ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Μ.Ζ., Αγωγή αρ. 5828/2001, 11/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5828/2001 ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Αιτήτρια v. Μ.Ζ. Καθ' ου η αίτηση Αίτηση έρευνας ημερομηνίας 31.10.2019 Ημερομηνία: 11 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/πιστώτρια: Ε. Αλεξάνδρου για Χαράλαμπος Γαλανός ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η αίτηση/οφειλέτη: Ν. Αβραάμ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση Την 15.01.2002, εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση και άλλων για το ποσό των Λ.Κ.25.080,04 πλέον τόκος προς 9% ετησίως από την 01.07.2001 μέχρι εξόφλησης, πλέον για τα έξοδα Λ.Κ.374,00, πλέον τόκος προς 8% ετησίως από την 12.09.2001 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. και Λ.Κ.10,00 έξοδα επίδοσης. Η απόφαση δεν εξοφλήθηκε και η Αιτήτρια λαμβάνει μέτρα για την αναγκαστική εκτέλεσή της, κατόπιν άδειας για εκτέλεση που της δόθηκε και ισχύει. Καταχώρισε την αίτηση αυτή με την οποία ζητά από το Δικαστήριο να εξετάσει τον Καθ' ου η αίτηση, μεταξύ άλλων, με σκοπό την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, διατάγματος αποκοπής απολαβών και διατάγματος ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, εάν τυχόν εντοπιστούν κατά την εξέταση. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 82 - 91 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση λειτουργού στις υπηρεσίες της Αιτήτριας, με την οποία αναφέρει το γεγονός ότι εκδόθηκε απόφαση με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και ότι, κατά τη θέση του, ο Καθ' ου η αίτηση εργάζεται ή και έχει εισοδήματα και απολαβές και διαθέτει περιουσία που μπορεί να διατεθεί για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους και μπορεί να πληρώνει €1.500,00 τον μήνα ή το ποσό αυτό να αποκόπτεται από τον εργοδότη. Νομικές πτυχές Η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης είναι εξίσου σημαντική με την έκδοσή της· συνιστά το μέσο με το οποίο πραγματώνεται η απονομή της δικαιοσύνης, και γι' αυτό άπτεται της αποτελεσματικότητας, κατ' επέκταση της αξιοπιστίας της δικαιοσύνης ως θεσμού[1]. Η εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη χρέους για σκοπούς εκτέλεσης ρυθμίζεται από το Μέρος VIII του Κεφ.
- Όταν το εξ αποφάσεως χρέος παραμένει απλήρωτο, ο πιστωτής μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο, για να εξεταστεί ο οφειλέτης αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση, με σκοπό την έκδοση οποιουδήποτε από τα διατάγματα που αναφέρονται στο Μέρος ΙΧ, ή και αναφορικά με οποιοδήποτε συμφέρον έχει σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου, ή αναφορικά με τυχόν οφειλές τρίτου προσώπου σ΄ αυτόν, με σκοπό την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου δυνάμει του Μέρους VII, ή και με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή με οποιαδήποτε επιβάρυνση, διακίνηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ο πιστωτής στην είσπραξη του χρέους. Κατά την εξέταση, όταν το χρέος είναι άλλο από διατροφή, δεν λαμβάνεται υπόψη ποσό που ο οφειλέτης λαμβάνει ως δημόσιο βοήθημα ή ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ή κρατικό επίδομα ή χορηγία ή σύνταξη. Ο πιστωτής μπορεί να ζητήσει τη διεξαγωγή έρευνας για όλες τις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος ή για οποιεσδήποτε εξ αυτών, καθώς και την κατάθεση ένορκης δήλωσης στην οποία ο οφειλέτης να περιγράφει πλήρως την περιουσία στην οποία είχε ή