← Κύπρος

RAKHILKIN ALEKSANDR ν. LOPANDIN ALEXEY κ.α., Αγωγή αρ. 1125/2021, 11/7/2022

RAKHILKIN ALEKSANDR ν. LOPANDIN ALEXEY κ.α., Αγωγή αρ. 1125/2021, 11/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1125/2021 RAKHILKIN ALEKSANDR Ενάγων v.

  1. LOPANDIN ALEXEY
  2. LOPANDINA IRINA Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 07.12.2021 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 11 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Σπ. Βασιλείου για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: Ι. Βενιζέλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων, που κατοικεί μόνιμα στη Ρωσία, περί την 15.10.2019, συμφώνησε με τους Εναγόμενους 1 και 2, ζεύγος που διαμένει στη Λεμεσό, να τους δανείσει το ποσό των €30.000,00, με αντάλλαγμα οι Εναγόμενοι 1 και 2 να το αποπληρώσουν με τόκο προς 6,00% ετησίως, εντός ενός έτους. Ενώ ο Ενάγων, περί την 17.10.2019, πλήρωσε το ποσό του δανείου, το δάνειο δεν αποπληρώθηκε μέχρι την 17.10.
  3. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, με επιστολή τους προς τον Ενάγοντα, ημερομηνίας 04.11.2020, επιβεβαίωσαν γραπτώς τους όρους της συμφωνίας δανείου, αναγνώρισαν ότι βρίσκονταν σε παράβαση, και ζήτησαν παράταση της αποπληρωμής του δανείου μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021, και, σε περίπτωση που δεν ήταν δυνατή η εξασφάλιση άλλης δανειοδότησης για σκοπούς αποπληρωμής, τότε η αποπληρωμή θα γίνονταν με μηνιαίες δόσεις τουλάχιστον €2.000,00 η κάθε μία, αρχίζοντας από τον Φεβρουάριο του 2021 και μέχρι εξόφλησης. Ο τόκος θα συνέχιζε να ήταν 6,00% ετησίως από την ημέρα παραχώρησης του δανείου. Ο δεδουλευμένος τόκος θα πληρώνονταν τον Φεβρουάριο του
  4. Ο Ενάγων αποδέχθηκε την τροποποίηση των όρων της συμφωνίας. Την 19.02.2021, ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε €500,00 και την 08.03.2021, Εναγόμενη 2 πλήρωσε €600,00, ποσά που λογίστηκαν έναντι των δεδουλευμένων τόκων. Ο Ενάγων αξιώνει θεραπεία για το υπόλοιπο χρέος βάσει των συμφωνηθέντων. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης την 14.07.2021 και Έκθεση Υπεράσπισης την 16.09.
  5. Στο δικόγραφό τους, δεν αρνούνται ότι συμφώνησαν τη λήψη δανείου από τον Ενάγοντα, αλλά η θέση τους είναι πως η περίοδος αποπληρωμής του θα ήταν τα πέντε χρόνια και όχι το ένα έτος. Παρόλο που αρνούνται την πληρωμή του δανείου, δεν αρνούνται την ύπαρξη της επιστολής ημερομηνίας 04.11.2020 με το περιεχόμενο που αναφέρει ο Ενάγων. Ισχυρίζονται, όμως, πως, ο Ενάγων, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει την αποπληρωμή του δανείου πριν τα πέντε χρόνια, έστειλε από μόνος του την επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ασκώντας πίεση στους Εναγόμενους 1 και 2 να την υπογράψουν, μειώνοντας τον χρόνο αποπληρωμής του δανείου. Η εν λόγω επιστολή, κατά τη θέση τους, δεν συνιστά αποδοχή των όρων κάποιας τροποποιητικής συμφωνίας, αλλά υπογράφθηκε κατόπιν ψυχικής πίεσης. Δεν αρνούνται ότι πληρώθηκαν την 19.02.2021 και την 08.03.2021 τα ποσά που αναφέρει ο Ενάγων, αλλά η θέση τους είναι ότι δεν υποχρεούνται ακόμη να αποπληρώσουν το δάνειο, καθότι ο χρόνος που αρχικά συμφώνησαν να τον αποπληρώσουν ήταν τα πέντε χρόνια. Επομένως, ζητούν την απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντος. Ο Ενάγων, την 07.12.2021, καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόμενων 1 και
