← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι το Εμπίστευμα Gamini κ.α., Αρ. Αίτησης 98/22 (ijustice), 16/5/2022

Επί τοις αφορώσι το Εμπίστευμα Gamini κ.α., Αρ. Αίτησης 98/22 (ijustice), 16/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 98/22 (ijustice) Επί τοις αφορώσι το Εμπίστευμα Gamini και Επί τοις αφορώσι το Εμπίστευμα Goaliva Και Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/576 της 8ης Απριλίου 2022 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 833/2014 σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση της Ουκρανίας. Και Επί τοις αφορώσι τον Περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, Κεφ. 193 Αίτηση χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 9.5.22 υπό

  1. T.U. Reflections Limited και
  2. First Link Management Services Limited Ημερομηνία: 16.05.2022 Για Αιτήτριες 1 και 2: Βελισσαρίου (κα.) με (κα.) Παπαμιχαήλ, Σάββα (κος.) και Χιώτη (κος.) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 9.5.22 καταχωρίστηκε στο σύστημα ijustice η υπό κρίση μονομερής Αίτηση (η «Αίτηση»). Ορίστηκε, χωρίς προηγουμένως να ζητηθεί και να ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο, στις 11.5.22, οπότε και εμφανίστηκαν πρώτη φορά οι δικηγόροι των Αιτητριών 1 και 2 ζητώντας να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιλαμβανόμενο της Αίτησης, το Δικαστήριο εξέφρασε τον εκ πρώτης όψεως προβληματισμό του σχετικά με το κατά πόσο υπάρχει κατεπείγον ζήτημα να αποφασιστεί ενδιαμέσως στην απουσία οποιουδήποτε άλλου μέρους, πράγμα που, τουλάχιστον, θα ενεργοποιούσε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προχωρήσει καθ' αυτό τον τρόπο. Η υπόθεση ορίστηκε στις 13.5.22 και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών εμφανίστηκαν και αγόρευσαν προφορικά, μια και η θέση τους κατά την 11.5.22 ήτο ότι επιθυμούσαν να προωθήσουν την Αίτηση μονομερώς, παρά τον εκπεφρασμένο προβληματισμό του Δικαστηρίου. Αυτά ως προς το τι διημείφθη διαδικαστικώς από την καταχώριση της Αίτησης μέχρι και σήμερα. Με την Αίτηση ζητείται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδονται οδηγίες όπως οι Αιτήτριες 1 και 2 εξακολουθήσουν ενεργούν αντίστοιχα ως καταπιστευματοδόχοι των δύο εμπιστευμάτων που αναφέρονται στον τίτλο της Αίτησης, μετά τις 10.5.22, ημέρα κατά την οποία τίθετο σε ισχύ ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/576 της 8.4.22 (ο «Κανονισμός»), μόνον για σκοπούς εκπροσώπησης των εν λόγω εμπιστευμάτων σε τρεις εν εξελίξει δικαστικές διαδικασίες, μία στην Αγγλία και δύο στην Κύπρο. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση παραθέτει ενόρκως ο κ. XXX Έλληνας (η «ΕΔ Έλληνα»). Μελέτησα την πολυσέλιδη ένορκο δήλωση και τα πολυάριθμα και πολυσέλιδα επισυνημμένα τεκμήρια. Σε σύνοψη ο ομνύοντας επικαλείται απρόβλεπτη ανάγκη που προέκυψε ένεκα της επίδρασης της εφαρμογής του Κανονισμού, και συγκεκριμένα του Άρθρου 5ιγ αυτού, στην εκπροσώπηση των Αιτητριών 1 και 2 στις δικαστικές διαδικασίες, μια και αμφότερες αποτελούν καταπιστευματοδόχους εμπιστευμάτων με Ρώσους δικαιούχους. Οι υπό αναφορά και εν εξελίξει δικαστικές διαδικασίες