έχει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον. Το Δικαστήριο μπορεί, εάν τούτο ζητείται στην αίτηση έρευνας, να διατάξει την υποβολή τέτοιας ένορκης δήλωσης. Σε περίπτωση διάθεσης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων μετά τη δημιουργία ή τη γένεση της αστικής ευθύνης, ο οφειλέτης υποχρεούται, ύστερα από αίτηση του πιστωτή, να δώσει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση πλήρεις, συγκεκριμένες και πειστικές αποδείξεις της αποξένωσης ή της διάθεσης, ενώ αν κριθεί αναγκαίο, το Δικαστήριο μπορεί να τον διατάξει να δώσει οδηγίες προς τραπεζικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό οργανισμό, με κοινοποίηση στο Δικαστήριο, για την παροχή σχετικών στοιχείων. Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης είναι εξαναγκάσιμος μάρτυρας για τους σκοπούς της εξέτασης, και εξετάζεται ενόρκως από ή εκ μέρους του πιστωτή και από το Δικαστήριο. Ο οφειλέτης υποχρεούται να παρουσιάσει ενόρκως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο νόμιμα θεωρούμενο υποκατάστατο του όρκου όλα τα βιβλία, έγγραφα, συμβόλαια, καταστάσεις λογαριασμών, αποδείξεις και άλλα παρόμοια αποδεικτικά τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχο του ή στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου και τα οποία σχετίζονται με περιουσία που δύναται ή εδύνατο να διατεθεί για σκοπούς πληρωμής τους χρέους. Άνευ επηρεασμού της γενικότητας αυτής, υποχρεούται να αποκαλύψει στο Δικαστήριο με οποιοδήποτε τρόπο το όνομα και τη διεύθυνση του εργοδότη του ή άλλου προσώπου το οποίο του καταβάλλει μισθούς ή άλλα ποσά, λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις απολαβές πραγματικές ή αναμενόμενες, αντίγραφα όλων των καταστάσεων λογαριασμών που διατηρεί σε τραπεζικά ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα, οποιαδήποτε εισοδήματα από εργασία ή άλλες πηγές, τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του, οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία είναι αναγκαία για την εξέτασή του. Παρά την παράλειψη του οφειλέτη να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο πιστωτής και όλοι οι μάρτυρες που το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίους εξετάζονται ενόρκως ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αναφορικά με το θέμα της εξέτασης. Το Δικαστήριο μπορεί, εάν κρίνει σκόπιμο, να διορίσει οποιοδήποτε κατάλληλο πρόσωπο ως ελεγκτή ή επιθεωρητή της περιουσίας ή επιχείρησης οποιουδήποτε οφειλέτη με όρους εντολής και όρους διεξαγωγής του ελέγχου ή επιθεώρησης που το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να περιλάβει στο διάταγμα περιλαμβανομένης και της αμοιβής του εν λόγω προσώπου. Μετά την εξέταση του οφειλέτη, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, ανάλογα με την περίπτωση, ένα ή περισσότερα από τα προβλεπόμενα διατάγματα: Διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις, διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων, διάταγμα αποκοπής απολαβών, διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της ή και ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Εκδίδει τέτοιο διάταγμα ή ένταλμα μόνο εάν περιλαμβάνεται στην αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή. Όπως έχει από παλαιά νομολογηθεί[2], η διαδικασία της εξέτασης είναι ανακριτικού χαρακτήρα και αποβλέπει σε παροχή ευχέρειας στο δικαστήριο να διαγνώσει, κατόπιν έρευνας, τα οικονομικά μέσα του οφειλέτη, δηλαδή αν είναι σε θέση να αποπληρώσει την οφειλή του με δόσεις, σύμφωνα πάντα με τα