← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ GROVE GARDENS ν. ΠΙΤΤΑΚΑ, Αρ. Αγωγής: 2972/20, 25/5/2022

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ GROVE GARDENS ν. ΠΙΤΤΑΚΑ, Αρ. Αγωγής: 2972/20, 25/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: X.M. Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2972/20 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ GROVE GARDENS, από τη Λεμεσό Ενάγοντες και ΧΧΧ ΠΙΤΤΑΚΑ, από Λεμεσό Εναγόμενη -------------------------------------------------------------------------------------------- (Αίτηση Ημερομηνίας 26/05/21 για συνοπτική απόφαση) Ημερομηνία: 25/05/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Σαουρής για Α. Σαουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη: Εμφανίζεται προσωπικά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Η Αίτηση και η Ένσταση:- Οι Ενάγοντες με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε εναντίον της Εναγόμενης στις 16/12/20 αξιώνουν το ποσό των €1.155- που της αναλογεί ως ιδιοκτήτρια στα έξοδα συντήρησης, καθαριότητας, επισκευής ή αντικατάστασης των κοινοχρήστων χώρων, για την μεζονέτα Χ7 στο Κτηριακό Συγκρότημα «ΧΧΧ ΧΧΧ», στην οδό Κ.... Χ7, Π. Γερμασόγειας στην Λεμεσό. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου η Εναγόμενη καταχώρησε προσωπικά εμφάνιση στις 31/03/21 και στις 15/04/21 την Υπεράσπισή της. Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 26/05/21 οι Ενάγοντες εξαιτούνται συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης ως η αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης. Συνοδεύεται δε, από την ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Παρέα, ο οποίος όπως ορκίζεται είναι ένας εκ των μελών των Εναγόντων, γνωρίζει πλήρως όλα τα γεγονότα και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, όπως αναφέρει ο κ. Παρέας, τα ποσά που διεκδικούν οι Ενάγοντες αφορούν οφειλόμενα κοινόχρηστα της Εναγόμενης, όπως αυτά εμφαίνονται σε σχετικά αρχεία πληρωμών που διαχειρίζεται προσωπικά και τα οποία παραθέτει ως δέσμη-τεκμήριο Α. Ισχυρίζεται δε, ότι έχει διαβάσει την Υπεράσπιση της Εναγόμενης και εξ' όσων τον συμβουλεύει ο δικηγόρος των Εναγόντων, η Εναγόμενη δεν έχει παρουσιάσει υπεράσπιση, ενώ θεωρεί ότι η Εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση και μια μη ορθώς δικογραφημένη υπεράσπιση προσωπικά σε άγνωστη ημερομηνία για τον ίδιο μόνο για σκοπούς καθυστέρησης, στην οποία δέχεται το ποσό που οφείλει, αλλά εμπλέκει άσχετα θέματα με τα επίδικα. Στην Ένσταση που καταχώρησε προσωπικά η Εναγόμενη αναφέρει ότι αποτάθηκε σε αρκετά δικηγορικά γραφεία για τον σκοπό υπεράσπισής της, όμως οι χρεώσεις είναι για αυτήν αποτρεπτικές και για τον λόγο αυτό την υποβάλει προσωπικά. Παραθέτει διάφορους λόγους ένστασης όπως η μη έκδοση και κοινοποίηση τακτών οικονομικών καταστάσεων, μη καταβολή κοινοχρήστων από τον ίδιο τον Ενάγοντα (προφανώς εννοεί τον ενόρκως δηλούντα), χρήση εσόδων για δαπάνες που δεν αποφασίζονται συλλογικά, πιθανή απόκρυψη εσόδων, ότι οι Ενάγοντες δεν είναι δημοκρατικά εξελεγμένοι, ευνοιοκρατία, μη εφαρμογή των κανονισμών και κάποια άλλα τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν. Η Ένσταση, η οποία δεν ακολουθεί τον τύπο 47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Θ.Π.Δ.) δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι τα όσα ήθελαν να επεξηγηθούν υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως στην ένσταση της Εναγόμενης παρατίθενται σε κάποιο βαθμό στην γραπτή αγόρευση της Εναγόμενης, η οποία παραδόθηκε στο Δικαστήριο κατά την ημερομηνία ακρόασης της Αίτησης, κάτι το οποίο έπραξε και η πλευρά των Εναγόντων. Νομική πτυχή:- Η νομολογία επί του ζητήματος των προϋποθέσεων για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι αρκετά πλούσια. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 Α.Α.