αφορούν τους ίδιους τους καταπιστευματοδόχους, υπό αυτή τους την ιδιότητα και κινήθηκαν εναντίον τους από τους ίδιους τους Ρώσους δικαιούχους, οι οποίοι ζητούν αποζημιώσεις για δόλο και απάτη («Αγωγή 4027/15»), παύση και αντικατάσταση των καταπιστευματοδόχων και του προστάτη («Αίτηση 153/21») και παράδοση εγγράφων («Διαδικασία στην Αγγλία» με ενάγοντα, ως φαίνεται, ένα εκ των δικαιούχων). Επίσης παρατίθεται στην ΕΔ Έλληνα και μακρύ ιστορικό δικαστικών διαδικασιών που φαίνεται να απασχόλησαν στο παρελθόν, μεταξύ άλλων, και τα πιο πάνω αναφερόμενα μέρη. Παρά τη θέση του ότι η νομική εκπροσώπηση των εμπιστευμάτων στις δικαστικές διαδικασίες δεν αποτελεί απαγορευμένη ενέργεια σύμφωνα με τον Κανονισμό, ο ομνύοντας εντοπίζει ασάφεια στην εξαίρεση που περιέχεται στην υποπαράγραφο 4 του Άρθρου 5ιγ του Κανονισμού, την οποία αποδίδει στην μετάφραση του όρου «trustor», που χρησιμοποιείται στο αγγλικό κείμενο, σε «καταπιστευματοδόχο» που χρησιμοποιείται στο αντίστοιχο ελληνικό. Ισχυρίζεται ότι με το μεταφρασμένο κείμενο, οι Αιτήτριες 1 και 2 δεν θα εμποδίζονταν από το να εξακολουθήσουν να ενεργούν κατ' εξαίρεση των απαγορεύσεων που εισήχθησαν με τον Άρθρο 5ιγ

(1), αλλά αναγνωρίζει ότι το αγγλικό κείμενο αναφέρεται στον ιδρυτή καταπιστεύματος και όχι στον καταπιστευματοδόχο και δεν θα ήταν, ως έλαβε νομική συμβουλή, ορθό να εξακολουθήσουν οι καταπιστευματοδόχοι να ενεργούν καθ' αυτό τον τρόπο. Γι' αυτό το λόγο οι Αιτήτριες επιλέγουν να εφαρμόζουν τον Κανονισμό (παράγραφος 12 της ΕΔ Έλληνα). Είναι η θέση του ότι τα δικαιώματα των Αιτητριών 1 και 2 πρόκειται να πληγούν ανεπανόρθωτα εάν δεν μπορούν να ενεργήσουν σε σχέση με τα εμπιστεύματα και είναι οι Αιτήτριες συνάμα έκθετες σε επιβολή κυρώσεων. Παρά την πρόταση των αντιδίκων δικηγόρων στις δικαστικές διαδικασίες να παραιτηθούν από τις θέσεις τους ως καταπιστευματοδόχοι, οι Αιτήτριες 1 και 2 έλαβαν νομική συμβουλή ότι τέτοια ενέργεια θα απέληγε ουσιαστικά σε καταστρατήγηση του πνεύματος του Κανονισμού. Επίσης θα ήτο λάθος να παραιτηθούν ενόσω εκκρεμούν εναντίον τους οι δικαστικές διαδικασίες (παράγραφος 14 της ΕΔ Έλληνα). Παρά την εξουσία τους να το πράξουν, δεν επιθυμούν να ορίσουν άλλα πρόσωπα ως δικαιούχους των εμπιστευμάτων, ούτως ώστε αυτά να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των απαγορεύσεων. Εξάντλησαν τα περιθώρια εξεύρεσης άλλων λύσεων και προσήλθαν στο Δικαστήριο εν αναμονή και της απάντησης στην αίτηση που υπέβαλαν στις αρμόδιες αρχές για να λάβουν εξαίρεση από τις εν λόγω απαγορεύσεις. Στην παράγραφο 20 της ΕΔ Έλληνα, ο ομνύοντας υποστηρίζει ότι η νομική εκπροσώπηση των Αιτητριών 1 και 2 δεν αντιβαίνει στον Κανονισμό αλλά φοβάται ότι, εν όψει και του ιστορικού, οι Ρώσοι δικαιούχοι θα εκμεταλλευτούν τυχόν μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προκειμένου να αποκτήσουν δικονομικό πλεονέκτημα και με αυτό τον τρόπο θα καταστρατηγήσουν οι ίδιοι τον Κανονισμό. Σκοπός της Αίτησης, αναφέρει, είναι να επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο ότι η συνέχιση της εκπροσώπησης των Αιτητριών 1 και 2 στις δικαστικές διαδικασίες είναι συμβατή