οικονομικά μέσα που διαθέτει. Ανάγκες που είναι συνυφασμένες με την αξιοπρεπή διαβίωση, όπως η στέγαση, η διατροφή και η ιατρική περίθαλψη του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του, η αναγκαία και χρήσιμη μόρφωση των παιδιών του, ως επίσης κάποια ευχέρεια για κοινωνική διακίνηση, δεν επηρεάζονται. Κονδύλια, όμως, που ενδεχομένως να δαπανούνται για την ικανοποίηση αναγκών που δεν συνυφαίνονται με την αξιοπρεπή διαβίωση, όπως για την κατανάλωση καπνικών προϊόντων ή αλκοόλ ή που θα μπορούσαν να θεωρούνται περιττά ή για τη χρήση εξελιγμένης ή μη απολύτως απαραίτητης τεχνολογίας, δυνατόν να μην θεωρούνται αναγκαίες δαπάνες που θα μπορούσαν να υπερτερήσουν της υποχρέωσης αποπληρωμής του δικαστικού χρέους, και να μπορούν να περιληφθούν στα διάταγμα μηνιαίων δόσεων[3], έχοντας βεβαίως υπόψη πως και το οικονομικοκοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θεωρούνται οι ανάγκες και η λογικότητα της διασύνδεσής τους με τη διαβίωση δεν είναι απόλυτα σταθερό μέσα στον χρόνο. Ο δείκτης πάντως με βάση τον οποίο αποτιμάται η οικονομική δυνατότητα του χρεώστη είναι η εισοδηματική του ικανότητα και όχι η εισοδηματική του πραγματικότητα. Άρα, ο οφειλέτης που δεν εργάζεται λόγω οκνηρίας ή για λόγους που δεν δικαιολογούνται, που όμως έχει την ικανότητα να εργαστεί, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, νοουμένου ότι τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης το επιτρέπουν, να εκδώσει διάταγμα μηνιαίων δόσεων[4]. Όπως έχει συνοψιστεί προσφάτως και στη Σωτηρίου ν. Universal Bank Public Ltd, Πολ.Εφ. 271/2013, ημερ.09.03.2020, ECLI:CY:AD:2020:A93, με αναφορά στην υφιστάμενη νομολογία, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να αναζητήσει προσοδοφόρα απασχόληση και να εργαστεί για να αποπληρώσει τα δικαστικά του χρέη. Για παράδειγμα, προβλήματα υγείας που μπορούν να αντιμετωπιστούν ή τυχόν επιθυμία του οφειλέτη για αφοσίωση και φροντίδα της οικίας ή μέλους της οικογένειας δεν αποτελούν αιτίες για μη αναζήτηση εργασίας, που, υπό τις περιστάσεις, καθίσταται επιβεβλημένη για την προέχουσα υποχρέωση της αντιμετώπισης του δικαστικού χρέους. Η τελευταία αυτή υποχρέωση, αναγόμενη πλέον σε κοινωνική υποχρέωση όταν το χρέος από ιδιωτικό καθίσταται δικαστικό, δεν επιτρέπει την αδικαιολόγητη προτεραιοποίηση των ατομικών επιθυμιών ή τη διατήρηση ιδιαίτερων ατομικών συνηθειών που τείνουν στον εύκολο παραγκωνισμό της. Εν τέλει, χωρίς να είναι δυνατόν μια εκ των προτέρων απόλυτη θεώρηση, το Δικαστήριο εξισορροπεί από τη μια την αναγκαιότητα εκτέλεσης της απόφασης, από την άλλη την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου σε ένα κράτος δικαίου[5]. Παράλληλα, θα πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη τυχόν μηνιαίες δόσεις που θα αποφασιστούν να είναι μεν εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη, με τη λογική προσδοκία του πιστωτή να εισπράξει δι' αυτών το χρέος· η τελευταία παράμετρος συνιστά τον ίδιο τον σκοπό της εξεταστικής διαδικασίας. Λόγω της φύσης της διαδικασίας, το βάρος απόδειξης τοποθετείται εξ αρχής στους ώμους του οφειλέτη· είναι δηλαδή αυτός που θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο για την αδυναμία του[6]. Αρκεί, έτσι, με αναφορά στη δυνατότητα εργασίας, να διαπιστωθεί ότι αδικαιολόγητα δεν εργάζεται, ώστε το Δικαστήριο να προβεί σε έκδοση διατάγματος, ενώ οποιαδήποτε υποψία από μέρους του απαξίωσης της απόφασης, ή πεποίθηση ότι μπορεί, με την γενική και αόριστη επίκληση οικονομικής αδυναμίας, να διαγράφει τα χρέη του, δεν είναι ανεκτή. Ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του οφειλέτη και αυτό αναφέρεται στην υποχρέωσή του να αποδείξει ότι υπάρχει οικονομική αδυναμία, έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί, εάν ο οφειλέτης αποτύχει να το πράξει, αυτή η αποτυχία του μπορεί να οδηγεί, κατά τεκμήριο, στο ότι έχει την οικονομική ικανότητα να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος, και κατ' επέκταση να εκδοθεί διάταγμα για την πληρωμή του, με μία (δεν αποκλείεται η δυνατότητα) ή με περισσότερες μηνιαίες δόσεις. Εξέταση της Καθ' ης η αίτηση Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση δια της οποίας ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια προωθεί κακόπιστα και καταχρηστικά την αίτηση αυτή, και δεν προφέρει αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να εκδοθεί οποιοδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα, και δεν είναι δίκαιο να εκδοθεί οποιοδήποτε εξ αυτών, γιατί αφενός ο Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί την οφειλή, αφετέρου η έκδοση τυχόν διατάγματος θα είχε καταλυτικές συνέπειες για τη ζωή του Καθ' ου η αίτηση που βρίσκεται σε αφόρητα δυσμενή θέση, ενώ εγείρεται και το ζήτημα πως η Αιτήτρια δεν μπορεί να προωθεί τέτοια αίτηση ενώ γίνονται προσπάθειες για συνολική διευθέτηση του χρέους. Ενόρκως, ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει πως ο λειτουργός της Αιτήτριας δεν μπορεί να γνωρίζει εάν ο ίδιος έχει ή δεν έχει την οικονομική ικανότητα, και εξιστορεί, σε πολυάριθμες παραγράφους, πώς εκδόθηκε η εναντίον του δικαστική απόφαση και πώς ανέμενε ότι θα είχε διαγραφεί το χρέος, χωρίς, όμως, να έχει συμβεί. Το Δικαστήριο εξήγησε κατ' επανάληψη, και κατά τη διαδικασία, ότι, από τη στιγμή που υφίσταται η δικαστική απόφαση και υπάρχει εξ αποφάσεως χρέος, δεν εξετάζει εάν ορθά ή λανθασμένα εκδόθηκε ή ακόμα,, πιο πίσω, τους λόγους που οδήγησαν στη δανειοδότηση και στο χρέος. Κατά την χρόνο υπογραφής της πρώτης ένορκης δήλωσής του ημερομηνίας 09.10.2020, ο Καθ' ου η αίτηση ανέφερε πως ήταν 47 ετών και έχει δύο ανήλικα παιδιά, τότε ηλικιών τριών και πέντε ετών, που έχουν έξοδα. Τον Ιούνιο 2018, απολύθηκε από την εργασία στην οποία εργάζονταν ως συντηρητής εγκαταστάσεων με μισθό €2.200,00 ακάθαρτα, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε η εταιρεία. Από τον Ιούνιο 2018, μέχρι και την 01.05.2020, παρέμεινε άνεργος, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, ενώ στη συνέχεια εργοδοτήθηκε από την εταιρεία Umelio Holdings Ltd, ως διευθυντής, και αμείβεται €574,50 μηνιαίως, λόγω του ότι δεν έχει ενεργά καθήκοντα. Προσκόμισε καταστάσεις καταβολής των εισοδημάτων του από την εταιρεία. Έχει στο όνομά του δύο καταστήματα στη Λάρνακα από τα οποία λαμβάνει ενοίκια συνολικά €566,00 τον μήνα, και τα οποία είναι υποθηκευμένα προς όφελος άλλου πιστωτή, προς τον οποίο καταβάλλονται τα ενοίκια. Έλαβε επίσης ειδοποιήσεις εκποίησης. Από τον μισθό του, καταφέρνει να πληρώσει μόνο για το νηπιαγωγείο των παιδιών του και να καταβάλει κάποια έξοδα για τη σίτισή τους, ενώ κατά τα λοιπά τους συντηρούν οι γονείς της συζύγου του, με τους οποίους διαμένουν. Θεωρεί ότι είναι εντελώς ανίκανος για πληρωμή και δεν μπορεί να καταβάλλει κανένα ποσό. Προσκομίζει αποδείξεις για διάφορους λογαριασμούς στο όνομα άλλου προσώπου. Όταν η πανδημία επέτρεψε την έναρξη της εξέτασης, το Δικαστήριο ζήτησε από τον Καθ' ου η αίτηση να προσκομίσει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση περαιτέρω στοιχεία, που να καλύπτουν τις απαιτήσεις του άρθρου 84 του Κεφ.
