοφή ως προς την κατάθεση αντιγράφου της συμφωνίας εγγύησης, την οποία στη συνέχεια απέσυρε (σε. 2-3 των πρακτικών), όταν ο εφεσίβλητος εξήγησε ότι είχε στην κατοχή του μόνο φωτοαντίγραφο. Ο εφεσίβλητος δε αναφέροντας ότι όλα τα έγγραφα που προτίθετο να παρουσιάσει ήταν αντίγραφα, προχώρησε, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ένσταση από τον εφεσείοντα, να τα καταθέσει, το δε Δικαστήριο ευλόγως τα κατέστησε τεκμήρια. Το ζήτημα της προσαγωγής και κατάθεσης αντιγράφων δεν επανήλθε σ' όλη τη διάρκεια της ακρόασης και δεν είναι νοητό τώρα, κατ' έφεση, να προβάλλεται αυτός ο ισχυρισμός εκ μέρους του συνηγόρου.». Κρίνοντας αναλόγως, θεωρώ ότι αφ' ης στιγμής δεν τέθηκε η οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς της Εναγόμενης στην κατάθεση των υπό αναφορά τεκμηρίων, αποδεχόμενη μάλιστα την κατάθεσή τους και αντεξετάζοντας επί τούτων τους μάρτυρες δεν έχει καταληφθεί εξ απήνης, κάτι που αποσκοπεί να αποτρέψει η Δ.28 των Θ.Π.Δ. Κατά συνέπεια η θέση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αν και δεν προβάλλεται ρητώς από την πλευρά της Εναγόμενης η αμφισβήτηση της ύπαρξης της Ενάγουσας, κάτι που ενδεχομένως να ήθελε να υποβάλει με τον ισχυρισμό ότι δεν πρέπει να γίνουν δεκτά τα τεκμήρια 1 Α και 1 Β, το Δικαστήριο κρίνει ότι πέραν από την μαρτυρία του ΜΕ1 ως Διευθυντή της Ενάγουσας, υπάρχει και άλλη μαρτυρία που καταδεικνύει ότι η Ενάγουσα λειτουργούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως εταιρεία, ήτοι τα υπόλοιπα τεκμήρια που κατατέθηκαν στην διαδικασία, όπως τα τεκμήρια 2 - 13, που συμπεριλαμβάνουν τιμολόγια, αποδείξεις πληρωμής και διατακτικά. Αυτή η μαρτυρία σύμφωνα με την Lioufis and Co. Ltd v. Ανδρονίκου ν. Παναγίδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 773, ήταν αρκετή για την έγερση, όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή «μαχητού τεκμηρίου κανονικότητος» με παράθεση περικοπής από τον Cross on Evidence, 5th Edition p. 46, όπου αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά ότι η αρχή αυτή εφαρμόζεται σε οργανισμούς (corporations), συνεπώς η απόδειξη ότι μια εταιρεία έχει ενεργήσει με τον τρόπο αυτό αποτελεί μαρτυρία ότι ήταν δεόντως συστημένη. Εξ' άλλου, ούτε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 τέθηκε από την πλευρά της Εναγόμενης η όποια αμφισβήτηση της ύπαρξης της Ενάγουσας. Περαιτέρω στην υπόθεση αυτή στην απόφαση της πλειοψηφίας λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά: «Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank ν. Comptoir D' Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου.». Γίνεται φανερό εκ των ανωτέρω ότι η οποιαδήποτε ενασχόληση με το ζήτημα αυτό στην παρούσα υπόθεση ευρίσκεται εκτός των κείμενων νομολογικών αρχών. Σε μια τελευταία υποβολή του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης στην γραπτή του αγόρευση επικαλείται το άρθρο 38 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμο του 2001 (29(Ι)/2001) υποβάλλοντας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή, καθότι σύμφωνα με τον Νόμο αυτό αν η αξία σύμβασης με την οποία εργολήπτης αναλαμβάνει από μόνος του ή μαζί με άλλους την εκτέλεση οικοδομικού ή τεχνικού έργου αξίας πέραν των €10.000-, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, αυτή πρέπει να καταρτίζεται γραπτώς, κάτι που δεν εφαρμόστηκε σύμφωνα με την μαρτυρία, άρα δεν είναι έγκυρη και νομικά εκτελεστή. Το Δικαστήριο ανέγνωσε την Υπεράσπιση της Εναγόμενης και διαπίστωσε ότι πουθενά δεν εγείρεται τέτοιος ουσιώδης ισχυρισμός. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826: «Είναι ορθό ότι η Έκθεση Υπεράσπισης του εφεσιβλήτου ήταν μια απλή άρνηση των ισχυρισμών του εφεσείοντος, όπως αυτοί καθορίσθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης του. Ο εφεσίβλητος θα έπρεπε, εκτός από τη γενική άρνηση των ισχυρισμών του εφεσείοντος, να προβάλει και τις δικές του θέσεις. Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι, "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)." Η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντος (βλ. Κυριακή Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1 Α.Α.Δ. 530) και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας (βλ. Βοσκού κ.ά. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695).». O ισχυρισμός περί ακυρότητας ή παρανομίας μιας σύμβασης πρέπει να εγείρεται ρητά στην δικογραφία συμφώνα με την Δ.19 Θ. 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Πολυξένη Αρκαδίου δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Σάββα Αρκαδίου ν. Porto Lara Estates Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 2035). Γίνεται κατανοητό εκ των ανωτέρω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αυτόν τον ισχυρισμό που για πρώτη φορά τέθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων ελλείψει κατάλληλης δικογράφησής του στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης. Συνεπώς, το Δικαστήριο προχωρεί με την τελική του κατάληξη. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω ανωτέρω, η Ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €6.447- πλέον νόμιμο τόκο, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............ Χ.Μ. Καραπατάκης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.