← Κύπρος

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΒΑΡΝΑΒΑ ν. S. PAPAVASSILIOU CONSULTING LTD, Αγωγή αρ. 632/2021, 27/6/2022

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΒΑΡΝΑΒΑ ν. S. PAPAVASSILIOU CONSULTING LTD, Αγωγή αρ. 632/2021, 27/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 632/2021 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΒΑΡΝΑΒΑ Ενάγουσα v. S. PAPAVASSILIOU CONSULTING LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις Για Ενάγουσα: Α. Αβραάμ Για Εναγόμενη: Τζ. Α. Βασιλείου (κα) για Αντώνης Μ. Βασιλείου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης €1.500,00 ως υπόλοιπο δυνάμει εγγράφου που προσδιορίζει ως γραμματίου συνήθους τύπου, που υπογράφθηκε την 25.09.2020, για €3.000,00, έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε σε δύο δόσεις ύψους €1.500,00, την 25.09.2020 και την 30.11.

  1. Η Εναγόμενη, σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, πλήρωσε την πρώτη συμφωνημένη δόση ημερομηνίας 25.09.2020 και παρέλειψε να πληρώσει τη δεύτερη. Παρόλο που ειδοποιήθηκε κατ' επανάληψη να εξοφλήσει, δεν ανταποκρίθηκε. Η Εναγόμενη παραδέχεται τη συμφωνία και ότι την 25.09.2020 κατέβαλε €1.500,00 έναντι, αλλά ισχυρίζεται ότι πλήρωσε στην Ενάγουσα τη δεύτερη δόση την 01.11.2020, ισχυρισμό που η Ενάγουσα αρνείται, με απαντητικό δικόγραφο. Για το εάν επήλθε παράλειψη πληρωμής της δόσης ημερομηνίας 30.11.2020 ή εάν αυτή πληρώθηκε πριν να καταστεί ληξιπρόθεσμη, που είναι το μόνο επίδικο θέμα, τα μέρη επέλεξαν τη δικαστική επίλυση της διαφοράς. Η δίκη διεξήχθη με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Κατέθεσαν έγγραφη μαρτυρία η Ενάγουσα (ΜΕ1) και η διευθύντρια της Εναγόμενης κυρία Χριστιάνα Πετρίδου (ΜΥ1). Οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν, με γραπτές αγορεύσεις. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Στη μαρτυρία της, η ΜΕ1, σε σχέση με ό,τι ζητήθηκε να αποφασιστεί, αναφέρει πως δεν πληρώθηκε η δεύτερη δόση ημερομηνίας 30.11.2020, των €1.500,00, εξ ου και την 11.02.2021 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Εναγόμενη, που παραλήφθηκε. Προσκομίζει το έγγραφο που προσδιορίζει ως γραμμάτιο και την ηλεκτρονική αυτή επικοινωνία, που σημειώνονται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2 αντίστοιχα. Την 01.11.2020, πράγματι, εξέδωσε απόδειξη είσπραξης με αριθμό 5/2020, αλλά αφορούσε στο τιμολόγιο με αριθμό 6/2020 για το ποσό των €3.753,47, που, κατά τη θέση της, δεν σχετίζεται με την επίδικη συμφωνία. Προσκομίζονται το τιμολόγιο και η απόδειξη πληρωμής και σημειώνονται ως Τεκμήριο
  2. Το τιμολόγιο, όπως φαίνεται από το περιεχόμενό του, αφορούσε νομικές υπηρεσίες σχετικά με πέντε αγωγές. Η συμφωνία ουδέποτε, κατά τη θέση της Ενάγουσας, έπαυσε να ισχύει, με την έκδοση του τιμολογίου εκείνου. Γι' αυτό, την 29.11.2020, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την ΜΥ1 και τον κύριο Θεόδουλο Παπαβασιλείου, για να υπενθυμίσει τη δόση των €1.500,00, της είχαν αναφέρει ότι θα πληρώνονταν κανονικά την 30.11.
  3. Την 30.11.2020, έλαβε μήνυμα από την ΜΥ1 στο κινητό της ότι δεν μπορούσε να πληρωθεί η δόση. Την 02.12.2020, υπήρξε ξανά επικοινωνία δια μηνυμάτων, όπως και την 14.12.2020 και την 10.02.