- Ο Καθ' ου η αίτηση, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε την 30.03.2022, αντί να προσκομίσει ό,τι του ζήτησε το Δικαστήριο, επανέλαβε το περιεχόμενο της αρχικής του ένορκης δήλωσης, προσκομίζοντας πρόσθετα κατάσταση αποδοχών για το έτος 2021 από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έναν συγκεντρωτικό λογαριασμό τηλεφώνων για τον Φεβρουάριο του 2022 ύψους €109,34, έναν λογαριασμό ρεύματος για την περίοδο 15.11.2021-18.01.2022 ύψους €645,56 σε άλλο όνομα, και έναν λογαριασμό νερού για την τετραμηνία 15.06.2021-15.10.2021 ύψους €255,69, σε άλλο όνομα. Ο Καθ' ου η αίτηση υποβλήθηκε και σε προφορική εξέταση, που διήρκησε συνολικά περίπου 1 ώρα και 45 λεπτά. Υποβλήθηκαν ερωτήσεις από τη συνήγορο της Αιτήτριας και από το Δικαστήριο. Δόθηκε δυνατότητα διευκρινίσεων κατόπιν υποβολής ερωτήσεων από τη συνήγορό του. Κατά την προφορική του εξέταση, ανέφερε πως έχει σπουδές στον κλάδο Marketing, αλλά, εκτός από το να είναι διευθυντής στην εταιρεία που ανέφερε, που ανήκει σε κάποιον Ρώσο και ασχολείται με ακίνητα ανά τον κόσμο, δεν εργάζεται κάπου αλλού. Τα καθήκοντά του είναι εντελώς τυπικά, είναι «nominee», αυτή την υπηρεσία παρέχει, όπως παρέχουν και αρκετοί δικηγόροι. Είναι φαινομενικά αξιωματούχος, χωρίς να λαμβάνει αποφάσεις. Η αμοιβή που λαμβάνει, ως μισθός, είναι το ποσό που δηλώνεται στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Στην ερώτηση γιατί, εφόσον έχει σπουδές και έχει και δύο παιδιά, δεν κάνει κάποια δεύτερη δουλειά, ανέφερε πως βοηθά κάποτε τον κουμπάρο του σε οικοδομικές εργασίες, αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μία φορά τον χρόνο, και «ελάχιστα» εισοδήματα αποφέρει. Δεν ανέφερε πόσα και τι, ούτε προσκόμισε άλλη μαρτυρία επ' αυτού. Τα ενοίκια των καταστημάτων πάνε απευθείας στον ενυπόθηκο πιστωτή, όπως ανέφερε και προφορικά. Προσκομίστηκε μια ειδοποίηση εκχώρησης εισπρακτέων που είχε αποστείλει ο πιστωτής αυτός το 2011 σε κάποιο πρόσωπο που φέρεται ως ο ενοικιαστής τους, που δεν φέρει υπογραφή του φερόμενου ως ενοικιαστή. Σε κάθε περίπτωση, όπως ανέφερε, δεν υπάρχει δικαστική απόφαση προς όφελος αυτού του πιστωτή, ενώ ο Καθ' ου η αίτηση δεν προσκόμισε ούτε το ενοικιαστήριο έγγραφο, ούτε οτιδήποτε που να δείχνει σήμερα την ενοικιαστική αξία και την πραγματική απόδοση των δύο καταστημάτων, και ότι όντως εκχωρούνται. Κατά την εξέτασή του, προέκυψε πως έχει κι άλλη ακίνητη περιουσία, που, όπως ανέφερε, δεν αποφέρει εισόδημα. Δεν προσκόμισε στοιχεία των ακινήτων που είναι στο όνομά του ούτε τις εκτιμημένες αξίες τους. Όταν ερωτήθηκε γιατί το απέκρυψε, ανέφερε ότι δεν το απέκρυψε, αλλά πρόκειται απλώς για μερίδια σε κάτι χωράφια που «μπορεί να έχουν» αρκετά ΜΕΜΟ το καθένα και να μην μπορούν να αξιοποιηθούν. Του υποβλήθηκε ότι έχει άλλα πέντε ακίνητα σε καλές περιοχές της Λεμεσού, ένα στον Μονιάτη, ένα στα Φοινικάρια, δύο στη Γερμασόγεια, και ένα στη Φασούλα, που έχουν αξία, και ο ίδιος, που δεν αρνήθηκε την ιδιοκτησία, επανέλαβε ότι δεν είναι αξιοποιήσιμα γιατί μπορεί να είναι επιβαρυμένα, χωρίς να αναφέρει επακριβώς τα βάρη ή και να προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία. Η γυναίκα του, όπως ανέφερε, δεν εργάζεται. Δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία της. Ερωτήθηκε, εφόσον δεν εργάζεται, πώς έχουν την οικονομική δυνατότητα να στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά νηπιαγωγεία και δεν τα φροντίζει η ίδια, και απάντησε με επιθετικότητα στη συνήγορο της Αιτήτριας «εσύ αν είχες παιδιά, θα τα φρόντιζες εσύ;», στη συνέχεια, προσθέτοντας πως μόνον το ένα παιδί τους πηγαίνει στο νηπιαγωγείο, ενώ ο γιός τους έχει δυσλεξία και πάει δύο φορές την εβδομάδα σε λογοθεραπεία. Δεν προσκόμισε κάποια στοιχεία για το τελευταίο έξοδο. Ερωτήθηκε πού διαμένει η οικογένεια της συζύγου του (πεθερικά) και ανέφερε πως δεν θυμάται. Η συνήγορος του επέσυρε την προσοχή του πως ανέφερε ενόρκως πως διαμένουν μαζί, και τότε απάντησε πως απλώς μένουν σε διαμέρισμα της πεθεράς του, και πως έγραψε λάθος η δικηγόρος. Δεν προσκόμισε κάποιο στοιχείο σχετικό με την ιδιοκτησία του ακινήτου του και δεν δέχθηκε την υποβολή ότι σε κάθε περίπτωση ανήκει στην οικογένειά του. Οι γονείς της συζύγου του δεν εργάζονται, αλλά λαμβάνουν σύνταξη, και με αυτήν είναι που τους βοηθούν, όπως ανέφερε. Δεν προσκόμισε κάποιο στοιχείο σε σχέση με τα συγκεκριμένα ποσά, ούτε μαρτυρία τους. Επί των στοιχείων που προσκόμισε, όταν ερωτήθηκε από τη συνήγορο της Αιτήτριας γιατί έχει επιλέξει ένα ακριβό συνδρομητικό πακέτο υπηρεσιών τηλεφωνίας, τύπου Red Plus της Cyta, απάντησε και πάλι κυνικά «αν σε ικανοποιεί, να το κάμω Red Minus». Για το ύψος των λογαριασμών νερού, αναφέρθηκε στα πλυντήρια που έπρεπε να βάζουν λόγω της πανδημίας. Όταν ερωτήθηκε εάν όλους τους λογαριασμούς, εφόσον η σύζυγός του δεν εργάζεται, όπως ο ίδιος ανέφερε, τους πληρώνουν άλλοι, ανέφερε ότι συνεισφέρει και ο ίδιος, αποφεύγοντας να είναι συγκεκριμένος. Όταν ξαναρωτήθηκε, γιατί δεν καταβάλλει προσπάθειες να βρει άλλη εργασία, ανέφερε ότι προσπαθεί τα πρωϊνά να είναι με τον γιο του, ούτε επίδομα ζήτησε ούτε κάτι. Δεν συμφώνησε με την υποβολή ότι με τη μόρφωση και την πείρα του μπορεί να βρει μια δουλειά με εισοδήματα. Ερωτήθηκε εάν οδηγεί, απάντησε θετικά, αλλά πως δεν έχει αυτοκίνητο, και (παρόλο που είχε πει προηγουμένως πως η εμπλοκή του στην εταιρεία του Ρώσου είναι μόνον τυπική), οδηγεί καθημερινά το αυτοκίνητο του Ρώσου, ο οποίος έχει τρία αυτοκίνητα και οδηγεί το ένα, ενώ έχει μερίδιο στην ιδιοκτησία οχήματος άλλου ατόμου. Δεν προσκόμισε στοιχεία από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων ή από ασφάλιση. Η γυναίκα του, όπως είπε, οδηγεί και έχει ένα παλιό τζιάκουαρ. Από θέμα καυσίμων, είναι πολυέξοδο. Δεν αγοράζουν αυτοκίνητο γιατί, όπως ανέφερε, δεν έχουν χρήματα. Του υποβλήθηκε πως ψεύδεται και πως έχει αυτοκίνητο πολυτελείας που απέκρυψε, γι' αυτό δεν προσκόμισε σχετικά στοιχεία από την ασφάλεια. Αρνήθηκε την υποβολή. Καπνίζει, όπως ανέφερε, και ξοδεύει σε τσιγάρα περίπου €120,00 μηνιαίως, αλλά δεν μπορεί να διακόψει το κάπνισμα, για να προσφέρει τα χρήματα που αναλώνει γι' αυτό στο χρέος. Το διαμέρισμα που διαμένει έχει θέα στη