Δ. 818, σελ. 824-826: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment &Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: « H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279)». « Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)»». Όταν δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 Θ. 1 το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR, 130). Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε αξιολόγηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στις Ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών και την Ένσταση της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση για να προβεί σε ευρήματα ωσάν να ήταν Δικαστήριο ουσίας (βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ., 817). Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Ο Εναγόμενος πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και πως η ένορκη δήλωσή του πρέπει να καθορίζει ξεκάθαρα και με συνέπεια την υπεράσπισή του και σε ποια γεγονότα αυτός βασίζεται για να την στηρίξει. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι αρκετοί. Το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει στην περίπτωση αυτή κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει δώσει στίγμα μιας ενδεχόμενης υπεράσπισης, η οποία θα πρέπει να προβληθεί και να αξιολογηθεί στα πλαίσια κανονικής δίκης (βλ. Κώστας Κυριάκου ν. Θεράποντα Αναστασίου,
(2013)1 Α.Α.Δ., 148). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην ως άνω απόφαση: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant's affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff's claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση η απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα δεν είναι αρκετή, αλλά θα πρέπει να καταδείξει κάτω υπό ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων. Όπως έχει αποφασιστεί στην περίπτωση που ενάγει εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί και σε αυτή την περίπτωση το κατά πόσο μπορεί να ορκιστεί θετικά κρίνεται με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Σημαντικό στοιχείο κρίσης αποτελεί και η φύση της αξίωσης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ., 782). Σε άλλη υπόθεση αποφασίστηκε ότι σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση και πως από την στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από την θέση που του έχει εμπιστευτεί εργοδοτώντας τον σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης (βλ Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 (B) A.A.Δ. 1113). Αυτό γίνεται στη βάση συγκεκριμένων γεγονότων από τα οποία προκύπτει τέτοια γνώση. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή αν διεξαγόταν κανονική δίκη, καθότι η απλή επιβεβαίωση της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση «εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης των οποιωνδήποτε εγγράφων..», εκτός εάν ο ίδιος ο Ενάγων-Αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, οπότε αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται (Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148). Επίσης, όπως έχει λεχθεί στην Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 408, το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του την όποια καταχωρηθείσα έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων, καθότι στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται με τον ορθό δικονομικά τρόπο στην αίτηση και στην ένσταση και στις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Αναφορικά με την οποιαδήποτε συνέπεια έχει το γεγονός της καταχώρησης υπεράσπισης πριν την καταχώρηση αίτησης για συνοπτική απόφαση παρατίθεται κατωτέρω σχετικό απόσπασμα από την Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958, σελ. 260: "By delivering Defence.-The fact that he has delivered a defence may be snfficient to enable a defendant to get leave to defend. But it is clear that a plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered. See McLardy v. Slateum, 24 Q. B. D. 504, where such an application was successfully made one month after defence. It is submitted, having regard to that case and to the language of the rule, that a defendant cannot prevent a plaintiff from proceeding under 0. 14 by putting in what may be only a sham defence at or soon after the date of his appearance.". Στην υπόθεση McLardy v. Slateum, 24 Q. B. D. 504 ο Pollock, B. και Wills, J. στην απόφασή τους που ανέγνωσε ο πρώτος λέχθηκαν τα εξής: "The view taken by other judges, and by the masters, is that the intention of Order XIV., r. 1, was that the plaintiff should apply within a reasonable time after the appearance of the defendant, but that it very often happens that a defence, which has been delivered, itself discloses facts which make an application under Order XIV. right and proper. We think that this is the proper construction of the rule. Although the preliminary intention of the rule may be that an application should be made before a defence has been delivered in the ordinary course, yet we think that it is not in all cases compulsory. Therefore, our judgment upon this point of law and practice is that a plaintiff is not necessarily too late in making his application under Order XIV., r. 1, because a defence has been delivered. The master was right in considering the facts and making an order, and this appeal must be allowed. If a plaintiff makes his application after the ordinary time, the onus is on him to show that the delay is justifiable under the special circumstances of the case. (δικές μου υπογραμμίσεις) Ευρήματα Δικαστηρίου:- Ερχόμενος τώρα να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση λαμβάνω υπόψη μου ότι η ένσταση της Εναγόμενης δεν υποστηρίζεται από την οποιαδήποτε ένορκη δήλωση που να αποκαλύπτει την υπεράσπισή της, ενόψει των όσων έχουν παρατεθεί ως νομολογιακές αρχές ανωτέρω, δηλαδή ότι αυτά που λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα διαδικασία είναι τα όσα παρατίθενται στην Αίτηση, στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που τα υποστηρίζουν. Αναφορικά με το τι πρέπει να περιλαμβάνεται στην ένσταση το Δικαστήριο αντλώντας καθοδήγηση από την νομολογία (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 825, Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92), κρίνει ότι οι λόγοι όπως παρατίθενται δεν εξειδικεύονται προφανώς ένεκα της προετοιμασίας της από την ίδια την Εναγόμενη. Συνεπώς, εκ του λόγου αυτού το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντλήσει το οτιδήποτε αναφορικά με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή έστω εκείνου του απαραίτητου ίχνους υπεράσπισης. Αυτά αναφέρονται χωρίς να έχω ακόμη εξετάσει το κατά πόσο το βάρος θα πρέπει να μεταφερθεί στους ώμους της Εναγόμενης συμφώνως με την νομολογία που παρατέθηκε πιο πάνω. Οι Ενάγοντες προχώρησαν με την καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και η Εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση στις 31/03/
  1. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ο ομνύων αναφέρει ότι είναι μέλος της διαχειριστικής επιτροπής, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή να προβεί στην ένορκη δήλωση και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, επειδή διαχειρίζεται προσωπικά τα αρχεία πληρωμών. Αυτό κρίνω ότι ικανοποιεί την σχετική προϋπόθεση της νομολογίας. Ο ομνύων επιβεβαιώνει τα όσα διεκδικούν οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Απαίτησης και επισυνάπτει ως δέσμη τεκμηρίων Α σχετικά αρχεία πληρωμών που αποτυπώνουν, μεταξύ άλλων, την περιόδο 1/4/18 μέχρι και 1/12/
  2. Στην ένορκη δήλωση του ομνύοντος γίνεται αναφορά όχι στον ισχυρισμό ότι αυτός αληθώς πιστεύει ότι η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση, αλλά ότι δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή με βάση τα όσα έχει προβάλει στην ήδη καταχωρηθείσα υπεράσπιση της Εναγόμενης με ημερομηνία παραλαβής της την 15/04/