  4. Τα μηνύματα προσκομίζονται και σημειώνονται ως Τεκμήριο
  5. Τα μηνύματα που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 4 περιέχουν υποσχέσεις διευθέτησης μιας οφειλής, και καταλήγουν στο ότι δεν υπάρχουν χρήματα. Η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι προβάλλονταν διάφορες δικαιολογίες για να αποφευχθεί η πληρωμή, εξ ου και προχώρησε με αγωγή. Στη δική της μαρτυρία, η ΜΥ1, επιμένει στην εκδοχή πως η συμφωνία που φέρεται ως γραμμάτιο εξοφλήθηκε πλήρως ή έπαυσε να ισχύει με το τιμολόγιο και την απόδειξη πληρωμής του Τεκμηρίου
  6. Η ΜΥ1 εξηγεί πως η σχέση που είχε η Ενάγουσα με την Εναγόμενη ήταν σχέση δικηγόρου-πελάτη, τόσο για δικαστικές όσο και για εξωδικαστικές υποθέσεις. Για τις πέντε αγωγές (τρεις αγωγές του 2018, και δύο αγωγές του 2019), είχε χρεωθεί το συνολικό ποσό των €5.253,47, για δικηγορική αμοιβή και πραγματικά έξοδα. Το ποσό των €1.253,47, που ήταν για πραγματικά έξοδα, είχε προπληρωθεί, για να γίνει η καταχώριση των αγωγών, και δόθηκε και ένα ποσό €1.500,00 προκαταβολικά για τις τρεις αγωγές του 2018 (€500,00 η κάθε μία). Η Ενάγουσα δεν είχε εκδώσει άμεσα τιμολόγιο για τα ποσά που εισέπραξε. Την 24.09.2020, εκδόθηκε το τιμολόγιο 3/2020 για το ποσό των €1.500,00 (που είχε εισπραχθεί), για το οποίο εκδόθηκε και απόδειξη είσπραξης (προσκομίζει σχετικά έγγραφα που σημειώνονται ως Τεκμήριο 5), και είχε αναφερθεί πως θα προχωρούσε στην έκδοση και άλλου τιμολογίου, για το υπόλοιπο ποσό των €1.500,00 που αφορούσε τις ίδιες αγωγές, δηλαδή τις τρεις αγωγές του 2018, για τα πραγματικά έξοδα, και για τις δύο αγωγές του 2019 (€500,00 η κάθε μία). Για να έχουν κάτι νόμιμο στα χέρια τους, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη, συμφώνησαν να καταρτιστεί το έγγραφο που φέρεται ως γραμμάτιο την 25.09.2020, που θα αφορούσε την πληρωμή των τριών αγωγών που εκκρεμούσαν για το
  7. Έτσι, υπογράφθηκε το επίδικο έγγραφο για €3.000,00, πληρωτέο σε δύο δόσεις. Την 01.11.2020, η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα να εκδοθεί τιμολόγιο και για τα πραγματικά έξοδα των €1.253,47 που αφορούσαν και τις πέντε αγωγές και είχαν ήδη καταβληθεί, για την αμοιβή των δύο αγωγών του 2019 (€500,00 έκαστη), και για το ποσό των €1.500,00 που αφορούσε τη δεύτερη δόση του φερόμενου ως γραμματίου. Έτσι, εκδόθηκε το τιμολόγιο του Τεκμηρίου 3 που εξοφλήθηκε και περιέχει τη δεύτερη δόση των €1.500,
  8. Εφόσον το τιμολόγιο περιέχει τη δεύτερη δόση του φερόμενου ως γραμματίου, το τελευταίο έχει εξοφληθεί. Κατά την ΜΥ1, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, υπήρχαν και άλλες οικονομικές εκκρεμότητες, όπου η Εναγόμενη ενεργούσε ως εισπράκτορας της Ενάγουσας μεταξύ κοινών πελατών. Η ΜΥ1 πιστεύει πως, για να διεκδικήσει οφειλή από άλλες υπηρεσίες, η Ενάγουσα, χρησιμοποιεί το έγγραφο εκείνο, που όμως εξοφλήθηκε. Η συνομιλία του Τεκμηρίου 4 αφορά σε άλλες οικονομικές εκκρεμότητες που δεν σχετίζονται με τη δεύτερη δόση του φερόμενου ως γραμματίου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που δημιουργεί η δικογραφία· δεν βαίνει εκτός αυτής[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο προκύπτουν αναγκαστικά και κρίσεις αναφορικά και με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας προσαρμόζεται κατά τρόπο ανάλογο. Πρόκειται για κρίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία ζωντανής ατμόσφαιρας και την αναγκαστική απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Όπως προκύπτει από το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, «γραμμάτιο συνήθους τύπου» (στην αρχική αγγλική διατύπωση του νόμου «bond in customary form»), είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς 9,00% ετησίως, και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποίαν παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται «οφειλέτης χρέους» ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται «πιστωτής». Σε περιπτώσεις όπου ένα έγγραφο συνιστά γραμμάτιο υπό το άρθρο 78, τότε τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 80, το οποίο προνοεί πως σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό, αλλά σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Ως έχει νομολογηθεί[5], το Δικαστήριο, στις υποθέσεις γραμματίου συνήθους τύπου, που συνιστά ιδιάζουσα νομική οντότητα, δεν εξετάζει τη δεδηλωμένη αντιπαροχή (που όμως πρέπει να υπάρχει και να αναφέρεται). Ερμηνεύει, όμως, αυστηρά τις νομοθετικές διατάξεις, ενόψει και του ότι, εάν πληρούνται οι νομοθετημένες προϋποθέσεις, δημιουργείται αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται στο γραμμάτιο, και οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Βεβαίως, ο χαρακτηρισμός που δίδει η Ενάγουσα στο έγγραφο βάσει του οποίου αξιώνει, ή που αμφότερα τα μέρη δίδουν, δεν συνιστά αυτός το αγώγιμο δικαίωμα, αλλά τα γεγονότα[6]. Κατά τα λοιπά, το νομοθετημένο γραμμάτιο συνήθους τύπου δεν παύει να είναι ένα είδος συμφωνίας εξασφάλισης υπόσχεσης πληρωμής (surety contract) και με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που κατά τον νομοθέτη συνθέτουν μια συνηθισμένη μορφή (a customary form), που δεν αποκλείει τη σύναψη άλλων παρόμοιων ειδών συμφωνιών εξασφάλισης υπόσχεσης πληρωμής χρημάτων. Έτσι, ένα έγγραφο εξασφάλισης υπόσχεσης πληρωμής χρημάτων (payment bond) σε καθορισμένες μελλοντικές ημερομηνίες που δεν φέρει τόκο ή που δεν προσδιορίζει επαρκώς την αντιπαροχή, που όμως δεν αμφισβητείται πως συνάφθηκε έναντι ανταλλάγματος και ως συμφωνία έχει τέτοιο κύρος, και αποκλίνει με διάφορους τρόπους από τον νομοθετημένο συνήθη τύπο (customary form), δεν αποκλείεται να αποδίδει στον πιστωτή θεραπεία. Η σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας ως εγγύηση (collateral) στο πλαίσιο μιας συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ δικηγόρου-πελάτη, επίσης, δεν φαίνεται να αποκλείεται. Σε συμφωνίες αυτού του τύπου, ένεκα της φύσης τους (bonds), του περιεχομένου (η πληρωμή συμφωνείται ως πράξη που απλώς πρέπει να εκτελεστεί - performance) και του σκοπού τους (εξασφάλιση συγκεκριμένης πράξης πληρωμής) και κατά συνέπεια της αυστηρής ερμηνείας τους ως προς την ενεργοποίηση της υποχρέωσης να πράξει αυτός που αναλαμβάνει να πληρώσει, η μη υπογραφή εξ αρχής ή ο δόλος συνιστούν συνήθεις ή και εν τοις πράγμασι περιορισμένες υπερασπίσεις, χωρίς να σημαίνει ότι απαγορεύεται να προβληθεί (εάν υπάρχει τέτοιο έδαφος) ότι ουδέποτε επήλθε η παράλειψη πληρωμής (ουδέποτε ενεργοποιήθηκε η υποχρέωση) ή ότι υπήρξε εκτέλεση που επέφερε απαλλαγή ή ότι υπήρξε πρόωρη απαλλαγή κατόπιν τερματισμού. Δεν αμφισβητείται η σύναψη και το περιεχόμενο, το κύρος και η δεσμευτικότητα του Τεκμηρίου