θάλασσα, μακρινή, αλλά αρνήθηκε ότι μπορεί να ενοικιαστεί και να διαμείνουν αλλού, πιο φθηνά, λέγοντας πως η πολυκατοικία κτίστηκε πριν από την εισβολή. Γενικότερα, ο Καθ' ου η αίτηση δημιούργησε στο Δικαστήριο την εντύπωση πως, επειδή ο τρόπος που επωμίσθηκε το συγκεκριμένο χρέος (κατόπιν εγγύησης υποχρεώσεων του πατέρα του, που απεβίωσε), τα γεγονότα, και ορισμένες συμπεριφορές που σχετίζονται με το χρέος αυτό, του προκαλούν βαθιά ενόχληση, δεν το αποδέχεται. Επειδή δεν το αποδέχεται, προσπάθησε, με κάθε τρόπο, να αποφύγει να δώσει στο Δικαστήριο μιαν ειλικρινή και πλήρη εικόνα της οικονομικής του κατάστασης. Δεν προσκόμισε καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών, ενοικιαστήρια και άλλα συμβόλαια, πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας και εμπραγμάτων βαρών ή απαγορεύσεων, δεν προσκόμισε γενικότερα αυτά που ζητήθηκαν συγκεκριμένα από το Δικαστήριο (βλ. και σχετικό πρακτικό ημερομηνίας 16.02.2022). Όπως αναφέρθηκε, είναι ο ίδιος που έχει το βάρος απόδειξης σε αυτή τη διαδικασία. Οι υπεκφυγές, ο κυνισμός, η γενικότητα και η αοριστία, ήταν έκδηλα. Παρόλο που με το Δικαστήριο ήταν ευγενικός, και έδειξε ξεκάθαρα και ειλικρινά έστω τους λόγους για τους οποίους αντιδρά έτσι στο χρέος του αυτό, την αδικία που αισθάνεται και την κόπωση των τόσων ετών δέσμευσης από το χρέος αυτό και τα συνδεόμενα με αυτό, με τη συνήγορο της Αιτήτριας, στο πρόσωπο της οποίας έβλεπε απλώς τον πιστωτή, ήταν αγενής και προκλητικός (ανέσυρε ακόμα και τον τρόπο που η συνήγορος εξέτασε τη μητέρα του σε άλλη διαδικασία, τον θεώρησε ευτελιστικό). Υπήρχε διαρκώς μια έντονη αντίφαση ανάμεσα στην εικόνα που προσπαθούσε ο Καθ' ου η αίτηση να παρουσιάσει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις και τα στοιχεία που προσκομίστηκαν, της τραγικότητας, της ανέχειας, του δανεισμού από τον περίγυρο των οικείων για να διαβιώσει η οικογένεια, και σε αυτήν που έδιδε ο ίδιος σε άλλα σημεία της προφορικής μαρτυρίας του, του μορφωμένου και πολύ έξυπνου νέου που λάμβανε καλό εισόδημα, δεν έμεινα για πολύ καιρό άνεργος, και σήμερα εξυπηρετεί εταιρεία Ρωσικών συμφερόντων, που αναλώνει χρήμα - σημαντικό κονδύλι - σε καπνικά προϊόντα ή και σε αναβαθμισμένο πακέτο τηλεφωνίας, που ζει σε σπίτι με (μακρινή) θέα στη θάλασσα χωρίς ενοίκιο, στο οποίο ο λογαριασμός νερού δείχνει άνετη κατανάλωση και χρήση, και η οικογένεια κινείται με δύο αυτοκίνητα (χωρίς να έχει, κατ' αυτόν, οποιοσδήποτε εργασία) και έχει συνήθειες και επίπεδο διαβίωσης (χρόνος ελεύθερος, χρήση ιδιωτικού νηπιαγωγείου, εντατικής λογοθεραπείας για το παιδί με τη δυσλεξία, κ.λπ.) που δεν συνάδουν με συνθήκες φτώχειας, στερήσεων και προσπάθειας εξασφάλισης των προς το ζην. Ο Καθ' ου η αίτηση ουδόλως απέδειξε οικονομική ανικανότητα. Απεναντίας, έδειξε στο Δικαστήριο ότι μπορεί να εργάζεται σε εργασία που να του δίδει καθαρά εισοδήματα τουλάχιστον €1.800,00 μηνιαίως. Διαθέτει δύο καταστήματα, από τα οποία μπορεί να λαμβάνει ενοίκια τουλάχιστον €800,00 μηνιαίως, και να τα δίδει στο δικαστικό χρέος, εφόσον αυτό προτεραιοποιείται έναντι συμβατικών