← Κύπρος

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΑΝΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ, Αγωγή αρ. 2305/2020, 23/6/2022

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΑΝΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ, Αγωγή αρ. 2305/2020, 23/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2305/2020 ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΑΝΩ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ Ενάγοντες v. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Σ. Σωφρονίου για την Ενάγουσα Χρ. Χατζηλοΐζου για Χρήστος Χατζηλοΐζου ΔΕΠΕ για την Εναγόμενη Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη, δικαιούχο εγγραφής ακίνητης περιουσίας στα όρια της Κοινότητάς τους, συνολικό ποσό €654,50, για τέλη σκυβάλων και τέλη κοινοτικών υπηρεσιών, για την περίοδο 2012 έως 2017, ως αναλυτικότερα αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησής τους. Η Εναγόμενη, που δεν αρνείται ότι είναι δικαιούχος προς εγγραφή ακίνητης περιουσίας στην Κοινότητα, αρνείται να καταβάλει το ποσό αυτό, επειδή, κατά τη θέση που δικογραφεί, παράνομα οι Ενάγοντες την χρέωσαν με τα τέλη αυτά· ουδέποτε την ειδοποίησαν για την επιβολή των τελών αυτών, ενώ γνώριζαν πως η οικία ήταν ακατοίκητη. Η διαφορά αυτή προχώρησε σε δίκη, με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Κατέθεσε γραπτώς ο κύριος Κυριάκος Μαυρής, Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Πάνω Πολεμιδιών, δια της οποίας εξήγησε πως, με βάση τον νόμο, οι Ενάγοντες επιβάλλουν τέλη σκυβάλων και τέλη κοινοτικών υπηρεσιών στους κατοίκους και διαμένοντες στην Κοινότητά τους, όπως και στην Εναγόμενη, που κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε ή και ήταν δικαιούχος προς εγγραφή ακίνητης περιουσίας στην Κοινότητα. Επιβλήθηκαν και η Εναγόμενη έπρεπε να καταβάλει τα τέλη σκυβάλων για το 2012 ποσό €56,25 (€45,00 πλέον €11,25 επιβάρυνση), για το 2013 ποσό €49,50 (€45,00 πλέον €4,50 επιβάρυνση), για το 2014 ποσό €55,00 (€50,00 πλέον €5,00 επιβάρυνση), για το 2015 ποσό €55,00 (€50,00 πλέον €5,00 επιβάρυνση) και για το 2017 ποσό €55,00 (€50,00 πλέον €5,00 επιβάρυνση), και τέλη κοινοτικών υπηρεσιών για το 2012 ποσό €81,25 (€65,00 πλέον €16,25 επιβάρυνση), για το 2013 ποσό €71,50 (€65,00 πλέον €6,50 επιβάρυνση), για το 2014 ποσό €77,00 (€70,00 πλέον €7,00 επιβάρυνση), για το 2015 ποσό €77,00 (€70,00 πλέον €7,00 επιβάρυνση), και για το 2017 ποσό €77,00 (€70,00 πλέον €7,00 επιβάρυνση), που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €654,

  1. Προσκομίζει συγκεντρωτική κατάσταση που τηρούν οι Ενάγοντες, που σημειώνεται ως Τεκμήριο
  2. Ενώ οι Ενάγοντες, όπως λέει, ειδοποίησαν την Εναγόμενη να πληρώσει την οφειλή αυτή, η Εναγόμενη ουδέποτε το έπραξε. Σημειώνει ότι, αν και οι Ενάγοντες ειδοποίησαν κατ' επανάληψη την Εναγόμενη να εξοφλήσει τις οφειλές της προς την Κοινότητα, η προηγούμενη ειδοποίηση δεν είναι υποχρέωση που υπάρχει με βάση τον νόμο, καθότι οι υποχρεώσεις του είδους αυτού θεωρούνται γνωστές εκ του νόμου και η μη γνωστοποίησή τους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πληρωμής. Συνεπώς, ο κύριος Μαυρής θεωρεί ότι θα πρέπει να εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης. Δεν αντεξετάστηκε. Με τη δική της μαρτυρία, η Εναγόμενη επαναλαμβάνει ό,τι και στην Έκθεση Υπεράσπισής της, ότι δεν ειδοποιήθηκε οποτεδήποτε για την επιβολή αυτών των τελών, ενώ η κατοικία στα Πάνω Πολεμίδια ήταν ακατοίκητη, εν γνώσει των Εναγόντων. Δεν αντεξετάστηκε. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με γραπτές αγορεύσεις, προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών τους, και είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Ο κύριος Σωφρονίου επανέλαβε τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ανέφερε πως, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, έχει αποδειχθεί η απαίτησή τους και θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση. Ο κύριος Χατζηλοΐζου επανέλαβε τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που δημιουργεί η δικογραφία· δεν βαίνει εκτός αυτής[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο προκύπτουν αναγκαστικά και κρίσεις αναφορικά και με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας προσαρμόζεται κατά τρόπο ανάλογο. Πρόκειται για κρίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία ζωντανής ατμόσφαιρας και την αναγκαστική απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Οι Ενάγοντες έχουν, με βάση τον περί Κοινοτήτων Νόμου 86(Ι)/1999, την εξουσία να επιβάλλουν τέλη σκυβάλων και ετήσια εισφορά για την παροχή κοινοτικών υπηρεσιών[5] (άρθρα 82 και 83ιζ). Η εισφορά κοινοτικών υπηρεσιών είναι στη φύση της φόρος για κάλυψη δημόσιων οικονομικών αναγκών, και τα τέλη σκυβάλων έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα. Εν πάση περιπτώσει, στη διαδικασία αυτή, χάριν συντομίας, θα αναφέρονται ως τέλη. Η έννοια του «κατόχου», σύμφωνα με την οικεία ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση μη κατεχόμενης ιδιοκτησίας, το πρόσωπο που δικαιούται να την κατέχει ή και τον ιδιοκτήτη κάθε κινητής περιουσίας. Δεν υπάρχει κάποια προφανής παρανομία στο ότι οι Ενάγοντες επέβαλαν τέτοια τέλη στην Εναγόμενη. Σε συνάρτηση με το ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να ελέγχει τη νομιμότητα της επιβολής τελών (διαδικασία υπολογισμού ή επιβολής και ύψος), και γενικότερα της δράσης της δημόσιας διοίκησης έναντι στους διοικούμενους, και εφόσον δεν έχουν προσβληθεί τα επίδικα τέλη με κάποια σχετική διαδικασία, τεκμαίρεται πως νόμιμα έχουν επιβληθεί στην Εναγόμενη, και κατ' επέκταση πως δημιούργησαν τις διοικητικές οφειλές της Εναγόμενης έναντι στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες επιχειρούν, με την αγωγή τους, να εισπράξουν αυτές τις διοικητικές οφειλές ως αστικό χρέος· εδώ υπεισέρχεται η αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 99 του Νόμου 86(Ι)/1999, αν οποιαδήποτε τέλη ή φόροι, πληρωτέα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ή τυχόν Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, παρά το γεγονός ότι έχουν καταστεί απαιτητά, παραμένουν απλήρωτα, το Συμβούλιο μπορεί να τα εισπράξει ως αστικό χρέος μαζί με οποιαδήποτε αύξηση προβλέπει ο Νόμος. Προϋπόθεση είσπραξης των τελών που κατέστησαν πληρωτέα (επιβλήθηκαν) ως αστικό χρέος είναι να έχουν καταστεί απαιτητά. Ό,τι λένε οι Ενάγοντες, απαντώντας στην Εναγόμενη, περί μη υποχρέωσης προηγούμενης ειδοποίησης, έχει να κάνει κυρίως με τη διαδικασία της επιβολής. Μπορεί να υπάρχει δυνατότητα επιβολής ορισμένων τελών δια δημόσιας γνωστοποίησης, αν και το άρθρο 116

(1)(ζ)(i) του Νόμου 86(Ι)/1999 προβλέπει υποχρέωση αποστολής σε όλους τους κατόχους περιουσίας που δεν διαμένουν στην κοινότητα ειδικής ειδοποίησης για τις εισφορές κοινοτικών υπηρεσιών. Το να έχουν καταστεί απαιτητά, με βάση το άρθρο 99, σε συνάρτηση με την πρόνοια να έχουν παραμείνει απλήρωτα, σημαίνει να έχει απαιτηθεί η πληρωμή τους από τον διοικούμενο και εκείνος να μην ανταποκρίθηκε εντός της περιόδου που τάχθηκε. Συνηθέστερα, απαίτηση πληρωμής γίνεται και δια της πράξης επιβολής, χωρίς να υπάρχει ταύτιση κατά τρόπο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο της αγωγής να ελέγχει παρεμπιπτόντως και τη νομιμότητα της πράξης ή του τρόπου επιβολής των τελών από τη διοικητική αρχή. Ως προς την απαίτηση πληρωμής καθαυτή, το άρθρο 99 δεν αναφέρεται σε γραπτή απαίτηση πληρωμής. Η μαρτυρία των Εναγόντων πάντως είναι πως απαιτήθηκε η πληρωμή του χρέους, και δη κατ' επανάληψη, και η Εναγόμενη παρέλειψε να ανταποκριθεί, και τα τέλη αυτά παραμένουν οφειλόμενα. Δεν προσκομίστηκε μεν οποιοδήποτε περαιτέρω στοιχείο ή συγκεκριμενοποίηση σε σχέση με την απαίτηση πληρωμής, η παράγραφος 6 της γραπτής δήλωσης των Εναγόντων είναι γενική, αλλά και, έναντι στην μαρτυρία αυτή των Εναγόντων, ως προς την οποία δεν υπήρξε αντεξέταση, η εκδοχή της Εναγόμενης πως δεν απαιτήθηκε η πληρωμή προβάλλεται απλώς συναρτώμενη με τη διαδικασία και την πράξη της επιβολής και τη γένεση της διοικητικής οφειλής. Σε κάθε περίπτωση, για τους σκοπούς της είσπραξης της οφειλής ως αστικό χρέος, η πληρωμή των τελών αυτών αδιαμφισβήτητα απαιτήθηκε δια της αγωγής αυτής των Εναγόντων. Με δεδομένο τούτο, και έχοντας υπόψη πως δεν υπάρχει νόμιμη δυνατότητα απαλλαγής οποιουδήποτε προσώπου από οφειλόμενα τέλη (άρθρο 110), η Εναγόμενη θα πρέπει να πληρώσει στους Ενάγοντες τα τέλη που της επιβλήθηκαν, τη νομιμότητα της επιβολής των οποίων δεν αμφισβήτησε σε αρμόδιο όργανο, και που οι Ενάγοντες απαιτούν δια της αγωγής αυτής. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €654,50 πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα της αγωγής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ. ) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [5] Άρθρο 2 του περί Κοινοτήτων Νόμου 86(Ι)/1999, «ερμηνευτικές διατάσεις». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.