  6. Δια ένορκης του δήλωσης, αναφέρει τα γεγονότα ως και στην Έκθεση Απαίτησής του. Όπως εξηγεί, με μεγαλύτερη λεπτομέρεια από αυτήν που παρατίθεται εδώ, γνωρίστηκε με τους Εναγόμενους 1 και 2 προ αρκετών ετών, στο πλαίσιο ενός διεθνούς συνεδρίου αισθητικής/ιατρικής, που συνιστά κοινό πεδίο δραστηριοτήτων. Έκτοτε, είχαν και φιλικές σχέσεις. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 πάντοτε επικαλούνταν, όπως αναφέρει, διάφορα οικονομικά προβλήματα γιατί, λόγω της καταγωγής τους, δεν δανειοδοτούνταν εύκολα από τις Κυπριακές Τράπεζες. Ο Ενάγων, όπως αναφέρει, τους είχε δανειοδοτήσει και στο παρελθόν, και είχαν εξοφλήσει. Τις αρχές του Οκτώβρη του 2019, ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς και του ανέφερε ότι η κόρη τους είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της, εργάζονταν στην κλινική της Εναγόμενης 2, θα γίνονταν και μητέρα, και η συζήτηση κατέληξε στο να δανείσει ο Ενάγων στους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €30.000,00, για να επεκτείνουν την κατοικία τους, για τις νέες ανάγκες. Γύρω τις 15.10.2019, συμφώνησαν το δάνειο και την έντοκη αποπληρωμή του, με 6,00% ετησίως, θα ήταν σε ένα χρόνο. Το δάνειο πληρώθηκε σε λογαριασμό στο όνομα του Εναγόμενου 1 την 17.10.
  7. Ο Ενάγων προσκομίζει αποδείξεις πληρωμής του ποσού των €30.000,00 την 17.10.2019, που σημειώνονται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 για τους σκοπούς της διαδικασίας. Προσκομίζει, επίσης, επιστολές ημερομηνίας 02.11.2020, 03.11.2020 και 04.11.2020 στη Ρωσική γλώσσα και στην Αγγλική γλώσσα, που σημειώνονται από το Δικαστήριο μαζί ως Τεκμήριο 2 για τη διαδικασία. Το Τεκμήριο 2 περιέχει επιστολές δια των οποίων γίνονται προσπάθειες τροποποίησης της συμφωνίας και στην τελική επιστολή ημερομηνίας 04.11.2020, που υπογράφουν οι Εναγόμενοι 1 και 2, αναγνωρίζουν ότι συμφώνησαν την αποπληρωμή δανείου €30.000,00 που έλαβαν από τον Ενάγοντα, πλέον τόκο 6,00% ετησίως, εντός ενός έτους, ωστόσο δεν κατέστη εφικτό αυτό, λόγω δικών τους οικονομικών προβλημάτων. Δι' αυτής, ζητούν επέκταση της προθεσμίας αποπληρωμής μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021, αναφέροντας ότι τον Ιανουάριο του 2021 θα αιτούνταν δάνειο για την κόρη τους, και η Τράπεζα χρειάζεται περίπου ένα με ενάμισι μήνα για να εγκρίνει την αίτηση. Εάν εγκριθεί το δάνειο, θα εξοφλήσουν το χρέος, εάν όχι, θα αποπληρώσουν το δάνειο με μηνιαίες δόσεις τουλάχιστον €2.000,00 για 15 μήνες, από τον Φεβρουάριο
  8. Σε κάθε περίπτωση, ο τόκος θα παραμείνει στο ίδιο ποσοστό, 6,00%. Ο δεδουλευμένος τόκος θα πληρωθεί τον Φεβρουάριο του