  9. Όπως προαναφέρθηκε, επίδικο θέμα είναι μόνον εάν επήλθε η παράλειψη πληρωμής της δόσης ημερομηνίας 30.11.2020 ή εάν αυτή πληρώθηκε πριν να καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και εάν οποτεδήποτε επήλθε παύση της ισχύος του Τεκμηρίου 1 και απαλλαγή της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα, δια της ΜΕ1, μαρτύρησε πως υπήρξε παράλειψη πληρωμής της δεύτερης συμφωνημένης δόσης, ημερομηνίας 30.11.2020, της οποίας απαίτησε την πληρωμή, χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση. Η μαρτυρία της Ενάγουσας είναι συγκεκριμένη, συνάδει με την υφιστάμενη έγγραφη μαρτυρία, και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να οδηγεί το Δικαστήριο στο ότι δεν θα πρέπει να βασιστεί σε αυτήν. Θέτει εν πρώτοις ικανοποιητικά και επαρκώς τη βάση της απαίτησής της, ώστε το Δικαστήριο να αναζητά την υπεράσπιση. Η θέση της Εναγόμενης, από την άλλη, είναι πως το Τεκμήριο 1 εκδόθηκε για την εξασφάλιση υποχρέωσης συμφωνημένης πληρωμής δικηγορικής αμοιβής, που όμως εξοφλήθηκε με την έκδοση και πληρωμή του Τεκμηρίου 3, οπότε επήλθε πρόωρη εκτέλεση, τερματισμός της υποχρέωσης πληρωμής που αναλήφθηκε δια του Τεκμηρίου 1, και απαλλαγή από το Τεκμήριο
  10. Βρίσκεται στην ίδια το βάρος για την απόδειξη των γεγονότων που βασίζουν αυτή τη θέσης. Καταρχάς, να λεχθεί πως η μαρτυρία της ΜΥ1 είναι μέσα στο πλαίσιο της δικογραφημένης υπεράσπισης της Εναγόμενης, και δεν θα συμφωνήσω με την Ενάγουσα ότι δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή προς αξιολόγηση επειδή δεν δικογραφείται. Επί της ουσίας, ότι η δεύτερη δόση της συμφωνίας του Τεκμηρίου 1 περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 3, όπως είναι η θέση της Εναγόμενης, δεν μαρτυρείται από το ίδιο το Τεκμήριο 3, στις λεπτομέρειες του οποίου δεν αναγράφεται η εκτέλεση κάποιας υποχρέωσης με βάση το έγγραφο του Τεκμηρίου 1 ούτε η απαλλαγή από αυτό. Αντίστοιχα, στο Τεκμήριο 1, δεν αναφέρεται πως η αντιπαροχή για την οποία εκδόθηκε είναι η διασφάλιση δικηγορικής αμοιβής για την εκπροσώπηση της Εναγόμενης στις αγωγές στις οποίες αφορά το Τεκμήριο
  11. Η θέση της ΜΥ1 πως το Τεκμήριο 1 εκδόθηκε για να έχει η Εναγόμενη κάτι «νόμιμο» στα χέρια της σχετικά με την πληρωμή εξόδων σε αγωγές, ηχεί παράξενα, όχι μόνον γιατί το Τεκμήριο 1 δεν αναφέρει καθόλου κάποιες αγωγές (άρα πώς θα διασφάλιζε την Εναγόμενη και όχι την Ενάγουσα), αλλά και γιατί έρχεται σε αντίθεση με τη θέση της ίδιας ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε το Τεκμήριο 1 οφείλονταν από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα, εξ ου και εκδόθηκε, δεν εκδόθηκε για να αποδείξει γενόμενη πληρωμή. Η Εναγόμενη, εάν ήθελε να έχει γραπτώς στα χέρια της συμφωνία που να διασφαλίζει, μεταφέροντας σε έγγραφο φορέα, το ύψος της συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής, θα ζητούσε την κατάρτιση μιας γραπτής συμφωνίας παροχής νομικών/δικηγορικών υπηρεσιών. Εάν οι υπηρεσίες ήταν απλώς η εκπροσώπηση σε συγκεκριμένες αγωγές, οι σχετικές συμφωνίες θα ήταν μέρος των διοριστηρίων που θα υπέγραφε η Εναγόμενη και θα καταχωρίζονταν στους φακέλους των διαδικασιών εκείνων. Ενόψει και του ότι η σύναψη γραμματίου ή συναφούς εγγράφου συνιστά ξεχωριστή συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης (από οποιανδήποτε άλλη μπορεί να ισχύει παράλληλα μεταξύ των ιδίων), θα αναμένονταν κάποια απόδειξη από την Εναγόμενη για κάποια απαλλαγή (release/discharge). Το Τεκμήριο 1 δεν περιέχει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση σχετική με την ενεργοποίηση της υποχρέωσης πληρωμής του ποσού που αναφέρεται σε αυτό, όταν χρονικά καταστεί πληρωτέα. Η μαρτυρία της ΜΥ1 είναι η μόνη που προσπαθεί να συνδέσει το Τεκμήριο 3 με το Τεκμήριο 1, και βρίσκει αδιέξοδα. Πέραν του ότι το ίδιο το περιεχόμενο των εγγράφων, που πρώτιστα λαμβάνεται υπόψη, δεν τα συνδέει μεταξύ τους, το ποσό για το οποίο εκδόθηκε το Τεκμήριο 1, των €3.000,00, την 25.09.2020, δεν συνάδει με τα υπόλοιπα των αγωγών που υφίσταντο, κατά τη θέση της ΜΥ1, την 25.09.
  12. Εάν το συνολικό συμφωνηθέν ποσό για όλες τις αγωγές ήταν €5.253,47, και μέχρι την 25.09.2020 είχε ήδη πληρώσει η Εναγόμενη €2.753,47 (€1.253,47 για τα πραγματικά έξοδα των πέντε αγωγών, και €1.500,00 για τις προκαταβολές των τριών αγωγών του 2018), όπως ισχυρίζεται η ΜΥ1, και το υπόλοιπο οφειλόμενο για τις αγωγές, με βάση τη θέση της ΜΥ1, ήταν €2.500,00, δεν εξηγείται λογικά η υπογραφή γραμματίου ή σχετικού εγγράφου για €3.000,
  13. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου πειστική η θέση της ΜΥ1 πως, ενώ η Εναγόμενη χρειάζονταν να δικαιολογεί λογιστικά τις πληρωμές της, κατέβαλε στην Ενάγουσα το 2018 (πριν την καταχώριση των αγωγών του 2018 και προκειμένου να καταχωριστούν) συνολικό ποσό €2.753,47 και ανέμενε το 2020, δύο χρόνια μετά, να εκδοθεί τιμολόγιο ή και απόδειξη για τις πληρωμές της ή να έχει κάτι «νόμιμο» στα χέρια της, και αυτό το «νόμιμο» ήταν το Τεκμήριο 1, που δεν αναγράφει τις αγωγές, και δεν δηλώνει γενόμενη πληρωμή. Το περιθώριο που άφησε η ΜΥ1 για να νοηθεί ότι η Ενάγουσα παρέλειπε να εκτελεί νόμιμες υποχρεώσεις της, σε συνάρτηση και με τη σοβαρότητα τέτοιας αιωρούμενης θέσης, δημιουργεί την ανάλογη απαίτηση, για προσκόμιση σχετικής, συγκεκριμένης, ικανής μαρτυρίας. Σε αυτό το περιθώριο, όμως, προστέθηκε η παράλληλη προσπάθεια της ΜΥ1, ως φαίνεται μέσα από την κείμενη μαρτυρία της, να υποβιβάσει τις υπηρεσίες της δικηγόρου, συγκρίνοντάς την με «εισπράκτορα». Επιπλέον, προστέθηκαν οι γενικές και αόριστες αναφορές της ΜΥ1 πως τα μηνύματα του Τεκμηρίου 4, οι ημερομηνίες έναρξης των οποίων συνάδουν πάντως με το ληξιπρόθεσμο της δεύτερης δόσης του Τεκμηρίου 1, αφορούν σε κάτι άλλο. Είναι κοινό έδαφος πως η Ενάγουσα δεν παρείχε υπηρεσίες στην Εναγόμενη μόνον για τις πέντε αγωγές. Είναι και δεδομένο ότι στις δικαστηριακές υποθέσεις δεν υφίσταται ανάγκη διασφάλισης του χρέους της συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής με σύναψη συμφωνιών του τύπου του Τεκμηρίου
  14. Τη σειρά μηνυμάτων του Τεκμηρίου 4 είχε ακολουθήσει η απαίτηση πληρωμής από μέρους της Ενάγουσας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ημερομηνίας 11.02.2021, που δεν αμφισβητήθηκε ότι στάλθηκε ή ότι παραλήφθηκε, όπου αναφέρεται ρητά η συμφωνία του Τεκμηρίου 1, και αναφορικά με την οποία δεν φαίνεται να δόθηκε συγκεκριμένη απάντηση από μέρους της Εναγόμενης· λόγου χάριν, να προβληθεί απαντητικά η θέση ότι η Εναγόμενη απαλλάχθηκε από τη συμφωνία αυτή, πρόωρα ή μετά την λήξη με κάποια πληρωμή. Στα μηνύματα του Τεκμηρίου 4, που επίσης δεν αμφισβητεί η Εναγόμενη, υπάρχει αυξημένη οικειότητα στις σχέσεις μεταξύ της Ενάγουσας, δικηγόρου, και της ΜΥ1 (π.χ. ο τρόπος που αποκαλεί η μία την άλλη), εντελώς εκτός θεσμικού επαγγελματικού πλαισίου· ίσως να ενθάρρυνε τη ΜΥ1 να τείνει να υποβιβάζει τη σημασία των δικηγορικών υπηρεσιών, κατ' επέκταση την Εναγόμενη να αναστέλλει οφειλές προς την δικηγόρο με μεγάλη ευκολία. Ένεκα του ότι η εκδοχή της ΜΥ1 δεν συνάδει με τη μη αμφισβητούμενη έγγραφη μαρτυρία, αλλά και παρουσιάζει τα προαναφερόμενα κενά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτήν, για να καταλήξει σε ορθά ευρήματα. Συνακόλουθα, δεν μπορεί να αποδειχθεί και η θέση της Εναγόμενης, που δεν μαρτυρείται διαφορετικά, ότι η δεύτερη δόση της συμφωνίας ημερομηνίας 25.09.2020, που ήταν πληρωτέα την 30.11.2020, πληρώθηκε την 01.11.2020, πριν να καταστεί ληξιπρόθεσμη, με την έκδοση και εξόφληση κάποιου τιμολογίου που θα έπρεπε να επιφέρει απαλλαγή από τη συμφωνία αυτή. Με βάση τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και την αποδεκτή μαρτυρία της Ενάγουσας, η Εναγόμενη παρέλειψε να πληρώσει τη δεύτερη δόση του χρέους της έναντι στην Ενάγουσα, που εξασφαλίζει το αναμεταξύ τους έγγραφο ημερομηνίας 25.09.2020 (Τεκμήριο 1), και που ήταν ληξιπρόθεσμη την 30.11.2020, ενώ μέχρι τότε το Τεκμήριο 1 ήταν σε ισχύ, χωρίς οποτεδήποτε να έχει τερματιστεί και χωρίς να έχει έρθει πρόωρη απαλλαγή της Εναγόμενης από την υποχρέωσή της που περιέχει αυτό. Το Τεκμήριο 3 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το Τεκμήριο
  15. Το ποσό των €1.500,00, ενώ κατέστη απαιτητό με βάση το Τεκμήριο 1 και απαιτήθηκε δια ηλεκτρονικών μηνυμάτων (Τεκμήρια 2 και 4), παραμένει οφειλόμενο. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1.500,00, πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα της αγωγής αυτής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides

(1970)1 C.L.R. 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [5] Σαλαχώρης ν. Παναγιωτίδου, Πολιτική Έφεση 257/2010, ημερομηνίας 01.03.2016, ECLI:CY:AD:2016:A129, Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148, Λεωνίδου ν. Σπυριδάκη
(2012)1 ΑΑΔ 1694, Παύλου ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ 483, Χαραλάμπους ν. Χρηματοδοτήσεις Πάνθηρας Λίμιτεδ
(2000)1 ΑΑΔ 733, Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 ΑΑΔ 11, Raif v. Dervish
(1971)1 ΑΑΔ 158. [6] Κυπριανού ν. Βασιλείου
(2004)1 ΑΑΔ 1320. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.