  3. Το Δικαστήριο βέβαια δεν παραγνωρίζει ότι σύμφωνα με την νομολογία η καταχώρηση υπεράσπισης δεν εμποδίζει την υποβολή αίτησης για συνοπτική απόφαση και ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του την όποια καταχωρηθείσα υπεράσπιση. Όμως το τρόπος που έχουν επιλέξει οι ίδιοι οι Ενάγοντες να προωθήσουν την υπό κρίση αίτηση με αναφορά στην υπεράσπιση και με την ενασχόλησή τους με αυτή, αλλά και με την ανταπαίτησή που προβάλλει η Εναγόμενη, κρίνω ότι δεν έχουν συμπεριλάβει την ξεκάθαρη απαίτηση σύμφωνα με την Δ.18 ότι πρέπει να δηλώνεται στην ένορκη δήλωση ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή [βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958, σελ. 247 ("Stating there is no defence"- This statement is an essential part of the affidavit. The usual words used in the affidavit are, "I verily believe there is not defence to this action" ). O τρόπος που παραθέτει την αναφορά του στην υπεράσπιση ο ομνύων παραπέμπει σε μια ισχνή μορφή προδικαστικής απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, κάτι που θεωρώ ότι δεν συμμορφώνεται με την Δ.18 των Θ.Π.Δ. Ένα άλλο ζήτημα το οποίο απασχόλησε το Δικαστήριο είναι το χρονικό σημείο που επέλεξαν οι Ενάγοντες να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση ενόψει του ότι είχε καταχωρηθεί υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Λαμβάνω υπόψη βέβαια το γεγονός ότι η υπεράσπιση και ανταπαίτηση φαίνεται να καταχωρήθηκε στις 15/04/21 και δεν προκύπτει ότι αντίγραφο παραδόθηκε στην πλευρά των Εναγομένων, καθότι δεν υπάρχει επί τούτου η οποιαδήποτε σχετική αναφορά επί του δικογράφου συμφώνως της Δ.19 Θ.
  4. Όμως σύμφωνα με τα όσα έχουν παρατεθεί ανωτέρω (McLardy v. Slateum), παρά το ότι η προώθηση της υπό κρίση αίτησης δεν εμποδίζεται από την καταχώρηση υπεράσπισης, τέτοιες αιτήσεις όπως η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να καταχωρούνται εντός εύλογου χρόνου από την εμφάνιση του Εναγόμενου. Το τί θεωρείται εύλογος χρόνος εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρηθεί πέραν του εύλογου χρόνου, τότε το βάρος το φέρει ο ίδιος ο Αιτητής να καταδείξει γιατί δεν προώθησε τέτοια αίτηση προγενέστερα. Στην προκειμένη περίπτωση το σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε την 31/03/21 και η υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 15/04/
  5. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 26/05/21, ήτοι σχεδόν δύο μήνες μετά την εμφάνιση. Ο ομνύων στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ανέφερε ότι η υπεράσπιση καταχωρήθηκε σε άγνωστη για τους Ενάγοντες ημερομηνία και επέλεξε να προβεί σε σχόλια επί αυτής παραλείποντας να επεξηγήσει το γιατί δεν προέβηκε στην υπό κρίση αίτηση νωρίτερα, αλλά σε χρόνο σχεδόν δύο μηνών μετά, τον οποίο κρίνω υπό της περιστάσεις ότι είναι πέραν του εύλογου, αφού η πεποίθησή του είναι ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή σύμφωνα με την Δ.18 των Θ.Π.Δ. Ως εκ τούτου η παράλειψη αυτή κρίνεται ως τέτοιας φύσης που αποτελεί λόγο για την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Η διαδικασία της Δ.18 των Θ.Π.Δ. είναι δραστική και ο διάδικος που την προωθεί θα πρέπει να πληροί τις αυστηρές της προϋποθέσεις. Κατάληξη:- Ενόψει των όσων έχω προσπαθήσει ανωτέρω να επεξηγήσω η υπό κρίση αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα λαμβάνω καθοδήγηση από την Βούρος κ.α. ν. Τεγγεράκη
(2003)1 Α.Α.Δ, 853, ως προς το ότι διάδικος που χειρίζεται αυτοπροσώπως την υπόθεσή του δεν δικαιούται εξόδων για νομική προετοιμασία και ανάπτυξη της υπόθεσής του ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον των Εναγόντων τα πραγματικά έξοδα που δικαιούται η Εναγόμενη ως διάδικος συμφώνως με τους Θ.Π.Δ, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (υπ.)............. Χ.Μ. Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.