  9. Ο Ενάγων προσκομίζει και επικοινωνία δια γραπτών μηνυμάτων μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 1 και μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγόμενης 2 στην εφαρμογή «WhatsApp», στη Ρωσική γλώσσα και μετάφρασή της στην Αγγλική γλώσσα, από τον Οκτώβριο του 2020 μέχρι τον Μάρτιο του 2021, που σημειώνονται από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  10. Στην επικοινωνία αυτή, φαίνονται οι συνομιλίες αναμεταξύ των διαδίκων και κατά την τροποποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας, και κατά τον χρόνο της αποπληρωμής με βάση την τροποποιητική συμφωνία. Όπως είναι η θέση του Ενάγοντος, δεν άσκησε οποιαδήποτε πίεση, βρίσκονταν σε διαφορετικές χώρες, δεν είχαν συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια, επικοινωνούσαν ηλεκτρονικά, και από το περιεχόμενο της πολύμηνης συνομιλίας τους, δεν προκύπτει κάποια πίεση. Ο Ενάγων προσκομίζει τις αποδείξεις πληρωμής των ποσών €600,00 και €500,00, που σημειώνονται μαζί ως Τεκμήριο
  11. Παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν δικόγραφο Έκθεσης Υπεράσπισης, κατά τη θέση του Ενάγοντος, δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση. Ο μόνος ισχυρισμός τους ότι η διάρκεια αποπληρωμής ήταν τα πέντε χρόνια είναι εκ των υστέρων σκέψη, για να παρατείνουν ακόμα περισσότερο την αποπληρωμή του δανείου. Ο Εναγόμενος, όπως λέει, δεν δανειοδοτεί επαγγελματικά, για να έχει την ευχέρεια να συμφωνεί αποπληρωμή σε πέντε χρόνια. Δάνεισε φίλους του σε μια περίοδο ανάγκης, για να λάβει πίσω τα χρήματά του με κάποιο λογικό αντάλλαγμα, τόκο 6,00%, σε ένα χρόνο. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν αρνούνται την επιστολή ημερομηνίας 04.11.2022 και το περιεχόμενό της που αναφέρεται σε ένα χρόνο και δια της οποίας τροποποιείται η αποπληρωμή, και ο ισχυρισμός τους περί ψυχικής πίεσης δεν προκύπτει από οπουδήποτε, εφόσον, σύμφωνα και με την υπόλοιπη μαρτυρία, οι ίδιοι παρακάλεσαν για την επέκταση, επικοινωνούσαν για αρκετό καιρό με τον Ενάγοντα, βρισκόμενοι σε άλλη χώρα, και πλήρωσαν και κάποια ποσά έναντι. Εάν η αρχική συμφωνία ήταν για πέντε χρόνια, δεν θα υπέγραφαν τέτοια επιστολή. Ο Ενάγων θεωρεί πως η περίπτωση είναι τέτοια, που θα πρέπει να εκδοθεί συνοπτικά απόφαση, και να μην επιτραπεί στους Εναγόμενους 1 και 2 να επωφεληθούν δικαστικού χρόνου για πλήρη δίκη, μη αποπληρώνοντας ως τότε το χρέος τους, που παραδέχονται. Την 08.12.2021, οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης, δια της οποίας πρόσθεσαν ότι τη συμφωνία τους ημερομηνίας 15.10.2019 τη διατύπωσαν και εγγράφως. Την 19.01.2022, που ήταν ορισμένη η υπό εξέταση αίτηση για Ακρόαση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν καταχωρίσει ένσταση. Ζητήθηκε από τη δικηγόρο τους περαιτέρω χρόνος για να καταχωριστεί ένσταση. Η αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση την 08.03.2022, με οδηγίες η ένσταση των Εναγόμενων 1 και 2 να καταχωριστεί μέχρι την 21.02.
  12. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, και πάλι, δεν καταχώρισαν ένσταση. Επανέλαβαν το αίτημα για περαιτέρω χρόνο. Η αίτηση παρέμεινε για Ακρόαση την 19.04.2022, με οδηγίες η ένσταση να καταχωριστεί μέχρι την 04.04.
