← Κύπρος

IVAN VOLKOV ν. ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΩΤΟΥ, Αγωγή αρ. 2615/2015, 15/7/2022

IVAN VOLKOV ν. ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΩΤΟΥ, Αγωγή αρ. 2615/2015, 15/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2615/2015 IVAN VOLKOV Ενάγων v. ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΩΤΟΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Π. Μπενάκης, για τον Ενάγοντα Ντ. Σαβεριάδης για Κ.Κ. Σαβεριάδης & Σία ΔΕΠΕ, για την Εναγόμενη Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως δάνεισε στην Εναγόμενη συνολικό ποσό 68.344,05 Ευρώ (40.000,00 Λίρες Κύπρου) σε τρεις δόσεις, την 09.12.2003, την 24.12.2003 και την 30.01.2004, συμφωνώντας η Εναγόμενη να το αποπληρώσει εντός ενός έτους, μέχρι την 31.01.2005, κάτι που η Εναγόμενη παρέλειψε να πράξει. Ο Ενάγων, δέκα χρόνια μετά, αξίωσε με την αγωγή του το ποσό αυτό, με τόκο 9% ετησίως. Η Εναγόμενη αρνείται την αξίωση αυτή και ισχυρίζεται πως, τα έτη 2003-2004, διατηρούσε δεσμό με τον Ενάγοντα, με σκοπό τον γάμο, όταν ο Ενάγων θα λάμβανε διαζύγιο από την τότε σύζυγό του. Οποιαδήποτε χρηματικά ποσά δόθηκαν στην Εναγόμενη κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, όπως είναι η δική της θέση, δεν ήταν δάνειο, αλλά δώρο, με την πρωτοβουλία του Ενάγοντος. Τα επίδικα θέματα καθορίζονται μέσα από τα δικόγραφα. Νοουμένου ότι η Εναγόμενη δεν αρνείται συγκεκριμένα, στην Έκθεση Υπεράσπισής της, την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος και τις λεπτομέρειες που αναφέρονται σε αυτήν σε σχέση με την πληρωμή συγκεκριμένων ποσών[1], αλλά αποδέχεται ότι, κατά την υπό αναφορά περίοδο, έλαβε μεν χρήματα από τον Ενάγοντα, αλλά ως δωρεά, παραμένει να επιλυθεί εάν τα συγκεκριμένα χρήματα που ισχυρίζεται ο Ενάγων ότι καταβλήθηκαν στην Εναγόμενη, και που δεν αρνείται η Εναγόμενη πως έλαβε από τον Ενάγοντα, καταβλήθηκαν σε αυτήν ως δάνειο ή ως δωρεά, κατ' επέκταση κατά πόσον οφείλονταν η επιστροφή τους ή όχι. Για το ζήτημα αυτό παρουσιάστηκε μαρτυρία μόνον από τον Ενάγοντα, με χρήση διερμηνείας. Ο Ενάγων κατέθεσε ενόρκως δια γραπτής δήλωσής (Έγγραφο Α) που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του[2] και προσκόμισε έγγραφη μαρτυρία. Αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Εναγόμενης. Δεν δόθηκε μαρτυρία από πλευράς της Εναγόμενης. Η ακροαματική διαδικασία διήρκησε περίπου μία ώρα. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν δια γραπτών αγορεύσεων. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Ο Ενάγων ανέφερε στο Δικαστήριο πως πλήρωσε στην Εναγόμενη: την 09.12.2003 ποσό 15.000,00 Λίρες Κύπρου που αντιστοιχεί σε 25.629,02 Ευρώ, την 24.12.2003 ποσό 5.000,00 Λίρες Κύπρου που αντιστοιχεί σε 8.543,00 Ευρώ και την 30.01.2004 ποσό 20.000,00 Λίρες Κύπρου που αντιστοιχεί σε 34.172,03 Ευρώ, που δίδουν σύνολο 40.000,00 Λίρες Κύπρου που αντιστοιχεί σε 68.344,05 Ευρώ. Ο Ενάγων έλαβε τα ποσά αυτά από την εταιρεία του, Dilwood Limited, που διατηρούσε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα, από τον οποίον μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό της Εναγόμενης. Προφορικά, η Εναγόμενη υποσχέθηκε να επιστρέψει το ποσό αυτό την 31.01.2005, πράγμα που, όμως, δεν έπραξε. Κατατέθηκε εκ συμφώνου στο Δικαστήριο αντίγραφο της άδειας μετανάστευσης του Ενάγοντος ημερομηνίας 29.03.2006 (Τεκμήριο 1), ενώ ο Ενάγων προσκόμισε καταστάσεις λογαριασμού της Ελληνικής Τράπεζας στο όνομα της Dilwood Ltd, για τη χρονική περίοδο από 01.12.2003 μέχρι 30.01.2014 (Τεκμήριο 2), στην οποία φαίνονται πληρωμές με λεπτομέρειες το όνομα της Εναγόμενης: την 24.12.2003 ποσού 10.675,11 Δολάρια Αμερικής, και την 30.01.2004 ποσών 21.454,96 Δολάρια Αμερικής και 21.344,30 Δολάρια Αμερικής. Τα ποσά που πληρώθηκαν στην Εναγόμενη, όπως ανέφερε ο Ενάγων, είναι αυτά που φαίνονται στο Τεκμήριο

