← Κύπρος

GRIFFON AIRCRAFT MAINTENANCE LIMITED ν. PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής 143/19, 23/5/2022

GRIFFON AIRCRAFT MAINTENANCE LIMITED ν. PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής 143/19, 23/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 143/19 Μεταξύ: GRIFFON AIRCRAFT MAINTENANCE LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και - PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED Εναγόμενων Ημερομηνία: 23η Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα. Αρμεύτη Για τους Εναγόμενους: κος. Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους διαδίκους μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος κατ' εφαρμογή των διαδικαστικών κανονισμών που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο των μέτρων προς αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού (Covid-19) και κατόπιν λήψης της ρητής συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Εισαγωγή και έγγραφες προτάσεις Στις 25 Ιανουαρίου του 2018, στην οδό XXX XXX στη Λεμεσό, συγκρούστηκαν όχημα ιδιοκτησίας των Εναγόντων και όχημα ασφαλισμένο από τους Εναγόμενους. Τα διάδικα μέρη διαφωνούν ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και εν τέλει ως προς το ποια εκ των δύο οδηγών των οχημάτων ευθύνεται για τη πρόκλησή της. Αυτό είναι και το μοναδικό ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Τούτο επειδή οι Εναγόμενοι, στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων τους, Έγγραφο Β, παραδέχθηκαν το ύψος της ζημιάς στο όχημα των Εναγόντων. Στο Κλητήριο Ένταλμα, ως τροποποιήθηκε, οι Ενάγοντες καταλογίζουν ευθύνη πρόκλησης της σύγκρουσης στην οδηγό του οχήματος που ήταν ασφαλισμένο από τους Εναγόμενους. Ισχυρίζονται, παραθέτοντας και λεπτομέρειες, ότι, ενώ το όχημά τους, με αριθμούς εγγραφής [ ] (στο εξής το «[ ]»), ήταν σταθμευμένο στην οδό XXX XXX στη Λεμεσό με τα φώτα κινδύνου αναμμένα, το όχημα που καλυπτόταν με ασφαλιστήριο από τους Εναγόμενους και αριθμούς εγγραφής [ ] (στο εξής το «[ ]»), κινήθηκε αριστερότερα της πορείας του και συγκρούστηκε στο αριστερό πίσω μέρους του [ ]. Οι Εναγόμενοι αντιτείνουν και υποστηρίζουν με σχετικές λεπτομέρειες, ότι για τη σύγκρουση οφείλεται η οδηγός του [ ], η οποία, ενώ είχε παράνομα σταθμεύσει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, κινήθηκε με την όπισθεν και προσέκρουσε στο [ ], το οποίο με τη σειρά του κινείτο στη σωστή λωρίδα κυκλοφορίας. Μαρτυρία Η Αγωγή εκδικάστηκε με ταχεία διαδικασία ως προνοείται στη Διαταγή 30 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Έγγραφη μαρτυρία για την πλευρά των Εναγόντων καταχώρησαν οι κ. XXX Ιάπωνας (ως «ΜΕ1») και κα. XXX Avgousti (ως «ΜΕ2»), η δήλωση της οποίας μεταφράστηκε από τη δικηγόρο κα. XXX Παπαθωμά από τα Αγγλικά στα Ελληνικά. Από την πλευρά των Εναγόμενων, κατέθεσε έγγραφη μαρτυρία