  13. Και πάλι, δεν καταχωρίστηκε ένσταση, και η συνήγορος των Εναγόμενων 1 και 2 ζήτησε χρόνο πλέον για να προβεί σε διαδικασία απόσυρσής της από την εκπροσώπηση των Εναγόμενων 1 και 2, λόγω διαφωνίας ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης, αλλά και μη πληρωμής της. Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση εκ νέου για Ακρόαση την 19.05.2022, με οδηγίες τυχόν ένσταση των Εναγόμενων 1 και 2 να καταχωριστεί μέχρι την 12.05.2022, ενώ οποιαδήποτε διαβήματα για αλλαγή δικηγόρων θα έπρεπε να γίνουν στο μεσοδιάστημα, χωρίς να επηρεάζουν τη διαδικασία. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να καταχωρίσουν ένσταση, ενώ δεν έγιναν ούτε διαβήματα για απόσυρση της δικηγόρου τους. Σε νέο αίτημα της συνηγόρου των Εναγόμενων για να δοθεί περαιτέρω χρόνος, το Δικαστήριο αποφάνθηκε αρνητικά, δίδοντας, ωστόσο, την ευκαιρία στη συνήγορό τους, να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί, για να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του Ενάγοντος. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας, και ότι έχει αναφερθεί από τους δικηγόρους των διαδίκων. Η αίτηση του Ενάγοντος βασίζεται στη Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), που περιέχεται στη νομική βάση της αίτησής της και προσδίδει επαρκώς τη δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να την εξετάσει. Όπως έτυχε επανάληψης και στη νομολογία, ανάμεσα στην οποία και η Μιχαηλίδου-Φατσίτα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 60/2011, ημερομηνίας 12.07.2016, ECLI:CY:AD:2016:A353 ή και η Χαραλάμπους (Καρούσου) ν. Μελά, Πολιτική Έφεση Ε242/2014, ημερομηνίας 03.09.2020, προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 ΚΠΔ, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, δηλαδή σπάνιο· όσο σπάνιο βεβαίως θα έπρεπε να είναι και το φαινόμενο της προσπάθειας κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με την καταχώριση υπερασπίσεων που δεν έχουν ουσία. Δίδει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να επιτύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας την πολύ σημαντική διαδικασία της δίκης. Κατ' επέκταση, μπορεί να εκδοθεί τέτοια συνοπτική απόφαση μόνον όταν η υπόθεσή του ενάγοντος είναι τόσο ξεκάθαρη, και παράλληλα ο εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, ή ο εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει ικανοποιητικά γεγονότα, για να του δίνουν ουσιαστικά δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο, είναι να δείξει πως έχει ένα δικάσιμο θέμα (triable issue). Όταν έχει ένα δικάσιμο θέμα, το Δικαστήριο θα του επιτρέψει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ασχέτως εάν η υπεράσπισή του έχει και προοπτικές να επιτύχει. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να παρέχει λεπτομέρειες σε μια λογική έκταση[1]. Στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα

(1999)1 ΑΑΔ 817, 822, λέχθηκε πως «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Η ευχέρεια που παρέχει η Δ.18 ΚΠΔ για εξασφάλιση απόφασης χωρίς υπεράσπιση εξετάζεται υπό το φως της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα των διαδίκων βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ[2]. Ίχνη διαδικασίας έκδοσης απόφασης συνοπτικά εντοπίζονται από το Ρωμαϊκό δίκαιο. Στην Αγγλία, και πριν από το 1855, είχαν γίνει ορισμένες προσπάθειες να αναπτυχθούν μηχανισμοί συνοπτικής εκδίκασης χωρίς κανονική