  1. Ο Ενάγων, παρόλο που ανέφερε πως δόθηκαν στην Εναγόμενη συνολικά 68.000,00 Δολάρια Αμερικής, τα ποσά που φαίνονται στο Τεκμήριο 2 με αναγραφή του ονόματος της Εναγόμενης ανέρχονται σε συνολικά 53.474,37 Δολάρια Αμερικής. Δεν αναφέρεται οπουδήποτε η ισοτιμία του ποσού αυτού σε Λίρες Κύπρου ή σε Ευρώ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε οι ημερομηνίες των πληρωμών που ανέφερε ο Ενάγων ταιριάζουν με αυτές που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  2. Κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας ανέφερε πως η εταιρεία Dilwood Ltd είναι δική του, και ασχολείται με την αγορά γης και ακινήτων μέχρι και σήμερα, τηρώντας όλα τα προαπαιτούμενα από τον νόμο, μεταξύ των οποίων η υποβολή ελεγμένων λογαριασμών, όπως συνέβη και κατά την επίδικη περίοδο. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να παρουσιάσει ελεγμένους λογαριασμούς, στους οποίους να φαίνεται και η πληρωμή των ποσών αυτών της εταιρείας στην Εναγόμενη, αλλά δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι το δάνειο που ισχυρίζεται, το έκανε η εταιρεία στην Εναγόμενη, και όχι ο ίδιος, και ο μάρτυρας απάντησε πως ο ίδιος, ως διευθυντής της εταιρείας, παρέδωσε τα χρήματα, ως δάνειο. Αυτό, παρόλο που, κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε πως τα χρήματα μεταφέρθηκαν από τον λογαριασμό της εταιρείας στον λογαριασμό της Εναγόμενης, και δεν έγινε παράδοση χρημάτων τοις μετρητοίς. Παρόλο που η μαρτυρία του Ενάγοντος είναι η μοναδική μαρτυρία που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, και η Εναγόμενη δεν αρνείται, στο δικόγραφό της, πως έλαβε από τον Ενάγοντα τα χρήματα που αναφέρει ο Ενάγων στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησής του, ο Ενάγων θα έπρεπε να αποδείξει, για την απαίτησή του αυτή, πως τα χρήματα αυτά δόθηκαν στην Εναγόμενη στο πλαίσιο προφορικής συμφωνίας δανείου μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης. Συναφώς, αναφέρεται πως η συμφωνία δανείου είναι η συμφωνία με βάση την οποίαν κάποιος δανείζει ή συμφωνεί να δανείσει χρηματικό ποσό σε κάποιον τρίτον, με αντάλλαγμα τη ρητή ή εξυπακουόμενη υπόσχεση του άλλου προσώπου ότι θα επιστρέψει το ποσό αυτό, σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, με ή χωρίς τόκο[3]. Μία συμφωνία δανείου δεν αποκλείεται να συνάπτεται και προφορικά[4]. Μια συμφωνία, για να συνιστά δάνειο, θα πρέπει η πληρωμή να συμφωνείται για την παροχή οικονομικής διευκόλυνσης στον δανειολήπτη[5]. Το Τεκμήριο 1 δεν εξηγήθηκε πώς σχετίζεται με την υπόθεση. Το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 2 φαίνεται η πληρωμή κάποιων ποσών, και δη άλλων από αυτών που ισχυρίζεται ο Ενάγων στην αγωγή του, από το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, με περιγραφή του ονόματος της Εναγόμενης, δεν μαρτυρά από μόνο του τη σύναψη και το περιεχόμενο συμφωνίας δανείου μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγόμενης. Ούτε στη μαρτυρία του, ο Ενάγων, εφοδιάζει το Δικαστήριο με γεγονότα που να οδηγούν στο ότι αυτό που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν δάνειο, που περιλάμβανε την υποχρέωση της Εναγόμενης να επιστρέψει τα χρήματα αυτά στον Ενάγοντα. Ο Ενάγων διατυπώνει απλώς ονομαστικά ότι δάνεισε χρήματα στην Εναγόμενη, που πήρε από κεφάλαια της εταιρείας του, και δεν επιστράφηκαν, από το 2005, αλλά η μαρτυρία του είναι απογυμνωμένη από γεγονότα που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την απαίτηση, αναδεικνύοντας τη φύση και το περιεχόμενο της αμφισβητούμενης συμφωνίας, και εκ τέλει αποδεικνύοντας την ανάγκη για θεραπεία. Πώς συνάφθηκε αυτή η συμφωνία. Επικοινώνησε η Εναγόμενη με τον Ενάγοντα και του ζήτησε χρήματα, για σκοπούς οικονομικής διευκόλυνσής της. Πώς και πότε, σε συνάρτηση και με τις επιμέρους εκταμιεύσεις. Σημειώνεται πως ο Ενάγων αξίωσε και τόκο 9,00% επί της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας δανείου, χωρίς οποιαδήποτε δικογράφηση ότι υπήρχε συμφωνία ανταλλάγματος που να περιέχει και τόκο[6]. Ταυτόχρονα, ο μάρτυρας, κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε, κατ' επανάληψη μάλιστα, πως είναι η εταιρεία του που δάνεισε στην Εναγόμενη τα χρήματα, και ο ίδιος, ως διευθυντής της, παρέδωσε απλώς τα χρήματα στην Εναγόμενη, δημιουργώντας, έτσι, περαιτέρω σύγχυση ως προς την απαίτησή του, που ώθησε και τον συνήγορο της Εναγόμενης να μην υποβάλει άλλες ερωτήσεις, αλλά ούτε και να προσκομίσει ο ίδιος μαρτυρία. Να πει ότι η υπόθεση έχει ήδη τελειώσει εδώ, με την αντίληψη ότι δεν υπάρχει επαρκές έδαφος για το Δικαστήριο, στη βάση αυτής της μαρτυρίας, για να καταλήξει σε εύρημα πως ο Ενάγων συνήψε συμφωνία δανείου με την Εναγόμενη για τα ποσά που ισχυρίζεται στην αγωγή του, έναντι συγκεκριμένου ανταλλάγματος, και ότι, ενώ ο ίδιος εκτέλεσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, η Εναγόμενη παράβηκε συγκεκριμένη συμβατική της υποχρέωση έναντι στον Ενάγοντα, και κατ' επέκταση ότι οφείλει, δυνάμει μιας τέτοιας συμφωνίας ή λόγω παράβασής της, να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό που αξιώνει με την αγωγή του. Ομοίως εισηγείται και στην αγόρευσή του, ο συνήγορος της Εναγόμενης. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν μπορεί να υποθέσει τα γεγονότα που συνιστούν την συμβατική σχέση των διαδίκων και φτάνουν στη διαφορά. Ότι τα ποσά σε Δολάρια Αμερικής που πληρώθηκαν από την εταιρεία Dilwood Ltd, και φαίνονται στο Τεκμήριο 2, ακόμα κι αν δεν αμφισβητήθηκε πως η εταιρεία Dilwood Ltd ανήκει στον Ενάγοντα, συνιστούν εκτέλεση συμβατικής υποχρέωσης του Ενάγοντος έναντι στην Εναγόμενη βάσει προφορικής συμφωνίας δανείου - της συγκεκριμένης βάσει της οποίας απαιτεί ο Ενάγων (που φαίνεται να είναι για άλλα ποσά) - αντάλλαγμα της οποίας ήταν η Εναγόμενη να επιστρέψει τα ποσά αυτά στον Εναγόμενο, εφάπαξ, την 31.01.
  3. Δεν περνά καθόλου απαρατήρητο πως, από την 31.01.2005, που υποτίθεται ήταν ληξιπρόθεσμο κάποιο δάνειο, παρήλθαν δέκα χρόνια, μέχρι την καταχώριση της αγωγής αυτής του Ενάγοντος. Στη μαρτυρία του, ο Ενάγων, δεν αναφέρει, σε οποιοδήποτε σημείο, ότι ζητήθηκε η πληρωμή των χρημάτων αυτών από την Εναγόμενη, ούτε και ότι δεν χρειάζονταν προηγούμενη απαίτηση πληρωμής με βάση τη συμφωνία τους. Διατυπώνει, πρόσθετα, αδικαιολόγητο πλουτισμό της Εναγόμενης, εις βάρος του, αλλά, και πάλι, δεν στοιχειοθετεί την αρχή μόνον η λεκτική διατύπωση, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα, που να μαρτυρούν το πλαίσιο υπό το οποίο έγιναν οι πληρωμές χρημάτων στην Εναγόμενη. Δεν είναι υποχρεωμένη, η πλευρά της Εναγόμενης, εάν εξ αρχής δεν ικανοποιήθηκε το βάρος που ο Ενάγων έχει για την απόδειξη της απαίτησής του, να προσκομίσει μαρτυρία. Εφόσον ο Ενάγων δεν απέδειξε (όχι την πληρωμή χρημάτων, που ούτως ή άλλως δεν αμφισβητείται, από οπουδήποτε κι αν αντλήθηκαν τα χρήματα, αλλά) τη σύναψη έγκυρης προφορικής συμφωνίας δανείου μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης με τη δοθείσα μαρτυρία του, η Εναγόμενη ορθά επέλεξε να μην προσκομίσει μαρτυρία. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η αγωγή του Ενάγοντος δεν μπορεί να επιτύχει, και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε πρέπουσα απόκλιση από αυτόν που θεωρείται ως ο κανόνας σε σχέση με τα έξοδα, ότι ακολουθούν και το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντος, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δ.21, κ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). [2] Άρθρο 25 περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  4. [3] Chitty on Contracts No. 2, 26η έκδοση, παρ. 3574, σελ.
  5. [4] Άρθρο 10 περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  6. [5] Potts' Executors v IRC [1951] AC
  7. [6] Al Jaber v Al Ibrahim [2018] EWCA Civ
  8. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.