με τον Κανονισμό και αντίθετη ερμηνεία του Κανονισμού θα ήτο μοιραία για της Αιτήτριες 1 και 2, μια και ενδεχομένως να σήμαινε μέχρι και έκδοση αποφάσεων ερήμην τους. Στην παράγραφο 24 της ΕΔ Έλληνα αναφέρεται ότι η αίτηση είναι κατεπείγουσα. Αγορεύοντας, η ευπαίδευτη συνήγορος από την ομάδα των δικηγόρων που εμφανίστηκαν που ήτο επιφορτισμένη με το καθήκον αυτό, ανέφερε συμπληρωματικώς στο Δικαστήριο ότι το κατεπείγον στην παρούσα περίπτωση έγκειται στην ίδια την εφαρμογή του Κανονισμού. Ότι δηλαδή επειδή ο Κανονισμός τέθηκε ήδη σε ισχύ (η αγόρευση έλαβε χώρα την 13.5.22), ο επικαλούμενος επηρεασμός των δικαιωμάτων των Αιτητριών έχει ήδη ξεκινήσει. Εξήγησε ότι η εμπλοκή οποιασδήποτε άλλης πλευράς στη παρούσα διαδικασία δεν θα προσέφερε οτιδήποτε, μια και αυτό που ζητείται από το Δικαστήριο είναι ουσιαστικά η δήλωση ότι οι Αιτήτριες θα μπορούν να ενεργούν σε σχέση με τα εμπιστεύματα μόνο όσων αφορά τη συνέχιση της νομικής τους εκπροσώπησης. Μόνον τα πιο πάνω παρατέθηκαν ως επιχειρηματολογία σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό κατεπείγουσα φύση της Αίτησης. Διαπιστώνεται από το σύνολο των γεγονότων ότι η άποψη των Αιτητριών 1 και 2 είναι ότι η αιτούμενη θεραπεία, σε κάθε περίπτωση, δεν εμπίπτει στις απαγορεύσεις που θέτει ο Κανονισμός. Γι' αυτό το λόγο διατείνονται ότι τυχόν χορήγησή της, δεν θα οδηγήσει σε καταστρατήγησή του, αλλά αντίθετα θα επιβεβαιωθεί, μέσω του δικαστικού λόγου, η ήδη διαμορφωμένη θέση τους. Με το ίδιο σκεπτικό φαίνεται να αποτάθηκαν και στην αρμόδια αρχή για να λάβουν εξαίρεση (Τεκμήριο 13 στην ΕΔ Έλληνα), χωρίς να διαφεύγει στο Δικαστήριο το γεγονός ότι, αυστηρά ομιλούντες, δεν πρόκειται περί εξαιρέσεως αλλά και πάλιν περί προσπάθειας επιβεβαίωσης της άποψης των Αιτητριών. Έχοντας λάβει υπόψη τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 13 και 20 της ΕΔ Έλληνα και συσχετίζοντας αυτά με τα όσα προβάλλονται στη τελευταία επιστολή των δικηγόρων των Αιτητριών προς τους δικηγόρους των δικαιούχων ημερομηνίας 9.5.22, διαπιστώνω ότι η θέση τους είναι αντιφατική. Από τη μία οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι η απαγόρευση δεν τους επηρεάζει και από την άλλη, λόγω της, κατ' ισχυρισμό, ασάφειας στον Κανονισμό, θεωρούν ότι είναι αδήριτη ανάγκη τόσο η αρμόδια αρχή στην οποία αποτάθηκαν, όσο και το Δικαστήριο να επιβεβαιώσουν τη θέση αυτή. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου με το οποίο να διαφαίνεται όμως ότι έχει γίνει οποιαδήποτε ενέργεια από οποιοδήποτε πρόσωπο που να κατευθύνεται προς το να αποστερηθεί από τις Αιτήτριες το δικαίωμά τους να εκπροσωπούνται δικαστικώς. Επιπρόσθετα, δεν έχει παρατεθεί στο Δικαστήριο επιχειρηματολογία ή μαρτυρία που να καταδεικνύει με οποιαδήποτε σαφήνεια ή έστω πιθανολόγηση ότι η νομική εκπροσώπηση, αυτή καθαυτή, ενδεχομένως να ερμηνευθεί ότι αποτελεί απαγορευμένη ενέργεια εν τη εννοία του Άρθρου 5ιγ