ο κ. XXX Θεοδοσίου (ως «ΜΥ1»). Η μαρτυρία όλων είναι γραπτή και δεν επαναλαμβάνεται αυτούσια. Όπου κρίνεται σκόπιμο παρατίθεται σύνοψή της και, προκειμένου να επεξηγηθούν συγκεκριμένα σημεία της απόφασης του Δικαστηρίου, σχετικά αποσπάσματα. Συνοπτικά, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι είναι επικεφαλής του Τμήματος Διευθέτησης Απαιτήσεων της εταιρείας Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ., που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε το [ ]. Μεταφέρει τη δήλωση της οδηγού του [ ] προς την υπηρεσία οδικής βοήθειας που μετέβηκε στο σημείο της σύγκρουσης και επισυνάπτει έκθεση και 13 φωτογραφίες που έλαβε ο λειτουργός της υπηρεσίας οδικής βοήθειας ως Τεκμήριο

  1. Αναφέρει επίσης ότι η ζημιά στο όχημα των Εναγόντων εκτιμήθηκε από τον XXX Κκεσέ και επιδιορθώθηκε από την εταιρεία ΑΜΝ Excelence D' Automobile Ltd. (Τεκμήρια 2, 3 και 4) και καταλήγει ότι το απαιτούμενο ποσό, το οποίο μέχρι και την ημέρα της μαρτυρίας του ήταν απλήρωτο, ανέρχεται εις τα €1076,
  2. Πιστεύει ότι η οδηγός του [ ] ευθύνεται για την επίδικη σύγκρουση. Η ΜΕ2 αναφέρει ότι την επίδικη μέρα και ώρα και ενώ έβρεχε, στάθμευσε στο συγκεκριμένο σημείο επί τις οδού XXX XXX με τα φώτα κινδύνου αναμμένα. Περίμενε να πάρει τα παιδιά της από το φροντιστήριο. Στάθμευσε το [ ] διαγώνια με αυτό να εξέχει «ελάχιστα» από τη γραμμή στο πλάι του δρόμου. Ενώ ήταν σε αυτή τη θέση, το [ ] συγκρούστηκε στο πίσω αριστερό μέρος του [ ]. Κάλεσε την ασφαλιστική εταιρεία και κατέφθασε λειτουργός οδικής βοήθειας ο οποίος έλαβε φωτογραφίες της σκηνής. Το ίδιο έπραξε και η οδηγός του [ ]. Ουδείς της καταλόγισε οποιαδήποτε ευθύνη ενόσω ήταν στη σκηνή. Μετά ενημερώθηκε ότι η οδηγός του [ ] ισχυρίστηκε ότι κινήθηκε με την όπισθεν. Διαφωνεί με τη θέση τούτη, μια ισχυρίζεται ότι ήταν το μόνο άτομο που επέβαινε του οχήματος και άρα δεν είχε λόγο να κινηθεί με την όπισθεν, προτού να επιβιβασθούν στο όχημα τα παιδιά της. Συνεχίζει λέγοντας ότι η θέση της επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες που έλαβε ο λειτουργός της οδικής βοήθειας, ενώ αν τα πράγματα είχαν ως τα περιέγραψαν οι Εναγόμενοι, τότε η οδηγός του [ ] θα προέβαινε σε αντανακλαστική κίνηση δεξιά και τα οχήματα δεν θα ήταν στις τελικές θέσεις που απαθανατίστηκαν. Ο ΜΥ1, με τη σύντομη μαρτυρία του, αναφέρει ότι είναι Γενικός Αντιπρόσωπος των Εναγόμενων και χειρίζεται απαιτήσεις. Λόγω του ότι η οδηγός του [ ] είναι αλλοδαπή, δεν βρισκόταν στην Κύπρο για να επιβεβαιώσει τη δήλωσή της που έδωσε στο λειτουργό οδικής βοήθειας και επισυνάπτει ο ίδιος αυτή ως Τεκμήριο 1 στη δική του δήλωση. Επισυνάπτει, ως Τεκμήρια 2 και 3, δύο φωτογραφίες της σκηνής που λήφθηκαν από κάποια «Autohelp» και πιστεύει ότι οι θέσεις των οχημάτων, όπως απεικονίζονται, αλλά και οι ζημιές στο [ ], που εντοπίζονται στον πίσω τροχό και φτερό και όχι μπροστά, καταμαρτυρούν ότι το [ ] κινήθηκε με όπισθεν. Αναφέρει ότι τις εν λόγω φωτογραφίες τις απέστειλε στην ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε το [ ] μαζί με την επιστολή, Τεκμήριο