δίκη. Ο διαδικαστικός κανονισμός φαίνεται περισσότερο να βρίσκει ρίζες στη Summary Procedure on Bills and Exchange 1855, που έδιδε τη δυνατότητα εξασφάλισης απόφασης συνοπτικά εναντίον οφειλετών χρημάτων που καταχωρούσαν παρελκυστικές υπερασπίσεις. Με την Judicate Act 1873 και μετέπειτα τους Rules of the Supreme Court (RSC) 1883, η δυνατότητα επεκτάθηκε και σε άλλες περιπτώσεις, που στη εξέλιξη των RSC έλαβαν και τη μορφή που έχει σήμερα η εγχώρια Δ.18 ΚΠΔ. Ο διαχρονικός σκοπός ενός τέτοιου μηχανισμού ήταν και είναι η εξασφάλιση απόφασης χωρίς κανονική δίκη, σε περιπτώσεις όπου τα πράγματα είναι απλά και η υπεράσπιση καταχωρίζεται προφανώς για να κωλυσιεργήσει τη διαδικασία. Η προσέγγιση της νεότερης αγγλικής πρακτικής, μετά την αντικατάσταση της RSC O.14 (CPR PD 24), είναι πως κατάλληλο στάδιο για την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι κάθε στάδιο πριν ή κατά την προδικασία (before or when filing directions questionnaire). Εάν καταχωριστεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση πριν και από την καταχώριση του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης, απλώς αναστέλλεται η προθεσμία της καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης· με την έννοια ότι δεν υπάρχει υποχρέωση καταχώρισής της, όχι ότι απαγορεύεται η καταχώρισή της[3]. Σημειώνεται, παρενθετικά, πως, στο στάδιο πριν από την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης, ο ενάγων μπορεί να επιλέξει να αιτηθεί απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης ή συνοπτικής απόφασης, εάν όμως αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν μπορεί να αιτηθεί και απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης. Δεν απαγορεύεται βεβαίως ο ενάγων να αναμένει την καταχώριση του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης, για να αποφασίσει τότε εάν θα προβεί σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχοντας υπόψη και τη δικογραφημένη υπεράσπιση του εναγόμενου. Εφόσον ο εναγόμενος καταχώρισε δικόγραφο Έκθεσης Υπεράσπισης, η καταχώριση αίτησης για συνοπτική απόφαση μετά από αυτό (που είναι εφικτή[4]), μπορεί να λειτουργήσει ως καλός λόγος και για επέκταση της προθεσμίας για έκδοση κλήσης για οδηγίες με βάση τη Δ.30,κκ.1,2β ΚΠΔ, όπου δεν έχει καταχωριστεί (δεν θεωρείται εγκαταλειφθείσα η απαίτηση στη βάση της οποίας ο ενάγων έχει επιδιώξει συνοπτική απόφαση), ενώ το Δικαστήριο μπορεί να χειριστεί την ίδια την αίτηση για συνοπτική απόφαση ως αίτηση για οδηγίες, για την αγωγή που είναι ενώπιον του, καθιστώντας αχρείαστη την αίτηση για οδηγίες (παρά τη διατύπωση της Δ.30,κ.1 ΚΠΔ που την καθιστά υποχρεωτική χωρίς εξαίρεση στο δικό της κείμενο στη βάση της Δ.18 ΚΠΔ). Η επιθυμία του ενάγοντος να εκδοθεί προς όφελός του απόφαση το συντομότερο δυνατόν, είτε με οδηγίες σχετικά με την εκδίκαση της αγωγής και εκδίκασή της είτε με έκδοση συνοπτικής απόφασης εάν δικαιολογείται, και γενικότερα να προστατευθεί από οποιαδήποτε κατάχρηση από πλευράς εναγόμενου, απαντά στο δικό του δικαίωμα υπό το άρθρο 30 του Συντάγματος ή το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, να εκδικαστεί η απαίτησή του σε εύλογο χρόνο, όπου το «εύλογο», έναντι σε πιθανή καταχρηστική υπεράσπιση, επιβάλλει μηχανισμό ανάλογου χειρισμού. Είναι έτσι και μέσα στις γενικές δυνατότητες διαχείρισης που έχει κάθε Δικαστήριο, εκ της φύσης του και της κανονικής λειτουργίας του, να αποφασίζει ζητήματα που μπορούν να αποφασιστούν συνοπτικά, με αυτό τον τρόπο· εξ ου και στην νεότερη αγγλική πρακτική, υπό την πλέον ρητή διαδικαστική διατύπωση του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective) και επιμέρους διατάξεις[5], το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει συνοπτικά και σε μεταγενέστερο στάδιο. Η απαίτηση του Ενάγοντος, στην προκειμένη περίπτωση, περιέχεται σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Έπειτα, ο Ενάγων βεβαίωσε το αληθές της αιτίας αγωγής του εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 δια της ένορκης του δήλωσης. Ο ίδιος εκθέτει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα που καταθέτει και δήλωσε επίσης πως, κατά τη θέση του, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση, και εξηγεί τους λόγους. Προσκομίζει έγγραφη μαρτυρία επί της οποίας βασίζει την απαίτησή του, που εάν δεν υπήρχε αμφισβήτηση από πλευράς των Εναγόμενων 1 και 2, θα οδηγούσε σε απόδειξή της. Έχουν, κατά τη γνώμη μου, εκπληρωθεί οι τυπικές και κατ' επέκταση δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18,κ.1 ΚΠΔ, ώστε το βάρος να μετατίθεται πλέον στην πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2, να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Το ζητούμενο δεν είναι εάν τα γεγονότα είναι πράγματι όπως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2, αλλά κατά πόσον οι ισχυρισμοί που προβάλλουν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την άδεια να υπερασπιστούν την υπόθεσή τους, σε σχέση πάντα με την συγκεκριμένη απαίτηση του Ενάγοντος, παραπέμποντας τη διαφορά σε μια κανονική δίκη (trial). Δικογραφικά, δεν αμφισβητείται από τους Εναγόμενους 1 και 2 ότι συμφώνησαν τη λήψη δανείου €30.000,00 με αντάλλαγμα την επιστροφή του στον Ενάγοντα εντόκως. Παρά την άρνηση, στην παράγραφο 3 του δικογράφου των Εναγόμενων 1 και 2, της λήψης των χρημάτων, από τις μετέπειτα παραγράφους, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν αμφισβητούν πως πράγματι έλαβαν το προϊόν του δανείου. Δεν αμφισβητούν ούτε την υποχρέωσή τους να το επιστρέψουν στον Ενάγοντα εντόκως, με τόκο προς 6% ετησίως από την πληρωμή του σε αυτούς, που έγινε την 17.10.
  1. Είναι η θέση τους πως ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου, με βάση την αρχική συμφωνία, ήταν τα πέντε χρόνια, μέχρι την 17.10.2024, και ότι «πιέστηκαν» να υπογράψουν την επιστολή ή να δεχθούν την τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 04.11.2020, επειδή ο Ενάγων ήθελε νωρίτερα τα χρήματά του. Στο δικόγραφό τους, δεν αναφέρουν επαρκείς λεπτομέρειες της ύπαρξης και των ουσιωδών όρων κάποιας γραπτής συμφωνίας δανείου, που περιλαμβάνει όρο για αποπληρωμή του δανείου μετά από πέντε χρόνια. Δεν αναφέρουν λεπτομέρειες ψυχικής πίεσης από τον Ενάγοντα για την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 04.11.2020, που αδιαμφισβήτητα υπογράφθηκε, με το περιεχόμενο που δικογράφησε ο Ενάγων. Παράλληλα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δέχονται πως πλήρωσαν τα ποσά που έχει αναφέρει στο δικόγραφό του ο Ενάγων έναντι, τον Φεβρουάριο του 2021 και τον Μάρτιο 2021, με βάση την υποτιθέμενα ελαττωματική τροποποιητική συμφωνία. Πέρα από τη δικογράφηση, δεν δόθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 ενόρκως άλλες λεπτομέρειες, στον χρόνο που δόθηκε από το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό. Ακόμα και να ευσταθεί ο ισχυρισμός των Εναγόμενων 1 