χρεών. Διαθέτει, όπως παραδέχθηκε, ακίνητη περιουσία, από την οποία μπορεί να λαμβάνει περαιτέρω εισοδήματα· δεν εξήγησε επαρκώς στο Δικαστήριο γιατί είναι μη αξιοποιήσιμη. Μέρος των εξόδων του, όπως ανέφερε, αντιμετωπίζεται ήδη από άλλους πόρους, που απέφυγε να αποκαλύψει λεπτομερώς, ενώ δεν απέκλεισε τη δυνατότητα δανεισμού από γνωστούς του για να αντιμετωπίσει το δικαστικό χρέος. Εν πάση περιπτώσει, εάν τα λογικά έξοδα διαβίωσης για όλη την οικογένεια με τα δύο παιδιά είναι, στη ίδια γραμμή που δίδει και η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, €1.540.56, και από αυτά αναλογούν στον Καθ' ου η αίτηση περίπου €800,00 μηνιαίως, υπάρχει η ικανότητα του Καθ' ου η αίτηση, με βάση τα δεδομένα που εκτέθηκαν στο Δικαστήριο, να διαθέτει για το εξ αποφάσεως χρέος του τουλάχιστον €1.000,00 μηνιαίως. Έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο και το σύνολο της μαρτυρίας, το ποσό αυτό κρίνεται εντός των δυνατοτήτων του Καθ' ου η αίτηση. Δεν φαίνεται, με τα στοιχεία που προς το παρόν τέθηκαν στο Δικαστήριο, να μπορεί, ως αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής, να εκδοθεί οποιοδήποτε άλλο διάταγμα. Δεν υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος το Δικαστήριο να μην εκδώσει διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Το γεγονός ότι γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης του χρέους, που δεν καρποφόρησαν, παρόλο τον χρόνο που δόθηκε, ή εισπράχθηκαν ποσά μέσα από άλλες διαδικασίες, δεν καθιστά το διάβημα της Αιτήτριας σε αυτή την αναγκαστική εκτέλεση καταχρηστικό. Δεν φαίνεται η Αιτήτρια να αποσκοπεί οπουδήποτε αλλού εκτός από το να εισπράξει χρέος που υφίσταται, βάσει εκτελεστής δικαστικής απόφασης. Κατάληξη Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου ο Καθ' ου η αίτηση διατάσσεται να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις €1.000,00 η κάθε μία, αρχίζοντας από την 01.08.2022, και ακολούθως την 1η έως την 5η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, μέχρι εξόφλησης. Επιπλέον, ακολουθώντας τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, ο Καθ' ου η αίτηση να πληρώσει στην Αιτήτρια τα έξοδα της αίτησης αυτής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο· με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή, με μηνιαίες δόσεις. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1034. [2] Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ
(1989)1 ΑΑΔ 686, 689, Μιχαήλ v. Αδελφοί Πούλλου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1759. [3] Μιχαήλ ν. Σκορδή
(2005)1 ΑΑΔ 64, Gesico Photographic v. J.K. Video
(1991)1 ΑΑΔ 134 και Σ.Π.Ε. Αραδίππου ν. Ιακώβου
(1999)1 ΑΑΔ 2032. [4] Σωτηρίου ν. Universal Bank Public Ltd, Πολ. Έφ. 271/13, 09.03.2020, ECLI:CY:AD:2020:A93, Λουγκρίδης v. Eurolife Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 886, Παναγιώτου v. Μιχαήλ
(1998)1 ΑΑΔ 422, Προκοπίου v. Λάμπρου
(2004)1 ΑΑΔ 310. [5] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1034. [6] Βασιλειάδη ν. Τσουρή
(2007)1 ΑΑΔ 43. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο