← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1709/20, 24/5/2022

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1709/20, 24/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χ.Μ. Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1709/20 Μεταξύ: XXX ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγουσας και

  1. ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ
  2. CYFIELD CONSTRUCTION LIMITED (HE 135983) Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημ. 25/08/2020 της Ενάγουσας/Αιτήτριας για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 24/05/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Χρ. Χατζηστερκώτης δια Χριστόφορος Χατζηστερκώτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο/Καθ' ού η Αίτηση 1: κ. Μελίδης δια Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο/Καθ' ού η Αίτηση 2: κα Ε. Χριστοδούλου δια Απόστολος Ντορζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή- Η υπό κρίση Αίτηση και οι Ενστάσεις:- Οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται και στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο υπό την παρούσα του σύνθεση ημερομηνίας 2/11/2021 επί της αιτήσεως της Ενάγουσας/Αιτήτριας για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο θα επαναλάβει το ίδιο λεκτικό μαζί με όλες τις άλλες απαραίτητες κατά την κρίση του πληροφορίες, γεγονότα και ισχυρισμούς προς τον σκοπό έκδοσης της παρούσας απόφασης. Η Ενάγουσα στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη είσοδο κατά ή περί τις αρχές Αυγούστου 2020 στο ακίνητο το οποίο κατέχει συνεπεία παραχώρησης του από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Λεμεσού υπό στοιχεία Φ/Σχ 54/580403, Τμήμα X, τεμάχιο 8X0 επί της οδού Μ ... και Κ.. αρ. X6, Άγιος Ιωάννης στη Λεμεσό (στο εξής «το ακίνητο»), καθώς και αριθμό άλλων διαταγμάτων και θεραπειών. Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 25 Αυγούστου 2020 η Ενάγουσα/Αιτήτρια αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 διατάγματα Δικαστηρίου με τα οποία να εμποδίζονται και/ή να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 να εισέρχονται και/ή επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο στο ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται η κατοικία της Ενάγουσας μέχρι της τελικής εκδίκασης και/ή πλήρους αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, εξαιτείται διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 να εκτελούν οποιεσδήποτε εργασίες εντός του ακινήτου που ευρίσκεται η κατοικία της Ενάγουσας, όπως επίσης και διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται και/ή να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 2 να χρησιμοποιούν οποιονδήποτε εξοπλισμό για τη διενέργεια εργασιών ή την κατασκευή ανθώνων και την τοποθέτηση λινιών εντός του ακινήτου όπου βρίσκεται η κατοικία της Ενάγουσας μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή πλήρη αποπεράτωση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ημ. 25/08/20 με την οποία, όπως αναφέρει ζει και διαμένει για 46 χρόνια στο ακίνητο με τα παιδιά της δυνάμει παραχώρησης του από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών ως πρόσφυγα. Όπως ισχυρίζεται, οι μηχανικοί του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 τα τελευταία 2-3 χρόνια την απειλούσαν φραστικά ότι θα της αφαιρέσουν σχεδόν όλη την αυλή της κατοικίας της για την διαπλάτυνση της οδού Μ. και Κ... ενώ δεν υπάρχει απαλλοτρίωση, επίταξη ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη δέσμευση. Προς τον σκοπό αυτό απέστειλε επιστολές τόσο προς τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 1, όσο και προς τον Γενικό Εισαγγελέα. Όπως αναφέρει τους τελευταίους 1-2 μήνες ξεκίνησαν τα έργα εντός του ακινήτου αφαιρώντας αυθαίρετα μέτρα κατά μήκος της πρόσοψης της οικίας της και προκαλώντας προβλήματα στην είσοδο, στον χώρο στάθμευσης και σε αποθήκη της ένεκα της κατασκευής ανθώνων και τοποθέτησης λίνιων επί του πεζοδρομίου. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια, όπως ισχυρίζεται, προέβηκε ξανά στην τοποθέτηση του κάγκελου και του μπετόν σε χώρο της αυλής της οικίας της που είχαν καταστρέψει οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, οι οποίοι την απειλούν ότι θα τα καταστρέψουν ξανά. Σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα/Αιτήτρια, εξαιτίας του ότι έμειναν εκτεθειμένα αντικείμενα και δεν καλύπτονται τα φρεάτια αποχέτευσης έπεσε εντός φρεατίου βάθους πέραν του 1,5 μ. με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά. Κάνει λόγο για ομάδες πρωτοβουλίας, οι οποίες αντιδρούν στα έργα στην οδό που ευρίσκεται το ακίνητο και ισχυρίζεται ότι δεν έγινε σωστή μελέτη σχεδιασμού οδικού δικτύου αναφορικά με αυτό, καθώς και ότι τα αρχικά σχέδια του δρόμου προέβλεπαν άλλα από τα σημερινά, ενώ σε σχέση με το ακίνητο δεν υπήρχε στο αρχικό σχέδιο οποιαδήποτε ρυμοτομία ή απαλλοτρίωση ή επίταξη του μέρους του ακινήτου παραθέτοντας ως Τεκ. 2 σχετικό χωρομετρικό σχέδιο. Όπως υποστηρίζει οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 με διάφορα τεχνάσματα προσπάθησαν και εξακολουθούν να προσπαθούν να την πείσουν παραποιώντας τα αρχικά σχέδια ότι οι ενέργειες τους είναι νόμιμες, δίδοντάς της παραποιημένα σχέδια στα οποία εμφαίνεται δήθεν ρυμοτομία. Εξαιτείται τα διατάγματα προς αποφυγή ανεπανόρθωτης ζημιάς. Στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης που καταχώρησε ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 προβάλλονται λόγοι ένστασης αναφορικά με το κατεπείγον της υπό κρίση αίτησης, ότι η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη γεγονότων, ότι η έκδοση των διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 1, ως προς την μη εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, καθώς και κατάχρησης της διαδικασίας . Στην ένορκη δήλωση ημ. 12/10/20 της Ανώτερης Λειτουργού της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Λεμεσού που συνοδεύει την ένσταση του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1, υποστηρίζεται ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις για διάφορα θέματα, καθώς και ότι ο Εναγόμενος/Καθ' ού η Αίτηση 1 ενήργησε με όλες τις απαραίτητες εγκρίσεις από όλα τα αρμόδια τμήματα και πως η διαπλάτυνση γίνεται νόμιμα με βάση τις παραχωρηθείσες ρυμοτομίες. Αναφέρει δε, ότι το όλο έργο της διαπλάτυνσης ως ανάπλαση της οδού Μ... και Κ.. ανήκει στην στρατηγική της βιώσιμης ανάπτυξης και έχει εγκριθεί για συγχρηματοδότηση το
  3. Όπως υποστηρίζει, για το συγκεκριμένο έργο έχει γίνει διαβούλευση τον Δεκέμβριο του 2014 και ακολούθησε σωρεία παρουσιάσεων του έργου και διαβουλεύσεων με τους περιοίκους, οι οποίοι είχαν την δυνατότητα να παραθέσουν προβληματισμούς και αιτήματα τα οποία εξετάστηκαν και ικανοποιήθηκαν. Στα πλαίσια αυτά, εξετάστηκαν, όπως αναφέρει, όλες οι εκδοθείσες άδειες και σχετικοί όροι αδειών, ενώ για το ακίνητο υπάρχει εκδοθείσα τροποποιητική άδεια με αριθμό φακέλου ΔΜ X1/X7 που αφορούσε προσθήκες και μετατροπές σε υπάρχουσα οικοδομή, ενώ κατά την έκδοση της άδειας οικοδομής τέθηκε όρος για παραχώρηση ρυμοτομίας, η οποία εμφαίνεται με κόκκινο χρώμα στο χωρομετρικό σχέδιο Τεκ. 2 το οποίο επισυνάπτει. Επί του θέματος της ρυμοτομίας ισχυρίζεται ότι δεν είναι αυθαίρετη, μάλιστα, όπως αναφέρει, η γη που εντάσσεται στο δημόσιο με το συγκεκριμένο σχέδιο είναι πολύ λιγότερη της δεσμευτικής ρυμοτομίας που παραχωρήθηκε βάσει του όρου αδείας. Όπως υποστηρίζει, στις 19/12/2016 το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λεμεσού αποφάσισε την ανάπλαση της συγκεκριμένης οδού και ειδοποιήθηκαν σχετικά οι κάτοικοι της περιοχής. Για το ζήτημα αυτό, ως αναφέρει η ανώτερη λειτουργός, στάλθηκε επιστολή ημ. 8/5/2017 στην Ενάγουσα/Αιτήτρια με την οποία την καλούσαν να μετακινήσει την περίφραξη του ακινήτου, με την οποία διαφώνησε. Σε επιτόπια εξέταση, παρουσία της μηχανικού του έργου, του λειτουργού της τεχνικής υπηρεσίας και της αιτήτριας συμφωνήθηκε να μην γίνει ένταξη ολόκληρης της δεσμευτικής ρυμοτομίας στο έργο για να μειωθεί ο επηρεασμός. Μεταγενέστερα ακολούθησε η επιστολή ημ. 31/1/20 της Ενάγουσας/Αιτήτριας στο Δήμο Λεμεσού για πλαστογραφία και άλλες επιστολές προς άλλες κατευθύνσεις, ενώ στις 24/4/20 έγινε συνάντηση στο Δήμο Λεμεσού παρουσία του δημάρχου, του δημοτικού γραμματέα, της ανώτερης λειτουργού τεχνικής υπηρεσίας, της μηχανικού του έργου και των δύο υιών της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπου της υποδείχθηκε από το φάκελο της οικοδομής ότι δεν υπήρχε πλαστογραφία μαζί με τα άλλα δεδομένα της υπόθεσης και υπήρξε αποδοχή και πλήρης ικανοποίηση από την Ενάγουσα/Αιτήτρια, η οποία υλοποιήθηκε στις κατασκευές του έργου. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει το νόμιμο όλων των πράξεων και ενεργειών των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  4. Όπως αναφέρει, οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 προσπάθησαν στην συνέχεια να ανακατασκευάσουν την περίφραξη στην νέα θέση, όμως η Αιτήτρια προχώρησε σε διάφορες ημερομηνίες στην δική της ανακατασκευή με αποτέλεσμα να επεμβαίνει στο δημόσιο δρόμο και να δημιουργούνται σοβαρά θέματα ασφάλειας λόγω του ότι τοποθετήθηκε και εγκλωβίστηκε βάση κολώνας οδικού φωτισμού της ΑΗΚ, η οποία δεν εγκαταστάθηκε ακόμη και υπάρχουν εκτεθειμένα καλώδια. Σύμφωνα με την ανώτερη λειτουργό, το τεκμήριο 3 που παραθέτει στην Ένορκη της δήλωση η Ενάγουσα/Αιτήτρια όπου φαίνεται σχέδιο της ανάπλασης του δρόμου μπροστά από την κατοικία της δεν είναι αυθαίρετο και πως η γη που τελικά εντάχθηκε στην ανάπλαση είναι πολύ λιγότερη της δεσμευτικής ρυμοτομίας που παραχωρήθηκε σύμφωνα με τον όρο αδείας, αφού έγιναν διευθετήσεις για τον ελάχιστο επηρεασμό των ανέσεων της Αιτήτριας με γνώμονα την οδική ασφάλεια πεζών και ποδηλατών. Σύμφωνα με την ανώτερη λειτουργό, το έργο ξεκίνησε το 2020 και σε σύντομο χρονικό διάστημα θα πρέπει να αποπερατωθεί, ενώ η εργασίες του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 2 βάσει συμβολαίου ξεκίνησαν στις 29/01/
  5. Όπως υποστηρίζει, δεν έγινε η οποιαδήποτε καταστροφή, αλλά αντίθετα οτιδήποτε έπραξαν, έγινε με την συγκατάθεση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ως η συμφωνία στην συνάντηση ημερομηνίας 24/4/
  6. Απορρίπτει τα όσα τους καταλογίζει η Ενάγουσα/Αιτήτρια περί ενεργειών τους που την εκθέτουν σε κίνδυνο λόγω επικίνδυνων αντικειμένων και ανοικτών φρεατίων αποχετεύσεων και υποστηρίζει ότι είναι η ίδια η Αιτήτρια που με τις ενέργειες της εγκλώβισε τις εγκαταστάσεις των Αρχών Κοινής Ωφέλειας και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να ολοκληρωθούν και να προστατευτούν, ενώ αναφορικά με τον τραυματισμό της Ενάγουσας/Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι αυτός οφείλεται στην δική της αμέλεια και απροσεξία, για την οποία έχει καταχωρήσει άλλη αγωγή. Υποστηρίζει δε, ότι αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τίθεται σοβαρό ζήτημα οδικής ασφάλειας πεζών και ποδηλάτων, καθώς το πλάτος του κοινού πεζοδρομίου και ποδηλατοδρόμου που απομένει μετά τις ενέργειες της Ενάγουσας-Αιτήτριας δεν είναι σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια, ενώ οι ενέργειες της δημιουργούν επικίνδυνη προεξοχή στο σύνορο με τα γειτνιάζοντα τεμάχια, εκτός του ότι έχουν εγκλωβιστεί υποδομές κοινής ωφέλειας και ενεργών καλωδίων οδικού φωτισμού. Εν κατακλείδι, η ανώτερη λειτουργός υποστηρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και τονίζει ότι τυχόν επιτυχία της Ενάγουσας/Αιτήτριας θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1, όσο και στους δημότες του Δήμου Λεμεσού, ενώ η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 1 μπορεί να αποζημιώσει την Ενάγουσα/Αιτήτρια σε περίπτωση επιτυχίας της στην αγωγή. Στην Ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 2 υποστηρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και πως δεν αποκαλύπτεται κάποιο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα που οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 2 έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν, ενώ προβάλλεται το επιχείρημα ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αφήσει ένα έργο δημόσιας ωφέλειας ημιτελές. Στην ένορκη δήλωση του κ. XXX Κτωρή, μηχανικού εκτέλεσης του έργου ανάπλασης της οδού Μ.. και Κ... για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 2 αναφέρεται ότι γίνεται πλήρης συμμόρφωση με τις συμβατικές υποχρεώσεις προς την αναθέτουσα αρχή-Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και εφαρμόζεται πιστά η γραμμή ρυμοτομίας των οδών ως η σύμβαση, μεταξύ των οποίων και αυτή που αφορά το ακίνητο της Ενάγουσας/Αιτήτριας και για τον λόγο αυτό έπρεπε να κατεδαφίσουν την περίφραξη της οικίας της, κάτι που έπραξαν περί τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου
  7. Όπως υποστηρίζει ο κ. Κτωρής, η Ενάγουσα/Αιτήτρια στις 1/7/2020 παράνομα στερέωσε κάγκελα στο χώρο του πεζοδρομίου και στις 4/8/2020 ανήγειρε στο ίδιο σημείο περιτοίχισμα, ενώ το φρεάτιο στο οποίο ανέφερε ότι κτύπησε ευρίσκεται εντός του χώρου τον οποίο η ίδια περίφραξε και στο οποίο οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 2 δεν έχουν πρόσβαση. Το έργο στα πλαίσια της ανάθεσης του σε αυτούς, σύμφωνα με τον κ. Κτωρή, ευρίσκεται στο τελικό του στάδιο, ενώ για όσα ζητήματα εγείρει η Ενάγουσα/Αιτήτρια που δεν ευρίσκονται στην δική του σφαίρα γνώσης υιοθετεί τα όσα αναφέρει η ανώτερη λειτουργός των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 στην δική της ένορκη δήλωση. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2/11/2021 επετράπη στην Ενάγουσα/Αιτήτρια να προβεί στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κάτι που έπραξε στις 12/11/
  8. Στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας/Αιτήτριας επισυνάφθηκε αντίγραφο επιστολής που απέστειλε το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού ημερομηνίας 16/11/2020 σε απάντηση επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 20/10/2020 εκ του περιεχομένου της οποίας υποστήριξε τα όσα αναφέρονται στο κάτωθι απόσπασμα της παραγράφου 6 τελευταία γραμμή: «Με άλλα λόγια, ενώ στο Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 12/10/2020 προς υποστήριξη της ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 1 το σύνορο με μαύρη διακεκομμένη γραμμή του επίδικου ακινήτου, το οποίο διαχωρίστηκε πρώτο, τέθηκε μετά την αφαίρεση της ρυμοτομίας του 1938/9, η κόκκινη γραμμή φαίνεται να αποτελεί πρόσθετη ρυμοτομία ευθυγραμμισμένη με τη ρυμοτομία του 1938/9 των διπλανών τεμαχίων για την οποία όμως το Κτηματολόγιο δεν είχε οποιοδήποτε στοιχείο και η οποία δε δικαιολογείται, εφόσον για το επίδικο ακίνητο ήδη λήφθηκε η ρυμοτομία.». Ουσιαστικά αυτό που υποστηρίζει η Ενάγουσα/Αιτήτρια εκ της επιστολής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού είναι ότι η όποια ρυμοτομία παραχωρήθηκε στην Αρμόδια Αρχή αυτό έγινε περί το 1938-39 όταν και έγινε διαχωρισμός του τεμαχίου από το οποίο προέκυψε το ακίνητο της Ενάγουσας/Αιτήτριας, ότι με την προσκόμιση της Άδειας Οικοδομής του τότε ιδιοκτήτη του ακινήτου στο Κτηματολόγιο για να εγγραφεί η ανεγερθείσα κατοικία εκδόθηκε νέος τίτλος που την συμπεριελάμβανε και πως σε μεταγενέστερο στάδιο λόγω μεταβιβάσεων και χωρίς να γίνει αλλοίωση στο ακίνητο εκδόθηκε νέος τίτλος ιδιοκτησίας που ισχύει μέχρι σήμερα χωρίς να ζητηθεί από καμία Αρμόδια Αρχή η αφαίρεση πρόσθετης ρυμοτομίας. Η πιο πάνω θέση είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τις θέσεις του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 και εδώ έγκειται η ουσία της διαφοράς. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 1, υπάρχει δεσμευτική ρυμοτομία σύμφωνα με τον όρο εκδοθείσας τροποποιητικής άδειας με αριθμό φακέλου XΜ X1/X7, η οποία παραχωρήθηκε στο δημόσιο, το οποίο θεωρούν ότι η πλευρά της Ενάγουσας/Αιτήτριας απέκρυψε εσκεμμένα από το Δικαστήριο και αυτή αποτυπώνεται στο χωρομετρικό σχέδιο της άδειας οικοδομής με κόκκινο χρώμα το οποίο επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της ανώτερης λειτουργού του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση
  9. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια υποστηρίζει ότι τέτοια επιπρόσθετη ρυμοτομία δεν υφίσταται. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις και τους επιτράπηκε να αγορεύσουν περί τα 10' έκαστος. Αντεξέταση επί οποιουδήποτε σημείου των ενόρκων δηλώσεων δεν ζητήθηκε και συνεπώς δεν έλαβε χώρα. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων, όμως δεν θα αναφερθεί στο περιεχόμενό τους εκτός αν κρίνει αυτό σκόπιμο. Προχωρώ τώρα στην εξέταση των προϋποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Νομική πτυχή και ευρήματα Δικαστηρίου:- Αναφορικά με τις προϋποθέσεις για την παροχή προσωρινής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 η νομολογία είναι αρκετά πλούσια (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019). Η διακριτική εξουσία των Δικαστηρίων προς έκδοση διαταγμάτων είναι ευρύτατη αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Στην παρούσα διαδικασία ο ρόλος του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60. (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι προϋποθέσεις για την παροχή προστασίας σε αυτές τις περιπτώσεις έχουν ως εξής: α. H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δηλαδή ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου (Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα Injunctions, 1η έκδ., σελ. 55). Εκείνο που χρειάζεται να καταδειχθεί είναι η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση την δικογράφηση. β. Η πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας να δικαιούται στην θεραπεία υπό την έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας στην βάση του κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση, αλλά βεβαίως όχι στο επίπεδο ισοζυγίου των πιθανοτήτων. γ. Θα πρέπει να καταδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο (Odysseos v.Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λίμιτεδ κ.α. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση. αρ. Ε7/2018 ημερ. 21.03.2019 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με την προϋπόθεση αυτή: «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκριση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία». δ. Κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο στο ισοζύγιο της ευχέρειας να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα όπου το Δικαστήριο κρίνει τις διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή την μη έκδοση του διατάγματος στους διαδίκους ή τρίτους, την τυχόν καθυστέρηση στην αναζήτηση θεραπείας και όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης (Δρ. Χρίστου Φ. Κληρίδη, Το Κυπριακό δίκαιο της Επιείκειας, 2021, σελ 273). Χαρακτηρίστηκα στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. λέχθηκαν τα εξής: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Προτού προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 στην υπό κρίση περίπτωση κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στον λόγο ένστασης που προβάλλει η πλευρά του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1, η οποία ισχυρίζεται ότι υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα των κκ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη (βλ. ανωτέρω) σελ. 149: «Κατ' αρχάς η απλή καθυστέρηση στην αναζήτηση θεραπείας από μόνη της δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει το δικαστήριο από του να εκδώσει το διάταγμα, αφού η καταχώρηση αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν επηρεάζεται από τον περί Παραγραφής Νόμο. Η καθυστέρηση δεν πρέπει να είναι παράλογη. Αν είναι ή όχι είναι θέμα βαθμού, δηλαδή κατά πόσο ο ενάγοντας ενήργησε ή όχι εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το δικαστήριο θα εξετάσει με προσοχή τους λόγους που προβάλλει ο αιτητής για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Καθυστέρηση, η οποία υπό τις περιστάσεις ήταν αναπόφευκτη, συνήθως δεν καταλογίζεται εναντίον του αιτητή. Όμως, όπου η καθυστέρηση είναι ουσιαστική και αδικαιολόγητη, ενδεχόμενα να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ώστε να αποτρέψει την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Κρίσιμο στοιχείο για την παραχώρηση ενδιάμεσης θεραπείας είναι ο χρόνος πληροφόρησης του ενάγοντος, για την δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία.». (δική μου υπογράμμιση) Όπως υποστηρίζει ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1, η Ενάγουσα/Αιτήτρια θα έπρεπε να προχωρήσει με την παρούσα αίτηση στις 4/5/2017 όταν και έλαβε χώρα η δημόσια παρουσίαση του ρυθμιστικού σχεδίου και όχι στις 25/08/2020 ή και ακόμα στις 24/04/2020, ήτοι την ημερομηνία όπου έγινε η συνάντηση στο Δήμο Λεμεσού και κατ' ισχυρισμό αποδέχθηκε την πρόταση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ανώτερης λειτουργού. Τα ίδια αναπτύσσει και στις γραπτές του αγορεύσεις. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 το Δικαστήριο διαφωνεί. Καταρχήν δεν φαίνεται να προκύπτει ότι η πλευρά της Ενάγουσας/Αιτήτριας παραδέχεται την συνάντηση ή έστω το περιεχόμενο και κατάληξη της, αλλά εν πάση περιπτώσει από τα περιστατικά και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ότι καταχώρησε την παρούσα αγωγή και προέβηκε στην υπό κρίση αίτηση περίπου 3 μήνες μετά που κατά ρητή παραδοχή του κ. Κτωρή εκ μέρους του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 2 προέβηκαν στην κατεδάφιση της περίφραξης της αυλής του ακινήτου της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Συνεπώς κρίνω ως το ουσιώδες χρονικό σημείο που θα έπρεπε να προβεί σε διαδικασίες η Ενάγουσα/Αιτήτρια την κατεδάφιση της περίφραξης της και κατά συνέπεια δεν αποδέχομαι ότι αυτή καθυστέρησε αδικαιολόγητα υπό τις περιστάσεις. Ένας άλλος λόγος ένστασης που προβάλλει ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, ήτοι την δεσμευτική ρυμοτομία βάσει του αριθμού φακέλου ΔΜ 61/57. Πράγματι, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248 το στοιχείο της υψίστης πίστεως (uberrima fides) στις διαδικασίες μονομερών αιτήσεων επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, ενώ η παράλειψη παράθεσης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Το τι αποτελεί ουσιώδες αποφασίζεται από το Δικαστήριο, το οποίο έχει τη διακριτική ευχέρεια είτε να ακυρώσει ένα παρεμπίπτον διάταγμα είτε να διατάξει να συνεχίσει να ισχύει ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Όμως όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα των κκ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη (βλ. ανωτέρω) σελ. 163-164: « Όταν ο αιτητής προσέλθει ενώπιον του δικαστηρίου και, στην απουσία του αντιδίκου του, κατά παρέκκλιση της αρχής «audi alteram partem», ζητά θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, τότε έχει υποχρέωση προς το δικαστήριο να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που ενδεχομένως να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς του παρεμπίπτοντος διατάγματος. Ο κανόνας αναπτύχθηκε σε σχέση με την χορήγηση διαταγμάτων τύπου Mareva, αλλά τυγχάνει καθολικής αποδοχής σε υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας που παραχωρείται μετά από μονομερή αίτηση. Φαίνεται ότι η υποχρέωση αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε μονομερείς αιτήσεις και όχι σε περιπτώσεις αιτήσεων ex parte οι οποίες μετατρέπονται σε δια κλήσεως..». Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αν και καταχωρήθηκε μονομερώς εν συνεχεία διατάχθηκε η επίδοσή της και συνεπώς κατέστη δια κλήσεως. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει το οτιδήποτε να το απασχολήσει αναφορικά με τον λόγο αυτό ένστασης, καθότι έχει ενώπιον του τις εκατέρωθεν θέσεις για να αποφασίσει κατά πόσο θα προβεί ή όχι στην έκδοση των αιτούμενων υπό της Ενάγουσας/Αιτήτριας διαταγμάτων. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Στο παρών στάδιο δεν ενδείκνυται το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με το κατά πόσο υπάρχει όντως πρόσθετη ρυμοτομία ή όχι καθότι αυτό ενδεχόμενα θα επιλύσει και την ουσία της αγωγής. Ούτε βεβαίως θα προβώ σε ευρήματα αξιοπιστίας, καθότι αυτό θα αποτελούσε νομικό σφάλμα (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση το Δικαστήριο προβαίνει σε διαπίστωση ύπαρξης συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα και σε καμία περίπτωση δεν προβαίνει σε τελική κρίση της υπόθεσης (βλ. Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη
(2002), 1ΑΑΔ 837). Ανατρέχοντας στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε η Ενάγουσα/Αιτήτρια εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αξιώνονται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για παράνομη είσοδο στο ακίνητο υπό στοιχεία Φ/Σχ 54/580403, Τμήμα X, τεμάχιο 8X0 επί της οδού Μ.. και Κ... αρ. X6, Άγιος Ιωάννης στην Λεμεσό που κατέχει η Ενάγουσα συνεπεία παραχώρησής τους από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών Λεμεσού, χωρίς απαλλοτρίωση ή επίταξη ή οποιαδήποτε ρυμοτομία ή πρόνοια στο τοπικό ή κτηματικό σχέδιο, σειρά άλλων θεραπειών με άξονα την δικογραφημένη παράνομη επέμβαση, καθώς και αποζημιώσεις για οχληρία. Ουσιαστικά αυτό το οποίο προβάλλεται από τα δικόγραφα είναι η αξίωση της Ενάγουσας/Αιτήτριας εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για παράνομη επέμβαση εν τη έννοια του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148,[1] καθώς και για ιδιωτική οχληρία εν τη έννοια του άρθρου 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.[2] Στην προκείμενη περίπτωση η Ενάγουσα, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα ενάγει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αναφορικά με επέμβαση που δικογραφεί ως παράνομη αναφορικά με παράνομη είσοδο στο ακίνητο το οποίο της έχει παραχωρηθεί, καθώς και για οχληρία. Κατά συνέπεια κρίνω ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/1960 πληρούται. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση το Δικαστήριο προβαίνει στην διαπίστωση ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του Ενάγοντος. Σύμφωνα με την νομολογία το επίπεδο που καλείται επί αυτού να καταδείξει ο Ενάγων-Αιτητής είναι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994), 1 ΑΑΑ 201). Στην υπό κρίση περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει αν με τα όσα προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις και στις όποιες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις είναι αρκετά να καταδείξουν τέτοια ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Αυτό το οποίο υποστηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας/Αιτήτριας, αλλά και στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησε κατόπιν άδειας Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 ως Αναθέτουσα Αρχή και ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 2 ως εργολάβοι δυνάμει σύμβασης ανάθεσης του έργου διαπλάτυνσης της οδού Μ.. και Κ.. (πρώην Πάφου) στην Λεμεσό προέβηκαν στις εργασίες μπροστά από το ακίνητο που κατέχει η Ενάγουσα/Αιτήτρια και κατεδάφισαν την περίφραξη αυτής, σύμφωνα με τα σχέδια που παρατίθενται ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ανώτερης λειτουργού υλοποιώντας την ρυμοτομία που κατ' ισχυρισμό δόθηκε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του ακινήτου στα πλαίσια τροποποιητικής άδειας οικοδομής και αριθμό φακέλου ΔΜ 61/57 ως το σχέδιο αδείας που παρέθεσε ως τεκμήριο 5, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι κατόπιν συνεννόησης με την Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν χρησιμοποιήθηκε όλο το εύρος της ρυμοτομίας, αλλά μόνο μέρος αυτής, ώστε να υπάρξει ο λιγότερος δυνατός περιορισμός. Από την άλλη η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι τέτοια ρυμοτομία δεν υφίσταται, ότι τα όσα παρατίθενται ως αποδεικτικά στοιχεία για ρυμοτομία είναι προϊόν πλαστογραφίας και ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 παράνομα εισήλθαν στο ακίνητο που κατέχει δυνάμει παραχώρησης και προέβηκαν σε εργασίες κατεδάφισης της περίφραξης και έργων καταστρέφοντας τον κήπο που διατηρεί, παραθέτοντας επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, η οποία αναφέρει ότι μετά από την πράξη διαχωρισμού του τεμαχίου από το οποίο προήλθε το ακίνητο που κατέχει η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν ζητήθηκε από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή ρυμοτομία αναφορικά με αυτό. Η πλευρά του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 παραθέτει λεπτομέρειες αναφορικά με το πως προήλθε η ρυμοτομία με βάση την οποία προχώρησαν στις εν λόγω εργασίες στις Γραπτές Αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, τις οποίες όμως δεν θα λάβω υπόψη εκ του λόγου αυτού. Ο ρόλος του Δικαστηρίου στο παρών στάδιο περιορίζεται στο να διαπιστώσει εάν τα όσα παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ενάγουσας/Αιτήτρια και όπως έχω ήδη εξηγήσει δεν θα πρέπει να μπω στην ουσία της υπόθεσης με το να διαπιστώσω εάν όντως υπάρχει δεσμευτική ρυμοτομία που δίδει το δικαίωμα στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 να προβούν στις εργασίες που έχουν προβεί σύμφωνα και με τις δικές τους παραδοχές στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις τους στην υπό κρίση αίτηση. Με βάση τα όσα έχω ενώπιον μου στο παρόν στάδιο κρίνω ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και κατά συνέπεια πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/1960. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση που τάσσει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 παρατηρείται ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Ενάγουσα/Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση για την έκδοση των υπό κρίση εξαιτούμενων διαταγμάτων είναι ότι αν δεν εκδοθούν τότε θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, επειδή η οικία της ουσιαστικά θα εφάπτεται στον δρόμο και θα χάσει εξολοκλήρου την αυλή και τον κήπο της τα οποία διαμόρφωσε αφιερώνοντας χρόνο, κόπο και θυσίες, ενώ σε προηγούμενη παράγραφο της ενόρκου δηλώσεώς της αναφέρει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τότε οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 θα της αποστερήσουν παράνομα και αυθαίρετα όλη την αυλή της χωρίς καν να την αποζημιώσουν με το πρόσχημα ότι εκτελούν έργο δημόσιας ωφέλειας. Από τα όσα μπορεί να διαπιστώσει το Δικαστήριο εκ των παρατιθέμενων τεκμηρίων στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς να προβαίνει σε οποιοδήποτε εύρημα αξιοπιστίας ή εύρημα ουσίας της διαφοράς και παρατηρώντας το τεκμήριο 3 που παραθέτει η Ενάγουσα/Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αλλά και τα όσα η ίδια παραθέτει, ότι δηλαδή της αφαιρέθηκε κατά μήκος της αυλή της 2- 4 περίπου μέτρα, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι όποιες ιδιαιτέρες περιστάσεις για να αποφασίσω κατά πόσο θα υπάρξει δυσκολία απονομής της δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο αν ήθελε αποδειχθεί ότι όντως η Ενάγουσα/Αιτήτρια επιτύχει στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Λαμβάνω υπόψη προς τον σκοπό αυτό ότι δεν παρατέθηκε το οποιοδήποτε επιχείρημα ή μαρτυρία περί αφερεγγυότητας των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, απλά ο ισχυρισμός ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα με την υπό κρίση αίτηση διατάγματα θα υπάρξει αδυναμία απονομής της δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο και της ανεπανόρθωτης βλάβης που θα υποστεί η Ενάγουσα/Αιτήτρια, η οποία θα αποστερηθεί την αυλή της. Στο σημείο αυτό λαμβάνω υπόψη ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν επαρκούν και ότι είναι απαραίτητο να επεξηγηθούν με σαφή και θετική μαρτυρία[3], κάτι που όμως δεν διαπιστώνει το Δικαστήριο, ήτοι ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια θα αποστερηθεί πλήρως την αυλή της χωρίς όπως η ίδια παραδέχθηκε στην ένορκη της δήλωση να αποζημιωθεί. Συνεπώς, καταλήγω ότι η θεραπεία των αποζημιώσεων στην υπό κρίση περίπτωση είναι επαρκής για την Ενάγουσα/Αιτήτρια αν επιτύχει στην αγωγή της, από τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, τόσο για την παράνομη είσοδο, όσο και για την οχληρία σύμφωνα και με την δικογράφηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Αναφορικά με τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 1 παρατίθεται ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση της Ανώτερης Λειτουργού ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να συμμορφωθεί σε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση εκδοθεί εναντίον τους στα πλαίσια της υπό κρίση αγωγής που δεν έχει αμφισβητηθεί. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα αυτό το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την νομολογιακή αρχή ότι η δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν θεωρείται ταυτόσημη με την έννοια της ανεπανόρθωτης ζημιάς και ότι περιλαμβάνει και άλλους παράγοντες (βλ. Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ., 1245), τους οποίους και δεν διαπιστώνω ότι υφίστανται υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση περίπτωσης, ενώ η νομική κατάσταση κατοχής της υπό αναφορά ακίνητης περιουσίας της Ενάγουσας/Αιτήτριας ως μίσθωση του ακινήτου κατόπιν παραχώρησής του από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών ουσιαστικά της δίδει το δικαίωμα χρήσης και όχι ιδιοκτησίας του ακινήτου. Όλες οι πιο πάνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει ότι συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/
  1. Εν πάση περιπτώσει θα προχωρήσω στην εξέταση ζητήματος του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience), σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε στο ότι πληρούτο η τρίτη προϋπόθεση, σε αντίθεση με την ανωτέρω κατάληξη. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στις δύο πλευρές αν εκδοθούν ή όχι τα εξαιτούμενα διατάγματα. Επίσης παράγοντες που μπορεί να ληφθούν υπόψη στο στάδιο αυτό είναι η προστασία δικαιωμάτων τρίτων, η ενδεχόμενη διατήρηση του status quo ante, καθώς και οι εν γένει συνέπειες αν εκδοθούν ή δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα προβεί σε στάθμιση των συνεπειών λαμβάνοντας υπόψη την υπάρχουσα κατάσταση όπως φαίνεται να έχει διαμορφωθεί με την ανάπλαση της οδού Μ... και Κ.., ενόψει βεβαίως του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων όλων των πλευρών. Αυτό το οποίο φαίνεται να προκύπτει σε βαθμό βεβαιότητας είναι ότι τα έργα ευρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη προς αποπεράτωση με την ανάπλαση του εκεί οδικού δικτύου. Επίσης αυτό που φαίνεται να γίνεται εμφανές από τις ένορκες δηλώσεις και που δεν αμφισβητείται είναι ότι η περίφραξη της αυλής της οικίας που διαμένει η Ενάγουσα/Αιτήτρια κατεδαφίστηκε περί τον Απρίλιο με Μάϊο 2020 και οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 προέβηκαν σε έργα υποδομής σύμφωνα με την σύμβαση ανάθεσης του έργου οπόταν και η κατασκευή της νέας περίφραξης από την Ενάγουσα/Αιτήτρια φαίνεται ότι έχει περικλείσει τις υποδομές αυτές εντός αυτής, κάτι βέβαια που και η ίδια δεν αμφισβήτησε. Ζήτημα διατήρησης του καθεστώτος της αυλής που υπήρχε πριν από την έναρξη των εργασιών στο ακίνητο που κατέχει η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν φαίνεται να προκύπτει, καθότι ήδη οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 είχαν ξεκινήσει τις εργασίες ανάπλασης στο ακίνητο που κατέχει η Ενάγουσα/Αιτήτρια. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα των κκ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, ανωτέρω, σελ. 155: «Η καθυστέρηση, όπως εξηγήσαμε σε άλλο μέρος, από μόνη της συνήθως δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τη μη έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Όμως, για σκοπούς διατήρησης του status quo, η όποια καθυστέρηση εκ μέρους του ενάγοντα, ιδιαίτερα αν ο εναγόμενος στο μεταξύ άλλαξε τη θέση του, μπορεί να επενεργήσει προς όφελος του τελευταίου. Όχι όμως όταν διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος σκόπιμα επίσπευσε τις εργασίες του για να προλάβει τον ενάγοντα, προτού αυτός αποταθεί στο δικαστήριο. Γι' αυτό και όσο πιο γρήγορα κινηθεί ο ενάγων για να αιτηθεί παρεμπίπτον διάταγμα, τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχει να πείσει το δικαστήριο να διατηρήσει το status quo ante, το οποίο συνήθως τον ευνοεί.». Η κατασκευή νέας περίφραξης από την Ενάγουσα/Αιτήτρια μπορεί να αποτελεί μια προσπάθεια διατήρησης του status quo ante, η οποία θα της έδιδε ένα επιπρόσθετο επιχείρημα προς την επιδίωξη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι τόσο στα γειτονικά ακίνητα όσο και στο ακίνητο της Ενάγουσας/Αιτήτριας φαίνεται να δημιουργήθηκε μια κατάσταση πραγμάτων με την ανάπλαση του δρόμου, όπου ο δρόμος διαπλατύνθηκε στα γειτονικά ακίνητα, ενώ στο ακίνητο της Ενάγουσας/Αίτητριας έχουν γίνει έργα, τα οποία προκύπτει να έχουν εγκλωβιστεί από την περίφραξη με κίνδυνο ακόμη και για την ίδια την Ενάγουσα/Αιτήτρια, αλλά και για τη δημόσια ασφάλεια, αφού φαίνεται το σημείο του δρόμου στο ακίνητο της Ενάγουσας/Αιτήτριας να έχει στενέψει το πεζοδρόμιο και ο ποδηλατόδρομος σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ανώτερης λειτουργού του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1, η οποία και δεν αμφισβητήθηκε. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο από την μια έχει να σταθμίσει τον κίνδυνο που φαίνεται να ενυπάρχει όπως έχει περιγραφεί πιο πάνω, ο οποίος θα συνεχίσει για όσο χρόνο διατηρηθούν τα όποια αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν σε σχέση με την ικανοποίηση της προσδοκίας της Ενάγουσας/Αιτήτριας να διατηρήσει την αυλή της οικίας της μέχρι να αποφασιστούν τελειωτικά τα όσα διεκδικεί με την υπό τον ως άνω τίτλο και αγωγή, η οποία σε περίπτωση επιτυχίας χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα μπορεί να αποζημιωθεί κυρίως από τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση
  2. Γίνεται συνεπώς φανερό ότι το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή θα έκρινε ότι δεν θα ήταν υπό τις περιστάσεις δίκαιο και πρόσφορο να προβεί στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων λαμβάνοντας συνάμα υπόψη του τις επιπτώσεις που θα είχε η έκδοσή τους υπό τις περιστάσεις ως εξηγείται στο ανωτέρω σκεπτικό του. Στην κρίση αυτή προβαίνει το Δικαστήριο έχοντας κατά νου ότι δεν θα γινόταν προσπάθεια διατήρησης του όποιου status quo δημιουργήθηκε από παράνομη συμπεριφορά των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, καθότι τέτοια παρανομία δεν κρίνεται ότι ενυπάρχει στο παρόν στάδιο, επειδή κρίθηκε στην δεύτερη προϋπόθεση ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Κατάληξη: Όλες οι ανωτέρω σκέψεις, κρίσεις, παρατηρήσεις και επεξηγήσεις οδηγούν αναπόδραστα στην απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (υπ.)............ Χ.Μ. Καραπατάκης Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «43.-
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo. Πρόσωπο που δικαιούται να εγείρει αγωγή είναι αυτό το οποίο κατέχει την ακίνητη ιδιοκτησία ακόμη και αν δεν είναι ο ιδιοκτήτης της.» [Adamou v. Christofi,
(1974), 1 CLR 100]. [2] «
  1. Iδιωτική oχληρία συvίσταται στo ότι πρόσωπo επιδεικvύει συμπεριφoρά ή διεξάγει τις εργασίες τoυ ή χρησιμoπoιεί ακίvητη ιδιoκτησία πoυ αvήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, με τρόπo ώστε κατά συvήθεια vα παρεμβαίvει στηv εύλoγη χρήση και απόλαυση, αφoύ ληφθoύv υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίvητης ιδιoκτησίας oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ:..». Η συμπεριφορά που συνιστά οχληρία μπορεί να επιδεικνύεται και οι εργασίες να διεξάγονται όχι μόνο επί της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων, αλλά και εκτός αυτής. Αγωγή για οχληρία μπορεί να εγερθεί από τον ιδιοκτήτη, αλλά και τον νόμιμο κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας (βλ. Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο, 2020, Τόμος Β', σελ. 562). [3] Ερωτοκρίτου και Αρτέμης, Διατάγματα, σελ.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.