  3. Ακρόαση και αγορεύσεις Οι δικηγόροι των διαδίκων δεν αντεξέτασαν οποιοδήποτε από τους μάρτυρες της άλλη πλευράς. Κατά την ημέρα της Ακρόασης κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, η δικηγόρος των Εναγόντων το Έγγραφο Α και ο δικηγόρος των Εναγόμενων το Έγγραφο Β. Η δικηγόρος των Εναγόντων επαναλαμβάνει την εκδοχή των γεγονότων που προώθησαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 και αναφέρει ότι ο ΜΥ1 δεν ήταν στη σκηνή της σύγκρουσης και η μαρτυρία του είναι δεύτερου βαθμού εξ ακοής. Αναλύοντας τις πρόνοιες του Άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και σχετική επί του θέματος νομολογία εισηγείται ότι μόνο πολύ μικρή βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του ΜΥ
  4. Αναφέρει δε ότι η θέση που προωθείται από τους Εναγόμενους είναι παράλογη, μια και η ΜΕ2 αναφέρει ότι το [ ] εξείχε ελάχιστα του χώρου στάθμευσης και γι' αυτό το [ ] προσέκρουσε στο πίσω του μέρος (παράγραφος 18 της γραπτής αγόρευσης). Υποστηρίζει ότι, έστω και το [ ] να απόφρασσε το δρόμο, τούτο δεν σημαίνει ότι αυτομάτως η οδηγός του ευθύνεται για τη σύγκρουση. Οι Εναγόμενοι, γράφει η συνήγορος, δεν έθεσαν ζήτημα ορατότητας κατά τη σύγκρουση. Μια και το [ ] ήταν εκείνο που βρισκόταν εν κινήσει, το κατά πόσο το [ ] ήταν παράνομα σταθμευμένο ή όχι δεν επενεργεί ως αιτία πρόκλησης της σύγκρουσης και κατά συνέπεια η ευθύνη πρόκλησής της βαραίνει την οδηγό του [ ], που δεν έκανε, ως όφειλε, οποιαδήποτε κίνηση αποφυγής του [ ]. Έστω και στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει στο ότι το [ ] κινήθηκε με την όπισθεν τότε μέρος της ευθύνης εξακολουθεί να φέρει η οδηγός του [ ]. Με το Έγγραφο Β, που καταλαμβάνει ουσιαστικά έκταση περίπου μιας σελίδας, ο δικηγόρος των Εναγόμενων εισηγείται ότι η μαρτυρία θα πρέπει να αξιολογηθεί στη βάση των φωτογραφιών της σκηνής, μια και δεν υπήρχε τρίτος αυτόπτης μάρτυρας στη σκηνή. Σύμφωνα λοιπόν με τη φωτογραφία Τεκμήριο 2 στην μαρτυρία του ΜΥ1, το [ ] είναι εκτός του χώρου στάθμευσης, μαρτυρία που διαψεύδει τα όσα ισχυρίστηκε η ΜΕ
  5. Από τις τελικές θέσεις και κατευθύνσεις των οχημάτων φαίνεται ότι είναι το [ ] που συγκρούστηκε στο [ ]. Το ύψος των ζημιών, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, είναι παραδεκτό. Νομική πτυχή Η αμέλεια, στις περιπτώσεις τροχαίων συγκρούσεων, κρίνεται αντικειμενικά με κριτήριο το συνετό οδηγό[1] ο οποίος «χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο»[2] και ανάλογα συνεκτιμάται το γεγονός ότι «το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη»[3]. Στην Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. Σταματίας Κουμάση κ.α.

(1995)1 Α.Α.Δ. 150 λέχθηκε ότι «[.] ο οδηγός οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κυρίου δρόμου, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπει [από πάροδο] στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει». Στην Ευάγγελος Χαραλάμπους ν. Θεοφάνη Στυλιανού
(1991)1 Α.Α.Δ. 284, καθοριστικοί παράγοντες στον καταμερισμό ευθύνης κρίθηκαν «η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας [.] και της ζημιάς». Υπενθυμίζεται ότι σε υποθέσεις αστικής φύσεως, ο Ενάγων φέρει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[4]. Το βάρος αποσείεται αποκλειστικά με μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[5]. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις τροχαίων συγκρούσεων, δίδεται βαρύτητα στα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας ως τον αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των γεγονότων[6]. Το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μερικώς τη μαρτυρία μάρτυρα στην υπόθεση[7] νοουμένου ότι η μερική αποδοχή αιτιολογείται[8]. Τέλος επισημαίνεται ότι μαρτυρία που εκφεύγει του πλαισίου των δικογράφων δεν λαμβάνεται υπόψη[9]. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Η κατάθεση έγγραφης μαρτυρίας δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να παρακολουθήσει ζωντανά τους μάρτυρες και να κρίνει δικαστικώς τη συμπεριφορά εκάστου εξ αυτών στο εδώλιο. Συνεπώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους προσεγγίζεται με αναλογική εφαρμογή των επί του θέματος καθιερωμένων Νομολογιακών αρχών. Οι αρχές αυτές καθορίζουν ότι η μαρτυρία πρέπει να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων», χωρίς μικροσκοπική κρίση ή απομόνωση των λεγόμενων των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας[10]. Τόσο το περιεχόμενο, όσο και η ποιότητα, η πειστικότητα αλλά και η σύγκριση κάποιας μαρτυρίας στην υπόθεση με την υπόλοιπη[11] αξιολογούνται. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης, όπως και του ΜΥ1, είναι εξ ακοής. Ουδείς εκ των δύο ήταν παρόν στη σκηνή της σύγκρουσης και ουδείς επισκέφθηκε τη σκηνή μετά τη σύγκρουση. Το έργο αυτό ανέλαβαν, ως λέχθηκε, εκπρόσωποι των υπηρεσιών οδικής βοήθειας που συνεργάζονταν με τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εταιρείες οι οποίες, με τη σειρά τους, παρείχαν κάλυψη στα ενεχόμενα οχήματα. Συνεπώς, τόσο η μαρτυρία του ΜΕ1 όσο και του ΜΥ1, ουσιαστικά χρησιμοποιήθηκαν για να μεταφέρουν στο Δικαστήριο μαρτυρία, η οποία προέκυψε από άλλα πρόσωπα. Σε σχέση με την εκτίμηση και επιδιόρθωση της ζημιάς, η μαρτυρία του ΜΕ1 παρέμεινε αναντίλεκτη και εν τέλει οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν το ύψος της. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει παρά να καταλήξει ότι το ύψος της ζημιάς στο [ ] ανέρχεται στο ποσό των €1076,
  1. Η λοιπή μαρτυρία του ΜΕ1, ομολογουμένως, βάδισε πιστά στην πορεία που χάραξαν τα δικόγραφα των Εναγόντων. Το γεγονός ότι τρίτα πρόσωπα του μετέφεραν τις πληροφορίες που παραθέτει δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του αυτή καθαυτή δεν κρίνεται ως ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτυλίχθηκαν στη σκηνή της σύγκρουσης, αλλά τα όσα μεταφέρει εξ ακοής αξιολογούνται υπό το φως ότι η ΜΕ2 έδωσε επίσης μαρτυρία στην υπόθεση. Η επίδραση δε της μαρτυρίας του ΜΕ1 συνεκτιμάται στο σύνολο της μαρτυρίας των Εναγόντων. Σημειώνεται ότι αντίγραφα τόσο της έκθεσης της οδικής βοήθειας «Rescueline» όσο και των φωτογραφιών που λήφθηκαν από λειτουργό της όταν κατέφθασε στη σκηνή, επανακαταχωρήθηκαν ως τεκμήρια στην έγγραφη μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία ήταν μία εκ των ενεχομένων οδηγών και αξιολογούνται πιο κάτω. Η μαρτυρία της ΜΕ2, δηλαδή της οδηγού του [ ], κρίνεται σημαντική, μια και μέσα από αυτή το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει πληροφόρηση αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίδικη σύγκρουση. Στη μαρτυρία της παρατηρούνται τα εξής, τα οποία, όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω, θέτουν εν αμφιβόλω τα πλέον καίρια σημεία αυτής. Θέση της ΜΕ2 είναι ότι εκείνη στάθμευσε το [ ] διαγώνια σε χώρο στάθμευσης με αυτό να εξέχει ελάχιστα εντός του δρόμου. Πέραν του ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε ειδικά δικογραφηθεί, η ΜΕ2 δεν επεξηγεί τι αντιλαμβάνεται ή τι εννοεί με τη λέξη ελάχιστα. Η θέση της ότι ουδέποτε κινήθηκε μετά που στάθμευσε, φανερώνει ότι το ελάχιστα, για την ΜΕ2, είναι εκείνο που φαίνεται στις σχετικές με το ζήτημα φωτογραφίες από το Τεκμήριο 1 που η ίδια κατέθεσε. Η πρώτη φωτογραφία βρίσκεται στο πάνω αριστερό μέρος της τρίτης σελίδας του Τεκμηρίου 1 και η δεύτερη στο κάτω δεξί μέρος της αμέσως επόμενης σελίδας. Και στις δύο είναι εμφανές ότι το [ ] έχει διαγώνια κλίση στην αντίθετη κατεύθυνση κυκλοφορίας και εξέχει από το μέσο περίπου της μπροστινής δεξιάς πόρτας (όπως απεικονίζεται) μέχρι και τον πίσω δεξί τροχό. Η θέση στην οποία βρέθηκε το [ ] επιβεβαιώνεται και από την αντίθετη λήψη στη φωτογραφία Τεκμήριο 2 στην έγγραφη μαρτυρία του ΜΥ1 και ως φαίνεται, με περισσότερη ευκρίνεια, αυτό καταλαμβάνει σχεδόν το ήμισυ της λωρίδας κυκλοφορίας. Συνεπώς, οι θέσεις της ΜΕ2 ότι από τη μία στάθμευσε το [ ] με αυτό ελάχιστα να εξέχει από τη θέση στάθμευσης και από την άλλη ότι ουδέποτε κινήθηκε με την όπισθεν κρίνονται ασυμβίβαστες. Εάν γίνει δεχτή η θέση της ότι το όχημά της εξείχε ελάχιστα, τότε ο μόνος τρόπος να βρεθεί στο σημείο που απεικονίζεται στις πιο πάνω αναφερόμενες φωτογραφίες, ήταν να μετακινηθεί. Όμως αυτή η διαπίστωση δεν θα ήταν αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε εύρημα επί του κατά πόσο το [ ] κινήθηκε με την όπισθεν ή όχι. Όπως επεξηγείται πιο κάτω, το θέμα εξετάζεται και σε σχέση με τις καταγεγραμμένες ζημιές στο Τεκμήριο 1 της ΜΕ
  2. Έχοντας αναφέρει αυτά, δεν διέφυγε στο Δικαστήριο ότι η θέση που προβάλλεται από την ΜΕ2 δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, η οποία ως επίσης εξηγείται πιο κάτω, ήταν διαφορετική. Προτού όμως προχωρήσω σε εξέταση των ζημιών, παρατηρώ ότι στην παράγραφο 7 της μαρτυρίας της, η ΜΕ2 αναφέρει ότι ήταν το μόνο άτομο που επέβαινε το [ ] κατά την ώρα της σύγκρουσης. Αυτό τίθεται από την ΜΕ2 προκειμένου να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της ότι δεν είχε λόγο να κινηθεί με την όπισθεν, ως της καταλόγισε η οδηγός του [ ], μια και δεν είχε ακόμα παραλάβει τα παιδιά της από το φροντιστήριο. Τόσο στην παράγραφο 4 του Κλητηρίου Εντάλματος όσο και στην παράγραφο 3 της γραπτής μαρτυρίας του ΜΕ1, προβάλλεται ισχυρισμός ότι η οδηγός του [ ] κινήθηκε «αριστερότερα της πορείας της» με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στο πίσω αριστερό μέρος του [ ]. Η ίδια η ΜΕ2 στην μαρτυρία της παραλείπει τη λεπτομέρεια τούτη, αλλά ως ο ΜΕ1 υποστηρίζει, η ίδια ήταν που τη δήλωσε στο λειτουργό της υπηρεσίας οδικής βοήθειας. Όμως, ουδείς εκ των μαρτύρων των Εναγόντων επεξηγεί πως η ΜΕ2 ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι το [ ] κινείτο με συγκεκριμένη πορεία και σε κάποιο χρονικό σημείο παρέκκλινε αυτής και «κινήθηκε αριστερότερα», ενόσω εκείνη βρισκόταν εντός του σταθμευμένου [ ]. Ούτε δίδεται άλλη εξήγηση ως προς το πως προέκυψε ο ισχυρισμός τούτος. Η μαρτυρία του ΜΕ1 επί του σημείου είναι εξ ακοής. Από τη στιγμή που στο Δικαστήριο κατέθεσε και η ΜΕ2, στην οποία ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποδόθηκε από τον ΜΕ1 και εκείνη δεν τον προώθησε, δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση του ΜΕ1 και να δεχθώ ότι οι Ενάγοντες προσκόμισαν ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι το [ ] κινήθηκε αριστερότερα της πορείας του. Και πάλι δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι ο ισχυρισμός ότι η οδηγός του [ ] περίμενε να παραλάβει τα παιδιά της από το φροντιστήριο και ότι συνειρμικά θα ήταν παράλογο να κινηθεί με την όπισθεν, αφενός δεν δικογραφείται και αφετέρου, πέραν της απλής δήλωσης της ίδιας, δεν αποδεικνύεται με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Τα αντίστοιχα σημεία σύγκρουσης και πρόκλησης ζημιάς στα ενεχόμενα οχήματα, όπως αυτά καταγράφονται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 1 της ΜΕ2 κρίνονται σημαντικά στο έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας και εξαγωγής ευρημάτων. Ως καταγράφεται, το [ ] υπέστη ζημιές στον πίσω προφυλακτήρα, στη γωνία πίσω αριστερά και φτερό πίσω αριστερά. Το [ ] υπέστη ζημιά στην πόρτα του συνοδηγού, στην πίσω πόρτα συνοδηγού, στον πίσω προφυλακτήρα στο φτερό μπροστά αριστερά και στο φτερό πίσω αριστερά. Η ζημιά που εντοπίζεται πιο μπροστά από τις άλλες στο [ ] είναι εκείνη στο μπροστινό αριστερό φτερό. Το συγκεκριμένο σημείο σύγκρουσης διακρίνεται στη φωτογραφία στο πάνω αριστερό μέρος της τέταρτης σελίδας του Τεκμηρίου 1 και στις δύο φωτογραφίες στο κάτω μέρος της επόμενης σελίδας. Στις εν λόγω φωτογραφίες είναι εμφανή και σημάδια τριβής σε ολόκληρη σχεδόν την αριστερή πλευρά του [ ], πράγμα που φαίνεται να συνάδει και με την περιγραφή στην οποία προβαίνει και ο λειτουργός της «Rescueline» στο Τεκμήριο 1 της ΜΕ
  3. Από την άλλη, η ζημιά που εντοπίζεται στο [ ] πιο μπροστά από τις άλλες, είναι εκείνη στο φτερό πίσω αριστερά. Θέση της ΜΕ2 είναι ότι το [ ] ήταν παρκαρισμένο και ακίνητο και ότι το [ ] αμελώς προσέκρουσε σε αυτό, χωρίς να προσπαθήσει να το αποφύγει. Βάσει των σημείων σύγκρουσης των οχημάτων, όπως καταγράφηκαν στο Τεκμήριο 1 της ΜΕ2, δεν εντοπίστηκε ζημιά ούτε στον μπροστινό προφυλακτήρα του [ ], ούτε στην μπροστινή αριστερή γωνία του προφυλακτήρα. Προκύπτει συνεπώς ότι εάν η σύγκρουση οφειλόταν στην παράλειψη του [ ] να παρατηρήσει το κατ' ισχυρισμό εμπόδιο που δημιουργούσε το [ ] με τη διαγώνια στάθμευσή του και που «ελάχιστα» εξείχε στο δρόμο, τότε το σημείο επαφής του [ ] θα ήταν ο μπροστινός προφυλακτήρας του έστω στην μπροστινή αριστερή γωνία του. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου είναι ότι τα σημεία των ζημιών στα ενεχόμενα οχήματα καταμαρτυρούν ότι ήταν το όχημα [ ] που προσέκρουσε στο όχημα [ ] και όχι αντίστροφα. Καταλήγω ότι η θέση της ΜΕ2, ότι το [ ] ήταν σταθμευμένο και δεν κινήθηκε, αλλά μόνον εξείχε ελάχιστα στο δρόμο, δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, αλλ' ούτε βρίσκει λογικό έρεισμα και συνεπώς απορρίπτεται. Αναφορικά με τον ΜΥ1, ως προαναφέρθηκε, ο ίδιος μετέφερε μαρτυρία τρίτων προσώπων στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του γενικά κινήθηκε επί της πορείας που χάραξαν τα δικόγραφα των Εναγόμενων. Στην παράγραφο 4 της δήλωσής του αναφέρει μόνον ότι το [ ] χτυπήθηκε στον πίσω τροχό και φτερό από το όχημα [ ]. Λεπτομερής καταγραφή αναφορικά με τις ζημιές στο [ ] από το λειτουργό της οδικής βοήθειας των Εναγόμενων δεν υπάρχει. Η θέση του ΜΥ1 αυτή συγκρούεται με τα όσα διακρίνονται στις φωτογραφίες και στην έκθεση στο Τεκμήριο 1 της ΜΕ2, δηλαδή με την ύπαρξη σημαδιών τριβής σε ολόκληρη σχεδόν την αριστερή πλευρά του [ ]. Το Τεκμήριο 4 της δήλωσής του δεν αποκαλύφθηκε σύμφωνα με το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλ' ούτε επεξηγήθηκε στο Δικαστήριο η παράλειψη τούτη και συνεπώς, δυνάμει των προνοιών της Διαταγής 28 θεσμός 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, δεν επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί[12] και δεν λαμβάνεται υπόψη. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι το [ ] κινήθηκε με την όπισθεν και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας μετά που ο εμπρόσθιος προφυλακτήρας του [ ] είχε ήδη περάσει από πίσω του και συγκρούστηκε στο [ ] πρώτα στο μπροστινό αριστερό φτερό προκαλώντας του ζημιές, οι οποίες ξεκινούν από το εμπρόσθιο αριστερό φτερό και καταλήγουν στο πίσω αριστερό φτερό, αφού το [ ] συνέχισε να κινείται και μετά τη σύγκρουση. Εν όψει του σημείου της πρώτης επαφής του [ ] με το [ ], αποτελεί επίσης εύρημά μου ότι η οδηγός του [ ] δεν είχε χρόνο να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση αποφυγής της κίνησης του [ ]. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι αποκλειστική ευθύνη για τη πρόκληση της σύγκρουσης φέρει η ο οδηγός του οχήματος [ ] και κατά συνέπεια η Αγωγή δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. Ανδρέας Βίκης ν Πολύκαρπου Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345) [2] (βλ. Άδωνης Αλεξάνδρου (ανήλικος) ν. Άντρης Σωτηρίου Λεβέντη κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420) [3] (βλ. Βίκης υποσημ. 1 πιο πάνω) [4] (βλ. Χρύσανθου ν Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295) [5] (βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220) [6] (βλ. Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία
(2003)1 Α.Α.Δ. 540) [7] (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454) [8] (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) [9] (βλ. Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 A.A.Δ. 24) [10] (βλ. Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης ν. Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1056) [11] (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) [12] «If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing [.]». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.