(1)του Κανονισμού. Ούτε φαίνεται, έστω από την επιστολή των αντίδικων δικηγόρων ημερομηνίας 2.5.22 που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 12 της ΕΔ Έλληνα, να θίγεται το ζήτημα της εξακολούθησης της νομικής εκπροσώπησης των Αιτητριών στις εν εξελίξει διαδικασίες και άρα να επαπειλείται άμεσα το δικαίωμα των Αιτητριών να εκπροσωπούνται νομικά ενώπιον Δικαστηρίων, δικαίωμα το οποίο προσπαθούν να διαφυλάξουν, έστω και προσωρινά με την παρούσα Αίτηση. Η σχετική θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου στην αγόρευσή της δεν βρίσκει έρεισμα στην συγκεκριμένη αναφορά. Γενικότερα, η μεταξύ των δικηγόρων αλληλογραφία δεικνύει ότι οι Αιτήτριες πρώτες ζήτησαν επιβεβαίωση των στοιχείων των δικαιούχων, έλαβαν απάντηση με την οποία προτείνεται «λύση» για να αποχωρήσουν από τα αξιώματά που κατέχουν και ακολούθησε η εκ μέρους τους άρνηση, καθότι η προτεινόμενη εκείνη λύση κρίθηκε ως ενδεχομένως πράξη παράκαμψης των περιοριστικών μέτρων του Κανονισμού και οι υπόλοιπες απορρίφθηκαν κατόπιν δικών τους σκέψεων. Κατά συνέπεια, δεν έχει καταδειχθεί στο Δικαστήριο ούτε με πιο τρόπο οι δικαιούχοι θα αποκτήσουν δικονομικό πλεονέκτημα στις εκκρεμούσες διαδικασίες, αλλ' ούτε το επαπειλούμενο περιεχόμενο του πλεονεκτήματος αυτού, ως ο ισχυρισμός στην παράγραφο 21 της ΕΔ Έλληνα. Τέλος, δεν έχει επεξηγηθεί στο Δικαστήριο η επίδραση τυχόν ειδοποίησης της Αίτησης στους δικαιούχους των εμπιστευμάτων, σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επείγουσα φύση της Αίτησης, προκειμένου να ενισχύεται το αίτημα και να παρεκκλίνει στο Δικαστήριο από τον κανόνα φυσικής δικαιοσύνης που απαιτεί την ακρόαση όλων των εμπλεκόμενων μερών πριν τη λήψη απόφασης. Το υπαρκτό του επειγόντως αποτελεί προϋπόθεση για την μονομερή επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Μόνον όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται η άσκηση της δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου,
(1998)
(1)Α.Α.Δ 598. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα» των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη στις σελίδες 19 και 20, αναφέρεται ότι «Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' επανάληψη τόνισε την ανάγκη όπως η μονομερής δικαιοδοσία του δικαστηρίου αναλαμβάνει με φειδώ.». Υπό το φως των καλά γνωστών νομολογιακών αρχών και των πιο πάνω διαπιστώσεων, καταλήγω ότι οι θέσεις των Αιτητριών καταδεικνύουν ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος, ως παρουσιάζεται μέσα από την υποστηρικτική ΕΔ Έλληνα αλλά και όπως αναπτύχθηκε στην αγόρευση των δικηγόρων των Αιτητριών, φαίνεται να δημιουργείται από τη δική τους αντιφατική ερμηνεία του Κανονισμού και της «ασάφειάς» του, ή εν πάση περιπτώσει τον, κατ' αυτές, αναμενόμενο ετεροπροσδιορισμό του δικαιώματος των να εκπροσωπούνται νομικά, με τον οποίο από τη μία εκ προοιμίου διαφωνούν, αλλά και από την άλλη φοβούνται, χωρίς όμως τέτοιος προσδιορισμός να έχει όντως ακόμα προκύψει. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν πληρείται το στοιχείο του κατεπείγοντος και ο δικαιοδοτικός όρος του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και επομένως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης μονομερώς. Η Αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Π. Αγαπητός, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.