και 2 ότι συμφώνησαν αρχικά η αποπληρωμή του δανείου να ήταν μετά από πέντε χρόνια, και ο Ενάγων να είναι αυτός που ζήτησε νωρίτερα τα χρήματά του, μόνη αναφορά των Εναγόμενων 1 και 2 πως ο Ενάγων απλώς ήθελε νωρίτερα τα χρήματά του, δεν συνιστά ψυχική πίεση. Δεν ισχυρίζονται, οι Εναγόμενοι 1 και 2, πως, με βάση τους όρους της αναμεταξύ τους συμφωνίας, η πληρωμή του δανείου σε πρώτη ζήτηση από τον Ενάγοντα δεν επιτρέπονταν. Έναντι σε αυτό το κενό, προβάλλει πως, εάν η πρόωρη απαίτηση πληρωμής ήταν αντίθετη σε κάποια συμφωνία, έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία και η υπογραφή τροποποιητικής συμφωνίας, αφενός αυτή δεν θα είχε το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 04.11.2020 (που οι Εναγόμενοι 1 και 2 δέχονται πως υπόγραψαν και) σύμφωνα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν επέκταση της αποπληρωμής με αναφορά σε δικές τους οικονομικές δυσκολίες και σε λεπτομέρειες αιτήσεων για δάνεια και στη θυγατέρα τους, αφετέρου οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα μπορούσαν να μην συμφωνήσουν κάτι διαφορετικό απ' ό,τι αρχικά συμφωνήθηκε και να συνεχίσουν να επωφελούνται της αρχικής συμφωνίας. Όπως επισημαίνει και ο Ενάγων, αλλά φαίνεται και από τον φάκελο του Δικαστηρίου, ο Ενάγων και οι Εναγόμενοι 1 και 2 βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες. Η μαρτυρία του Ενάγοντος είναι ότι συμφώνησαν εξ αποστάσεως και καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης επικοινωνούσαν ηλεκτρονικά, υπό συνθήκες και σε διάρκεια χρόνου που δεν θα καθιστούσαν λογικά εφικτή, αλλά ούτε και μαρτυρούν, την από μέρους του Ενάγοντος άσκηση ψυχικής πίεσης, και προς τους δύο, Εναγόμενο 1 και Εναγόμενη 2, με την έννοια της αφαίρεσης από αυτούς της ελεύθερης βούλησης ως προς τις ενέργειές τους, και ειδικότερα ως προς την ενέργειά τους να θέσουν τις υπογραφές τους στην επιστολή ημερομηνίας 04.11.
  2. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν δίδουν κάποια βάση στην οποία να προβάλλει ως πιθανή η πραγματική διάσταση στους ισχυρισμούς τους. Για παράδειγμα, στον ισχυρισμό τους περί ψυχικής πίεσης, πώς τους πίεσε ο Ενάγων να υπογράψουν, τι έκανε, τους απείλησε ή συμπεριφέρθηκε με τρόπο που δεν τους άφησε περιθώριο επιλογής, ελευθερία βούλησης, και υπέγραψαν κάτι που οι ίδιοι δεν ήθελαν; Λεπτομέρειες που ζητά το Δικαστήριο όχι για να αξιολογήσει τη μαρτυρία, αλλά για να δει τον δρόμο προς την κανονική δίκη. Κι αν οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν κάτι που δεν ήθελαν, άρα ο λόγος για μιαν ελαττωματική και ακυρώσιμη τροποποιητική συμφωνία, γιατί δεν αντέδρασαν και πρόσθετα πλήρωσαν κάποια ποσά στον Ενάγοντα, μήνες μετά, βάσει της συμφωνίας αυτής, ενεργώντας προς αποδοχή της; Παρεμβάλλεται πως η οικονομική δυσκολία ή ανάγκη που μπορεί να αισθάνεται κάποιος και να τον ωθεί, συνειδητά μεν αλλά όχι με ευχαρίστηση, να δανειοδοτείται και να αναλαμβάνει οικονομικές υποχρεώσεις, το ψυχικό ή ηθικό βάρος που φυσιολογικά μπορεί να αισθάνεται ένας οφειλέτης χρέους, ιδίως έναντι σε φιλικό πρόσωπο, δεν συνιστά «ψυχική πίεση» που ασκεί ο πιστωτής, με συγκεκριμένη νομική έννοια που καθιστά ελαττωματική τη συμφωνία δανειοδότησης. Ο πιστωτής που ζητά να του επιστραφούν τα χρήματα που δανείζει δεν ασκεί ψυχική πίεση με νομικά επιλήψιμο τρόπο, ασχέτως εάν ο παραλήπτης της απαίτησης πληρωμής μπορεί να αισθάνεται αρνητικά. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, ούτε στο δικόγραφό τους αλλά ούτε και μετέπειτα, στον τόσο χρόνο που ζήτησαν και τους δόθηκε, έδειξαν στο Δικαστήριο, αφενός, πως, όντως, υπήρξε όρος στην αρχική συμφωνία για αποπληρωμή μετά από πέντε χρόνια (κατά τη διάρκεια των οποίων δεν θα έπρεπε να πληρώνουν οτιδήποτε), αφετέρου ότι θα πρέπει να διερευνηθεί τυχόν ψυχική πίεσή τους από τον Ενάγοντα να συντμηθεί ο αρχικά εκτενέστερος χρόνος αποπληρωμής, κατά τρόπο που να καθιστά άκυρη την τροποποιητική συμφωνία, λόγω ελαττώματος βούλησης, αλλά και πρόωρη και αντισυμβατική της απαίτηση πληρωμής με βάση την αρχική συμφωνία, ώστε, με πλήρη εκδίκαση της αγωγής, το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο ότι ο Ενάγων δεν θα πρέπει να λάβει πίσω τα χρήματά του, σε οποιονδήποτε χρόνο, και κατ' επέκταση να απορριφθεί η αγωγή του, και να αποζημιώσει τους Εναγόμενους 1 και 2 με έξοδα. Η απαίτηση του Ενάγοντος είναι ξεκάθαρη, και έναντι σε αυτήν, οι Εναγόμενοι 1 και 2, μέσα από όσα παρέθεσαν ή και είχαν τον χρόνο που ζήτησαν να παραθέσουν, δεν έχουν δείξει πως έχουν μια καλή και ουσιαστική υπεράσπιση, που να εισάγει δικάσιμο θέμα και να οδηγεί στην ανάγκη διεξαγωγής πλήρους και κανονικής δίκης, για την επίλυση της διαφοράς αυτής. Η διαφορά αυτή επιλύεται συνοπτικά, κατόπιν ακρόασης του Ενάγοντος και των Εναγόμενων 1 και 2, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, μέσα από την οποία προκύπτει πως ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €30.000,00, πλέον τόκο προς 6,00% ετησίως, μείον το ποσό €500,00 που πληρώθηκε την 19.02.2021 και το ποσό €600,00 που πληρώθηκε την 08.03.2021 έναντι των δεδουλευμένων τόκων. Οι δεδουλευμένοι τόκοι, από την 17.10.2019 μέχρι την 17.02.2021 που είχε συμφωνηθεί η πληρωμή τους, ήταν συνολικά €2.400,00 (€1.800 για την περίοδο από 17.10.2019 μέχρι 17.10.2020 και €600,00 για την περίοδο από 17.10.2020 μέχρι 17.02.2021). Πληρώθηκε έναντι των δεδουλευμένων τόκων συνολικό ποσό €1.100,00, αφήνοντας υπόλοιπο δεδουλευμένων τόκων, για την περίοδο από 17.10.2019 μέχρι την 17.02.2021, ύψους €1.300,
  3. Με βάση τη συμφωνία, υπάρχει περαιτέρω οφειλή τόκων προς 6,00% ετησίως, από την 17.02.2021 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το συνολικό ποσό των €31.300,00, πλέον τόκος προς 6,00% ετησίως επί του ποσού των €30.000,00 από την 17.02.2021 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής και της αίτησης για έκδοση συνοπτική απόφαση, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της δίκης, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] N. V. Caterchef v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912. Βλ. και Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408 και Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148. [2] Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1968, J. & M. Loizides Agencies Ltd ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280, Ironfx Global Limited v. Χριστάκης Αλεξάνδρου & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε338/2016, ημερ. 23.03.
  1. [3] Από την παλαιά Hobson v Monks [1884] WN 8 που τεκμηριώνει την αναφορά της Annual Practice σελ.252 με βάση την O.14, μέχρι και τη PBS Energo AS v Bester Generacion UK Ltd [2020] EWCA Civ 404 στη νεότερη δικονομική εποχή. [4] Χαραλάμπους (Καρούσου) ν. Μελά, Πολιτική Έφεση Ε242/2014, ημερομηνίας 03.09.
  2. [5] λ.χ. CPR 3.3
(1)&
(4), CPR 1.4 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.